Τι μπορεί να χωρέσει μέσα σε ένα λουκούμι; Μια εποχή ολόκληρη!
Μπορεί να χωρέσει η Κάρπαθος των δύσκολων μεταπολεμικών χρόνων, οι άνθρωποι που πάλευαν να σταθούν στα πόδια τους, οι άντρες που έφευγαν στα ξένα και οι γυναίκες που έμεναν πίσω να κρατήσουν όρθια τα σπίτια. Μπορεί να χωρέσει η μυρωδιά ενός παλιού ζαχαροπλαστείου, η αγωνία ενός ανθρώπου που επιχειρούσε σε ένα νησί χωρίς πολλές δυνατότητες, αλλά και η περηφάνια όταν ένα καρπάθικο προϊόν έφτανε μέχρι τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης και βραβευόταν.
γράφει ο Μανώλης Δημελλάς
Το 1954, ο Βασίλης Πιττάς από την Αρκάσα ταξίδεψε στη Θεσσαλονίκη με τα λουκούμια του. Εκεί, στη μεγάλη έκθεση που είχε ήδη γίνει θεσμός για την Ελλάδα, η καρπάθικη ζαχαροπλαστική πήρε μια διάκριση που σήμερα μοιάζει μικρή μόνο αν δεν ξέρεις πόσο δύσκολο ήταν τότε να ξεκινήσεις από ένα μικρό νησί και να φτάσεις μέχρι τη μεγάλη βιτρίνα της χώρας. Ωστόσο ο Βασίλης Πιττάς δεν ήταν μόνο ο ζαχαροπλάστης που βραβεύτηκε στη Θεσσαλονίκη. Ήταν κι ένας ηθοποιός με μια άγνωστη σχεδόν θεατρική ιστορία, που μοιάζει σήμερα σαν ένα μικρό μυστήριο κρυμμένο πίσω από τη βιτρίνα του παλιού ζαχαροπλαστείου!
Εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ’50, με την Κάρπαθο επιτέλους ελληνική, άρχισε κι ζάχαρη να γίνεται πιο γλυκιά, να αποκτά ταυτότητα! Μόλις μια πενταετία νωρίτερα ήταν οι Εγγλέζοι, αυτοί μοίραζαν καραμέλες και στα παιδιά έτρεχαν τα σάλια, αλλά και που να φτάσει ένα τόσο δα καραμελάκι για μια μάντρα παιδιά;
Το νησί ξεκίνησε με καλούς ζαχαροπλάστες, άλλωστε αν δεν ήσουν καλός που να ανταγωνιστείς την έρημη Καρπαθιά μάνα, που εκείνα τα χρόνια είχε διπλό ρόλο. Ήταν και μάνα και πατέρας! Μιας κι αυτός είχε παραδώσει τη ζωή και τα χέρια του στα ξένα.
Ένας από αυτούς υπήρξε ξεχωριστή περίπτωση που αξίζει να τη μνημονεύσουμε. Πρόκειται για τον Αρκασιώτη Βασίλη Πιττά. Ο Βασίλης λοιπόν γεννήθηκε το 1915 στο Φοινίκι της Καρπάθου, γιος του καπετάν Μιχάλη Πιττά και της Καλλιόπης, το γένος Διακογιάννη. Ήταν πολύ μικρός, όταν η θάλασσα άρπαξε τον μεγαλύτερο αδελφό και τον πατέρα του. Από αφηγήσεις στο Φοινίκι μαθαίνουμε ότι βρέθηκαν σε μια θαλασσοταραχή, ο μικρός γλίστρησε και έπεσε από το καϊκι. Ο καπετάν Μιχάλης έδωσε μια, βούτηξε για να σώσει το παιδί του, όμως και οι δύο χάθηκαν για πάντα.
Μετά το δημοτικό σχολείο της Αρκάσας ο Βασίλης, θα βρεθεί στη Θεσσαλονίκη κι από εκεί, λίγα χρόνια πριν τον πόλεμο, κατεβαίνει στην Αθήνα. Το θέατρο ήδη τον είχε σαγηνεύσει και τον κέρδισε. Τότε ξέσπασε ο 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος κι όπως όλοι έτσι και κείνος έπρεπε να βρει τρόπους να επιβιώσει.
Εργάστηκε ακόμη και στο «ΣΙΝΟΥ», καμπαρέ στην περιοχή του Ψυρρή, όπου μάλιστα, όπως αφηγήθηκε το 2016, ο γιός του Μιχάλης Πιττάς στον ξάδερφο του Βασίλη Πιττά, «ανέλαβε τη διεύθυνση του κέντρου όπου σύχναζαν ακόμη και Γερμανοί αξιωματικοί, ενώ παράλληλα γράφτηκε στη Δραματική Σχολή Ωδείου Αθηνών όπου τελείωσε με άριστα».
Το 1937 αποφοιτά από τη δραματική σχολή Ωδείου Αθηνών, παίρνει το πτυχίο του και τα επόμενα χρόνια βρίσκουμε τον Βασίλη Πιττά να συμμετέχει σε παραστάσεις με αρκετούς γνωστούς ηθοποιούς της εποχής. Μάλιστα η κόρη του Σοφία θυμάται ότι ήταν φίλος και συνεργάτης του Ντίνου Ηλιόπουλου. Είχαν σχεδόν την ίδια ηλικία, ο Ηλιόπουλος ξεκίνησε το 1944 την ανεπανάληπτη θεατρική του καριέρα. Όμως ο Βασίλης απεύφευγε να κουβεντιάζει και να προβάλει στο νησί τα θεατρικά του βήματα. Μια τακτική που επαναλαμβάνουν και σήμερα σχεδόν όλοι οι σημαντικοί Καρπάθιοι.
Δεν ήταν όμως μόνο οι έντονες καλλιτεχνικές του αγωνίες, ο Βασίλης αποφάσισε να ασχοληθεί και με τη ζαχαροπλαστική. Κι αυτό το επάγγελμα έμελλε να το ακολουθήσει. Το 1949 άνοιξε ζαχαροπλαστείο και το πρώτο παγοποιείο στα Πηγάδια της Καρπάθου, μάλιστα διέθετε την απαραίτητη άδεια από το Υπουργείο Βιομηχανίας και μπορούσε να παράγει 30 κολώνες πάγου την ημέρα. Καταπιανόταν με όλα τα γλυκά, ξεχώριζε όμως για το παγωτό, τα σιροπιαστά, τη βυσινάδα και τα λουκούμια του! Για αυτά τα λουκούμια βραβεύτηκε το 1954 στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Αλλά και η βυσινάδα του είχα φανατικούς φίλους! Μάλιστα σε άρθρο του Αναστασίου Φράγκου στην εφ. ΡΟΔΙΑΚΗ (20/12/1956), για την βιοτεχνία του Πιττά αναφέρεται ότι “διακρίνεται για την καθαριότητα, όπως και για την αρίστη ποιότητα των προιόντων της, ενώ η παραγωγή πάγου ήταν ευεργετική για το νησί γιατί βοήθησε πολλούς ασθενείς να αναρώσουν!”
Ο Βασίλης ήταν άνθρωπος ευαίσθητος, γέννημα και θρέμμα εκείνης της παλιάς πάστας αυθεντικών καλλιτεχνών, που σήμερα μνημονεύουμε για το ήθος, τι φινέτσα αλλά και το ξεχωριστό στυλ τους. ‘Εναν τέτοιο χαρακτήρα, τότε τον έλεγαν λεβεντάνθρωπο!
Συχνά έπιανε την κιθάρα και ένα τραγούδι του Γούναρη ή του Μαρούδα. Μα λάτρευε το ελαφρολαϊκό ρεπερτόριο και είχε πολύ καλή και δουλεμένη φωνή. Κι όταν πάλι ήταν στο εργαστήριο και έφτιαχνε τα ξακουστά παγωτά με τις μυστικές συνταγές του, ήταν η κόρη του, η Σοφία, που βοηθούσε, όπως μας λέει συγκινημένη, θα μπορούσε να μην αφήσει ούτε ίχνος για τους πελάτες που περίμεναν τη φρέσκια παγωμένη φουρνιά του! Δεν ήταν μόνο τα παγωτά και τα ξεχωριστά λουκούμια. Μα έφτιαχνε ακόμη και καραμέλες και στα περιτυλίγματα έγραφε δίστιχα, με καρπάθικες μαντινάδες συνόδευε τη μαεστρία της γλύκας του!
Ο Βασίλης Πιττάς πέθανε το 1991 στο Linden του New Jersey της Αμερικής. Ο χρόνος έσβησε το άρωμα, τσάκισε το χνάρι κι από κείνα τα παλιά ζαχαροπλαστεία του νησιού, είμαστε τώρα εμείς και δε θα πρεπε να λησμονούμε τις γενιές που με τα καλιμέντα τους μας ανάθρεψαν και έκαμαν την Κάρπαθο να ξεχωρίζει στα πέρατα του κόσμου.

10.8.2026
Καρπαθιακά Νέα














