Οι Καρπάθιοι εργάτες που λησμονούμε

Οι Καρπάθιοι εργάτες που λησμονούμε

του Μανώλη Δημελλά

“Η ζωή, έτσι σύντομη και δύσκολη, μοιάζει σα μια χεσμένη μωρουδιακή πάνα”, λέει μια παλιά Γερμανική παροιμία. Και δεν έχει καθόλου άδικο, μόνο που κάθε τέτοια πάνα, είναι μιας χρήσης και για έναν πισινό, έτσι τις περισσότερες φορές, χάνεται πολύτιμη γνώση, που θα βοηθούσε να μην επαναλάβουμε αδιάκοπα “Βουλιαμέντα” ή γλυστρίματα στις παλιές λακούβες.

Αλήθεια εσείς γνωρίζεται τι είναι τα…”βουλιαμέντα”;

Πρόκειται για την άγνωστη, τη καλά κρυμμένη ιστορία, των μουτζουρωμένων Καρπάθιων εργατών, των μεταναστών στα Αμερικάνικα ορυχεία. Όμως ας μη βιαστούμε, ας πάρουμε την ιστορία από την αρχή.

Εμείς οι Δωδεκανήσιοι, οι Καρπάθιοι, όταν μιλάμε για το παρελθόν, σα να μυρίζουμε, να νιώθουμε την υγρασία από εκείνα τα απίστευτα χρόνια, που οι προγόνοι μας δεν είχαν πατρίδα, κυριολεκτικά δεν μπορούσαν να ισορροπήσουν πουθένα.

Μια από τις πιο ζορισμένες δεκαετίες ήταν αυτή του 1920. Μόλις οκτώ χρόνια Ιταλικής κατοχής και οι Ρωμαίοι είχαν ξεκαθαρίσει τις πονηρές προθέσεις τους. Το πέρασμα της εξουσίας στους Ιταλούς, έκανε τα πράγματα ακόμη πιο δύσκολα για τους νησιώτες, που μέσα στα όνειρα τους πάντοτε τρύπωνε η Ελλάδα.

Όσοι Καρπάθιοι δεν καλόβλεπαν τους καραμπινιέρους και τολμούσαν να το φωνάξουν, σύντομα περνούσαν σε μαύρες λίστες, σε διαγραμμένα διαβατήρια με κόκκινες γραμμές και σε απελάσεις.

Η ανεργία και η φτώχεια δεν είχε καμμιά σύγκριση με τα σημερινά, στην μικρή ανταλλακτική κοινωνία, πολλές φορές έπρεπε να δουλεύεις ένα χρόνο για να πάρεις αμοιβή ένα κατσίκι και δύο-τρία, μόδια λάδι!

Όσο για σπουδές και γράμματα, αν ήσουν πρωτογιός είχε κάποια ελπίδα να βγάλεις το σχολαρχείο και να προχωρήσεις. Αν πάλι η μοίρα σε ξεφύτρωνε στις πιο πίσω σειρές, τότε  και σύμφωνα με το σκληρό εθιμικό κληρονομικό δίκαιο (κανακάρης-αρά), είχες πιθανότητες να βγάλεις μια-δυο τάξεις του δημοτικού, και μετά να βόσκεις πρόβατα πάνω στα βουνά.

Όσοι ένιωθαν δυνατοί κι έβρισκαν ευκαιρία, τη κοπανούσαν, άλλοι παράνομα και άλλοι νόμιμα περνούσαν στην Ελλάδα, όμως ούτε και στην Αθήνα τα πράγματα ήταν καλύτερα. Τρύπωναν σε κάποιο συγγενή, κάποιον καλόκαρδο μπάρμπα, και έψαχναν μεροκάματο, σπάζοντας πέτρες στα νταμάρια του Πειραιά και της Πεντέλης.

Ωστόσο υπάρχει κι ένας μεγάλος αριθμός πρωτοπόρων μεταναστών, που διαλέγουν τη μακρινή ήπειρο πέρα από τον ατλαντικό, τις Ηνωμένες πολιτείες, και κάνουν όνειρα, για μια ζωή περισσότερο χορτάτη, τόσο για εκείνους όσο και για την φαμίλια, που έμεινε και περίμενε στο νησί. Με το μυαλό να ξεχειλίζει ελπίδα, με αγωνία για καλιμέντο και προκοπή, σάλπαραν σε ένα ταξίδι που άγγιζε το μήνα, που στους συνηθισμένους, από θάλασσα, νησιώτες  δεν ήταν και μεγάλη δουλειά, τα πραγματικά ζόρια ξεκινούσαν στη στεριά.

Όπως οι περισσότεροι Έλληνες, έτσι και οι Καρπάθιοι, στην Αμερική γνωρίζουν το σκληρό πρόσωπο της πάλης των τάξεων.

Πολύ χαμηλά μεροκάματα, ίσα που φτάνουν τα 3,5$ για δωδεκάωρη ή δεκατετράωρη δουλειά, στα εστιατόρια και τα ξενοδοχεία, όμως η πιο δύσκολη και σκεπασμένη ιστορία είναι εκείνη των εργατών στα ορυχεία.

Οι μιναδόροι, όπως τους αποκαλούν κατεβαίνουν σε μεγάλα βάθη μέσα στη γη, σκάβουν ατέλειωτες ώρες, και με πρωτόγονα μέσα φορτώνουν βαγόνια το κάρβουνο.

Η πληρωμή τους γίνεται με το ζύγι και συνήθως οι Αμερικάνοι εργοδότες, που έχουν τα κουμπούρια γεμάτα και κρεμασμένα πάνω τους, κλέβουν τους μετανάστες εργάτες.

Την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα, οι απεργίες των ορυχείων στη Δ. Βιρτζίνια και το Οχάιο, όπως και σε όλη την Αμερική, έχουν τρομερό αντίκτυπο μέσα στη κοινωνία. Πολύμηνες κινητοποιήσεις χωρίζουν σε στρατόπεδα τους εργαζόμενους, σε εκείνους που απεργούν με τα αυτονόητα αιτήματα:

Την οκτάωρη εργασία (δουλεύουν 12 με14 ώρες), να εργάζονται χωρίς φρουρούς, την αύξηση στο μισθό 10%, και να μην τους κλέβουν στο ζύγισμα.

Από την άλλη οι απεργοσπάστες. Ορδές από εργάτες που δεν πιστεύουν σε κινήματα, δεν έγιναν μετανάστες, όπως έλεγαν, για να κάθονται. Θέλουν να βλέπουν φιλεύσπλαχνα και ηθικά τα αφεντικά. Πιστεύουν ότι θα τους δώσουν ένα δολάριο παραπάνω, μόλις ανοίξουν οι αγορές και αν οι ίδιοι είναι καλοί και υπάκουοι εργάτες. ‘Αλλωστε δεν θέλουν να βγάλουν “ρίζες” στο ξένο τόπο.

Πραγματικές μάχες στους δρόμους και σφαγές, ανάμεσα σε οπλισμένους μπράβους, την αστυνομία, και τους απεργούς που με τη σειρά τους, κυνηγούν τους απεργοσπάστες.

Τα πράγματα αντί να ησυχάσουν φορτώθηκαν ακόμη περισσότερο, από τη μια έχουμε η νίκη του Ροκφέλερ, απέναντι στα συνδικάτα και από την άλλη η φρενίτιδα του κομμουνιστικού κινδύνου. Μετά την Οκτωβριανή επανάσταση του 1917, και τα πρώτα βήματα του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση.

Μόνο το 1920 στο Σικάγο, και με δικαστικές αποφάσεις, οι πιστολάδες γίνονται νόμιμοι μέσα  στις στοές των ορυχείων. Από την άλλη σκάνε τουλάχιστον 50 βομβιστικές επιθέσεις μέσα στη πόλη.

Γρήγορα εξαπλώνεται η αντικομουνιστική υστερία, “οι θεσμοί κινδυνεύουν προστατέψτε τη σημαία, σώστε τους θεσμούς από τους Μπολσεβίκους”, είναι η πρόταση απέναντι στον “εγκληματικό συνδικαλισμό”.

Μέσα σε αυτό, το πολεμικό κλίμα, βρίσκουμε αρκετούς Καρπάθιους να συμμετέχουν στα κινήματα, να βλέπουν ότι μόνο οι συλλογικοί αγώνες μπορούν να φέρουν αποτελέσματα, μόνο μέσα από τη μαζικότητα θα υπάρξουν κέρδη για τον μόνιμα μουτζουρωμένο εργάτη. Τα επόμενα χρόνια οι μισθοί όπως και οι μέρες εργασίας κατρακυλούν, τα ορυχεία δεν έχουν παραγγελίες και ανοίγουν τρεις το πολύ τέσσερις μέρες τη βδομάδα. Το 1927, σε ορισμένες περιοχές, η απεργία κράτησε σχεδόν όλη τη χρονιά, φτάνοντας σε εξαθλίωση τους άνεργους εργάτες!

Οι απεργοσπάστες είναι πια πολύ περισσότεροι και γίνονται ακόμη πιο σκληροί, καρφώνουν και αδειάζουν εκείνους που συμμετέχουν σε απεργίες, στέκονται απέναντι στους αγώνες, ενώ και οι ίδιοι συνεχίζουν να καταπιέζονται με άγρια βαναυσότητα μέσα στις στοές των ορυχείων.

Όσο για όλους εκείνους που αντιστέκονται, στα ξαφνικά γίνονται οι κόκκινοι, εκείνοι που θέλουν το κακό του μετανάστη, και του Έλληνα, που ήρθε για λίγο, είναι περαστικός, και θέλει να κονομήσει και να φύγει.

Ο καθηγητής-συγγραφέας Μιχάλης Π. Χιώτης, στο βιβλίο του “Γυναικεία στοά Ομόνοια Αμερικής”, αναφέρει τον Απερίτη Εμμανουήλ Χατζησταμάτη, σαν τον πρώτο Καρπάθιο μετανάστη το 1899, στο Κένσπουργκ της Πενσιλβανία.

Ο Χατζησταμάτης βρέθηκε πρώτα σε ορυχεία της Μαύρης θάλασσας και από εκεί  στα ανθρακωρυχεία της Αμερικής. Στο βιβλίο του αναφέρει ονομαστικά 75 Απερίτες και άλλους τόσους μετανάστες από την υπόλοιπη Κάρπαθο, που δούλεψαν σκληρά σε ορυχεία της Πενσιλβανία, της Δ. Βιρτζίνια και του Οχάϊο.

Τα ατυχήματα και τα δυστυχήματα όμως μέσα στις στοές είναι το πικρό ψωμοτύρι, μια τραγική καθημερινή ιστορία, που μοιάζει με ρώσικη ρουλέτα. Υπάρχουν οι τυχεροί, εκείνοι που τελειώνουν τη βάρδεια, και κάνουν το σταυρό τους με την ελπίδα για το μεροκάματο της επόμενης ημέρας. Σύμφωνα με τα Αμερικανικά αρχεία, μόνο το 1907 σκοτώθηκαν 3.207 ανθρακωρύχοι, ενώ από το 1900 μέχρι το 1978, αναφέρονται συνολικά 104.000 θάνατοι από εργατικά δυστυχήματα μέσα στα ορυχεία!

Στα Καρπάθικα δεδομένα, την Άνοιξη του 1927 στο Yorkville, ο Ολυμπίτης Βασίλης Πρεάρης, βρίσκει τραγικό θάνατo,μέσα σε μια στοά ορυχείου σε βάθος 2000 μέτρων.  Ο άτυχος Βασίλης καταπλακώνεται από 50 τόνους χώματος, δίπλα του βρίσκεται ένας άλλος Καρπάθιος, ο Μηνάς Νταργάκης, που μόλις καταφέρνει να αποφύγει από το “βουλιαμέντο” (τη καταπλάκωση από τόνους χώματος). Σύμφωνα με το δημοσίευμα της εφημ. “Δωδεκανησιακή Αυγή”, επτά εργάτες δουλεύουν σε μια βάρδια, για να ξεθάψουν το πτώμα του Καρπάθιου, και η τραγική ειρωνεία, όταν αποκαλύπτουν τον άψυχο Πρεάρη, κρατά ακόμη σφιχτά το φτυάρι μέσα στα χέρια του!

Δεν είναι το μοναδικό θύμα των ορυχείων. Ο 35χρονος Ηλίας Γεργατσούλης, λίγους μήνες μετά σκοτώνεται με τον ίδιο τρόπο ακριβώς, παρασύρεται από τόνους χώματος, μαζί με δύο Αμερικάνους ανθρακωρύχους, σε ορυχείο της Δ. Βιρτζίνια.

Ενώ ο Γιώργος Οικονομίδης, τραυματίζεται σοβαρά, από το βαγονέτο που πέφτει πάνω του. Την ίδια χρονιά, στη  Triadelphia, ο Αντώνης Μαγκλής, δεν γλυτώνει από τον βράχο, που έπεσε πάνω του και τον έλιωσε.

Ο μισοκαρπάθιος Αντώνης, (μητέρα από το Απέρι Καρπάθου και πατέρα Σαμιώτη), ήταν ήδη 16 χρόνια στη Αμερική, είχε χάσει στη σφαγή της Μικράς Ασίας τη μισή του οικογένεια, κατάφερε να μαζέψει ένα μικρό κομπόδεμα. Είχε προγραμματίσει το ταξίδι για το νησί, και μάλιστα ήταν ανήσυχος, αφού είχε δώσει σήμα για να ψάξουν και να του βρουν την κατάλληλη “σύζυγο”. Ακριβώς εκείνες τις τελευταίες μέρες πριν αναχωρήσει, δούλευε τα τελευταία μεροκάματα, όταν τον πλάκωσε ο βράχος.

Ο Μανώλης Μ. Ζαβόλας, με ένα γράμμα του στην εφημερίδα “Δωδεκανησιακή Αυγή“, γράφει σκληρά, μιλά με κατάμαυρα λόγια, για τη πεινασμένη ζωή των μεταναστών, προσπαθεί να αποτρέψει τα όνειρα των πιθανών αναχωρητών και προτείνει να μην φύγουν από την Ελλάδα, να δουλέψουν για να ελευθερωθεί το νησί από τη σκλαβιά.

Θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε την πόλη Coal River Company Town, στη Δ. Βιρτζίνια, και το εστιατόριο του Καρπάθιου Mike Vergis. Εκεί  και από τον Δεκέμβρη του 1933, το συνδικάτο ανθρακωρύχων μαζευόταν στα κρυφά, και έδινε σκληρές μάχες για την αναγνώριση του, που ήρθε λίγα χρόνια μετά.

Ωστόσο μια από τις σπουδαιότερες φυσιογνωμίες Καρπάθιων αγωνιστών που πέρασαν από την Αμερική ήταν ο Λάμπρος Σταματιάδης (1897-1993).

Από μικρός είχε δείξει σημάδια για το μέλλον που θα ακολουθούσε, ο πατέρας του Γιάννης και μητέρα του Ευαγγελία το γένος Αλεξάκη, ανησυχούσαν για το μέλλον του ιδιαίτερα ευφυή και όμορφου, όπως έλεγαν για τον μικρό Λάμπρο.

Μετά το σχολείο φεύγει για το Μαρόκο και μετά από οκτάμηνη παραμονή και εργασία, ταξιδεύει στα 1912, για την Αμερική. Πρώτη δουλειά τα ορυχεία, όμως η ανησυχία της μάνας, για τη σκληρή και επικίνδυνη δουλειά και τα καθημερινά νέα για δυστυχήματα, τον έκαναν να αλλάξει αρκετά επαγγέλματα. Βρέθηκε στο εργοστάσιο του χάλυβα, δίπλα στον Πυλιάτη Γιώργο Παπανικολάου, όπως φαίνεται ήταν και ο μέντορας του, στα κομμουνιστικά και σοσιαλιστικά ιδεώδη.

Μια ζωή αγώνες, φυλακίσεις και προβλήματα από το κεφάλαιο, από εκείνους που κρατούν τα μέσα παραγωγής και δεν έχουν συναισθήματα απέναντι στους αντιπάλους. Μα ο Λάμπρος Σταματιάδης δεν δείλιασε ούτε άλλαξε ρότα στις πολιτικές θέσεις της ζωής του. Πήγαινε και ερχόταν από το νησί, παρέμενε πάντοτε ερωτευμένος με το ξεχωριστό χωριό του, το Απέρι. Παντρεύτηκε το 1925 την Μαριγώ Σκούλου, και έκαναν μαζί τρία παιδιά. Είναι ο εργαζόμενος που δεν πρόδωσε της αξίες του, φυλακίστηκε, μπήκε σε “μαύρες λίστες” εργοδοτών και αναγκάστηκε να αλλάξει ακόμη και το επώνυμο του, για να δουλέψει σαν ξενοδοχουπάλληλος (Louis Stamos) τη τραγική δεκαετία του ’30.

Μέσα στους διαρκείς συλλογικούς αγώνες δεν αφήνει πίσω τη πατρίδα του, αρθρογραφεί στην ιστορική εφημερίδα του Βωλαδιώτη Μιλτιάδη Παπαμανώλη, “Δωδεκανησιακή Αυγή”. Υπογράφει ορισμένα από τα άρθρα του, ωστόσο μετά από μελέτη των ανυπόγραφων άρθρων, καταλήγω ότι χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο “δρεπάνι”, για να θίξει πρόσωπα και πράγματα χωρίς να κυνηγηθεί η οικογένεια του, που ακόμη ζούσε στο νησί. Οι Φασίστες Ιταλοί  τσάκιζαν ολόκληρες φαμίλιες, αν κάποιος συγγενής έγραφε ή δήλωνε, οτιδήποτε κατά των φασιστικών αρχών τους.

Ο Λάμπρος Σταματιάδης παρέμεινε πιστός στους αγώνες και τα ιδανικά του,  γνώριζε καλά τα τεχνάσματα των εργοδοτών-αφεντικών, έζησε στο πετσί του εκβιασμούς, απειλές και βία, μια ωμή ανελέητη βία, γνώρισμα της εποχής.

Κατέγραψε την ιστορία του, και παρέδωσε ένα τετράδιο στο γιο του, τον Γιάννη Σταματιάδη, και εκείνος με τη βοήθεια του εκδότη Τάκη Δημόπουλου, το έκαμαν βιβλίο to 2013, μοίρασαν τη γνώση και έδωσαν αιωνιότητα, στη διαδρομή του ξεχωριστού Καρπάθιου, του Απερίτη Λάμπρου Σταματιάδη.

Παραθέτω μια παράγραφο, από τα γραφόμενα του σπουδαίου αγωνιστή:

“Από τις τριάντα χιλιάδες μέλη του Συνδικάτου το βιβλιάριό μου έχει αριθμό 711. Υπηρέτησα το Συνδικάτο από- λυτα αφιλοκερδώς, όχι μόνο σαν αντιπρόσωπος στις γενικές συνελεύσεις, υπηρέτησα ακόμη και ως μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής του Λόκαλ 6. Εις αναγνώριση της δρά- σης μου, το όνομά μου καταχωρήθηκε μεταξύ των πρώτων χιλίων αγωνιστών που προ- σέφεραν περισσότερο από το μερίδιό των στην τιμητική μπρούτζινη πλάκα που βρίσκε- ται στην είσοδο του μεγάρου της Εργατικής Ενώσεως επί της 8ης “.

Τα επόμενα χρόνια η ιστορία αυτών των εργατών ξεχάστηκε και πλακώθηκε σαν από “βουλιαμέντο”, από  τόνους μιας παράξενης σιωπής,  φορτωμένη άλλοτε από ντροπή ή αδιαφορία. Κυρίως από την  ανάγκη, τον κρυφό πόθο, να ξεφύγουμε από το παρελθόν, αυτό που κάποτε κατέβαινε βαθιά μέσα στη γη για ένα ξεροκόμματο.

Σαν να μην υπάρχουν σήμερα αυτοί  οι ξένοι εργάτες, που σκαλίζουν κάδους σκουπιδιών, σαν να μην είμασταν εμείς εκείνοι οι ανθρακωρύχοι, που έκαναν τις πιο βρώμικες και σκληρές, επικίνδυνες δουλειές, ερχόμαστε σήμερα και κοιτάμε από ψηλά τους βρώμικους μετανάστες και αναρωτιόμαστε, μα θα μπορούσαμε να είμαστε εμείς σαν αυτούς;