… Όλυμπος . Αρχές δεκαετίας του 1970 μ.Χ.
Οι πολλοί άντρες στις ξένες χώρες και στους Ωκεανούς !!!
Οι υναίκες των , στον ερημότοπο να κυνηού όλες τις βουλειές … μέσα κι απ’ όξω ύρου …
Παιία , τσουκκαλομαερέματα , φουρνητά , γούφες , ανέμες , αγράττια , αγραττάες , << έθνη…>> , κήπους ( …σκιάς τότε απού’χε νερό…) , συκο’ύ’ρια κι αμπελοχώραφα ( σκιά τότε απού’χε εβλεπέους για τα έθνη…) , νεροκουαλήματα , πηλοκουαλήματα , φρουανοκουαλήματα , ελιές και καρύα από στις Μεάλες και στις μικρές στεριές …
Ηρωίδες ΑΛΗΘΙΝΕΣ , οι υναίκες του τόπου μας …
Μνιά από αυτές τις γυναίκες , είναι το τέταρτο παιί της Μαρούκλας του Κοντονικόλα και του Αννή του Χαψή , με το ξεχωριστό και ΟΜΟΡΦΟ όνομα , Χαντζήενα !!!
Όμορφη και ξεχωριστή κι η απατή της !!!
Για την ομορφιά τούτης της κόρης , έχου να λέου όλοι !!! Μέχρι να παντρευτεί , ήκαψε λέει πολλές αντρικές καρντιές !!!
Και σαν να μην ήφκιαννε η ομορφιά της , ήτο κι η ΠΡΩΤΗ μαθήτρια !!!
Ο αγαπητός σε όλους μας ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ – Κωστής Μηνά , έλεγε συχνά πως << Η Χαζήδενα του Χαψή , ήταν η εξυπνότερη μαθήτρια της εποχής μας !!! Κρίμα που οι συνθήκες δεν βοήθησαν για να συνεχίσει τις σπουδές της !!! >>
Σε λία χρόνια επαντρεύτει , ήκαμε οικογένεια και όλα πλιό επήρα την ρότα των…
Ο άντρας της , ένα καλό και ήσυχο παλληκάρι , ο Νικολής της Μαρινίας του Λεντή και του Ωργκή του Μαστρομανώλη , εγιάει να ουλέψει στα καράβια …
Όπως είπαμε , εκείνη την εποχή ο Μάκελλος ήτο ορτάνοιχτος …
Επόμεινε τώρα η όμορφη Χαντζήενα , με τα τέτσαρα παλληκάρια της !!! Ευτυχώς είχε τους γονείς της , και τις αερφές της και βία ένα χέρι… Την ΜΕΑΛΗ βοήθεια όμως , την είχε από την μικρή της αδερφή , την Λυγερόκορμη και φελεμένη Μαγκαφούλα κι όλα εγιααίννα ρολό’ι’ !!!
Είχε όμως ένα μικρό προβληματάκι … Ο πρωτογιός της ο Ωργκής , ήτο άκαντος *!!!
Καλός , χρουσός αμμ’ άκαντος … Καματερός , φιλότιμος , αμμ’ άκαντος !!! Όλοι τον εαπούσα , όλοι εθέλα να κάμου παρέα μαντζί του , αμμ΄ήτο άκαντος … Με τα ξεχωριστά του σκέρτσια , τους ήκαμνε όλους να κλαίου από τα ‘έλια , αμμ΄ήτο άκαντος !!!
Χάσεις τον – ευρείς τον, στον τσαγκαρείο , στον ποταμό , στον βότση του Περάτη , στον Καταράχτη , στις Φύσες … Να σκολάσει , να κάμει άψε σβήσε τα μαθήματά του και να φύει τσουρί από το σπίτι και να υρίσει με το μούχριασμα και πολλές βολές σκουτούι …
Ήτο δε , ο ΦΟΟΣ κι ο ΤΡΟΜΟΣ των καούρων … Με τους βατρακλούς , είχε καλές σκέσεις …Είχε εκειά από κάτω από τον Χριστό ένα βρυσούλλι και πάνω από το βρυσούλλι μνιά θερεμένη βρουλλέα… Να κατσουκλώσει , να κόψει ένα βρούλλο , να ’εσει ένα ε’ι’κό του κόμπο , που μόνο αυτός τον ήξευρε … στην μνιά μερέα και ν’ αρκινήσει … Σε μισή ώρα , εέμωννε ένα πετροντενεκέ… Υστερα τους εξαπόλειε από δώ κι από κεί , και πιάννα τα νάπλαη …
Πότε πότε ήπαιρνε και μερικούς στην θεία του την Μαρινία απου τους εφοάτο , τους εξαπόλειε μέσα στην αυλή και τους ήκουε όλο το χωριό !!!
Μνιά βολά , επήρε δυο -τρείς γιάμικρους στο Σκολειό και τους εκινηούσα κάτω από τα θρανία και κάτω από την έδρα … Οι κόρες από τον φόο των ,εκόψα και γιάεισα πέρα στου Τσικνάκη και κάτω στα κυπαρίσια κι έν ελέα να υρίσου… Όλοι εξέα ο ποίος ήτο ο καλοεργκατάς , αμμέ έν τον εκαταμήτωννε κανένας …
Τώρα τελευταία όμως επαρα’ί’νει το κακό …
Την περασμένη εβντομά , την μνιά ημέρα , ήρτε με σκισμένο παντελόνι … Άλλη βολά , γεμάτος λάσπες … Μνιά άλλη βρεμένος , από την κορφή μέχρι τα νύχια… Την παράλλη εκούτσενε …
Να βγκεί η Μάνα του να του φωνάντζει , μήε φωνή , μήε ακρόαση … Να ρωτά τους φίλους του , και να μην ηξέου μηε κείνοι … Ήμπε κι ‘ήαλλε πολλά στο νού της …
Να τον πιάννει με το καλό , τίποτε … Να τον πιάννει με το άγριο , τα ίδια…
<< Και τις ηξέει εγιό και μόνο … Και που να πάρω και πού να βίω …>>
– Πού’σου παιί μου Ωργκή τέτοια ώρα ;
-Πούετε …
– Με τον Γιωργκή και με τον Γιαννή ήσου πάλι ;
– Εινναί …
– Αμμ’ αφού τους ερώτηξα και μου ‘πασι πως δεν ήτο μαντζί σου …
Όσες παντοφλές και νά’ τρωε , μήε φωνή μήε άκρυ … Μόνο ο κρότος εκούετο μέχρι πάνω τα Φουρκία …
Εκείνες τις πλαστικές παντόφλες λοιπόν , πρέπει να τις απαγορέψου !!!
*******
Μνιά βρα’υ’νή απού ψιλόβρεχε , εσίμωσε στο καντούνι και του φώναντζε πάλι …
<< Έ Ωργκηηηηηη !!! Εν ακούεις παιί μου Ωργκή !!! Έλα παιάκι μου ανεμαέψου πλιό κι έρκεται κακοσύνη , έλα !!! >>
Ξαφνικά ακούει ντζαλάπατα… Ξαννεί πάνω και θωρεί ένα ψηλό , καλλοσυνάτο παλληκάρι . Έν τον εγνώριντζε …
Εκαέει την σκάλα κι ήρτε και στάθει στην οξώπορτα …
– Καλησπέρα σας … Είστε η κα. Χατζήδενα ;
– Εινναί , εσείς ποιός είστε ;
– Είμαι ο Χαράλαμπος ο Χατζαντώνης , ο καινούργκιος Δάσκαλος
– Καλώς ορίσατε στο χωριό μας . Ο Πατέρας μου μίλησε για σένα με τα καλύτερα λόγια !!!
– Ναι , ο μπάρμπα Γιάννης είναι ξεχωριστός Άνθρωπος …Κάνουμε πολύ παρέα !!! Γνωρίζει και τον Παππού μου τον Μιχάλη !!!
– Θα σας παρακαλέσω να ρθείτε αύριο στο Σχολείο , γύρω στις 8:30 .
Ο Ωργκής … Και τις ηξεύρει ταν ήκαμε …
– Για τον Γιώργο πρόκειται ; Ήκαμε καμιά κακή δουλειά ;
– Ναι για τον Γιώργο πρόκειται …Μην του πείτε κάτι όμως … Ελάτε στο Σχολείο και θα τα πούμε εκεί … Πάω τώρα , καλό βράδυ !!! Χάρηκα που σας γνώρισα !!!
– Κροστάσου να σου ώκω ένα Γεφτέρι και δυό λαχανόπιττες !!!
– Ευχαριστώ πάρα πολύ !!! Τα λέμε αύριο !!!
Αμμ’ εκλείωσε μάτι όλη την νύχτα ; Μήε να φάει της ενόστα , μήε να πιεί , μήε τίποτε … Χρόνος ήτο εκείνη η νύχτα για την Χαντζήενα , μέχρι να κουκκίσει ο μαύρος πετεινός της Καλλίτσας …
Εσηκώθει , ήβρασε γάλα των παιίω της , των ήκαμε και μνιά φέλλα απ’ όλα σέλα με το ταχί και την ντζάχαρη και των εμίλησε να σηκωθού .
<< Καλέ Μαμά , τάν έχεις ; >> Την ερώτηξε ο Αννής , το δεύτερο παιί της .
– Τίποτε έν έχω καλό μου παιί , τίποτε …
Μαμά , αν σε συκίρντισε πάλι ο Ωργκής , να του ώκω μνιά παλαμέα !!! είπε ο Μανός , το τρίτο της παιί , και εελάσα όλοι !!!
Εφύα τα παιία και ετοιμάστηκε και κείνη να πάει να κούσει τα χαπάρια … Ήαλε μέσα στο σεντόνι το μικρό της παιί τον Ντίνο , τον ενεούστηξε και τον επήρε στην Μάνα της και στην αερφή της , μέχρι να πάει νά’ ρτει από το Σκολειό .
Ήαλε απο το Πλατύ και ωσάν εκατέαιννε κάτω την σκάλα του Σακελλάρη , είε ένα Άθθρωπο , ξενομπασιάρης εφαίνετο , και στέκετο ομπρός στου Φουρτήνα το σπίτι …
– Καλημέρα σας … Για το Σχολείο , καλά πάω από δώ ;
– Στο Σκολειό πάω και γό , ακλουθάτε μου !!!
– Είστε Δασκάλα ;
– Όχι , όχι … είπε κι αναστέναξε από τα βάθη της καρντιάς της , μνιά και ήξευρε πως ΚΑΛΛΙΣΤΑ θα μπορούσε να ‘ναι …
Αμίλητοι , έποσώσα στο Σχολείο του Νάκρους . Η Χαντζήενα έν είχε όρεξη για κουβέντα , κι ο Άθθρωπος εξάννοιε χασκαστός και σαστισμένος ετούτο τον τόπο…Τα παιία είχαν μπεί στις θέσεις των και κάμνασι την προσευχή των… Ο Ωργκής , ήλεε τον Πάτερ ημών … Εκουμπήσα κι οι δυό στην μέσα βάντα προς στα σπήλια και περιμένα να ποκάμει η προσευχή … Ο Δάσκαλος τους είδε και έστειλε το Καλλιώ και την Αρχοντούλα να των πάρουν δύο ψάθινες καρέκλες .
Η Χαντζήενα , εκάετο πάνω σε αφτούμενα κάρβουνα… Μέχρι νά’ ρτει στο Σκολειό ,ήκαμνε συνέχεια την ΠΡΟΣΕΥΧΗ της , από μέσα της κι ήτατσε τάματα στους Α’ί’ους … Μέχρι και στον Άη -Γιώργκη στην Αχωρντέα ήταξε μνιά Λυτρεία , ένα Άρτο , κερία , ελά’ι’ , και λιάνι … ά , και μνιά κεντητή Σκέπη , με καρέλλι !!!
Παιδιά , καλημέρα σας !!! Πρώτον : Οι άλλοι δύο συνάδελφοι είναι άρρωστοι και δεν θα έρθουν Σχολείο σήμερα … Ελπίζω να έρθουν αύριο μιά και θα είναι μαζί μας κι ο κος Επιθεωρητής !!!
Δεύτερον : Θα σας παρακαλέσω να μείνετε στις θέσεις σας , γιατί έχω κάτι να σας πώ …
– Δεν έχω κλείσει ούτε δύο μήνες εδώ , στον τόπο που γεννήθηκε ο Παππούς μου … και τον έχω αγαπήσει , όσο δεν φαντάζεστε … Δεν είναι μόνο η ΑΓΑΠΗ που εσείς και οι γονείς σας μου δείχνετε … και την κάνετε πράξη με χίλιους τρόπους … Είναι όλη ετούτη η θέα… είπε και κάννεψε με το χέρι του από το Κορύφι μέχρι τον Σαραντάκοπο … Δεν πρέπει να΄χει άλλο Σχολείο με τέτοια θέα σε όλη την Ελλάδα… Είναι ΜΟΝΑΔΙΚΟ !!!
Γιώργο Μαστρομανώλη , έλα εδώ κοντά μου σε παρακαλώ…
Ωχ… Ερπίντζω να μην με κοπανίσει με την χλωρόσφακα … είπε από μέσα του ο Ωργκής της Χαντζήενας , και γιάει στην βάντα του Δασκάλου …
Της Χαντζήενας η καρντιά , εχτύπα ωσά του λαού απού τον κυνηού εφτά κομμάτια σκύλλοι…
Ο Αθθρωπος , ο ξενομπασιάρης , κοιτούσε κι άκουγε γεμάτος περιέργκεια …
– Γιώργκο , μπορείς να μας πείς γιατί σου φωνάζει κάθε μέρα η Μητέρα σου ;
– Γιατί , σοεύγκω κι αργκώ να υρίσω στο σπίτι μας , κύριε …
– Και γιατί σε δέρνει ;
– Γιατί είμαι άκαντος … Έχει δίκιο που με στελοβροχιάντζει …
– Είσαι ζωηρός λοιπόν … και γυρνάς … μπορείς να μας πείς όμως πού , γυρνάς ;
– Πούετε κύριε …στο Ποταμό και στον Βότση του Περάτη γιααίννω …
– Μόνο στον Ποταμό και στον Περάτη πάς ; Δεν πηγαίννεις πουθενά αλλού ;
-Πούετε , πούετε …
– Λοιπόν παιδιά …Επειδή ο Γιώργος δεν μας λέει που γυρνά , θα σας πώ εγώ …που τον παρακολουθώ τις δυό τελευταίες εβδομάδες !!!
*Πριν αρκετές μέρες λοιπόν , ο Γιώργος πήγε και βοήθησε ένα συνάνθρωπό μας , μεγάλο σε ήλικία , που έχτιζε μόνος του μιά χαλάστρια … Μάλιστα έπεσε και μιά πέτρα και τον χτύπησε στο πόδι …και κούτσαινε για μερικές μέρες … Άργησε να γυρίσει σπίτι του και η Μητέρα του μη ξέροντας τίποτα ,τον έδειρε…
Ρώτησα και έμαθα πως τον κύριο τον λένε Ηλία , και την περιοχή Σάντα Κονταλέθους …
Η Χαντζήενα , ετρουλλάφκιασε κι ήνιωσε την καρντιά της να χτυπά σαν απού χτυπά η ματσόλλα απάνω στο αμόνι …
** Μετά από μερικές μέρες , οταν ξεπρήστηκε το πόδι του , πήγε στον Ποταμό και βοήθησε μιά γριούλα πού έπλυνε μαλλιά … Εκείνη την μέρα γλίστρησε και έπεσε στο νερό και έγινε μούσκεμα… Όταν γύρισε σπίτι του και τον είδε η Μητέρα του σ΄αυτά τα χάλια … και τον έδειρε πάλι …
Έμαθα πώς την κυρία την λένε Βασταρκούλα και έχει αργαλειό εδώ στο Νάκρος … είπε και κάννεψε προς τα τελευταία σπίτια …
Της Χαντζήενας τα μάκια εθαμπώσα … Τώρα , έν εθώρει τίποτε …μόνο ήκουε !!!
*** Μετά από μερικές μέρες πάλι , πήγε και βοήθησε μιά άλλη κυρία που έσκαβε μόνη τον κήπο της … Είχε βρέξει τις προηγούμενες μέρες και γέμισε λάσπες … Όταν τον αντίκρυσε η Μητέρα του πάλι , γεμάτο λάσπες … πάλι του τις έβρεξε …
Ρώτησα και μου είπαν πως την κυρία την λένε Ζωγραφίνα και μένει πάνω από τον Άγιο Βασίλη …
Ο Άθθρωπος που’το στην βάντα της Χαντζήενας , ήκουε τους χτύπους της καρντιάς της !!!
Μιά άλλη μέρα πάλι … συνέχισε ο Δάσκαλος και χα’ί’δεψε την ράχη του Ωργκή , ο Γιώργος πήγε και βοήθησε ένα φίλο του , που έκοβε φρούανα… Μάλιστα του έφυγε το πριόνι και ευτυχώς , έσκισε μόνο το παντελόνι του … Όταν γύρισε σπίτι και τον είδε η Μητέρα του …
-Με τουμπάνιασε … συμπλήρωσε ο Ωργκής της Χαντζήενας και λία παιία εελάσα , αφού τα πλιό πολλά ήτο βακρυσμένα …
– Κυρία Χατζήδενα , ελάτε και σείς και ο σύζυγός σας εδώ …
– Δάσκαλε , ο άντρας μου είναι στα καράβια …
– Ω , συγνώμη !!! Σας είδα που ήρθατε μαζί και υπέθεσα πως ήταν ο σύζυγός σας . Κύριε …μπορώ να ρωτήσω ποιός είστε ;
Ο άγνωστος , σηκώθηκε από την θέση του , και πήγε κοντά στον Δάσκαλο …
– Παιδιά , πρώτα απ’ όλα να σας πώ ότι έχετε ένα από τους ΚΑΛΥΤΕΡΟΥΣ Δασκάλους που έχω δεί ποτέ …Και έχω συναντήσει χιλιάδες στην ζωή μου !!!
Ο Δάσκαλος , τον κοιτούσε από την κορφή μέχρι τα νύχια και προσπαθούσε να καταλάβει ..
Μετά να σας πώ ότι , βλέπω και ακούω τόση ώρα και δεν πιστεύω στα αφτιά μου … Κυρία Χατζήδενα , να τον χαίρεστε τον γιό σας !!! Αν είχαμε πολλά παιδιά σαν κι αυτόν , ο κόσμο μας θα ήταν ΟΜΟΡΦΟΤΕΡΟΣ !!!
Γιώργο , δεν έχω λόγια …Έχω όμως κάτι για σένα … Μπορείς σε παρακαλώ να φέρεις την τσάντα μου από την καρέκλα ;
Ήφερε την δερμάτινη τσάντα ο Γιώργος ,την άνοιξε ο άγνωστος Άθθρωπος και έβγαλε μιά μπρούτζινη κουκουβάγια από μέσα … Ήταν περίπου είκοσι εκατοστά , αλλά γυάλιζε σαν να ήταν από χρουσάφι !!!
Γνωρίζετε πως η Γλαύξ είναι το σύμβολο της σοφίας …Αυτή την Γλαύκα λοιπόν , την κουβαλώ μαζί μου πολλάααα χρόνια , για να την δώσω σε ένα ξεχωριστό μαθητή . Νομίζω πως σήμερα ήρθε ο καιρός να την αποχωριστώ !!! Κα. Χατζήδενα , να τον χαίρεστε και πάλι !!!
Κύριε Επιθεωρητά !!! Εσείς είστε λοιπόν , σας περιμέναμε αύριο !!! είπε ο Δάσκαλος , ο Κύριος Χαράλαμπος , χαρούμενος και συγκινημένος !!!











