Σκληρή δουλειά και όνειρα στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Ο Καρπάθιος Αντώνης Σταματιάδης θυμάται!

Σκληρή δουλειά και όνειρα στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Ο Καρπάθιος Αντώνης Σταματιάδης θυμάται!

 

Του Σταύρου Μαρμαρινού

Με χιόνια, κρύο και ζέστη, ήταν πάντα εκεί, στη γωνία των δρόμων Τσερτς και Μπάρκλεϊ, στο νότιο Μανχάταν, κοντά στους Δίδυμους Πύργους.

Εκεί δούλεψε για πολλά χρόνια σκληρά και εκεί έκανε τα όνειρά του ο Αντώνης Σταματιάδης, μπροστά στο κινητό μαγαζί του, φορτωμένο με «χοτ ντογκς», πρέτζελ, λουκάνικα, αναψυκτικά και άλλα. Εφτιαξε μια ωραία οικογένεια στο Μπρούκλιν και σπούδασε τα παιδιά του τα οποία καμαρώνει σήμερα, μαζί με τη σύζυγό του, Μαριάνθη.

Θυμάμαι από τα πρώτα μου χρόνια στη Νέα Υόρκη τους ομογενείς μικροπωλητές, που με τα φραγκφουρόκαρα, όπως συνηθίζουν και τα λένε, ή εκείνα με τα παγωτά, στήνονταν στους διάφορους δρόμους για να προσφέρουν σε πάμφθηνες τιμές τα νόστιμα φαγητά τους. Ουρές δίπλα τους οι πελάτες της στιγμής. Ανδρες και γυναίκες. Με πρόχειρα ρούχα, αλλά και κοστούμια με γραβάτες.

Τον Αντώνη Σταματιάδη γνώρισα πριν αρκετά χρόνια. Από το κινούμενο μαγαζί του, πέρασαν διάφορα πρόσωπα, άσημα και σημαντικά. Ο ίδιος μου είχε διηγηθεί ότι κάποια μέρα, στάθηκε δίπλα του και ζήτησε να αγοράσει «χοτ ντογκ», η Χίλαρι Κλίντον, σύζυγος του μετέπειτα προέδρου της Αμερικής, που έγινε και υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ.

«Με ρώτησε από πού είμαι και όταν της απάντησα ότι είμαι από την Ελλάδα, με αγκάλιασε φιλικά και μου είπε πόσο αγαπά την πατρίδα μας», μου είχε τονίσει ο Αντώνης Σταματιάδης.

Ολοι σχεδόν εκείνοι οι ομογενείς μικροπωλητές έχτισαν σωστές οικογένειες, σπούδασαν τα παιδιά τους και απέκτησαν περιουσίες. Αλλά δεν ξεχνούν από πού ξεκίνησαν και με πόσο κόπο έφτασαν εκεί που έφτασαν.

Με το καροτσάκι του, γεμάτο παγωτά για κάθε γούστο, ο Ηλίας Δημητρόπουλος, κατά τα πρώτα χρόνια που ήλθε στην Αμερική.

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΗΛ. ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Θυμάμαι τον Ηλία Δημητρόπουλο, ο οποίος ήταν τακτοποιημένος επαγγελματικά στην Ελλάδα, αλλά μετανάστευσε για το καλύτερο μέλλον των παιδιών του. Οταν εργαζόταν στην Ελλάδα ως ηλεκτρολόγος, είχε βοηθό τον Μανώλη Αγγελόπουλο, που αργότερα μεσουράνησε ως λαϊκός τραγουδιστής. Μια μέρα, που βρισκόταν στο καροτσάκι του, πλησίασε και ζήτησε ζεστά κάστανα, γιατί ήταν χειμώνας. Ξαφνικά αναγνώρισε το παλιό του αφεντικό. Ο Αγγελόπουλος είχε έλθει για εμφανίσεις σε νυκτερινό κέντρο της Ν. Υόρκης. Συγκινήθηκαν και οι δύο. «Πρέπει να δουλέψω γιατί χρειάζομαι χρήματα για να σπουδάσω τα παιδιά μου», του είπε ο Ηλίας Δημητρόπουλος.

Στα παλιότερα χρόνια δεν ήταν πολύ δύσκολο να προμηθευτεί κανείς άδεια μικροπωλητή στο δρόμο. Τα έξοδα ήταν λίγα και μάλιστα δεν γινόταν έλεγχος, ή ήταν υποτυπώδης σε ό,τι αφορούσε το φραγκφουρόκαρο. Στα επόμενα χρόνια άρχισε να γίνεται όλο και πιο αυστηρός ο έλεγχος, σχετικά με τις διαστάσεις, την καθαριότητά του και άλλα.

Θυμάμαι και το κυνήγι που έκανε η Αστυνομία στους μικροπωλητές, όταν δεν είχαν άδεια, ή όταν έβαζαν τα καρότσια τους σε θέσεις που δεν επιτρέπονταν να χρησιμοποιούν.

Το πρόστιμο από τους αστυνομικούς ήταν περίπου δύο δολάρια εκείνη την εποχή.

«Σού έδιναν το πρόστιμο και σου έλεγαν να πας πιο πέρα, έξω από το χώρο αρμοδιότητας φύλαξής τους», θυμάμαι ότι μου είχε πει ο Ηλίας Δημητρόπουλος. «Αλλά και εκεί αντιμετώπιζες τα ίδια».

Μερικές φορές οι αστυνομικοί έδιναν συνέχεια και πήγαιναν τους μικροπωλητές στο Αυτόφωρο για δίκη.

Εκεί, όπως μου είχαν διηγηθεί, πριν χρόνια, υπήρχε ένας δικηγόρος που τους έλεγε να παραδεχτούν, ασυζητητί, ότι είναι αθώοι, με αποτέλεσμα να τους επιβάλλεται ένα πρόστιμο πέντε δολαρίων και να φεύγουν.

Θυμάμαι αφηγήσεις παλαιοτέρων που μου είχαν πει, ότι πολλοί ομογενείς μικροπωλητές δεν ήξεραν τίποτε περισσότερο από τους δικούς τους δρόμους. Με αποτέλεσμα, αφού έφευγαν από το Αυτόφωρο, να μη ξέρουν πώς να γυρίσουν εκεί που ήταν τα καροτσάκια τους, ή να πάνε στα σπίτια τους. Δηλαδή, χανόντουσαν για αρκετές ώρες.

Θυμάμαι πριν πολλά χρόνια το σωματεία που είχαν δημιουργήσει οι Έλληνες αυτοί μικροπωλητές και τις επιτυχίες που είχαν σημειώσει στη διεκδίκηση αιτημάτων τους. Είχαν μάλιστα εκείνη την εποχή τακτική επαφή με τα ομογενειακά Μέσα Ενημέρωσης. Οι επισκέψεις στελεχών τους στα γραφεία του «Εθνικού Κήρυκα», ήταν συνεχείς. Και εμείς οι εργαζόμενοι στον Τύπο είχαμε αρκετές φιλίες μαζί τους, συμμεριζόμασταν τα προβλήματά τους, τα προβάλλαμε και τα υποστηρίζαμε με όποιον τρόπο μπορούσαμε.

Σ’ έναν από αυτούς, που ήταν κυπριακής καταγωγής, έκανα την ερώτηση, γιατί πηγαίνουν στη δουλειά τους, ακόμα και όταν υπάρχει πολικό κρύο, ή πολύ χιόνι. Μήπως αυτό σημαίνει φιλοχρηματία; Μου είχε απαντήσει αρνητικά. Είπε, ότι εάν δεν πάνε στις θέσεις τους, μερικές φορές, υπάρχει κίνδυνος να τις χάσουν για πάντα από άλλους, που καιροφυλακτούν για καλύτερα σποτς. Τότε, στις άδειες δεν αναγραφόταν η ακριβής θέση του πωλητή. Οπως μου είχε πει ο Αντώνης Σταματιάδης, μια φορά πήγε στη θέση του, παρόλο που η θερμοκρασία έξω ήταν 20 βαθμοί υπό το μηδέν.

Οι καλύτερες τοποθεσίες της πόλης, από πλευράς πολυκοσμίας και πωλήσεων, ήταν το νότιο Μανχάταν, το Σέντραλ Παρκ, η Γιούνιον Σκουέαρ, η Ροκφέλερ, και, φυσικά, η φημισμένη Τάιμς Σκουέαρ με τους γύρω δρόμους. Πολλές από αυτές, εξακολουθούν να είναι περιζήτητες ακόμα και σήμερα.

Αν θυμάμαι καλά, τα χρόνια που είχα έλθει εγώ στη Ν. Υόρκη, τα «χοτ ντογκς» κόστιζαν 25 σεντς και πουλιόντουσαν 1,20-1,50 δολ., όταν ένα μέσο μεροκάματο ήταν 25-28 δολάρια.

Ομογενείς μικροπωλητές της Ν. Υόρκης, προέρχονται από διάφορες περιοχές της Ελλάδος. Οι περισσότεροι στο Μπρούκλιν ήταν εκείνη την εποχή από το χωριό Σπόα της Καρπάθου.

Πολλοί χαρακτηρίζουν την παλιότερη εκείνη εποχή, ως «Χρυσή εποχή» για τους μικροπωλητές.

18.12.2022

πηγή Εθνικός Κήρυξ