γράφει η Ζωή Σαμαρά
Ο τίτλος είναι σκοπίμως παραπλανητικός, με κύριο στόχο την αποκάλυψη μιας απόκρυφης πολυσημίας. Το θείο δράμα παραπέμπει στον Θεάνθρωπο, άρα στην Αλήθεια. Το δράμα αναφέρεται στο θέατρο, άρα στο ιερό ψεύδος της Τέχνης και την ψευδαίσθηση. Παραπέμπει επίσης στον δραματικό λόγο, που έχει τη μυστική δύναμη να κάνει ορατό το αόρατο, ενώ μας εισάγει στο χώρο του Λόγου. Και ο λόγος; Στον κατεξοχήν λόγο, δηλαδή στην ποίηση. Παίρνοντας τη σκυτάλη, η ποίηση διασχίζει μοναχικά, ακανθώδη μονοπάτια, για να συναντήσει τον Ποιητή ορατών τε πάντων και αοράτων και να επανέλθει στο θείο δράμα.
Όσο βέβηλη και αν ακούγεται στις μέρες μας, η ανθρώπινη γλώσσα δεν παύει να είναι βαθιά ριζωμένη στο Ιερό. Το «ιερό», λέξη με πολλαπλές συνδηλώσεις. Αντί-θετα από το «θρησκευτικό», που περιορίζεται συχνά στον πολιτισμό ενός λαού και σε μια «επιφανειακή» δράση, συγκεκριμένη σε κάθε κοινωνία, το ιερό είναι μια δύναμη, συνάμα ουράνια και εσωτερική, που αναδύει φως, γι’ αυτό και συχνά οδηγεί σε προ-σπάθεια άμεσης επικοινωνίας με το θείο. Εντούτοις, κάποια μεταβατική στιγμή, που δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε επακριβώς μέσα στην πορεία της ανθρώπινης σκέ-ψης και που αλλάζει σύμφωνα με τον ποιητή ή το φιλόσοφο που την πραγματεύεται, διαγράψαμε το Ιερό από τη ζωή μας, «χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ», όπως σβήνουμε ένα κείμενο στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Και όπως στον υπολογι-στή το κείμενο δεν χάνεται πραγματικά, το Ιερό δεν εξαφανίστηκε. Δεν κρύφτηκε βέ-βαια σε κάποιο κάδο ανακύκλωσης, άφησε ωστόσο στην οθόνη μας τα Επιφάνιά του: τον θείο και τον ανθρώπινο (ποιητικό, θεατρικό, αφηγηματικό) λόγο. Όταν ο άνθρω-πος αντιληφθεί ότι έχει εξορίσει το Ιερό, δεν του μένει παρά να ανοίξει το πνεύμα του στην Ποίηση, να καλέσει τον ποιητή που κρύβει μέσα του, να του ζητήσει να οριοθε-τήσει και να αναγγείλει μια νέα μετάβαση. Ποίηση, δημιουργική θέαση της ζωής, εί-ναι η κάθε στιγμή του γίγνεσθαι, ακριβώς επειδή η στιγμή είναι σύντομη, περνά, χά-νεται μόλις αντικρίσει τον ήλιο, όπως η Ευρυδίκη, αντιμέτωπη με το βλέμμα του Ορ-φέα, του κατεξοχήν ποιητή, που την κάλεσε από τον Άδη.
Ο Λόγος, η Ποίηση έχουν πρώτη ύλη τις λέξεις, δημιούργημα νομοθέτη σταλμένου ειδικά από μια θεία δύναμη, σύμφωνα με τον Κρατύλο στον ομώνυμο διάλογο του Πλάτωνος. Πρώτη ύλη, όχι όμως μοναδική. Αντίθετα από τα αποφθέγ-ματα και τους αφορισμούς που αναφέρονται, χωρίς κανένα προβληματισμό, στη με-τάφραση ως αδυνατότητα, η ποίηση, όπως ο λόγος γενικά, μπορεί να μεταφραστεί, γιατί δεν θα απασχολήσουν τον ποιητή-μεταφραστή (εξάλλου, μόνο ένας ποιητής μπορεί να μεταφράσει ποίηση) τα κοινά γλωσσικά σημεία, αλλά εκείνα που γεννούν κοσμοθεωρίες και μύθους∙ θα ασχοληθούν με το λόγο και τη δημιουργικότητα που υπονοεί ο όρος «ποίηση».
Ποίηση δεν είναι επομένως μόνο οι στίχοι που γράφουμε, αλλά κάθε μας πρά-ξη, κάθε μας βλέμμα. Ποίηση είναι το δέος που μας επιβάλλει η μαγεία του λόγου. Από αυτό το δέος γεννιέται η μυητική ιεροτελεστία που θα οδηγήσει σε νέες πηγές λόγου, όπως είναι το θέατρο. Εξάλλου, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η τραγωδία προέρχεται από το διθύραμβο, που ήταν αρχικά λυρικός ύμνος αφιερωμένος στον Διόνυσο. Αυτή η γένεση θα μπορούσε να εξηγήσει τη θεατρικότητα της Θείας Λει-τουργίας, όπως και την αστείρευτη τελετουργική ισχύ του θεάτρου.
Ένοικοι στο ναό του λόγου, ταξιδεύουμε μέσα στις φωτοσκιάσεις της σημα-σίας. Στον Μεσαίωνα οι Ευρωπαίοι διανοούμενοι μελετούσαν τις Γραφές με διαφορε-τικούς τρόπους διαδοχικά. Αφού πρώτα εξέταζαν το γράμμα των Κειμένων, αναζη-
τούσαν το πνεύμα, με τη διερεύνηση των συμβόλων και των αλληγοριών που έκρυ-βαν μέσα τους, για να φθάσουν σε ηθικά διδάγματα, που ξεπερνούσαν την ανθρώπινη λογική, και τέλος σε αναγωγικές διαστάσεις, για να ανακαλύψουν μια ουράνια εικόνα που να επεξηγεί το πνευματικό νόημα. Εννοείται ότι μια τέτοια ερμηνευτική διαδικα-σία οδήγησε αναπόφευκτα στην ελεύθερη σκέψη της Αναγέννησης.
Η εμπειρία γέννησε την τέχνη, γράφει ο Αριστοτέλης. Σήμερα όμως ο ποιη-τής, ενώ αναδημιουργεί, αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να εντάξει τον εξωτερικό κό-σμο στο ποιητικό όραμα. Η ποίηση εμφανίζεται σαν μια περιπέτεια της γραφής και η αδυναμία του λόγου εκφράζεται μόνο διά μέσου του ίδιου του λόγου και όχι της σιω-πής. Γεννιέται με αυτό τον τρόπο μια ποιητική της αγονίας, της στειρότητας. Ο τόπος της ποίησης περιορίζεται σε ατοπία, ενώ η ποίηση παλεύει να ανακτήσει τη μυθική της σκέψη και να επανατοποθετήσει τα φωνήματά της στο μυθικό τους βάθρο.
Στόχος μας λοιπόν ας είναι να φέρουμε τους συνανθρώπους μας στον ποιητικό λόγο, λόγο κατεξοχήν της Θείας Λειτουργίας. Να διαβάζουμε, να γράφουμε ποίηση. Να μεταφράζουμε ποίηση. Η ποίηση ας ταξιδεύει από χώρα σε χώρα, από γλώσσα σε γλώσσα. Ίσως με αυτό τον τρόπο να κατανοήσουμε ότι δεν είμαστε πια μόνοι και ότι οφείλουμε να διασώσουμε την εθνική μας ταυτότητα σε ένα παγκόσμιο πλαίσιο: η ταυτότητά μας δεν κινδυνεύει, όταν είναι σαφώς διαμορφωμένη, αλλά όταν παραμέ-νει απροσδιόριστη. Να ανατρέψουμε, ποιητική αδεία, τις αρνητικές έννοιες των λέ-ξεων. Γιατί να αναφέρεται η λέξη «παγκοσμιοποίηση» στην αγορά, στον ρωμαϊκό φόρο (forum) των πολυεθνικών εταιρειών; Γιατί να μην είναι αγορά με την αρχαία ελληνική έννοια, συνάθροιση του λαού (και όχι των αρχόντων), και να μετατρέψει την ποίηση, την οποία εμπεριέχει η ελληνική λέξη, σε παγκόσμια γλώσσα; Όταν ο Έλληνας ποιητής είναι πολίτης της Ελλάδος, της Ευρώπης, του Κόσμου, με αυτή τη σειρά, η παγκοσμιοποίηση οδηγεί στην ποίηση. Η εθνική γλώσσα του ποιητή ανάγε-ται σε «κοινό τόπο», σε πατρίδα όλων των ποιητών. Ας μη χάνουμε καιρό. Το Ιερό έχει αντικατασταθεί όχι μονάχα από το Βέβηλο, αλλά και από το Ολέθριο.
Η ζωή του ποιητή είναι ένα οδοιπορικό προς τη σιωπή, η φωνή του είναι κραυγή που ακούγεται μόνο στην έρημο. Μέσα από την ποίηση ο αναγνώστης μετα-φέρεται στην έρημο του Ευαγγελιστή Ματθαίου, στην αβροχία του προφήτη Ιερεμία, στην ατοπία της σύγχρονης φιλοσοφίας, στον μαγικό τόπο της πολλαπλής σήμανσης. Ο ποιητής απευθύνεται στον πρώτο Ποιητή και προσεύχεται: την ποίησιν ημών την επιούσιον, δος ημίν σήμερον.
(Πρώτη δημοσίευση: Χαριστήριος Τόμος «Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζα-κύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό», Ζάκυνθος 2009, σ. 851-853)