Κάθε φορά που επιστρέφω σε λημέρια παλιά ο νους μου ξεστρατίζει και σαρώνει μακριά όλες τις ομίχλες τις καθημερινές.
Αναθυμάμαι τότε στιγμές από κάποια σύντομα, μοναδικά, ανεπανάληπτα καλοκαίρια. Στιγμές σε μια γειτονιά χαρούμενη να ετοιμάζεται για τη μεγάλη ημέρα της εορτής της 6ης Αυγούστου, τη γιορτή της γειτονιάς μου. Μιας γειτονιάς λουσμένης στο φως, που πίσω από πέτρινους τοίχους στέκουν παλιά αρχοντόσπιτα με απίθανους εσωτερικούς διάκοσμους και νησιωτική αύρα.
Με κολλαριστά ασπροκεντήματα και γυαλισμένα μπρούτζινα χαρανιά. Αγριολούλουδα που ξεφυτρώνουν μέσα από ασβεστωμένους πέτρινους τοίχους, αντιπροσωπεύοντας την προσπάθεια της φύσης να δώσει το δικό της παρών σ’ αυτόν τον ζωντανό πίνακα μοναδικής ομορφιάς και αρμονίας.
Σ’ αυτή τη γειτονιά πέρασε τη ζωή της η Σοφία, αυθεντική Καρπαθιά, πιστή στις παραδόσεις, στα έθιμα και στις συνήθειες του μικρού της κόσμου. Πρωί πρωί και πριν να ξεμυτίσει ο ήλιος, μάζεψε τις ολόφρεσκες μελιτζάνες της για να ετοιμάσει το λαχταριστό έδεσμα, τις γεμιστές μελιτζάνες, με την εξαίρετη πολίτικη συνταγή της. Συνήθεια καθιερωμένη και απαραίτητη από όλες τις νοικοκυρές της γειτονιάς.
Δύσκολο και επίπονο το ζούλισμα για το άδειασμα της μελιτζάνας, πόνεσαν και μαύρισαν τα δάκτυλα της, αλλά με θαυμαστή υπομονή και επιμονή πάλευε ακούραστη για να επιτύχει το τέλειο αποτέλεσμα. Δεν ήταν όμως η τυχερή της εκείνη η ημέρα. Μια συνηθισμένη διακοπή του ηλεκτρικού, άφησε την αγανακτισμένη Σοφία να τρίβει τα πονεμένα της δάκτυλα. “Τώρα βρήκατε την ώρα και σεις!” μουρμούρισε, μη μπορώντας να κρύψει τη δυσαρέσκεια της. Ένα περίεργο τρίξιμο την προβλημάτισε, αλλά δεν πρόλαβε να σκεφτεί περισσότερα γιατί το άγριο ξέσπασμα του Εγκέλαδου ταρακούνησε για ακόμη φορά την πολύπαθη γειτονιά. “Άγιος ο Θεός!” ψέλλισε και στη στιγμή βρέθηκε έξω στην απλωσιά.
Όταν κόπασε το κακό, μια-μια ξετρύπωσαν οι γειτόνισσες για να κουβεντιάσουν όλες μαζί και να ξεχάσουν μαζί τον φόβο και την ανασφάλεια τους. Ο φρεσκοαλεσμένος καφές έκανε το θαύμα του, καθισμένες στα ασπρισμένα σκαλοπάτια. “Δεν θα δοκιμάσουμε τις μελιτζάνες σου Σοφία;” πέταξε πονηρά το πειραχτήρι της γειτονιάς. “Μισοτελειωμένες τις άφησα!” είπε η Σοφία απογοητευμένη. “Ποιος ξέρει τι μας περιμένει ακόμα, φοβούμαι μην τριτώσει το κακό!” είπε και όλες μαζί γέλασαν ξελαφρωμένες.
Καμιά απ’ αυτές τις υπέροχες Καρπαθιές δεν είναι πια μαζί μας. Σκύβω το κεφάλι με ευγνωμοσύνη στη μνήμη τους και ιδιαίτερα στη μία και μοναδική που κρατώντας με από το χέρι με οδήγησε στο δρόμο της ζωής και της γνώσης.
Γράφω αναμνήσεις και έθιμα που ακόμη καλά κρατούν.
Γιατί για μένα η Κάρπαθος είναι ο λατρεμένος τόπος της καρδιάς μου. Όχι μόνο για τις αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων αλλά και για όλα τα πρόσφατα βιώματα.
Νιώθω όταν επιστρέφω σαν κάπως να ενώνονται η εποχή του νεαρού κοριτσιού που διψούσε για περιπέτεια μέχρι την ενήλικη γυναίκα που συνεχίζει να ενθουσιάζεται με την εξερεύνηση, την ίδια τη ζωή και με την αίσθηση της γεύσης στο στόμα της γλυκόπικρης μυρωδάτης γεμιστής μελιτζάνας.
Ανάρτηση της κυρίας Άννας Σακελλαρίδη
9.8.2025
Καρπαθιακα Νέα











