ΕΙΣ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛ Ι. ΔΙΑΚΟΛΙΟΥ ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ Από τον γιο του Ιωάννη Μιχ. Διακολιό

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛ Ι. ΔΙΑΚΟΛΙΟΥ  ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ  Από τον γιο του Ιωάννη Μιχ. Διακολιό

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛ Ι. ΔΙΑΚΟΛΙΟΥ

ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ

Από τον γιο του Ιωάννη Μιχ. Διακολιό

Ο θάνατος είναι κι αυτός μέρος της επίγειας ζωής. Είναι ο επίλογός της. Και όπως κάθε επίλογος χαρακτηρίζεται από την θλίψη του αποχωρισμού, την συγκίνηση του τελικού αποχαιρετισμού, τις αναμνήσεις του παρελθόντος και αισίως φέρνει την ώρα του απολογισμού.

Η ώρα του θανάτου είναι πάντα δύσκολη γιατί φέρνει την ύψιστη κριτική. Αυτήν στην οποία κρίνονται οι πράξεις μιας ζωής, οι αποφάσεις και οι επιλογές της, κρίνονται οι βάσεις πάνω στις οποιες στηρίχτηκε, το χώμα πάνω στο οποίο ρίζωσε και τον τόπο πάνω από τον οποίο άνθισε.

Είναι ολόκληρη η ζωή του ανθρώπου ένα ταξίδι με αφετηρία την γέννησή του, αλλά και με ένα τέλος. Σ’ αυτό το σημείο, το βλέμμα μας γυρίζει και κοιτάζει προς τα πίσω και ατενίζει ολόκληρη την πορεία που διανύσαμε, και μόνο τότε αντιλαμβανόμαστε ότι η αξία της δεν προσμετράται από το πόσα φτιάξαμε, ούτε από το πόσα δουλέψαμε, αλλά από το πόσα προσφέραμε. Πόσα προσφέραμε στους συνανθρώπους μας, στην οικογένειά μας και στην κοινωνία. Και με τις πράξεις μας αυτές, ορίζουμε το προσωπικό μας αποτύπωμα. Το ίχνος που αφήνουμε πίσω μας για να μας θυμούνται οι κατοπινοί, όταν εμείς οι ίδιοι μεταβαίνουμε από την θνητότητα προς την αθανασία. Λίγοι είναι οι άνθρωποι που την ώρα του θανάτου τους αντέχουν σε αυτού του είδους την κριτική, γιατί δεν είναι μόνο σκληρή, αλλά και απαιτητική και στοχεύει στην υπέρτατη υπέρβαση της φτωχής ανθρώπινης ύπαρξης και την προσέγγιση της θείας, παραδείσιας φύσης που ο δημιουργός δώρισε στον άνθρωπο πριν ο ίδιος αποστρέψει το βλέμμα του στις υλιστικές, εφήμερες και φθαρτές απολαύσεις.

Η αξία της ζωής μετριέται σαν η διαφορά που προκύπτει όταν από τα όνειρα και τις προσδοκίες της νεότητας αφαιρέσεις τα πεπραγμένα της ωριμότητας. Ο πατέρας μου ήξερε ότι είχε μεγαλώσει πια, όταν οι αναμνήσεις του έγιναν περισσότερες από τα όνειρά του και ήξερε ότι πλησίαζε το τέλος όταν το μόνο που απέμεινε ήταν οι αναμνήσεις. Και έτσι, τόσο με την ζωή του όσο και με τον θάνατό του απέδειξε ότι οι άνθρωποι ζουν αληθινά όταν προσφέρουν, όταν δημιουργούν, όταν εργάζονται, όταν παλεύουν. Όχι μόνο όταν αναπνέουν. Θα συνεχίσει να ζει μέσα από τις συμβουλές του και μέσα από τα οράματά του ακόμα και μετά τον θάνατο. Θα συνεχίσει να ζει μέσα από τα παιδιά του, την παρακαταθήκη του παρόντος, και μέσα από τα εγγόνια του, την παρακαταθήκη του μέλλοντος.

Υπήρξε ένας απαράμιλλος οικογενειάρχης. Ο άνθρωπος που μεριμνούσε για όλα. Ο ίδιος που μπορούσε να τα κάνει όλα. Παντοτινός συνοδοιπόρος και στήριγμα της συζύγου και μητέρας μας. Υπήρξε ένας πατέρας που σπούδασε τρία παιδιά και τα στήριξε και στην επαγγελματική τους αποκατάσταση. Το όνειρό του για τρεις επιστήμονες έγινε ο άσβεστος πόθος του σπιτιού μας, απόλυτη προτεραιότητα γονιών και τέκνων, και μέσα από αυτόν τον στόχο ικανοποιήθηκε και η δική του ατυχία που δεν μπόρεσε ως νεαρός να σπουδάσει. Είχε πετύχει στις εξετάσεις του Οικονομικού Τμήματος της Νομικής αλλά λόγω της οικονομικής αδυναμίας και των δυσμενών συνθηκών της εποχής αντί να κάτσει στο φοιτητικό έδρανο του Πανεπιστημίου, έκατσε στο άχαρο και απρόσωπο κάθισμα ενός αεροπλάνου που τον οδήγησε στην ξενιτιά. Οι υποχρεώσεις και οι ανάγκες μιας δεκαμελούς οικογένειας, έψαχναν στήριγμα στο πρόσωπό του. Όμως οι άνθρωποι που είναι πλασμένοι να πετύχουν, αυτοί που είναι προορισμένοι να φτάσουν ψηλά, δεν βρίσκουν εμπόδια ικανά να αναχαιτίσουν την ορμή τους και να σταματήσουν την ακούραστη και αδιάκοπη πορεία προς την επιτυχία και την υλοποίηση στόχων και ονείρων.

Τα χρόνια της ξενιτειάς ήταν μια παρένθεση προς τους πραγματικούς του στόχους. Ήταν τα χρόνια που δούλευε, μάθαινε, δημιουργούσε για όλους και καθοδηγούσε τα νεότερα και πιο αδύναμα από τα αδέλφια του. Σύντομα γύρισε στην πατρίδα του για να δημιουργήσει την δική του οικογένεια και μετά ακολούθησε η εποχή της οικονομικής του ανεξαρτητοποίησης. Όχι μόνο της προσωπικής του ευμάρειας και εξασφάλισης, αλλά μέριμνα για όλους της οικογένειας. Στα χρόνια της ξενιτιάς βραβεύτηκε από νωρίς ως ένας από τους καλύτερους νέους επιχειρηματίες της εποχής του, και από τότε φάνηκαν οι ιδιαίτερες ικανότητες και τα σπάνια χαρίσματα που είχε.

Πολλές φορές αναφερόμαστε στην λαϊκή ρήση «ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη». Εδώ όμως στεκόμαστε μπροστά σε μία εξαίρεση. Ένας άνθρωπος μόνος, έφερε την άνοιξη και την άνθιση για πολλούς που έζησαν γύρω του, αλλά και για τις επόμενες γενιές των απογόνων τους που ακολούθησαν. Ήταν οι συμβουλές του, ήταν ο τρόπος που αντιλαμβανόταν το μέλλον και την εξέλιξη των εποχών, ηταν η προοπτική του αύριο που τον καθιστούσε μοναδικό και ξεχωριστό ανάμεσα στους συγγενείς του, τους φίλους του, τους συνομήλικούς του και τον κοινωνικό του περίγυρο. Δεν άφηνε τίποτα να μένει πίσω. Με τις επιλογές του και την επίβλεψή του, όλα προόδευαν σε τακτική βάση.

Υπήρξε ιδιαίτερα αγαπητός στον κοινωνικό του περίγυρο. Αποδεκτός από όλους. Απλός, ευχάριστος και καταδεκτικός προς όλους. Πάμπολλες ήταν οι φορές που κοινοί μας γνωστοί με σταματούσαν στο δρόμο για να ρωτήσουν πού ήταν ο κος Μιχάλης, αν είχαν αρκετό καιρό να τον δουν. Απολάμβανε της εκτίμησης και του σεβασμού, συμμετείχε σε συλλόγους, υπήρξε πρόεδρος του τοπικού Εξωραϊστικού Συλλόγου Σποϊτών Καρπάθου που εδρεύει στο Μαρούσι, και απολάμβανε της φιλίας και της εκτίμησης όλων των πολιτικών προσωπικοτήτων της εποχής του, τόσο σε τοπικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο κεντρικής πολιτικής σκηνής.

Ο πατέρας μου πληρώθηκε με πίκρα και με αχαριστία από τους δικούς του ανθρώπους. Σαν να μην υπήρξε ο ακρογωνιαίος λίθος της ζωής τους. Σαν να μην υπήρξε το θεμέλιο και το παράδειγμα για την σταθερότητα, την οικονομική, την επιχειρηματική και την οικογενειακή επιτυχία. Πρόσφερε σε όλους υψηλούς στόχους, και εισέπραξε αγνωμοσύνη, απάθεια και αποστασιοποίηση. Είδε όσους βοήθησε και όσους άνδρωσε οικονομικά και κοινωνικά, να εναντιώνονται τόσο στον ίδιο, όσο και στα παιδιά του. Ενώ η αλήθεια είναι ότι πρόσφερε και ωφέλησε τα άμεσα συγγενικά του πρόσωπα περισσότερο από ότι υποστήριξε τους ίδιους του τους γιους. Δυστυχώς με αυτό το παράπονο έφυγε από κοντά μας.

Οι άνθρωποι που έχουν μεγάλο εκτόπισμα στη ζωή αφήνουν και ένα μεγάλο κενό όταν αποχωρήσουν. Δεν έζησε μέσα στην υπερβολή, όπως συχνά στοχοποιήθηκε. Υλοποίησε την υπέρβαση, έκανε πραγματικότητα τις σκέψεις του, και έδωσε σε όλους μας το μάθημα ότι το μόνο που διαφοροποιεί έναν ξεχωριστό άνθρωπο από τους υπολοίπους είναι ένα μεγάλο όραμα και η άσβεστη θέληση να το υλοποιήσει. Εκεί που υπήρχαν αδιέξοδα, γκρεμοί ή ρέματα, ο πατέρας μου έβλεπε παρθένο και ανεξερεύνητο έδαφος. Έβλεπε νέες ευκαιρίες και χώρο για ανάπτυξη και πρόοδο. Υπήρξε ο μόνος άνθρωπος, που εγώ γνώρισα, που πέτυχε σε απόλυτο βαθμό υψηλούς στόχους, σε όλους σχεδόν τους σημαντικούς τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας: στον μορφωτικό – μέσω των παιδιών του -, στον οικονομικό, στον κοινωνικό, στον ανθρωπιστικό και ακόμα και στον θρησκευτικό, δεδομένου ότι ήταν θεοσεβής. Υπήρξε, συνάμα, μεγάλος ευεργέτης της Μητρόπολης Αμαρουσίου και ανέγειρε στην ιδιαίτερή μας πατρίδα μια από τις ομορφότερες εκκλησίες που κοσμούν και αποτελούν σημείο αναφοράς του χωριού μας. Είχε μια ολοκληρωμένη ζωή, που συνοδεύτηκε από μία ολοκληρωμένη προσωπικότητα. Ένα σύγχρονο παράδειγμα προς μίμηση που γεννήθηκε, ανδρώθηκε και μεγαλούργησε ανάμεσά μας. Έτσι θα τον θυμάμαι πάντα.

Άξιος θα πω ότι ήταν στη ζωή. Άξιος και αξεπέραστος θα μείνει στη μνήμη μας. Άξιος στην οικογένεια, άξιος στην κοινωνία, άξιος σε όσα έκανε. Αεικίνητος, ακούραστος και οραματιστής των μεγάλων και ανυπέρβλητων στόχων. Δεν θα ζητούσα ποτέ να φτάσω στα χρόνια του. Θα ζητούσα να φτάσω τα έργα του. Και αυτός, ας είναι ο τρόπος που θα πω το προσωπικό μου ευχαριστώ στον πατέρα μου.

Ιωάννης Μιχ. Διακολιός