Εις μνήμην Μιχαήλ Διακολιου: ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ Από την κόρη του Μαίρη Μιχ. Διακολιού

Εις μνήμην Μιχαήλ Διακολιου: ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ  Από την κόρη του Μαίρη Μιχ. Διακολιού

ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ

Από την κόρη του Μαίρη Μιχ. Διακολιού

Η τελευταία ολοκληρωμένη φράση που άκουσα από το μπαμπά μου, ήταν: «Εγώ θα κάνω το καλό, το σωστό και το προκομμένο».

Και αυτή ήταν η κοσμοθεωρία του. Με αυτό το δίδαγμα έζησε και αυτήν την κληρονομιά μας άφησε. Το να πηγαίνουμε μπροστά και πάντα να πολλαπλασιάζουμε ή έστω να προσθέτουμε σε αυτό που έχουμε.

 

Ένας άνθρωπος που γεννήθηκε στα Σπόα, ένα μικρό ορεινό χωριό της Καρπάθου, μέσα στη φτώχεια, χωρίς τίποτα, εκτός από την αίσθηση των υποχρεώσεών του και ένα έμφυτο ταλέντο.

Το ταλέντο της έξυπνης, εμπορικής σκέψης.

 

Είναι αυτό το ταλέντο, που με τη σκληρή του δουλειά και την ευστροφία του μυαλού του, τον βοήθησε να δημιουργηθεί ο ίδιος , να δημιουργήσει συνθήκες οικονομικής ασφάλειας για την οικογένειά του και να δημιουργήσει και άλλους.

 

Για πολλούς έχει υπάρξει βοηθός, συμπαραστάτης και φίλος. Για πολλούς έχει υπάρξει η αιτία και η βάση της οικονομικής τους ανάκαμψης και ασφάλειας. Βέβαια, δεν εισέπραξε ευγνωμοσύνη από όλους.

Κι όμως, όταν τον χτύπησαν τα βέλη της αχαριστίας και της ζήλειας, τα δέχτηκε αγόγγυστα, χωρίς να απορρίψει ούτε τις επιλογές του, ούτε τους ανθρώπους που του τα έριξαν.

Στεκόταν απέναντί τους με απορία, άλλοτε τους δικαιολογούσε κιόλας, αλλά ποτέ δεν τους μίσησε.

 

Αντίθετα, τίμησε το καθήκον του απέναντι στους γονείς και τα μικρότερα αδέρφια του, όταν τον είχαν ανάγκη, προστάτευσε τη γυναίκα του κι εμάς, τα παιδιά του, και μας προσέφερε όσα περισσότερα μπορούσε.

 

Έβλεπε τον κόσμο, όχι όπως ήταν, αλλά όπως προέβλεπε ότι θα γινόταν στο μέλλον και έπαιρνε αποφάσεις δραστικές και άμεσες. Έπαιρνε ρίσκα. Ήξερε τι ήθελε και έθετε στόχους. Ήταν τολμηρός. Ήταν δραστήριος. Είχε άποψη. Ήταν δημιουργικός. Ήταν επίμονος. Ήταν αυστηρός.

 

Όμως, ήταν και ανθρώπινος.

Έβλεπε τους ανθρώπους όχι όπως ήταν, αλλά όπως θα έπρεπε να είναι, και εκπλησσόταν αυθόρμητα, με κάθε διάψευσή του. Κι είχε πολλές διαψεύσεις, έζησε πολλές απογοητεύσεις και εν τέλει δεν πρόλαβε να λάβει τη δικαίωση που άξιζε σε αυτά τα εγκόσμια πρακτικά θέματα.

 

Δικαιώθηκε όμως στα ουσιαστικά. Έφτιαξε με τη μητέρα μας μία οικογένεια, με μία σύζυγο που τον τίμησε, με παιδιά που τον σεβάστηκαν και που τα καμάρωνε μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής του και στα οποία κατάφερε να προσφέρει τη βάση για να μη ζήσουν τις στερήσεις που υπέφερε αυτός. Είδε τα εγγόνια του να μεγαλώνουν και πρόλαβε να δώσει συμβουλές και για την δική τους ανάπτυξη και πρόοδο.

 

Έζησε μία ζωή γεμάτη ιστορίες, κόπους, καρπούς και διδάγματα.

Το απόσταγμα της δουλειάς και της σκέψης του όμως, δεν ήταν τα υλικά αγαθά, αλλά αυτά που του πρόσφερε η διαδρομή του. Μικρά διαμαντάκια απλών, καθημερινών συλλογισμών, που όμως κρύβουν μέσα τους σοφία.

«Πλούτος δεν είναι πόσα λεφτά ή αξιώματα έχεις, αλλά πόσοι άνθρωποι σε αγαπούν», μου έλεγε συχνά.

 

Ποτέ δεν είχα καταλάβει ότι ο πατέρας μου είχε φίλους. Κι όμως, ξαφνικά, τώρα που τον χάσαμε, ήρθαν άνθρωποι να μου μιλήσουν για μικρά ή μεγάλα πράγματα που έκανε για εκείνους, ίσως όχι σπουδαία, αλλά που υποδήλωναν τη σκέψη και το ενδιαφέρον του, πράγμα που όλο και περισσότερο σπανίζει στην εποχή μας.

Άλλοι μου μίλησαν για τα κεράσματα που δέχτηκαν από εκείνον. Όχι γιατί ο καφές ή το αναψυκτικό είναι κάτι μεγάλο, αλλά για την ανοιχτωσιά και τη γενναιοδωρία με την οποία το πρόσφερε. Η κοινωνικότητα που είχε, ήταν ανυπόκριτη. Αγαπούσε τους ανθρώπους, τους μιλούσε εγκάρδια, τους θυμόταν και ενδιαφερόταν για εκείνους. Κι ό,τι προσέφερε, το έκανε από καρδιάς, με αγάπη και από εκτίμηση.

Ακούραστος, δεν βαριόταν ποτέ. Ήταν διαθέσιμος 24 ώρες το 24ωρο για τις ανάγκες του σπιτιού του. Ποτέ δεν έλεγε όχι. Πάντα ήταν έτοιμος, «στρατιώτης» όπως ο ίδιος έλεγε, πάντα είχε διάθεση να συζητήσει μαζί μας και να αναλύσει διάφορα θέματα που αφορούσαν την οικογένεια, πάντα είχε την προθυμία να μας υποστηρίξει σε κάθε μας θέμα, γιατί για εκείνον, το να είναι κολώνα και στήριγμα για εμάς ήταν στόχος ζωής.

 

Καλός πατέρας. Μας λείπει. Ακόμη και σήμερα έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτομαι θέματα και να λέω μέσα μου: «Θα ρωτήσω τον μπαμπά, θα ξέρει»

 

Πατέρα, δεν ξέρω αν σου πρόσφερα έστω και ελάχιστα από όσα φρόντισες εσύ για μένα. Δεν ξέρω αν ένιωσες πόσο σε ευγνωμονώ και σε ευχαριστώ για όλα. Δεν ξέρω αν κατάλαβες πως είχα συναίσθηση των πόσων σου οφείλω.

Σε θαύμαζα και σε θαυμάζω, σε αγαπούσα και σε αγαπώ.

Δεν ξέρω αν σου το είπα αρκετές φορές στο νοσοκομείο, που έλιωνες σαν το κερί, όπως δεν σου ταίριαζε. Κι όμως, ακόμη και στις δυσκολότερες στιγμές της αρρώστιας, μέσα σου είχες τη σπίθα της συνείδησης. Το μυαλό σου, το ισχυρότερο όπλο και ο πρώτος συνοδοιπόρος σου στη ζωή, δεν σε εγκατέλειψε ποτέ. Και η επιθυμία σου να είσαι μαζί μας σε έκανε να μην εγκαταλείπεις και να αντέχεις εκπλήσσοντας πολλές φορές τους γιατρούς σου.

Ήσουν δυνατή κράση και δυνατή ψυχή. Γι’ αυτό και ο Αρχάγγελος που έφερες το όνομά του και που την εκκλησία του οικοδόμησες, σε σεβάστηκε, και δεν σε πήρε με ρομφαία, αλλά από το χέρι, από τον ύπνο σου. Κι από τον ύπνο σου, σε οδήγησε στον αιώνιο ύπνο. Εκεί που κοιμάται το σώμα και αγρυπνά η ψυχή.

 

Έχεις να συναντήσεις πατέρα, μάνα, αδελφό και ανίψια, αλλά κυρίως να ενωθείς με το Δημιουργό σου που θα σου προσφέρει τη γαλήνη που τόσο σου άξιζε.

Μπορεί το εγκόσμιο ταξίδι σου να τελείωσε εδώ, αλλά η κληρονομιά και η μνήμη σου ζει και θα ζει μέχρι να ξανασυναντηθούμε στην αληθινή ζωή.

 

Επιτρέψτε μου να του απευθύνω και σύντομα μοιρολόγια όπως τα λέμε στην Κάρπαθο:

 

Έδυσ’ ο ήλιος ο λαμπρός, στο τέλος της ημέρας

Κι έσβησε από τη ζωή ξεχωριστός πατέρας

 

Εκπρόσωπος παλιάς γενιάς με στέρεες αξίες

Για πρόοδο, καταξίωση και σταθερές πορείες

 

Ακούραστος, δραστήριος, έξυπνος, προκομμένος

Εργατικός, δυναμικός και δημιουργημένος

 

Εμπορικό δαιμόνιο, μπροστά απ’ την εποχή σου

Αυτόν τον σπόρο πότιζες πάντα μες τη ζωή σου

 

Κερνούσες χαμογελαστά μέσα στα καφενεία

Τιμούσες τη συγγένεια, σεβόσουν τη φιλία

 

Πρόσφερες γνώση, συμβουλές σε όποιον το ζητούσε

Δεν συλλογίστηκες ποτέ αν θα το εκτιμούσε

 

Κι όταν κάποιοι σε πλήρωσαν με την αχαριστία,

Μέσα σου τους συγχώρησες αυτή την αμαρτία

 

 

Χριστούγεννα το έλαβες μπαμπά το κάλεσμά σου

Και θά βρεις τον μικρό Χριστό, ‘λοζώντανο μπροστά σου

 

Να σε αγγίξει τρυφερά, τον πόνο ν’ απαλύνει

Να σου προσφέρει και νερό από τη δική Του κρήνη

 

Κελαρυστό και γάργαρο για να σε ξεδιψάσει

Να σου λυτρώσει την ψυχή και να σε ξεκουράσει

 

Ήσουν πατέρας, σύζυγος, Στήριγμα κι οδηγός μας

Δεν είν’ υπερβολή να πω

, ήσουν ο άνθρωπός μας

 

Αιωνία σου η μνήμη

Η κόρη σου, Μαίρη Μιχ. Διακολιού

2.2.2026

Καρπαθιακα Νέα