Γράφει ο Μανώλης Δημελλάς
Σήμερα όμως, όσο ποτέ άλλοτε, είναι φανερό πως δεν αρκεί η μνήμη κι ο λαϊκισμός, ούτε βέβαια η αγανάκτηση. Ας κάνουμε ένα ταξίδι σε στιγμές κρίσεων τις Καρπάθου για το νερό!
Από τα χρόνια της Ιταλοκρατίας, η Κάρπαθος αντιμετώπιζε διαρκώς προβλήματα με το νερό. Ιδιαίτερα τα Πηγάδια, η σημερινή πρωτεύουσα του νησιού, βασανίζονταν από άνυδρους χειμώνες και εξάρτηση από τις κοντινές Μενετές και την πηγή του «Λαδιού», από όπου μετέφεραν νερό με πρόχειρα δίκτυα. Οι κατακτητές Ιταλοί το γνώριζαν καλά και για αυτό έκαναν ακόμη και υδρομάστευση (έργα για να μαζεύουν το νερό των πηγών) στην περιοχή του Τσίγκουνα στον Αφιάρτη!
Όταν όμως άνοιγαν οι ουρανοί, όπως στις πλημμύρες του 1916, οι στέρνες και οι λατσίες γέμιζαν με το θεόσταλτο νερό, και για λίγο ξεχνιόταν η αγωνία του μέλλοντος. Οι στάμνες της καρπάθικης κεραμικής, έργα του Κωνσταντίνου Καραξή, φαίνεται πως έκαναν τη δουλειά τους με αξιοπρέπεια.
Με την ένταξη της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, τα προβλήματα ήρθαν στην επιφάνεια και ζητούσαν άμεσες λύσεις. Από το 1955 άρχισαν γεωτρήσεις και οι κοινότητες ετοίμαζαν – η καθεμιά ξεχωριστά – το δίκτυο διανομής για την υδροδότηση των σπιτιών. Στο τέλος της δεκαετίας του ’50, το νησί αντιμετώπισε μία σφοδρή ξηρασία. Δόθηκαν πιστώσεις για τη μεταφορά νερού και τη δημιουργία δεξαμενών. Την ίδια περίοδο, πέρα από τον Νομάρχη, εμφανίστηκε και ένας περίεργος απεσταλμένος της Αμερικανικής πρεσβείας, αναζητώντας παραλήπτες πλαστών αμερικανικών συντάξεων.
Το 1969, επί δημαρχίας Χριστόφορου Σακελλαρίδη, οι πρώτοι 100 υδρομετρητές τοποθετήθηκαν στα σπίτια των Μενετών. Όμως το νερό της πηγής στο Σταυρί λιγόστευε επικίνδυνα. Οι διακοπές στην υδροδότηση έγιναν καθημερινό φαινόμενο. Προτάσεις για άντληση νερού από την Αρκάσα ή τις Πυλές κατέληγαν σε ανώφελες συζητήσεις, καφενειακές διαφωνίες και τοπικές έριδες.
Το αρχείο της έντυπης εφημερίδας “Καρπαθιακή” αναδεικνύει τις έντονες αντιπαραθέσεις εκείνων των ημερών: από “πολιτικές κουβέντες” μέχρι προσωπικές έρευνες και απόπειρες… ραβδοσκοπίας! Ο τότε νομάρχης Αλαμάνος έταξε στους κατοίκους πως θα φέρει νερό «ακόμα κι από τη Χονολουλού», όπως δήλωσε στις Μενετές. Ωστόσο, η κατάσταση διευθετήθηκε προσωρινά με τη βοήθεια της υδροφόρας της ΜΟΜΑ που εργαζόταν στο αεροδρόμιο του Αφιάρτη.
Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν. Συνθήματα για το «νερό του Λαδιού που είναι του χωριού» πυροδότησαν εντάσεις. Η κυβέρνηση αντέδρασε, εκταμιεύοντας 800.000 δραχμές για έργα μεταφοράς και υδροδότησης των Μενετών. Μέχρι τότε, το «Λαΐ» τροφοδοτούσε μόνο τα Πηγάδια με περίπου 43 κυβικά μέτρα την ημέρα. Με την παραχώρηση 11 κυβικών στις Μενετές, η Νότια Κάρπαθος άρχισε να στεγνώνει — και οι αντιδράσεις κορυφώθηκαν έως και το 1976.
Στις αρχές του 1971, με δήμαρχο τον Νίκο Νικολαΐδη, νέες γεωτρήσεις φάνηκαν να φέρνουν ελπίδα. Στο Βρόντη, στα κτήματα του πρώην εργοστασίου γύψου, εντοπίστηκε νερό. Ο δήμαρχος ανακοίνωσε πανηγυρικά πως «τα προβλήματα της Καρπάθου λύθηκαν». Δυστυχώς, η χημική ανάλυση έδειξε σκληρό νερό, σχεδόν θαλασσινό. Η χρήση του περιορίστηκε μόνο για πλύσιμο.
Έτσι φτάσαμε στα σκληρά χρόνια της λειψυδρίας, γύρω στο 1975, με εντάσεις και διαμαρτυρίες. Ο τότε δήμαρχος Χατζηγεωργίου θυμάται τις «επαναστατικές ημέρες»: καταλήψεις στο επαρχείο, αποκλεισμοί δρόμων, διαδηλώσεις με μαύρα περιβραχιόνια, φλόμπερ στα δώματα των σπιτιών.
Μέσα σε αυτό το χάος, το Απέρι προστέθηκε στο σκηνικό, με επίκεντρο την πηγή του Μερτώνα. Παρά τις έντονες πιέσεις για αξιοποίηση της πηγής προς όφελος των Πηγαδίων, οι Απερίτες αντιστάθηκαν σθεναρά. Παρά τις προσπάθειες πολιτικών, επιστολές στον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή και φλογερούς λόγους, δεν σημειώθηκε πρόοδος.
Με την απόφαση 23678/19.9.1975, το νερό της πηγής δεσμεύτηκε για τα Πηγάδια. Όταν έφτασαν τα συνεργεία τον Ιανουάριο του 1976, οι κάτοικοι του Απερίου εμπόδισαν την πρόσβαση, πολλοί άνδρες, ακόμη και με τη χρήση γυναικών-ασπίδων. Παρά την παρουσία εισαγγελέα και ρίψη καπνογόνων, αποφεύχθηκαν οι συλλήψεις. Τελικά, επιτεύχθηκε συμβιβασμός: το νερό του Μερτώνα μεταφέρθηκε στην πρωτεύουσα, με αντάλλαγμα την αξιοποίηση της πηγής του Ακρωτηρίου για το Απέρι.
Το 1983, με πρωτοβουλία των κατοίκων, η νομάρχης Αλίκη Συνοδινού έφερε στην Κάρπαθο ομάδα Γάλλων γεωλόγων με επικεφαλής τον Μουτέν και τον βοηθό του Μπαρμπιέρ. Ξεκίνησε έτσι ένας νέος κύκλος ερευνών και ελπίδων.
Το 1987, οι κάτοικοι των Σποων, διψασμένοι, κατέλαβαν το επαρχείο απαιτώντας προτεραιότητα στις υδρολογικές έρευνες. Η διαμάχη με τους Μεσοχωρίτες οξύνθηκε, καθώς το πολύτιμο νερό βρισκόταν σε όρια που άγγιζαν και τα δύο χωριά. Η λύση δόθηκε με ποσοστιαία μοιρασιά.
Τον Μάιο του 1988, με αφορμή τη μελέτη Διακογεωργίου, όλο το νησί βρισκόταν ξανά σε αναβρασμό. Οι σωλήνες έσπαγαν στον Έλλοθα Όθους, γίνονται διαδηλώσεις από τις Μενετές για την αυθαίρετη μεταφορά νερού της καινούριας τότε πηγής Φ1. Και φώναζαν συνθήματα όπως «το νερό δεν είναι εμπόρευμα»! Η Κάρπαθος λοιπόν έγραφε ακόμα μία φορά, ιστορία, γύρω από τη δίψα και τον κοινό της αγώνα για ζωή.


Και κάπως έτσι, με διψασμένες μνήμες, φωνές που αντήχησαν σε πλατείες και γεωτρύπανα που έψαχναν στα σωθικά της γης, γράφτηκε μια σκληρή, αλλά περήφανη σελίδα στην ιστορία της Καρπάθου. Το νερό, άλλοτε θεϊκή ευλογία κι άλλοτε αιτία συγκρούσεων, έγινε αφορμή να δοκιμαστούν αντοχές, πολιτικά παιγνίδια και να ξυπνήσουν κάποιες συνειδήσεις.
Σήμερα όμως, όσο ποτέ άλλοτε, είναι φανερό πως δεν αρκεί η μνήμη κι ο λαϊκισμός, ούτε βέβαια η αγανάκτηση.
Απαιτούνται σοβαρές επιστημονικές μελέτες, τεκμηριωμένες έρευνες και μακρόπνοος σχεδιασμός. Είναι ευθύνη όλων: του Δήμου, της Περιφέρειας και της Κεντρικής Κυβέρνησης να εργαστούν με σύμπνοια και διαφάνεια ώστε η Κάρπαθος να αποκτήσει επιτέλους αυτό που δικαιούται – καθαρό, επαρκές, δημόσιο νερό.
Γιατί η Κάρπαθος άντεξε το φευγιό, την πέτρα και τον άνεμο, αλλά πάνω απ’ όλα άντεξε τη δίψα. Και συνεχίζει….
20.6.2025
Καρπαθιακά Νέα










