Η συμπατριώτισσα μας, με καταγωγή τις Πυλές Καρπάθου, Μαριγούλα Μαστρολέων – Ζέρβα, πιστή μέχρι τέλους στον δρόμο του αγώνα που επέλεξε από πολύ νέα να βαδίσει έφυγε πριν από 18 χρόνια (1926-2007) αλλά οι δράσεις και το έργο της δεν μπορεί να ξεχαστεί!
του Μανώλη Δημελλά
Καρπαθιά, Πυλιάτισσα στην καταγωγή, όμως γέννημα και θρέμμα Πειραιώτισσα, αφιέρωσε ολάκερη τη ζωή της, σε ένα διαρκή, τις πιο πολλές φορές άνισο αγώνα, για την αλλαγή του πολιτικο-οικονομικού συστήματος. Η Μαριγούλα γεννήθηκε το 1926, στο Χατζηκυριάκειο, δεύτερη κορούλα, σε μια σειρά από επτά παιδιά. Μεγάλωσε μέσα σε μαύρη κι άραχνη, φτώχεια, κρατούσε τους γονείς της, ενώ πέθαιναν, μπροστά στα μάτια της.
Ένα καρφί, άνοιξε πληγή, κακοφόρμισε και έστειλε τη μάνα της στο άλλο κόσμο. Τρεις μέρες μετά και ενώ ο πατέρας της βγήκε, στη Σαλαμίνα, ψάχνοντας το μεροκάματο, ένας μεθυσμένος, Γερμανός στρατιώτης, τον χτύπησε, τον άφησε παράλυτο και τελικά πέθανε στα χέρια των παιδιών του.
Η μυθιστορηματική ζωή της Μαριγούλας δύσκολα περιγράφεται.
Το αγράμματο κορίτσι που ήξερε από οικοκυρικά και τσαγκαροδουλειές, ήταν χαρακτήρας καλαμπουρτζής αλλά και νευρικός, τζώρας, πάντα την έπνιγε η αδικία.
Οικογένεια Βενιζελική, δημοκρατική, με καταγωγή από τα σκλαβωμένα δωδεκάνησα, δεν χάνει ευκαιρία να γεμίζει με ερωτήσεις τους δικούς της.
Με το ξέσπασμα του πολέμου, ο μεγάλος αδελφός της, ο Μιχάλης, παρουσιάζεται εθελοντής στο σύνταγμα δωδεκανησίων, ενώ ο γείτονας, Καρπάθιος τσαγκάρης, Γιώργης Λυριστής, είναι ο πρώτος κομμουνιστής, που γνωρίζει και γίνεται η αιτία να μάθει, να μην φοβάται, αυτούς τους “τίμιους ανθρώπους”, όπως της επαναλάμβανε ο δημοκράτης πατέρας της.
Όμως οι ανελέητες διώξεις του αδελφού της Μιχάλη, που στο μεταξύ γράφτηκε στο ΕΑΜ, και οι δεκάδες χαφιέδες, μεταξύ αυτών και αρκετοί γείτονες, ντρέπομαι κι εγώ, αλλά ήταν πασίγνωστοι Καρπάθιοι, την κάνουν να μην σταθεί αμέτοχη στο διάβα του χρόνου, γίνεται μια σπουδαία αγωνίστρια.
Ο πρώτος αρραβώνας χάλασε πάνω στην πρώτη σύλληψη της, είναι αξιωματικός, που υπηρετούσε στην κοπή, ο λεγάμενος αρραβωνιάρης, και μόλις έμαθε πως την έπιασαν, λιποθύμησε. Θερμοπαρακαλούσε τη Μαριγούλα, να αποκυρήξει κάθε μπλέξιμο με κομμουνιστές, όμως εκείνη όλο και θέριευε, όλο και φόρτωνε, με το άδικο. Η Μαριγούλα δεν πιάστηκε τότε για τις δικές της ιδέες, αλλά για τη συγγένεια, που είχε με τον ΕΑΜίτη Μιχάλη Μαστρολέοντα, τον αδερφό της.
Από τότε μπαινόβγαινε σε φυλακές και ξερονήσια, πέρασε δέκα χρόνια από τη ζωή της στην εξορία. Από τη Χίο, στο Τρίκκερι και από εκεί στο Μακρονήσι.
Όχι μόνο δε λύγισε η Μαριγώ, όχι μόνο δεν υπέγραψε χαρτιά που να αποκυρήσσει την ιδεολογία της. Αντίθετα έβαλε, στα κρυφά, μια φωτογραφική μηχανή και αποτύπωσε τις εικόνες, που σήμερα είναι οι παγωμένοι, ασπρόμαυροι μάρτυρες, μιας τόσο πρόστυχης εποχής.
Ανήσυχη γυναίκα, μαθαίνει γράμματα από το κρυφό σχολειό που στήνουν στο Τρίκκερι οι 52 αγωνίστριες δασκάλες, με την αγωνίστρια, Ρόζα Ιμβριώτη, να καταστρώνει όλο το διδακτικό πρόγραμμα.
Τα χρόνια περνούν, με εκείνες τις γενιές, που χρυσοπλήρωσαν το τίμημα της ιδεολογίας που δεν προχώρησε, να τσακίζονται, με μια απίστευτη βαρβαρότητα. Βασανιστήρια, ξύλο και ψυχολογική πίεση που αγγίζει τα όρια του παραλόγου. Εκεί βγαίνει, γράφεται, ο σπουδαίος ρόλος της Μαριγούλας, που καταλαβαίνει, νιώθει πως όλα περνούν, σβήνουν και ξεχνιούνται. Οι επόμενες γενιές, όλοι εμείς, που δεν ματώσαμε για τις απόψεις μας, βλέπουμε πότε αδιάφορα και πότε λίγο σκωπτικά, τους δικούς τους, σκληρούς αγώνες.
Με πατημένα τα εξήντα ένα έμφραγμα την έφερε στο κρεβάτι και οι φροντίδες από τους φίλους και τους συντρόφους της θύμισαν ιστορίες από τα παλιά.
Τότε ήταν, που όσο την άκουγε η Ελένη Χαλβατζή, τόσο την παρότρυνε να ξεκινήσει το γράψιμο. Ξεσηκώνεται, στοίβει το μυαλό της, φέρνει στη μνήμη της γεγονότα και στιγμές από το παρελθόν και όλα τα γράφει στο χαρτί. Από εκείνη την στιγμή βουτά στα βαθιά, ο αναπνευστήρας είναι η καθαρή της μνήμη και για πέδιλα έχει μολύβια και λευκά χαρτιά.
Αφήνει για μας μια ανεκτίμητη κληρονομιά, που ακόμη σήμερα, δεν έχουμε πολυκαταλάβει τη σπουδαιότητα και τη σημασία της.
Γράφει με ψυχή και πάθος, γράφει γεγονότα όπως τα έζησε, δίχως φτιασίδια και φιοριτούρες, μιλά με ονοματεπώνυμα και όσο κι αν πονάει, δίνει την διάσταση που πρέπει στα γεγονότα.
Καρπαθιά, αλήθινη Καρπαθιά, γράφει σελίδες, ολόκληρα τμήματα βιβλίων, στην ντοπιολαλιά του νησιού της, ενώ δεν χάνει ευκαιρία, να μιλά για τη θεία Βαγγελιώ ή τη Χατζηνούλα, αλλά και τους υπόλοιπους, καρπάθιους συγγενείς που μπαινοβγαίνουν σπίτι της.
Άφησε κληρονομιά έξι δυνατά, αυτοβιογραφικά, βιβλία.
Από τους “παλιούς Ρεμπέτες” και το “ΕΑΜ της γειτονιάς” στις “Εξόριστες” κι από εκεί στις “Κρατούμενες στα Γιούρα” και στους “Ζωγραφιστούς ήλιους”. Τελευταίο βιβλίο της, “Ο Αγωνιστής Γρηγόρης Ζέρβας” είναι το πορτραίτο του συντρόφου της ζωής της, και περιγράφει τη διαδρομή ολόκληρης της σχέσης τους μέσα από τις διώξεις και τις εξορίες.
Άλλες εποχές οι σημερινές, περισσότερες οι σειρήνες και τα φορτωμένα δέντρα με ολόδροσους Λωτούς, μας κάνουν να αναζητάμε σε περαστικούς ξετσίπωτους Θεούς, όλες τις ελπίδες.
Μια συνάντηση, κρυφή ή φανερή, με τη Μαριγούλα, σα να γεννά ελπίδες, και λίγο παράδοξα, φέρνει τόση δροσιά και ελπίδα από το σκοτεινό παρελθόν, σε εμάς τους επαναστάτες του γλυκού νερού.
Αξίζει μια στάση, στα παρακάτω αποσπάσματα από το βιβλίο, “Το ΕΑΜ της γειτονιάς”, εδώ η Μαριγούλα θυμάται τα λόγια της θείας Βαγγελιώς, στο Χατζηκυριάκειο:
“…τώρα που είμαστε μοναχές θα σας τα πω. Ήκανατες μωρή εγώ τις μεαλοκυρίες, που τρώσι και πίνουσι από τους Γερμανούς και από τα κλεψιμεϊκα του κοσμάκη, τ’ αλατιού. Και τια δε τους είπα; τους εστόλησα από πάνω μέχρι κάτω όπως τους ήπρεπε. Ενεβγάλαν τσιμουδιά, και τια να που οι ντροπιασμένες, έχου φιλότιμο που το βράδυ θέλουσι λέει να κάμουσι γλέντια και έχου πει του Μανώλη ( ο άντρας της είναι ο Μανώλης) να πάει λέει να τους παίξει λύρα να χορέβγου. Ο κόσμος πεθαίνει από πείνα και αυτοί θέλουσι χορο!
Ε θα τον αφήσω να πάει το Μανώλη, θα πω πως τον επονούσι τα ποδάρια και ενημπορεί. Είχε έρθει χτές ο Μιχαλάκης (ο αδερφός μας) και μου είπε να σας είπω ότι έχετε να τα χώνετε μες τα χώματα στο χάλασμα να μη σας εβρού καμμιά μέρα τίποτα γιατί θα σας εσκοτώσου. Τα μάτια δέκα. Μωρή ακούτε;
Αχού και τια μου κάνετε και εν έχω το μυαλό στη κεφαλί μου μέσα.
Έν ε κοιμούμε μωρή τη νύχτα, τια να πρωτοσκεφτώ;….
…Ποιός είναι που μας κυβερνά μωρή τώρα που λευθερωθήκαμε και μας κάνει αυτά τα πράματα; Ε(ν)τα βλέπω καλά. Είδα μωρή πάλι τον Κουταμάρα (χαφιές) αρματωμένο και πήαινε. Πας και έρκονται μωρή μπρος πίσω οι Γερμανοί; Ενέχουμε και έναν άνθρωπο να ρωτήσουμε. Χάσαμε το Μιχαλάκι. Άλλο καμό έχομε πάλι”.
Αν είχε γλώσσα η φωτογραφική της μηχανή, θα ‘λεγε κι αυτή τη δική της ιστορία. Πλούσια κι ηρωική ιστορία. Μα, δεν έχει γλώσσα. Εχει, όμως, μάτι. Και τι μάτι! Τα ‘βλεπε όλα και μάλιστα από μακριά. Τα ‘δειχνε, ή, καλύτερα, τα κατάγγελνε. Μιλάμε για μια φωτογραφική μηχανή KODAK, απ’ αυτές τις παλιές αντίκες, τις τετράγωνες. Κειμήλιο του αντιφασιστικού αγώνα, που γλίτωσε από φωτιά και μπαρούτι για να παραδοθεί στο Αρχείο του Κόμματός μας απ’ την «ιδιοκτήτρια», την καλή συμπολίτισσα, την σ. Μαριγούλα Μαστρολέων – Ζέρβα, με σκοπό να πλουτίσει τις προθήκες του αυριανού Μουσείου Αγώνα του ΚΚΕ.


Η KODAK ξεκίνησε το πολυτάραχο ταξίδι της απ’ το Χατζηκυριάκειο του Πειραιά, το Μάρτη του 1948, όταν η …«ιδιοκτήτριά» της μεταφέρθηκε, μαζί με χιλιάδες αγωνίστριες, στο στρατόπεδο γυναικών της Χίου, θύμα κι αυτή της αντικομμουνιστικής μανίας της κυβέρνησης του φιλελεύθερου Θεμ. Σοφούλη!
Η Μαριγούλα σκέφτηκε τότε ότι η KODAK πρέπει να ‘ρθει γρήγορα στα χέρια της για ν’ …απαθανατίσει τις απάνθρωπες συνθήκες κράτησης των γυναικών πολιτικών κρατουμένων στο στρατόπεδο της Χίου. Με συνθηματικό τρόπο, δίνει οδηγίες στην αδελφή της για τον τρόπο που θα «ταξιδέψει» η φωτογραφική μηχανή απ’ τον Πειραιά στη Χίο, ενώ με τη συνεργασία της καθοδήγησης του στρατοπέδου καταστρώνεται το σχέδιο, για να μην την ανακαλύψουν οι χωροφύλακες που ελέγχουν τα γράμματα και τα δέματα που έστελναν οι συγγενείς των κρατουμένων.
Η KODAK τοποθετείται σ’ ένα σακούλι, που περιέχει πέντε οκάδες ζάχαρη, για να φτιάξουν οι εξόριστες δήθεν μαρμελάδα που κάνει καλό στη δυσκοιλιότητα!
Εδώ, όμως, να δώσουμε το λόγο στην σ. Μαριγούλα:
«Είμαστε μια παρέα από Πειραιώτισσες, η Πολυτίμη Τιμογιαννάκη, Ζωή Αθανασιάδου, Δέσποινα Δελησάββα και η Λεμονιά Γεωργά». Τις φώναξα και τους είπα το Μυστικό, «η μηχανή έρχεται και πρέπει να τη γλιτώσουμε στον έλεγχο».
Το ψιλοκουβεντιάσαμε και αποφασίστηκε: «Θα πάμε όλες μαζί και την ώρα που θα ελέγχει ο χωροφύλακας το δέμα θα του πιάνομε την κουβέντα να του αποσπάμε την προσοχή και εσύ — λέω στη Ζωή — θα δεις πώς θα πάρεις το σακούλι με τη ζάχαρη και θα εξαφανιστείς».
Έτσι κι έγινε. Η μηχανή πέρασε στο στρατόπεδο κι άρχισε το «έργο» της. Τα πράγματα δυσκόλεψαν, όταν οι κρατούμενες μεταφέρθηκαν στο Μακρονήσι. Η μηχανή ήταν ανάγκη να μεταφερθεί για ν’ αποκαλύψει το όργιο που συντελέστηκε στο «νέο Παρθενώνα». Οι έλεγχοι, όμως, στις σκηνές απ’ τους αλφαμίτες ήταν καθημερινοί και εξονυχιστικοί. Ο κίνδυνος ν’ ανακαλυφθεί η μηχανή ήταν πολύ μεγάλος. Η σ. Μαριγούλα μας λέει: «Το σκέφτηκα πολύ. Πήρα ένα σπάγκο που είχα δέμα, μια μαξιλαροθήκη, βάζω μέσα τη Μηχανή και φεύγω. Πήγα και βρήκα μια μεγάλη γυναίκα Μυτιληνιά, Μάηκο τη φωνάζαμε, που φορούσε βράκες. Της είπα τι συμβαίνει και αν θέλει να της κρεμάσω τη Μηχανή μέσα στη βράκα να μη μας την πάρουν: Η απάντησή της «και το ρωτάς μαρή; Τι νόμιζες; Πως η Μάηκο θα σου έλεγε όχι; Αμ καημένη. Αϊντε σύρε να μου τη φορέσεις».
Μπαίνομε μέσα στη σκηνή, δένω το σακούλι με το σπάγκο και της την κρεμάω χαμηλά που φούσκωνε η βράκα και της έδεσα το σπάγκο στη μέση. Οσο της έδενα το σπάγκο, μου έλεγε: «σιγούρεψέ τον καλά μαρή». Όταν τελειώσαμε, άρχισε να περπατάει, λέγοντάς μου «τήρα καλά μη μας πάρουν χαμπάρι οι λεχρίτες». Της λέω. «Και στο χορό να μπεις, δε θα φανεί». «Αϊντε σύρε και μη φοβάσαι, ξέρει η Μάηκο από τέτοια».
Πήγα στη σκηνή μου, με περίμεναν οι άλλες και φύγαμε για το Α2, στο γραφείο του Βασιλόπουλου, ξέραμε τι μας περιμένει. Και αφού πήγαμε και του είπαμε πως δεν έχομε μηχανή, σηκώθηκε, φώναξε: «Και αυτές εγώ τις έβγαλα;» και χτύπαγε με τη βίτσα που συνήθιζε να κρατά στο γραφείο, που ήταν η εφημερίδα ανοιχτή. Φωνάζει τους αλφαμίτες και τους έστειλε να ψάξουν τις σκηνές. Εμάς μας είπαν «δεν έχει από σήμερα ούτε γράμματα, ούτε δέματα».
Μια μέρα, δυο αλφαμίτες συναντιούνται με την Μάηκο και τη ρωτάνε:
Καλέ θεια, μήπως είδες καμιά να βαστάει καμιά μηχανή να βγάλει φωτογραφίες, να μας βγάλει και μας να στείλουμε στη μανούλα μας;». Τους απαντά η Μάηκο «αχ εγώ είχα μια κατσίκα στο χωριό και έκανε πέντε οκάδες γάλα και πήγαν και μου την πήραν οι λεχρίτες οι προδότες των Γερμανών». Όταν την άκουσαν, την αγριοκοίταξαν και έφυγαν.
Η Μάηκο σε λίγο με φωνάζει και μου λέει:
Τώρα είναι επικίνδυνο να μας την πάρουν τη μηχανή. Σύγκαψα η καψερή και στον ύπνο μου τη σηκώνω…
Η KODAK συνέχισε τη δύσκολη αποστολή της. Η Μάηκο την παράδωσε στην Μαριγούλα κι αυτή στην υπεύθυνη, για να την προωθήσει στους άντρες της χαράδρας που βασανίζονταν απ’ τους αναμορφωτές.
Κι ήρθε ο Σεπτέμβρης του 1948. Μεταγωγή πίσω πάλι στο Τρίκερι. Φορτώναμε τα πράγματά μας στο αρματαγωγό και ακούω και με φώναζαν δύο συνεξόριστές μου, πήγα κοντά και μου λένε: «Πέρασε το αυτοκίνητο που κάνει διανομή τις κουραμάνες και μας πέταξαν αυτές τις τρεις κουραμάνες. Μας φώναζαν δώστε και μία στη Μαριγούλα τη Μαστρολέων, και μας έκανε εντύπωση με τον τρόπο που το φώναζαν».
Όταν τις άκουσα, παραξενεύτηκα και εγώ και τους λέω «δεν έχω κανένα γνωστό στη ΣΦΑ». Λέει η μία, «τις ανοίγουμε μήπως έχουν κανένα σημείωμα;», τίποτα άλλο δεν πέρναγε από το μυαλό μας.
Αρχίσαμε και τις κόβαμε στη μέση και στη δεύτερη κουραμάνα, που ήταν και λίγο πιο φουσκωτή, βρήκαμε μέσα τη φωτογραφική μηχανή.
Η KODAK είχε ολοκληρώσει την ιστορική της διαδρομή.
Έκανε το γύρο απ’ το Χατζηκυριάκειο, στο στρατόπεδο της Χίου, στο Μακρονήσι, στη «Χαράδρα» στη ΣΦΑ, στο Τρίκερι. Τερμάτισε, στην τιμητική θέση, εκεί που τις αξίζει. Στο ιστορικό Αρχείο του ΚΚΕ.










