Η συμμετοχή των Κασιωτών στο Επαναστατικό κίνημα της 5ης Οκτωβρίου 1944 εναντίον των Ιταλών κατακτητών

Η συμμετοχή των Κασιωτών στο Επαναστατικό κίνημα της 5ης Οκτωβρίου 1944 εναντίον των Ιταλών κατακτητών

 

 

Του Εμμανουήλ Π. Περσελή

Ομότιμου Καθηγητή Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Σε λίγες ημέρες θα εορταστεί με πανηγυρικό τρόπο στην Κάρπαθο η 78η επέτειος από την εξέγερση των κατοίκων της Καρπάθου εναντίον των Ιταλών κατακτητών που συνέβη την 5η Οκτωβρίου 1944. Στο πλαίσιο αυτού του εορτασμού φαίνεται να μη συμμετέχει ενεργά η Κάσος, γεγονός που δεν θα έπρεπε να συμβαίνει για τους λόγους που αμέσως επιχειρώ να εξηγήσω.

Στο πλαίσιο των αλλεπάλληλων αποτυχιών της ναζιστικής Γερμανίας στις πολεμικές επιχειρήσεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και μπροστά στην αναφαινόμενη νίκη των συμμαχικών δυνάμεων, διετάχθη η αποχώρηση από την Κάρπαθο για Ρόδο όλων των Γερμανών στρατιωτών. Το τελευταίο κύμα αποχώρησης των Γερμανών κατακτητών από την Κάρπαθο έγινε τη νύκτα της 4ης Οκτωβρίου 1944. Ακριβώς την επόμενη μέρα, 5 Οκτωβρίου, εκδηλώθηκε η Επανάσταση στις Μενετές εναντίον των Ιταλών κατακτητών, οι οποίοι από το 1912 κατείχαν όλη τη Δωδεκάνησο.

Ο δάσκαλος Ιωάννης Γ. Οθείτης, ένας από τους βασικούς συντελεστές του επαναστατικού κινήματος της 5ης Οκτωβρίου 1944, στο λόγο που εκφώνησε κατά τη δοξολογία που έγινε στον ιερό ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στις Μενετές εκείνη την ημέρα, σημειώνει, μεταξύ των άλλων, τ’ ακόλουθα:

 

«Οι Γερμανοί εγκατέλειψαν την Κάρπαθο και φύγανε στη Ρόδο. Οι συμπολεμιστές και σύμμαχοί τους Ιταλοί έμειναν οπίσω φαίνεται για να συνεχίσουν τη διοίκησι της Καρπάθου και Κάσου. Η στιγμή είναι σοβαρά και κρίσιμος. Δεν θα επιτρέψωμε να διοικούμεθα από τους ηττημένους. Με τα όπλα που πήρατε πρέπει να φανήτε συνεχιστές της Φυλής μας. Ένα πράγμα έχω να συστήσω αγαπητοί μου, ότι πρέπει να διορισθή μια Επιτροπή, Επιτροπή Επαναστατική, η οποία να διευθύνη τον απελευθερωτικό αγώνα της νήσου και ακόμη ότι χρειάζεται απόλυτη πειθαρχία και υπακοή σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές που διερχόμεθα. Για πρώτη φορά εμείς πήραμε

τα όπλα και με τα όπλα αυτά πρέπει να φέρωμε εις πέρας τον αγώνα. Έχω απόλυτη εμπιστοσύνη στον πατριωτισμό σας, στη γενναιότητά σας και ελπίζω ότι σε λίγο θα ξημερώσουν και για μας ημέρες λαμπρότερες».

 

Στο κάλεσμα αυτό εναντίον των Ιταλών κατακτητών η συμμετοχή των Κασιωτών φαίνεται να είναι αδιαμφισβήτητη. Τούτο συνάγεται από δυο γεγονότα. Το πρώτο είναι πολύ γνωστό και αφορά τη βοήθεια που παρέσχον οι Κασιώτες να εξοπλίσουν με πυξίδα και άλλα ναυτικά όργανα απαραίτητα για τον παράτομο απόπλου της θρυλικής «Immacolata» των Μιχάλη Πιττά και Κώστα Λαμπρίδη. Τους δυο τελευταίους πατριώτες συνόδευαν άλλοι πέντε σύντροφοι, όλοι εκλεγμένοι από την Επαναστατική Επιτροπή. Προορισμός του βενζινοκίνητου πλοιαρίου ήταν η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Σκοπός του παράτολμου και άκρως επικίνδυνου αυτού ταξιδιού ήταν να ανακοινώσουν οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στο Κάιρο τα συμβάντα στα νησιά Κάρπαθο και Κάσο και να ζητήσουν από τις συμμαχικές δυνάμεις την αντίστοιχη δράση για την απελευθέρωσή τους.

Το δεύτερο γεγονός –και θα το χαρακτήριζα πολύ σημαντικό– που επισφραγίζει την ακατάλυτη σύμπνοια και συνεργασία των κατοίκων των δυο νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, δηλαδή της Καρπάθου και της Κάσου, είναι ότι επτά τουλάχιστον ονόματα γνωστών για τα αντιφασιστικά τους αισθήματα Κασιωτών είναι μεταξύ των περί των 50 ονομάτων των αντιπροσώπων των δυο νησιών που υπέγραψαν ιδιοχείρως δύο βαρυσήμαντες επιστολές που κόμιζαν οι αποπλεύσαντες για το ταξίδι της Αιγύπτου. Η Επαναστατική Επτροπή είχε συντάξει την 7η Οκτωβρίου 1944 τις επιστολές και αποφάσισε να επιδοθούν στις ελληνικές και συμμαχικές αρχές που είχαν έδρα τους το Κάιρο της Αιγύπτου. Ειδικότερα, η μία επιστολή ήταν γραμμένη στα ελληνικά και η άλλη στα γαλλικά. Η πρώτη επιστολή απευθυνόταν στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση του Καΐρου, ενώ η δεύτερη στις συμμαχικές αρχές.

Το 1995 ο έγκριτος δημοσιογράφος και ιστορικός ερευνητής, Ρόδιος την καταγωγή, Κώστας Τσαλαχούρης δημοσίευσε την τελευταία σελίδα της ελληνικής επιστολής στην οποία διακρίνονται οι υπογραφές και σε μερικές περιπτώσεις η επαγγελματική ιδιότητα των υπογραφομένων. Οι ευδιάκριτες υπογραφές των Κασιωτών αντιστοιχούν, κατά σειρά εμφάνισης στην επιστολή, στα παρακάτω επτά ονοματεπώνυμα: Βασίλειος Εμμ. Περσελής, Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος Κάσου Φραγκίσκος Ν. Οικονόμου, ιατρός Εμμανουήλ Σταματάκης, Ε. Κουτλάκης, Εμμ. Χ. Βασιλαράς, Ιωάννης Σταυρούλης και Ε. Βασιλογιώργης.

Στις 17 Οκτωβρίου 1944 Βρετανοί πεζοναύτες αποβιβάστηκαν στα νησιά Κάρπαθο και Κάσο, που είχαν καταπλεύσει με τα πολεμικά πλοία «Terpsichore» και «Cleveland». Η αποβίβαση των Βρετανών δήλωνε την έγκριση των συμμαχικών δυνάμεων για τις προηγηθείσες επαναστατικές ενέργειες των κατοίκων των δυο νησιών και την απαίτηση της άμεσης και πλήρους εφαρμογής του αφοπλισμού των Ιταλικών στρατιωτικών δυνάμεων κατοχής.

Στην πανηγυρική υποδοχή των Βρετανών πεζοναυτών από τους κατοίκους της Κάσου ο ιατρός Εμμανουήλ Σταματάκης εκφώνησε εμπνευσμένο πατριωτικό λόγο στον ιερό ναό Αγίου Σπυρίδωνα Φρυ, όπου τελέστηκε, την 17η Οκτωβρίου 1944, λαμπρή δοξολογία. Ο Εμμ. Σταματάκης θίγει στην ομιλία του, μεταξύ των άλλων, ένα ιδιαίτερα θλιβερό -αλλά δυστυχώς όχι πρωτόγνωρο, τοπικό ή σπάνιο- φαινόμενο που εμφανίζεται διεθνώς σε παρόμοιες ταραγμένες και ανώμαλες ιστορικές συνθήκες. Πρόκειται για την αντεθνική και προδοτική δράση και συμπεριφορά ορισμένων συμπατριωτών του κατά την περίοδο της ιταλικής κατοχής. Με άλλα λόγια, ο Εμμ. Σταματάκης αναφέρεται στην ομιλία του σε εκείνους τους συντοπίτες του, οι οποίοι υπηρέτησαν τα συμφέροντα του κατακτητή προς ίδιον όφελος και εις βάρος των υπόλοιπων συμπατριωτών τους. Ο Εμμ. Σταματάκης τολμά και αναφέρει στην ομιλία του, με παραδειγματικό θάρρος και παρρησία, αλλά και με άκρως επιτιμητική γλώσσα, εν μέσω σύσσωμου σχεδόν του πληθυσμού της Κάσου, τ’ ακόλουθα:

 

«Και τώρα κύριοι, διερωτώμαι αν πρέπει να σιωπήσω, καίτοι θλιβερόν μου αποβαίνει, μίαν παράγραφον του λόγου μου [να αφιερώσω], εις ένα σκοτεινόν σημείον, το οποίον πρέπει να διαλευκανθή. Δυστυχώς, ως είναι γνωστόν, υπάρχουν μεταξύ ημών και τινες, μικροί, ευτελείς, χαμερπείς υπάνθρωποι, ολίγοι τον αριθμόν, οι οποίοι διαρκούσης της απαισίας Ιταλ. τυραννίδος, έδειξαν ανεπαίσχυντον και αχαρακτήριστον διαγωγήν, γενόμενοι μίσθαρνα, τυφλά όργανα των Ιταλών, απολέσαντες κάθε όσιον και ιερόν, πουλημένα κορμιά, ψυχή τε και σώματι αφοσιωμένοι εις τους πάτρωνάς των, χάριν ιδιοτελών σκοπών, χάριν του υλικού ατομικού συμφέροντός των, πωλούντες, λέγω, αυτήν την τιμήν της οικογένειάς των, καταπροδίδοντες εις τους Ιταλούς και συκοφαντούντες αδίκως αθώους συμπατριώτας των, οίτινες κατεδιώχθησαν, εφυλακίσθησαν και εξωρίσθησαν, διατί νομίζετε; διότι εξυπηρέτησαν εμπράκτως την μητέρα μας Ελλάδα ή απλώς δια τα αισθήματα και φρονήματά των, μόνον και μόνον, λέγω, δια το συμφέρον των, στενώς συνεργαζόμενοι

με τους τυράννους, μητροκτόνοι αυτοί και αδελφοκτόνοι συγχρόνως, και δια να φανώσιν αρεστοί και ευνοούμενοι, οι άτιμοι πατριδοκάπηλοι και προδόται εις τους φίλους των Ιταλούς.

Ως άλλοι δε χαμαιλέοντες, ευκολώτατα αλλάσσοντες χρώμα και ένδυμα, αναλόγως των καιρών και συνθηκών, τυχοδιώκται αυτοί, παρουσιάζονται και σήμερον ακόμη, ως δυστυχώς βλέπω, οι κυνικώς αναιδείς και αναίσχυντοι, αι κηλίδες και τα στίγματα της πατρίδος, ουχί μόνον ως λευκαί περιστεραί, αλλά θα έχωσι την αναίδειαν και την αναισθησίαν να παρουσιάζωνται υπό άλλον ένδυμα,…εις την πρώτην σειράν, ως υπερπατριώται. Είναι λοιπόν λογικόν και δίκαιον και πρέπει να αποκαλυφθώσι και να αποδοθή εκάστω ό,τι του ανήκει».

 

Η ύπαρξη ιδιοτελών ανθρώπων που συνέπλευσαν με τους κατακτητές, για διάφορους λόγους, αποτελεί και προσφιλές θέμα της λαϊκής μούσας που διατραγωδεί τα ανίερα κατορθώματά τους και καυτηριάζει τις προθέσεις τους. Ως παράδειγμα θα αναφέρω μερικούς στίχους από δίστιχα που δημοσιεύτηκαν το 1913 στην εφημερίδα «Αυγή της Καρπάθου» ήδη από την αρχή της ιταλικής κατάκτησης της Δωδεκανήσου:

 

«Προδόται της πατρίδος σας, εμπαίκται της Θρησκείας

καθάρματα, αποβράσματα, της μυσαράς κακίας.

Πού είδατε τους Ιταλούς, που αγαπάτε τόσο,

τι άτιμον επώνυμο εγώ σε σας θα δώσω;

………..

Τους πατριώτες τους καλούς προδίνετε στους ξένους

και τους ξορίζουν μ’ απονιά για την τιμή του γένους.

Στη λάσπη εκυλίσατε και το χρυσό μας τόπο

τη ζηλεμένη Κάρπαθο στα μάτια των ανθρώπων.

…………

Για το συμφέρον τ’ άτιμο και για την προδοσιά σας

μέσ’ τη ντροπή θα πνίξετε τα ίδια τα παιδιά σας».

 

Ένα δεύτερο παράδειγμα αποτελούν ορισμένα δίστιχα του Κασιώτη λαϊκού ποιητή Νικολάου Νικήτα Μητροσμπάρα, ο οποίος εξιστορεί έμμετρα τα δεινά που προκαλούσαν στον τοπικό πληθυσμό της Κάσου, κατά την περίοδο της ιταλογερμανικής κατοχής (1940-1944), οι ποικίλες δραστηριότητες των διαφόρων συντεχνιακών ομάδων του νησιού προς ίδιον όφελος και οπωσδήποτε σε βάρος των ασθενέστερων οικονομικά συμπολιτών τους. Αναφέρει, λ.χ., τ’ ακόλουθα:

 

«Έχει και δω δοσίλογους και μεταχειρισμένους

που ξεψαχνίσαν τους φτωχούς και τους δυστυχισμένους

Πολλά μεταχειρίζονται αυτοί για να πλουτίσουν,

και να πεθάνουν οι φτωχοί, μόνον αυτοί να ζήσουν.

Όσα λεφτά κι αν κάμουνε, όσο και αν πλουτίσουν

πάλι θα ρθή ένας καιρός που θα λογοδοτήσουν.

Τους Ιταλούς αγκάλιαζαν για τα συμφέροντά τους

για να πουλούν όσο μπορούν τα εμπορεύματά τους.

Τους Ιταλούς αγκάλιαζαν και τους ετραπεζώνα

να κάνουν τις κομπίνες τους και μας μάς εμουζώναν

Γυρεύανε χρυσαφικά και ρούχα και τσανάκια,

απού να τους εδώ τρελούς να τρέχουν στα σοκάκια».

 

Ως κατακλείδα του παρόντος άρθρου θα μπορούσα να αναφέρω ότι τα νησιά Κάρπαθος και Κάσος και οι κάτοικοί τους μοιράζονται εδώ και πολλούς αιώνες κοινή ιστορική και πολιτισμική μοίρα. Τούτο συνέβη, εκτός των άλλων, και κατά τους ζοφερούς χρόνους της ιταλογερμανικής κατοχής. Την περίοδο αυτή η κοινή μοίρα συνένωσε τις πατριωτικές δυνάμεις των δύο νησιών στην προετοιμασία και στη συνέχεια στην έμπρακτη δράση εναντίον των Ιταλών και Γερμανών κατακτητών. Το αποτέλεσμα αυτής της σύμπραξης υπήρξε ηρωικό και άκρως αποτελεσματικό.

Ταυτόχρονα η πατριωτική ενότητα, συνεργασία και δράση των κατοίκων της Καρπάθου και της Κάσου κατά των κατακτητών της πρόσφατης ιστορίας της Ελλάδας και ιδιαίτερα της Δωδεκανήσου αποτελεί σημαντικό παράδειγμα για τη

συνέχιση του κοινού προγραμματισμού ανάδειξης της πλούσιας ιστορικής, λαογραφικής και εν γένει πολιτιστικής κληρονομιάς των δύο νησιών.

Με βάση τα προαναφερθέντα θεωρώ ότι ο εορτασμός της ηρωικής εξέγερσης την 5η Οκτωβρίου 1944 των κατοίκων των δύο νησιών, της Καρπάθου και της Κάσου, εναντίον της μακροχρόνιας ιταλικής κατοχής θα πρέπει να εορτάζεται από κοινού από τις προς τούτο εντεταλμένες αρχές των δύο νησιών του Νοτιανατολικού Αιγαίου.

 

Σημείωση: Περισσότερα για τα θέματα που θίγουνται στο παρόν άρθρο, καθώς και για τις σχετικές παραπομπές, βλ. τη μελέτη μου «Η απελευθέρωση της Κάσου από την Ιταλική κατοχή τον Οκτώβριο του 1944» που τώρα συμπεριλαμβάνεται στο πρόσφατα εκδοθέν βιβλίο μου με τον τίτλο «“Κάσος, δάφνη που ανθίζει στο βωμό της Ιστορίας”. Μελετήματα Δωδεκανησιακής Ιστορίας και Πολιτισμού», Αθήνα, Εκδόσεις Γρηγόρη, 2021, σ. 85-102.