Δεν μας ενοχλεί η ταινία. Μας ενοχλεί ο Καποδίστριας . Η ταινία που ενόχλησε, γιατί θύμισε τι χάσαμε»
Πήγα, τον είδα και χειροκρότησα – να πάνε όλοι οι Έλληνες
Ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο Γιάννης Σμαραγδής και το ελληνικό πρόβλημα της πολιτικής αρετής
Γράφει ο Ιωάννης Β. Βασιλάκης
Υπάρχουν ονόματα στην ελληνική Ιστορία που δεν είναι απλώς κεφάλαια ενός σχολικού βιβλίου. Είναι καθρέφτες. Κι υπάρχουν καθρέφτες που δεν τους αντέχει κανείς να τους κοιτάξει, γιατί επιστρέφουν με ακρίβεια εκείνο που προσπαθούμε να ξεχάσουμε: τη διαφορά ανάμεσα στο τι θα μπορούσαμε να είμαστε και στο τι επιτρέψαμε να γίνουμε.


Ο Ιωάννης Καποδίστριας είναι τέτοιος καθρέφτης.
Γι’ αυτό δεν είναι «ακίνδυνος». Δεν είναι μια μορφή που την προσπερνάς με μια απλή κατάθεση στεφάνου. Δεν είναι μια φωτογραφία για επετείους. Είναι μέτρο σύγκρισης – και τα μέτρα σύγκρισης σπάνια συγχωρούνται από κοινωνίες που έχουν μάθει να χαμηλώνουν τον πήχη, να βολεύονται με το λίγο, να βαφτίζουν τη μικρότητα «ρεαλισμό» και τη συναλλαγή «πολιτική τέχνη».
Κι όταν έρχεται ο κινηματογράφος –ο πιο λαϊκός και ταυτόχρονα ο πιο ισχυρός μηχανισμός μνήμης– και ξαναφέρνει μπροστά μας τον Καποδίστρια, τότε η συζήτηση δεν είναι μόνο αισθητική. Δεν είναι μόνο «σκηνοθεσία», «μοντάζ» ή «διάλογοι». Είναι κάτι βαθύτερο: αντέχουμε ακόμα πρότυπα; Αντέχουμε την ιδέα ότι υπήρξε πολιτικός που δεν πήγε στην εξουσία για να πάρει, αλλά για να δώσει; Ότι υπήρξε Κυβερνήτης που δεν έστησε αυλή, αλλά κράτος; Ότι υπήρξε άνθρωπος που δεν κρύφτηκε πίσω από μηχανισμούς, αλλά στάθηκε γυμνός μπροστά στον λαό και την Ιστορία;
Η ταινία Καποδίστριας του Γιάννη Σμαραγδή έφερε μαζί της μια οικεία καταιγίδα: επαίνους, ειρωνείες, «καλές» και «κακές» κριτικές, κατηγορίες περί «αγιογραφίας», περί «παλαιάς αισθητικής», περί «διδακτισμού». Όλα αυτά μπορεί να ακούγονται ως κινηματογραφική συζήτηση. Όμως δεν είναι. Είναι –κυρίως– πολιτισμική ένδειξη: όταν ο Καποδίστριας εμφανίζεται, το συλλογικό μας σώμα αντιδρά σαν να αγγίχτηκε νεύρο.
Η εύκολη κατηγορία της «αγιογραφίας» – όταν η αρετή θεωρείται ύποπτη
Η πιο εύκολη επίθεση είναι η λέξη «αγιογραφία». Τη χρησιμοποιούν κάποιοι σαν τελειωτικό επιχείρημα, σαν να αρκεί για να ακυρώσει ένα έργο. Όμως εδώ χρειάζεται πειθαρχία σκέψης: τι σημαίνει «αγιογραφία» στην περίπτωση ενός ανθρώπου που, κατά τις ιστορικές μαρτυρίες, πράγματι:
· αρνήθηκε μισθό,
· διέθεσε προσωπική περιουσία για δημόσιους σκοπούς,
· επέλεξε λιτότητα σε κράτος ρημαγμένο,
· συγκρούστηκε με τις ισχυρές τοπικές ελίτ και ξένους προστάτες,
· πλήρωσε τελικά με το αίμα του;
Αν το ιστορικό γεγονός μοιάζει αγιογραφικό, τότε η κριτική δεν πρέπει να ρωτήσει «γιατί παρουσιάζεται καλός;», αλλά: γιατί μας φαίνεται αδιανόητο να είναι καλός;
Η σύγχρονη κουλτούρα συχνά απαιτεί από τον ήρωα να είναι «γκρίζος». Λες και η ιστορική σπουδαιότητα είναι υποχρεωτικά συνώνυμη της ηθικής ασάφειας. Λες και χωρίς κυνισμό δεν υπάρχει βάθος. Λες και χωρίς σκάνδαλο δεν υπάρχει άνθρωπος.
Αυτό είναι ιδεολογική προκατάληψη. Και προδίδει κάτι: ότι έχουμε συνηθίσει τόσο την ιδιοτέλεια, ώστε η ανιδιοτέλεια μας φαίνεται ψεύτικη. Έχουμε συνηθίσει τόσο τη συναλλαγή, ώστε η θυσία μας μοιάζει θεατρική.
Κι όμως, υπάρχουν ιστορικές στιγμές όπου άνθρωποι στάθηκαν πάνω από την εποχή τους – όχι επειδή ήταν υπεράνθρωποι, αλλά επειδή αρνήθηκαν να γίνουν μικροί.
Ο Καποδίστριας είναι μία τέτοια στιγμή.
Η σύγκρουση με τις ελίτ: η στιγμή που η αρετή γίνεται απειλή
Η σύγκρουσή του με τους κοτζαμπάσηδες δεν ήταν απλή πολιτική διαφωνία. Ήταν υπαρξιακή. Ήταν σύγκρουση ανάμεσα σε δύο κόσμους:
· από τη μια, η ιδέα του κράτους ως κοινής πολιτείας,
· από την άλλη, η πραγματικότητα του κράτους ως λάφυρου.
Ο Καποδίστριας δεν τους ζήτησε να γίνουν «καλοί». Τους ζήτησε να πάψουν να είναι πανίσχυροι. Να περιοριστούν. Να λογοδοτήσουν. Να δώσουν. Να φορολογηθούν. Να δεχτούν ότι το κράτος δεν είναι κτήμα τους.
Αυτό δεν συγχωρείται εύκολα από κανένα κατεστημένο, σε καμία εποχή.
Και εδώ βρίσκεται μια οδυνηρή ιστορική σταθερά: εκείνοι που πολέμησαν τον Καποδίστρια δεν εξαφανίστηκαν με τη δολοφονία του. Επιβίωσαν, μεταμορφώθηκαν, προσαρμόστηκαν, φόρεσαν νέα ρούχα, αλλά κράτησαν την ίδια λογική: το κράτος ως πεδίο προσόδου, ως μηχανή διανομής προνομίων, ως χώρος συναλλαγής.
Γι’ αυτό ο Καποδίστριας παραμένει άβολος: φωτίζει την αρχική μας ήττα, την στιγμή που θα μπορούσαμε να θεμελιώσουμε μια άλλη πολιτεία – και δεν το κάναμε.
Η δολοφονία ως πολιτική πράξη – όχι ως «παρέκκλιση»
Η δολοφονία του Καποδίστρια συχνά παρουσιάζεται ως «τραγική εξαίρεση». Όμως ιστορικά δεν είναι εξαίρεση. Είναι συνέπεια. Είναι το τέλος μιας σύγκρουσης που δεν λύθηκε πολιτικά.
Όταν η πολιτική εξουσία αμφισβητεί κατεστημένα συμφέροντα, η βία δεν είναι ατύχημα. Είναι εργαλείο. Η εμπλοκή ξένων δυνάμεων, οι πιέσεις, οι υπόγειες χρηματοδοτήσεις, η διεθνής απομόνωση του Κυβερνήτη δεν είναι μυθολογία. Είναι κομμάτια ενός ευρύτερου παιχνιδιού ισχύος, στο οποίο η Ελλάδα ήταν ταυτόχρονα όνειρο και διακύβευμα.
Ο Καποδίστριας ήταν επικίνδυνος όχι επειδή ήταν «φιλορώσος», αλλά επειδή δεν ήταν υποχείριο. Και αυτό –σε κάθε εποχή– πληρώνεται.
Η δολοφονία του έξω από τον Άγιο Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο δεν είναι μόνο ιστορική σκηνή. Είναι σύμβολο: ο άνθρωπος που προσπάθησε να μετατρέψει το πλήθος σε πολίτες, πέφτει από σφαίρες που υπερασπίζονται την παλιά τάξη πραγμάτων.
Και μαζί του, πέφτει η δυνατότητα μιας άλλης αρχής.
Ο Σμαραγδής και το «απαγορευμένο» πρότυπο
Στον Σμαραγδή μπορεί να καταλογίσει κανείς πολλά: διδακτισμό, έλλειψη κινηματογραφικής έντασης, αισθητική παλαιότητας. Μπορεί να τα συζητήσει. Αλλά πριν από όλα αυτά υπάρχει ένα ερώτημα που η κριτική συχνά αποφεύγει:
Ποιος άλλος τόλμησε;
Ποιος άλλος στα μέρη μας έκανε ταινία για τον Καποδίστρια; Ποιος άλλος ύψωσε στον λαϊκό κινηματογράφο μορφές όπως ο Καζαντζάκης, ο Δομίνικος, ο Καβάφης, ο Βαρβάκης; Ο ελληνικός πολιτιστικός μηχανισμός αγαπά ασφαλή θέματα, ουδέτερες αφηγήσεις και ήρωες ακίνδυνους. Ο Καποδίστριας δεν είναι ακίνδυνος. Θέτει ερωτήματα που δεν απαντώνται εύκολα:
· Μπορεί η πολιτική να ασκείται χωρίς πλουτισμό;
· Μπορεί η εξουσία να συνδυάζεται με αυτοθυσία;
· Μπορεί το κράτος να υπηρετεί τους αδύναμους και όχι τους ισχυρούς;
Και όταν μια ταινία τολμά να επαναφέρει αυτά τα ερωτήματα, το ζήτημα ξεπερνά τη σκηνοθεσία. Γίνεται υπόθεση δημόσιας μνήμης.
Γιατί δεν συμφωνώ με την «κακή» κριτική – όταν η αισθητική γίνεται άλλοθι
Υπάρχει μια πρόσφατη αρνητική κριτική που λέει πάνω–κάτω τα εξής: ο Σμαραγδής «αγιοποιεί», απλοποιεί, γράφει μεγαλοστομίες, δεν δίνει βάθος στους χαρακτήρες, κάνει τους αντιπάλους καρικατούρες, δεν έχει «επικές σκηνές», και ακόμη και η δολοφονία είναι «λάθος γυρισμένη».
Αυτή η κριτική μπορεί να φαίνεται πλήρης. Όμως πάσχει στο ουσιώδες: κρίνει ένα έργο μνήμης σαν να ήταν απλώς ακόμη ένα προϊόν ψυχαγωγίας. Και έτσι καταλήγει να μην βλέπει το βασικό: ότι η ταινία δεν προσπαθεί να κάνει «εργαστήριο ψυχολογικών αποχρώσεων». Προσπαθεί να στήσει στον δημόσιο χώρο μια μορφή ως πρότυπο πολιτικής αρετής.
Η σύγχρονη ενόχληση: γιατί τώρα;
Γιατί τώρα; Γιατί αυτή η ταινία, αυτή τη στιγμή, προκαλεί τόσο θόρυβο;
Γιατί ζούμε σε εποχή κρίσης εμπιστοσύνης. Γιατί ο κόσμος δεν αντέχει άλλο μικρότητα. Γιατί η φράση «ανιδιοτελής πολιτικός» μοιάζει ειρωνεία. Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη, εμφανίζεται ο Καποδίστριας – όχι ως παρελθόν, αλλά ως μέτρο.
Και όταν εμφανίζεται μέτρο, κάποιοι θυμώνουν. Όχι επειδή δεν τους αρέσει το μοντάζ, αλλά επειδή δεν τους αρέσει η σύγκριση. Γιατί η σύγκριση απογυμνώνει την εποχή.
Γι’ αυτό και η ταινία, με όλα τα ελαττώματά της, λειτουργεί αποσταθεροποιητικά όχι για την κοινωνία, αλλά για εκείνους που έχουν επενδύσει στη λήθη. Εκείνους που θα προτιμούσαν ο Καποδίστριας να μείνει «άγαλμα χωρίς φωνή» και όχι «όνομα που ξαναμπαίνει στη συζήτηση».
Πολιτική αρετή: μια έννοια εκτός μόδας – κι όμως ζωτική
Η πολιτική αρετή δεν είναι αφηρημένη ηθική έννοια. Είναι πρακτική στάση. Είναι το σημείο όπου η εξουσία παύει να είναι επάγγελμα και γίνεται ευθύνη. Ο Καποδίστριας πλήρωσε την αρετή του με τη ζωή του. Αυτό από μόνο του τον καθιστά ασύμβατο με μια πολιτική κουλτούρα που συχνά αντιλαμβάνεται την εξουσία ως μέσο προσωπικής ανέλιξης.
Η ταινία επαναφέρει αυτή την έννοια στο δημόσιο πεδίο. Και μόνο γι’ αυτό αξίζει να αντιμετωπιστεί σοβαρά. Όχι να απορριφθεί με ειρωνεία.
Επίλογος – Η μνήμη ως πολιτική πράξη
Ο Καποδίστριας του Σμαραγδή δεν είναι απλώς κινηματογραφικό έργο. Είναι παρέμβαση στη συλλογική μνήμη. Θυμίζει ότι η Ελλάδα γνώρισε, έστω για λίγο, μια μορφή διακυβέρνησης που δεν βασίστηκε στη συναλλαγή, αλλά στο όραμα. Θυμίζει ότι υπήρξε Κυβερνήτης που δεν ζήτησε να τον υπηρετήσουν, αλλά υπηρέτησε. Που δεν ζήτησε να τον αποθεώσουν, αλλά έβαλε πλάτη σε μια χώρα που δεν είχε ούτε ψωμί, ούτε διοίκηση, ούτε ησυχία.
Η ταινία μπορεί να μην είναι αριστούργημα.
Η μνήμη όμως που επαναφέρει είναι ανυπόφορα επίκαιρη.
Και στο τέλος, μένει το ερώτημα – όχι για την ταινία, αλλά για εμάς:
Αν τότε υπήρξε ένας τέτοιος κυβερνήτης, γιατί σήμερα όχι;
Η απάντηση δεν αφορά τον κινηματογράφο. Αφορά την κοινωνία, τις ελίτ της και την ίδια τη δημοκρατική της αυτοαντίληψη. Αφορά το τι επιβραβεύουμε, τι ανεχόμαστε, τι ξεχνάμε, τι τιμωρούμε.
Και γι’ αυτό, όσο κι αν ειρωνευτούν την αισθητική, όσο κι αν μιλήσουν για «αγιογραφία», το βαθύ πρόβλημα δεν είναι ο Σμαραγδής.
Δεν μας ενοχλεί ο Σμαραγδής.
Μας ενοχλεί ο Καποδίστριας.
Γιατί ο Καποδίστριας, ακόμη και ως σινεμά, μας ζητά κάτι δυσβάσταχτο:
να ξαναθυμηθούμε τι σημαίνει πολιτική αρετή –και να παραδεχθούμε πόσο την έχουμε χάσει.
Αθήνα ,28 Δεκεμβρίου 2025
Ιωάννης Β. Βασιλάκης












