

γράφει ο Μανώλης Κασσώτης
Στο διάστημα της Ιταλοκρατίας στα Δωδεκάνησα και ιδιαίτερα όταν άρχισε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, κατά εκατοντάδες άρχισαν να φθάνουν οι Ιταλοί στρατιώτες στην Κάρπαθο. Όλοι τους κατάγονταν από τη Νότιο Ιταλία και Σικελία, που στην Ιταλία θεωρούνταν κατώτερης κατηγορίες πολίτες, που δεν είχαν τα πολιτικά μέσα για να μείνουν στην Ιταλία και τους έστειλαν στα Δωδεκάνησα που εθεωρείτο εμπόλεμη και επικίνδυνη περιοχή.
Όπως οι Καρπάθιοι, προήρχοντο και αυτοί από χωριά και η ζωή τους δεν διέφερε από αυτήν που βρήκαν στην Κάρπαθο και ακόμα ζούσαν με την παράδοση της καταγωγής τους από την «Magna Grecia» (Μεγάλη Ελλάδα).
Ένα από τα Πανεπιστήμια της Αμερικής στα οποία φοιτούν πολλοί ξένοι φοιτητές, όπως και τότε που και εγώ φοιτούσα, είναι το New York University. Μεταξύ των άλλων μαθημάτων διδασκόταν η Αγγλική γλώσσα για τους ξενόγλωσσους φοιτητές και, όπως ήταν φυσικό, οι νεοφερμένοι φοιτητές έκαναν παρέα με συμφοιτητές τους από την ίδια χώρα.


Όταν πήγαινες το μεσημέρι στο Loeb Student Center, έβλεπες σε ξεχωριστά τραπέζια να κάθονται οι Έλληνες, οι Ιταλοί, οι Κινέζοι, φοιτητές από την Λατινική Αμερική και από άλλες χώρες. Υπήρχε και μια Ιταλίδα φοιτήτρια που, αντί να πηγαίνει στο τραπέζι που κάθονταν οι Ιταλοί, προτιμούσε το τραπέζι που κάθονταν οι Έλληνες. Και όταν την ρώτησα γιατί προτιμά την ελληνική παρέα αντί της ιταλικής, μου απάντησε:
-I am Siciliana not Italiana (είμαι Σικελιάνα, δεν είμαι Ιταλίδα).
Έτσι στην Κάρπαθο, όπως ήταν φυσικό, αναπτύχθηκαν φιλικοί δεσμοί μεταξύ των Ιταλών και των ντόπιων κατοίκων του νησιού. Στο διάστημα της Ιταλοκρατίας έγιναν 39 γάμοι μεταξύ Ιταλών και Καρπαθίων γυναικών. Και για καλλίτερη επικοινωνία αρκετοί Καρπάθιοι έμαθαν ορισμένες ιταλικές λέξεις για να συνεννοούνται με τους Ιταλούς.
Με την άφιξη 3.000 στρατιωτών, άρχισαν να δημιουργούνται ποδοσφαιρικές ομάδες μεταξύ των ιταλικών στρατιωτικών μονάδων. Μεταξύ αυτών υπήρχαν και ορισμένοι αναγνωρισμένης αξίας ποδοσφαιριστές, όπως ο Leoni της ξακουστής ομάδας Roma. Ήταν ιδιαίτερα αγαπητός μεταξύ των πιτσιρίκων που τους ενθουσίαζε το ποδοσφαιρικό του ταλέντο. Τράβηξε και το ενδιαφέρον μιας Καρπαθιάς, αλλά το ειδύλλιο προκάλεσε την σθεναρή αντίδραση του πατέρα της, όπως φαίνεται από την μαντινάδα που σύνταξε η ενδιαφερόμενη με τα σπασμένα της Ιταλικά:




Σε αγαπώ, Leoni μου, mia testa fresa,
μαλώνει ο πατέρας μου, μα λίγο m’ interessa.
Και σε ελεύθερη μετάφραση:
Σε αγαπώ Leoni μου, μ’ έχει πιάσει τρέλα,
μαλώνει ο πατέρας μου, μα λίγο με νοιάζει.
Η μαντινάδα παραφράστηκε από τους Ιταλούς και στα Ιταλικά:
Ti amo e ti amero sonti ventata fesa,
I uditori gritano ma poco mi enteresa.
Που σε ελεύθερη μετάφραση λέει:
Σ’ αγαπώ και θα σε αγαπώ, είσαι μια ριπή ανέμου,
ο κόσμος σχολιάζει, αλλά λίγο με νοιάζει.
Μια άλλη Καρπαθιά, όταν επρόκειτο να επιστρέψει ο αγαπημένος στην Ιταλία, σύνταξε την ακόλουθη μαντινάδα:
Quando vai Italia, quando vai via,
il mio tempo passare, con la fotografia.
Και σε ελεύθερη μετάφραση:
Όταν θα πας στην Ιταλία και θα βρίσκεσαι μακριά μου,
εγώ θα περνώ το καιρό μου, με την φωτογραφία σου.
Την εποχή της Ιταλοκρατίας, υπήρχαν ορισμένοι Καρπάθιοι που η μόνη τους περιουσία ήταν ένα μουλάρι, και με αυτό προσπαθούσαν να εξοικονομήσουν τα προς το ζην. Την εποχή της σποράς ζευγάρωναν το μουλάρι τους με κάποιου άλλου για να σπείρουν τα χωράφια των κανακάρηδων και την εποχή του θέρους το χρησιμοποιούσαν στο αλώνισμα. Την εποχή των ελιών με το ίδιο μουλάρι μετέφεραν τις ελιές από τα λιόφυτα και το χρησιμοποιούσαν στο άλεσμα στα λιοτρίβια. Με το μουλάρι πήγαιναν στα δάση, έκοβαν ξύλα και τα πουλούσαν για καυσόξυλα. Πολλές φορές το χρησιμοποιούσαν για να κάνουν μεταφορές από το ένα χωριό στο άλλο και στα μετόχια, προσπαθώντας να βρίσκουν αγώγι στον πηγαιμό και στον ερχομό.
Όταν οι Ιταλοί άρχισαν την κατασκευή του αεροδρομίου, χρειάστηκε να μεταφέρουν ορισμένα πράγματα από τα Πηγάδια στον Αφιάρτη. Δεν είχε ακόμη τελειώσει ο αυτοκινητόδρομος και ο Ιταλός Maricielo, που είχε την έδρα του στα Πηγάδια, πλησίασε τον Παναγιώτη που είχε μουλάρι και έκανε τέτοιες μεταφορές, και συμφώνησαν στα 10 φράγκα.
Αλλά μετά την συμφωνία, ο Maricielo έμαθε ότι οι Ιταλοί είχαν στον Αφιάρτη και κάτι άλλα εφόδια που ήθελαν να τα φέρουν στα Πηγάδια. Ξαναπλησίασε ο Maricielo τον Παναγιώτη και του λέγει, μια και το μουλάρι θα επέστρεψε αξεφόρτωτο από τον Αφιάρτη, να μεταφέρει και αυτά τα εφόδια από τον Αφιάρτη στα Πηγάδια με τα ίδια 10 φράγκα.
Όμως ο Παναγιώτης, που γνώριζε τον κανονισμό που υπήρχε στην Κάρπαθο από την εποχή της Τουρκοκρατίας, του απαντά μισά Ιταλικά και μισά Ελληνικά:
-Segnore Maricielo, le andare και venire το μουλάρι φορτωμένο, 10 φράγκα δεν είναι poco?
Και σε ελεύθερη μετάφραση:
-Κύριε Maricielo, να πάει και να γυρίσει το μουλάρι φορτωμένο, δεν νομίζεις ότι τα 10 φράγκα είναι λίγα;
Τον Ιούνιο του 1940 η Ιταλία μπήκε στον πόλεμο με το μέρος της Γερμανίας και τα συμμαχικά πολεμικά πλοία άρχισαν να βομβαρδίζουν το αεροδρόμιο στον Αφιάρτη και το λιμάνι στα Πηγάδια, και για ένα διάστημα πολλοί Πηγαδιώτες, για περισσότερη ασφάλεια, μετακόμισαν στα χωριά. Εμείς πήγαμε στο Απέρι και μέναμε στο σπίτι του Χατζαλέξη, θείου της μητέρας μου, στον Άη Γιάννη στους Λώρους.
Ήμουν τεσσάρων ετών, και ο νεαρός τότε Γιώργος, ο μικρότερος γιος του Χατζαλέξη, που ήθελε να περάσει την ώρα του, μου λέει:
-Έλα να σε μάθω Ιταλικά.
Άρχισε η διδασκαλία, και σε μια-δυο μέρες έγινα ξεφτέρι στα Ιταλικά, ήμουν όλο χαρά.
Τα βράδια που γινόταν η αποσπερία, μόλις μαζευόντουσαν οι άλλοι γείτονες, ο Γιώργος για να τους διασκεδάσει με φώναζε για να τους πω τα ιταλικά μου. Εγώ γεμάτος χαρά έπαιρνα ύφος καθηγητή για να τους δείξω την ιταλομάθειά μου και άρχιζε η διδασκαλία:
Γιώργος: «Πως το λένε το ψωμί στα Ιταλικά;».
Μανώλης: «Ψώμ!».
Γιώργος: «Μπράβο! Και το νερό πως το λένε;».
Μανώλης: «Νέρ!».
Γιώργος: «Μπράβο, μπράβο! Και το κρασί πως το λένε;».
Μανώλης: «Κράσο!».
Έπαιρνα και άλλα μπράβο και χειροκροτήματα ανακατεμένα με γέλια και χαχανητά που τα θεωρούσα επιδοκιμαστικά. Μ’ αυτό τον τρόπο διασκέδαζαν και ξεχνούσαν τα βάσανα του πολέμου.
Όταν δε κάποιος ήθελε να κάμει τον ιταλομαθή, οι άλλοι για να τον κοροϊδέψουν έλεγαν:
-Τα ιταλικά του μοιάζουν με τα ιταλικά του Μανώλη!
Πέρασαν τα χρόνια, πέρασε ο πόλεμος και με το καιρό ξεχάστηκαν οι ταλαιπωρίες και τα βάσανα του πολέμου και μαζί και τα ιταλικά του Μανώλη. (Αν και καμιά φορά στην Αμερική, για κάποιο που παρίστανε τον αγγλομαθή, έλεγαν: «Τα Αγγλικά του μοιάζουν με τα Ιταλικά του Μανώλη!»).
Μετά από χρόνια, όταν άρχισα να γράφω και να δημοσιεύω ανέκδοτα, συνάντησα μια γυναίκα στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου στο Union NJ και μου λέγει:
-Διάβασα τα ανέκδοτα που γράφεις για τους άλλους, γιατί δεν γράφεις και για τα Ιταλικά σου;
Manolis’ Italian
By Manolis Cassotis
During the Italian occupation of the Dodecanese and especially when WWII began, Italian soldiers began to arrive in Karpathos by the hundreds. All of them came from Southern Italy and Sicily, who in Italy were considered lower-class citizens, and did not have the political means to stay in Italy and were sent to the Dodecanese, which was considered a warfront and dangerous area. Like the Karpathians, they also came from villages, and their life did not differ from which they found in Karpathos, and they lived with the tradition of their origin from “Magna Grecia” (Greater Greece).
One of the American universities where many foreign students attend, just like when I was a student, is New York University. Among other courses, English was taught for foreign-language students and, naturally, the newly arrived students hung out with their fellow students from the same country. When you went to the Loeb Student Center at lunchtime, you would see Greeks, Italians, Chinese, students from Latin America and other countries sitting at separate tables. There was also an Italian student who, instead of going to the table where the Italians were sitting, preferred the table with the Greeks. And when I asked her why she preferred Greek company over Italian, she answered me:
-I am Siciliana not Italiana.
Thus, in Karpathos, as was natural, friendly ties developed between the Italians and the local people. During the Italian occupation, 39 marriages took place between Italians and Karpathian women. And for better communication with the Italians, many Karpathians learned some Italian words.
With the arrival of 3,000 soldiers, soccer teams began to be formed among the Italian military units. Among them were some recognized soccer players, such as Leoni of the famous Roma team. He was particularly popular among the children who were excited by his soccer talent. He also attracted the interest of a Karpathian woman, but the romance provoked a strong reaction from her father, as can be seen from the “mantinada” that she composed in her broken Italian:
Σε αγαπώ, Leoni μου, mia testa fresa,
μαλώνει ο πατέρας μου, μα λίγο m’ interessa.
In free translation:
I love you, Leoni, I’m going crazy,
my father scolds me, but I don’t care.
The “mantinada’ was paraphrased by the Italians and into Italian:
Ti amo e ti amero sonti ventata fesa,
I uditori gritano ma poco mi enteresa.
In free translation:
I love you and I will love you, you are a gust of wind,
people comment, but I don’t care.
Another Karpathian woman, when her beloved was about to return to Italy, composed the following “mantinada”:
Quando vai Italia, quando vai via,
il mio tempo passare, con la fotografia.
In free translation:
When you go to Italy and are far away from me,
I will spend my time with your photo.
During the Italian occupation, there were some Karpathians whose only possession was a mule, and with it they tried to survive. During the sowing season they mated their mule with someone else’s to sow the fields, and during the summer they used it for threshing. During the olive season, they used the same mule to transport the olives from the olive groves and used it to grind them in the olive mills. With the mule they went to the forests, cut wood and sold it for firewood. Many times, they used it to transport from one village to another, trying to find another transport on the way back.
When the Italians began construction of the airport, they needed to transport certain things from Pigadia to Afiarti. The road was not yet finished and the Italian Maricielo, based in Pigadia, approached Panagiotis, who had a mule and did such transports, and they agreed on 10 francs.
But after the agreement, Maricielo learned that the Italians had some other supplies in Afiarti that they wanted to bring to Pigadia. Maricielo approached Panagiotis again and told him, since the mule would return unloaded from Afiarti, to transport these supplies from Afiarti to Pigadia for the same 10 francs.
But Panagiotis, who knew the regulations that existed in Karpathos since the time of the Turkish occupation, answered him half in Italian and half in Greek:
-Segnore Maricielo, le andare και venire το μουλάρι φορτωμένο, 10 φράγκα δεν είναι poco?
In free translation:
-Mr. Maricielo, to have the mule go and return loaded, don’t you think 10 francs is a little?
In June 1940, Italy entered the war on the side of Germany and Allied warships began bombing the airport in Afiarti and the port in Pigadia, and for a while many Pigadiotans, for greater safety, moved to the villages. We went to Aperi and stayed at Hatzalexis’ house, my mother’s uncle, in Saint John in Lorous.
I was four years old, and the young George, Hatzalexis’ youngest son, who wanted to pass his time, told me:
-Come to teach Italian.
The lessons began, and in a day or two I became “fluent” in Italian, I was completely happy.
As soon as the other neighbors arrive for the evening gathering, George, to entertain them, would call me to tell them my Italian. I, full of joy, would assume the style of a professor to show them my Italian knowledge, and the lesson would begin:
(Ψωμί meaning bread is pronounced in Greek psomi. Νερό meaning water is pronounced in Greek nero. Κρασί meaning wine is pronounced in Greek krasi.).
George: “What do they call psomi in Italian?”.
Manolis: “psom!”.
George: “Bravo! And what do they call nero?”.
Manolis: “ner!”.
George: “Bravo, bravo! And what do they call krasi?”.
Manolis: “kraso!”.
I received more cheers and applauses mixed with laughters and giggles that I considered approving. In this way, they had fun and forgot the suffering of war.
When someone wanted to pretend to spoke Italian, the others, to make fun of him, would say:
– His Italian is like Manolis’!
The years passed, the war passed, and over time the hardships and sufferings of the war were forgotten, and with them Manolis’ Italian. (Although sometimes in America, when someone pretended to be an English speaker, they would say: “His English is like Manolis’ Italian!”).
Years later, when I started writing and publishing jokes, I met a woman at St. Demetrius Church in Union NJ and she said to me:
– I read the jokes you write about others, why don’t you write about your Italian?
www.anamniseis.net













