Μενετές: Όταν η προσφορά γίνεται είσοδος, η συζήτηση δεν είναι τοξικότητα

Μενετές: Όταν η προσφορά γίνεται είσοδος, η συζήτηση δεν είναι τοξικότητα

Διάβασα με προσοχή το κείμενο του εφημερίου Μενετών, π. Μιχαήλ Φράγκου, με το οποίο ευχαριστεί όλους όσοι συνέβαλαν στην επιτυχία του εορταστικού τριημέρου της Παναγίας. Και πραγματικά, οι ευχαριστίες είναι πολλές και οι άνθρωποι που εργάστηκαν ακόμη περισσότεροι.

Δύο χιλιάδες μερίδες φαγητό δεν ετοιμάζονται μόνες τους. Υπάρχουν άνθρωποι στην κουζίνα, στο σερβίρισμα, στην καθαριότητα, στη μεταφορά, στην προετοιμασία, άνθρωποι που δίνουν χρόνο, κόπο και χρήματα. Όλα αυτά πρέπει να αναγνωρίζονται. Και ασφαλώς αξίζουν ένα μεγάλο «ευχαριστώ».

Το προηγούμενο δημοσίευμα μου, όμως, δεν αμφισβήτησε τίποτε από όλα αυτά.

Έθεσε ένα ερώτημα για τον τρόπο με τον οποίο αποφασίστηκε να λειτουργήσει φέτος το Τραπέζι της Παναγίας.

Και τώρα, μέσα από την ανάρτηση του π. Μιχαήλ, μαθαίνουμε κάτι που δεν γνωρίζαμε: ότι τα τελευταία χρόνια υπήρχαν επανειλημμένες προτάσεις από ενορίτες και Μενετιάτες για την καθιέρωση μιας ελάχιστης συμμετοχής στην είσοδο, προκειμένου να επιβιώνει το τραπέζι και να διατηρείται η ποιότητα του.

Αυτό είναι ένα σημαντικό στοιχείο και ασφαλώς πρέπει να καταγραφεί. Όμως ακριβώς επειδή μιλάμε για μια παράδοση που έχει τόσο μεγάλη σημασία για τις Μενετές, η συζήτηση δεν πρέπει να σταματά εκεί.

Γιατί υπάρχει μια λεπτή αλλά ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην προσφορά και στην είσοδο.

Το πανέρι στην έξοδο έλεγε στον άνθρωπο: «Κάθισες στο τραπέζι, έφαγες, συμμετείχες στη γιορτή αν θέλεις και βέβαια αν μπορείς, άφησε κάτι».

Τα 10 ευρώ στην είσοδο λένε κάτι διαφορετικό: «Για να συμμετέχεις στο τραπέζι, πρέπει πρώτα να καταβάλεις ένα συγκεκριμένο ποσό».

Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η συζήτηση.

Γιατί αν δεχθούμε ότι κάθε έξοδος μιας θρησκευτικής ή παραδοσιακής εκδήλωσης πρέπει να καλύπτεται με ένα υποχρεωτικό ποσό στην είσοδο, τότε κάποιος θα μπορούσε αύριο να πει: γιατί να μη βάλουμε και ένα ποσό στην είσοδο της εκκλησίας για τα έξοδα λειτουργίας, καθαριότητας, συντήρησης, φωτισμού και όλα τα υπόλοιπα;

Και αν αύριο ένας άλλος πει ότι πρέπει να πληρώνουμε για να μπούμε στο πανηγύρι, ένας τρίτος για να παρακολουθήσουμε τους χορούς και ένας τέταρτος για να συμμετέχουμε σε μια άλλη θρησκευτική εκδήλωση;

Άραγε που σταματά αυτή η λογική;

Δεν το θέτω ως πραγματική πρόταση. Το θέτω ως ερώτημα για τα όρια μιας λογικής.

Διότι η παράδοση έχει και έναν άγραφο κανόνα. Δεν είναι όλα εμπορεύσιμα. Δεν είναι όλα «εισιτήριο». Και το Τραπέζι της Παναγίας δεν δημιουργήθηκε ως ένα γεύμα που αγοράζει κάποιος. Δημιουργήθηκε ως προσφορά, φιλοξενία και κοινότητα.

Και κάπου εδώ μπαίνει και το… παζάρι. Όχι το παζάρι με την έννοια της εμπορικής συναλλαγής, αλλά με την έννοια ότι πρέπει να προσέξουμε μήπως, στην προσπάθειά μας να εξασφαλίσουμε τα απαραίτητα χρήματα, αρχίσουμε σιγά σιγά να βάζουμε τιμή σε πράγματα που μέχρι χθες λειτουργούσαν διαφορετικά.

Ασφαλώς το συγκεκριμένο τραπέζι έχει κόστος. Και ασφαλώς κάποιος πρέπει να το πληρώσει. Άλλωστε μια είσοδο και μια έξοδο έχει το υπόστεγο!

Όμως οι Μενετιάτες έχουν αποδείξει διαχρονικά ότι όταν υπάρχει ανάγκη, βάζουν το χέρι στην τσέπη.

Και μάλιστα όχι μόνο στην Κάρπαθο.

Υπάρχουν Μενετιάτες στην Αμερική, στην Αθήνα, στον Πειραιά και σε κάθε γωνιά της Ελλάδας και του κόσμου. Υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν τις Μενετές χωρίς να μένουν εκεί. Υπάρχουν άνθρωποι που, όταν τους ζητηθεί να τρέξουν, θα σταθούν για έναν συγκεκριμένο σκοπό, θα βοηθήσουν.

Ίσως λοιπόν θα μπορούσε να υπάρχει μια ανοιχτή και οργανωμένη οικονομική ενημέρωση: «Αυτά είναι τα έξοδα του Τραπεζιού. Αυτά χρειάζονται για να συνεχιστεί. Όποιος θέλει και μπορεί, ας βοηθήσει».

Και τότε η προσφορά θα παραμένει προσφορά.

Και κάτι ακόμη.

Ακούστηκε ότι στις συζητήσεις γύρω από τα πεπραγμένα του τόπου υπάρχει “τοξικότητα” και “ψέμα”.

Αν το να γράφουμε, να σχολιάζουμε, να διαφωνούμε και να θέτουμε ερωτήματα για όσα συμβαίνουν στον τόπο μας θεωρείται τοξικότητα, τότε μάλλον έχουμε μπερδέψει την έννοια της κριτικής.

Η διαφορετική άποψη δεν είναι τοξικότητα. Ούτε γράφουμε ψέματα, άλλωστε γνωριζόμαστε όλοι πολύ καλά.

Μπορεί να είναι ενοχλητική. Μπορεί να είναι αυστηρή. Μπορεί κάποιος να θεωρεί ότι είναι άδικη. Μπορεί ακόμη και να είναι λανθασμένη. Όμως απαντιέται με επιχειρήματα.

Δεν απαντιέται με χαρακτηρισμούς.

Και προσωπικά, δεν θεωρώ ότι επειδή γράφω για την Κάρπαθο έχω υποχρέωση να συμφωνώ με όλα όσα γίνονται στην Κάρπαθο. Ούτε ότι επειδή κάποιος προσφέρει στον τόπο του αποκτά το αλάθητο. Ούτε έχω και συμφέρον κάτω από τραπέζι!

Το αντίθετο.

Όσο περισσότερο αγαπάμε έναν τόπο, τόσο περισσότερο δικαιούμαστε και ίσως υποχρεούμαστε να συζητάμε για όσα συμβαίνουν σε αυτόν.

Το τραπέζι των Μενετών είναι μια παράδοση που αξίζει να συνεχιστεί. Και για να συνεχιστεί, χρειάζεται ανθρώπους, κόπο και χρήματα. Κανείς δεν αμφιβάλει για αυτό.

Αλλά χρειάζεται και κάτι ακόμη: να μπορούμε να συζητάμε ελεύθερα για το πώς θέλουμε να το διατηρήσουμε.

Χωρίς παρεξηγήσεις. Χωρίς χαρακτηρισμούς.

Χωρίς να θεωρείται όποιος κάνει μια παρατήρηση ότι στρέφεται εναντίον εκείνων που εργάστηκαν. Οι κάποιων άλλων που θέλουν να είναι καλοί μαζί τους.

Αντίθετα, ίσως η καλύτερη υπηρεσία που μπορούμε να προσφέρουμε σε μια παράδοση είναι ακριβώς αυτή: να ενδιαφερόμαστε τόσο πολύ γι’ αυτήν, ώστε να συζητάμε ακόμη και για τον τρόπο με τον οποίο θα περάσει στις επόμενες γενιές

Γιατί τελικά δεν είναι μόνο τα 10 ευρώ το μεγάλο ζήτημα.

Για κάποιους ανθρώπους, όμως, ακόμη και αυτά τα 10 ευρώ είναι ένα ποσό που έχει σημασία και οφείλουμε να το σκεφτούμε κι αυτό. Μια παράδοση που απευθύνεται σε όλους καλό είναι να μην αφήνει κανέναν να αισθάνεται ότι δεν μπορεί να συμμετέχει επειδή δεν έχει τη δυνατότητα να πληρώσει.

Και υπήρξε ακόμη μια εικόνα στην είσοδο που δεν πέρασε απαρατήρητη: η εφαρμογή του ποσού δεν φάνηκε να είναι απολύτως ίδια για όλους. Υπήρχαν άνθρωποι που πλήρωσαν και άλλοι που, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, πέρασαν χωρίς να καταβάλουν το ποσό. Δεν το αναφέρουμε για να δείξουμε πρόσωπα ούτε για να δημιουργήσουμε εντυπώσεις. Το αναφέρουμε γιατί όταν υπάρχει ένα συγκεκριμένο ποσό στην είσοδο, καλό είναι οι κανόνες να είναι ξεκάθαροι και ίδιοι για όλους, ώστε να μην δημιουργούνται αμηχανία, παρεξηγήσεις ή η αίσθηση ενός άτυπου «face control».

Γιατί τελικά δεν είναι τα 10 ευρώ το μεγάλο ζήτημα.

Το μεγάλο ζήτημα είναι να μη χαθεί η ιδέα ότι στο τραπέζι της Παναγίας δεν αγοράζεις μια θέση. Κάθεσαι σε ένα τραπέζι που κάποιος σου προσφέρει και, όταν φύγεις, προσφέρεις κι εσύ ό,τι μπορείς.

Αυτό, ίσως, είναι και το πιο όμορφο κομμάτι της παράδοσης.

Και αυτό αξίζει να κρατήσουμε.

φωτογραφία αρχείου

Μανώλης Δημελλάς

18.8.2026

Καρπαθιακά Νέα