Η ιστορία της Καρπάθου είναι γεμάτη πρόσωπα που πέρασαν από το νησί και άφησαν το αποτύπωμά τους. Ανάμεσά τους και ένας Ιταλός, ο Πάολο Κροκιάντι, μια ιδιαίτερη και ταραχώδης περίπτωση της περιόδου της ιταλικής κατοχής, που από καραγωγέας βρέθηκε να διοικεί τον ενιαίο τότε Δήμο Μενετών–Αρκάσας ως Podestà.
Ο Κροκιάντι καταγόταν από την Tivoli, κοντά στη Ρώμη. Σύμφωνα με την έρευνα της ιστορικού Pamela Ballinger, είχε φτάσει στα Δωδεκάνησα το 1918 και το 1920 παντρεύτηκε Ελληνίδα, η οποία είχε περιουσία στην Κάρπαθο. Εγκαταστάθηκε στο νησί και εργάστηκε ως μηχανικός και οδηγός.
Στην Κάρπαθο έζησε για πολλά χρόνια. Η ελληνική μαρτυρία που δημοσιεύτηκε στα «Καρπαθιακά Νέα» τον Φεβρουάριο του 1946 τον παρουσιάζει να κατοικεί στο Φοινίκι της Αρκάσας και να εργάζεται ως καραγωγέας. Η ζωή του όμως άλλαξε δραματικά όταν βρέθηκε στην κορυφή της τοπικής διοίκησης.
Ο Κροκιάντι διορίστηκε Podestà στον ενιαίο τότε Δήμο Μενετών–Αρκάσας. Ο όρος δεν πρέπει να αποδίδεται απλώς ως «δήμαρχος». Το Podestà ήταν το διορισμένο διοικητικό αξίωμα που αντικατέστησε την αιρετή δημοτική αρχή στο φασιστικό ιταλικό διοικητικό σύστημα και, στα χρόνια της Κατοχής, συνέχισε να αποτελεί μορφή διορισμένης τοπικής εξουσίας.
Στην περίπτωση του Κροκιάντι, σύμφωνα με την ελληνική αφήγηση, ο διορισμός του έγινε από τις γερμανικές αρχές, αντικαθιστώντας τον Ιωάννη Ξώπαπα, ο οποίος είχε εκλεγεί στις δημοτικές εκλογές του 1936.
Η επιλογή αυτή δεν έγινε αποδεκτή από όλους. Ο Κροκιάντι μιλούσε ελληνικά με δυσκολία και, σύμφωνα με την παλαιότερη ελληνική αφήγηση, ήταν μέλος του φασιστικού κόμματος και εμφανιζόταν ως υποστηρικτής του φασισμού. Η διοίκησή του χαρακτηρίζεται αυταρχική, ενώ χαρακτηριστική παρουσιάζεται η φράση του «Όποτε θέλει εγκώ!», με την οποία φέρεται να απαντούσε όταν αμφισβητούνταν οι αποφάσεις του.
Η θέση του έγινε ακόμη πιο δύσκολη στα τελευταία χρόνια της Κατοχής.
Μετά την Επανάσταση της 5ης Οκτωβρίου 1944, η εξουσία στην Κάρπαθο πέρασε στους επαναστάτες. Την επόμενη ημέρα, 6 Οκτωβρίου, η νέα διοίκηση ανέλαβε τα κοινοτικά ζητήματα και άρχισε να ελέγχει τα οικονομικά της προηγούμενης διοίκησης.
Σύμφωνα με την αφήγηση που δημοσιεύτηκε τότε στα «Καρπαθιακά Νέα», στον έλεγχο βρέθηκε ότι ο Κροκιάντι είχε λάβει 6.600 ιταλικές λιρέτες ως έκτακτη αμοιβή για τις υπηρεσίες του.
Μετά τα γεγονότα εκείνων των ημερών, ο Κροκιάντι έφυγε από την Κάρπαθο μαζί με τη σύζυγό του.
Η ιστορία όμως δεν τελειώνει εκεί.
Ένα πολύτιμο στοιχείο έρχεται από την έρευνα της Pamela Ballinger, η οποία μελέτησε τα αρχεία της μεταπολεμικής περιόδου και τη μοίρα των Ιταλών που είχαν εγκατασταθεί στα Δωδεκάνησα. Στα αρχεία του 1946 εμφανίζεται ο P. Crocchianti, 50 ετών, καταγόμενος από την Tivoli.
Και εδώ βρίσκεται μια ενδιαφέρουσα αντίφαση.
Ενώ η παλαιότερη ελληνική αφήγηση αναφέρει ότι ο Κροκιάντι έφυγε από την Κάρπαθο μετά την Επανάσταση, τα βρετανικά αρχεία δείχνουν ότι το 1946 βρισκόταν και πάλι στην Κάρπαθο.
Μάλιστα, η κατάσταση στην οποία βρισκόταν τότε ήταν ιδιαίτερα δύσκολη.
Βρετανός αξιωματικός της British Military Administration τον περιγράφει ως εξαιρετικά αντιδημοφιλή στους κατοίκους. Αναφέρει ότι είχε πολλούς εχθρούς και ότι υπήρχαν άνθρωποι που τον απειλούσαν ακόμη και με θάνατο. Ο ίδιος ο Κροκιάντι είχε ζητήσει να εγκαταλείψει τα Δωδεκάνησα και φοβόταν τι θα μπορούσε να του συμβεί όταν θα περνούσε η διοίκηση στους Έλληνες.
Ο άνθρωπος που κάποτε είχε καθίσει στη θέση του Podestà των Μενετών–Αρκάσας, τώρα προσπαθούσε να βρει τρόπο να φύγει από τον τόπο όπου είχε ζήσει σχεδόν τρεις δεκαετίες.
Και αυτό είναι ίσως το πιο παράξενο στοιχείο της ιστορίας του.
Ο Κροκιάντι δεν ήταν ένας περαστικός Ιταλός υπάλληλος. Είχε εγκατασταθεί στην Κάρπαθο, είχε παντρευτεί Ελληνίδα, συνδεθεί με την τοπική κοινωνία και είχε αποκτήσει οικογενειακούς και περιουσιακούς δεσμούς με το νησί. Κι όμως, στο τέλος της ιταλικής κυριαρχίας, βρέθηκε αντιμέτωπος με την οργή ανθρώπων που θεωρούσαν ότι είχε υπηρετήσει το προηγούμενο καθεστώς.
Η περίπτωση του Πάολο Κροκιάντι είναι έτσι κάτι περισσότερο από την ιστορία ενός Ιταλού που κατείχε ένα διοικητικό αξίωμα στην Κάρπαθο. Είναι μια μικρή αλλά χαρακτηριστική ιστορία της ίδιας της Καρπάθου εκείνης της εποχής: της ιταλικής διοίκησης, της γερμανικής Κατοχής, της αντίστασης, της επανάστασης του 1944 και της δύσκολης μετάβασης από το ένα καθεστώς στο άλλο.
Και υπάρχει ακόμη ένα κομμάτι της ιστορίας που δεν έχει απαντηθεί.
Γιατί ακριβώς ο Κροκιάντι είχε αποκτήσει τόσους εχθρούς; Ήταν μόνο η συνεργασία του με τις κατοχικές αρχές και ο διορισμός του ως Podestà; Ή υπήρχαν συγκεκριμένες πράξεις και αποφάσεις του που προκάλεσαν βαθύτερη αντιπαλότητα;
Τα αρχεία της British Military Administration στην Κάρπαθο και οι παλιές αναφορές μπορούν πιθανότατα να δώσουν περισσότερες απαντήσεις.
Μέχρι τότε, ο Πάολο Κροκιάντι παραμένει μια από τις πιο παράξενες μορφές της νεότερης ιστορίας του νησιού: ένας Ιταλός από την Tivoli που έζησε στην Κάρπαθο, παντρεύτηκε Ελληνίδα, έγινε Podestà των Μενετών–Αρκάσας και, λίγα χρόνια αργότερα, φοβόταν ότι οι ίδιοι οι κάτοικοι του νησιού θα τον σκότωναν.
Μανώλης Δημελλάς
16.8.2026
Καρπαθιακά Νέα














