γράφει ο Μανώλης Δημελλάς
Η σιωπηλή υπόκλιση
Περάσαν οι εποχές που κρύβαν τα στάρια στα πιθάρια και τα ζωντανά στα μιτάτα, μην τύχει και περάσει ο δήμαρχος με το κόκκινο ζωνάρι — σημάδι της συμφωνίας με τον κατακτητή — και κάνει έφοδο. Μοίραζε, έλεγε, “επιταγμένα” τα καλούδια στους δικούς του, με πρόφαση τις διαταγές των Ιταλών.
Μα δεν ήταν διαταγές· ήταν λάφυρα. Και πίσω του, σιωπηλή και άγρυπνη, η κατάρα των ανθρώπων που πρόδωσε τον τόπο. Δεν έμειναν χαρτιά, ούτε φωτογραφίες από εκείνες τις μέρες της ντροπής. Μόνο κάτι γιορτές, σφιχτά παγωμένες σε ξεθωριασμένα κάδρα. Φαίνονται σαν να ‘γιναν χτες – ένα γλέντι που δεν στέγνωσε ο ιδρώτας του. Κι όμως, έχουν περάσει πενήντα, ίσως και εξήντα χρόνια.
Ποιος θυμάται; Εμείς δεν κρατάμε ούτε τα σημερινά.
Μόνη στον ντιβάνι, σ’ ένα σπίτι ήσυχο, αναλογίζεται. Τρίβει τα κουρασμένα της πόδια και αναρωτιέται αν στ’ αλήθεια είναι δικά της. Το μυαλό δουλεύει, αλλά τα πόδια αρνούνται. Δεν έχει παράπονο. Μια τάξη του δημοτικού πρόλαβε· ούτε να την τελειώσει. Αγράμματη, όχι όμως αμόρφωτη.
Αν η φτώχεια δεν της είχε κόψει τα φτερά, θα ήξερε για τις σουφραζέτες· ίσως να ήταν κι αυτή μία απ’ αυτές. Μεγάλωσε σε σπίτι με δέκα στόματα, μια πιατέλα και λίγα κουτάλια. Πεινούσαν όλη την εβδομάδα για να ‘ρθει η Κυριακή, με μακαρούνες και τηγανητό κρεμμύδι βαρύ σαν μολύβι. Χόρταινε η κοιλιά κι η ψυχή ξεχνούσε.
Βοσκή, κέντημα, ράψιμο. Όλα μόνη. Χρόνια πέρασαν χωρίς προξενιό – γιατί δίχως σπίτι και προίκα, δεν έπιανες προκοπή. Μα σε κείνο τον τόπο δεν είχαν καν κεραμίδια. Είχαν δώμα: ταράτσες από ξύλο και ψιλή πέτρα, να κρατά το νερό μακριά. Εκεί τέλειωναν και τα θαύματα.
Η σκέψη της κολλά σε μια γειτόνισσα αγαπημένη, άκληρη κι εκείνη. Την ξενιτέψαν στην Αυστραλία με μια φωτογραφία του γαμπρού – ένα ραντεβού στα τυφλά, μια ταλαιπωρία που κρατάει ακόμα. Θυμάται κι ένα παιδί φυματικό που έφτυνε αίμα· ο γιατρός τον είχε ξεγραμμένο. Περνούσε με μια τσίγκινη τσάσκα και λίγο ξινισμένο γάλα. Κανείς δεν τον πλησίαζε. Μονάχα εκείνη, του έδινε νερό. Δεν ζει πια ούτε αυτός.
Κι εκείνη συνέχισε.
Στα σαράντα και κάτι, ήρθε το προξενιό. Το ‘φερε γειτόνισσα. Ο γαμπρός είχε μια μάντρα παιδιά, από δύο χαμένες γυναίκες. Ο όρος ήταν να παντρέψουν πρώτα τις κόρες του — κι ύστερα να παντρευτούν κι εκείνοι. Έτσι ξεκίνησαν, το ’74, με βέρες σε στενό σπιτικό, χωρίς γλέντια. Έκοψε τους δεσμούς με τους δικούς της.
Η μάνα της έλεγε: «Τα παντρεμένα παιδιά δεν είναι συγγενείς, είναι γείτονες». Κι έτσι έζησε. Σαν την πεθερά της — εκείνη που κουβαλούσε αλάτι στα βουνά για να ζήσει τα παιδιά της.
Δούλεψε σε όλα. Αγροτικά, ψάρεμα, καλάθια, μεροκάματα. Έμαθε να ξεχωρίζει τα ψάρια με το γυαλί, να πλέκει ψωμαθούκες και πανιέρια. Δεν έμαθε να διαβάζει, μα όλα τα σπούδασε μόνη.
Δεν απέκτησε παιδιά. Είχε τα τρία του άντρα της — μα δεν είναι το ίδιο. Το σκέφτεται ακόμη, με κόμπο. Όλα έτρεχαν· έτρεχε κι εκείνη πίσω τους. Η επιβίωση δεν αφήνει περιθώρια για όνειρα.
Η φτώχεια έχει μυρωδιά. Βγαίνει απ’ το χνώτο σαν αχνός – μια προσπάθεια να χωνευτεί το τίποτα.
Κι αν τα όνειρα μπαίνουν σε σειρά, πρώτα πρέπει να γεμίσει το στομάχι. Μόνο τότε έχεις χρόνο να ζυγίσεις την περηφάνια.
Μα οι λέξεις δεν φτάνουν να μιλήσουν για τέτοια ζωή. Καταρρέουν μπροστά στην εμπειρία. Ό,τι και να ειπωθεί, μένει στενά μικρό.
Μονάχα ένα αξίζει:
μια σιωπηλή υπόκλιση
σε όσους έδωσαν τη ζωή τους
όχι για να ζήσουν —
μα για να αντέξουν.
25 Ιουλίου 2025
Καρπαθιακά Νέα











