Οι βουτηχτές του Αιγαίου: Ο Γιάννης Κόκκινος και τα θεριά της Καρπάθου!

Οι βουτηχτές του Αιγαίου: Ο Γιάννης Κόκκινος και τα θεριά της Καρπάθου!

Και στην Κάρπαθο υπήρχαν δύτες με τσαγανό… Γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν έζησαν απλώς την ιστορία. Την βούτηξαν!

γράφει ο Μανώλης Δημελλάς

Στην Κάρπαθο, νησί με ιστορίες θαλασσινές και μνήμες βουτηγμένες στο αλάτι, υπήρξαν κάποτε άνθρωποι που δεν δίστασαν να παλέψουν με τον βυθό, την πίεση και τα θηρία του πελάγους. Ανάμεσα στους θρύλους ξεχωρίζει εκείνη η φήμη για τον Αλέκο Πάχο, τον Σποϊτη βουτηχτή, που λέγεται πως ανέσυρε από τον βυθό την πρώτη πετρελαιογεννήτρια του νησιού όταν γλίστρησε και έπεσε κατά τη μεταφορά της. Έτσι έφεξε για πρώτη φορά στα Πηγάδια, από λάθος και από αντρειοσύνη.

Μα πάνω απ’ όλα, ας σταθούμε σε μια πιο βαθιά ιστορία. Σ’ έναν άνθρωπο που η ανάσα του μύριζε βυθό και οι μνήμες του θρύλους. Τον σφουγγαρά Γιάννη Κόκκινο. Έναν ζωντανό μύθο που κουβαλά στην πλάτη του την αλμύρα δεκαετιών.

Μια βουτιά ζωής από το 1966…

Ο Κόκκινος πρωτοβούτηξε πριν κλείσει τα δεκαοχτώ. Ξεκινούσε τσιτσίδι, με μια μάσκα δεύτερο χέρι και δύο πέδιλα, κρατώντας την ανάσα του μέχρι να τρυγήσει τον πάτο. Το 1966 άρχισε τις περιπλανήσεις του στις Κυκλάδες με καΐκι, τέσσερις μήνες σ’ ένα πέλαγος δίχως ψυγείο, με σταγονόμετρο το νερό και πληρωμή ένα τσουβάλι αλεύρι. Το βάφτισμα του σφουγγαρά έγινε έτσι: με πόνο, πίστη και ανάσα.

Έμαθε στα δύσκολα. Να ξεχωρίζει καλό από κακό σφουγγάρι, να πέφτει με σκανταλόπετρα – εκείνη την πέτρα των 12 οκάδων που τον έστελνε σαν βολίδα στον βυθό. Πριν τις μηχανές, πριν τις στολές, πριν τις ασφάλειες. Μόνο με την ανάσα του και το κουράγιο του.

Με το σκάφανδρο, σαν αστροναύτης της θάλασσας!

Ήρθε και το σκάφανδρο. Η «μουσαμαδιά», τα μολυβένια παπούτσια, η ασήκωτη περικεφαλαία. Έτσι περπατούσε στις 30 ή και 40 οργιές βάθος. Κούρευε τον βυθό, ψάρευε με τα μάτια. Πάνω στη βάρκα, ο μαρκουτσέρης μέτραγε γράδα και ματζαρόλια, τον χρόνο δηλαδή που έμενε κάτω. Δίπλα του, ο κολαουζιέρης κρατούσε το σκοινί, το σκαντάλι, να τον κατευθύνει. Όλα μετρώντας την ψυχή.

Έπειτα ήρθε το κομπρεσέρ. Ο Γιάννης έγινε αυτόνομος. Και τότε τον βρήκε η νόσος των δυτών, το 1983. Ελαφρύ το χτύπημα, αλλά αρκετό για να τον σταματήσει. Θυμάται ακόμα τον σωτήρα του, τον μακαρίτη Ηλία Ζερβουδάκη.  Από τότε δε βούτηξε ξανά.

Ο καπνός ως διάγνωση

Ένα από τα παράξενα των σφουγγαράδων ήταν το τσιγάρο. Όπως έβγαινε ο βουτηχτής απ’ τη θάλασσα, πριν βγάλει στολή, του κολλούσαν ένα στριφτό στο στόμα. Αν άντεχε την πρώτη ρουφηξιά, ήταν καλά. Αν όχι… σήμαινε πως είχε τσακωθεί με τη νόσο. Και τότε ή θάλαμος αποσυμπίεσης, ή πίσω στη θάλασσα μήπως η πίεση γιατρέψει ό,τι η στεριά δεν μπορούσε.

Σκυλόψαρα, θεριά, σιωπές…

Ο Γιάννης έχει ξεχάσει τα μεγάλα ψάρια, τους γαλέους και τους βυθούς που έμοιαζαν με μαύρη πίσσα. Αλλά θυμάται εκείνον τον “γλυκαμένο” σκύλο που επιτέθηκε στον θείο του, τον Νίκο Κουτσουράη. Θυμάται κι εκείνο το τεράστιο σκυλόψαρο με τα δύο πτερύγια που τον ακολούθησε σιωπηλά κάτω από τις 20 οργιές. Σήμερα δεν μιλά. Ξέρει πως οι στεριανοί τρομάζουν με τέτοιες αφηγήσεις. Γιατί δεν πιστεύουν πως στα νερά μπορεί να κατοικεί το ανεξήγητο. Μα, τι παράξενο… το ίδιο κάνουν και με τους ανθρώπους.

Από την άπνοια στο σπορ

Κάποτε οι σκανταλόπετρες ήταν εργαλείο επιβίωσης. Σήμερα, η άπνοια είναι άθλημα. Διεθνές. Με βαθμολογίες, ρεκόρ, αδρεναλίνη. Εκατοντάδες νέοι δύτες κυνηγούν τα πιο βαθιά τους όρια. Κι όμως, κανείς δεν μπορεί να φτάσει πιο βαθιά από τις αναμνήσεις του Γιάννη Κόκκινου. Κάποτε, έτσι να θυμόμαστε, η Κάρπαθος φιλοξένησε το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Σκανταλόπετρας μα αυτά είναι περασμένα μεγαλεία…

Η ιστορία του συνεχίζει να στέκει…

Σήμερα, στο μπαλκόνι του Κόκκινου στα Πηγάδια, έχει θέα όλο το λιμάνι. Εκεί όπου κάποτε ξεκινούσαν τα ψυχωμένα καΐκια. Σ’ αυτό το μπαλκόνι κοιτάς το πιο ιστορικό σημείο ελεύθερης κατάδυσης. Εκεί όπου κάποτε ο χρόνος πάγωνε για λίγα λεπτά αναπνοής και αναφέρομαι στη βουτιά του θρύλου Στάθη Χατζή!

Ο Γιάννης δεν βουτά πια. Μα κρατά μέσα του όλη τη θάλασσα.

Γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν έζησαν απλώς την ιστορία.

Την βούτηξαν!!!

25.7.2025

Καρπαθιακά Νέα