Μια ομιλία που ξεπέρασε τα όρια μιας απλής παρουσίασης βιβλίου και μετατράπηκε σε μια βαθιά αναζήτηση των ριζών, της μνήμης και της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού.
Το Σάββατο 13 Ιουνίου 2026, στην αίθουσα του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη στον Πειραιά, ο ερευνητής και συγγραφέας Ιωάννης Βασιλάκης παρουσίασε το βιβλίο του για τα οθωμανικά κατάστιχα της Καρπάθου και της Κάσου, φωτίζοντας άγνωστες πτυχές της ζωής στα δύο νησιά από τον 16ο έως τις αρχές του 18ου αιώνα.
Μέσα από πρωτογενείς πηγές που έρχονται για πρώτη φορά στο φως, αναδείχθηκαν οι άνθρωποι που έζησαν έναν αιώνα πριν από το Ολοκαύτωμα της Κάσου. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες των ηρώων του 1824 αποκτούν πρόσωπο, όνομα και θέση στην ιστορία, αποδεικνύοντας ότι η θυσία της Κάσου δεν υπήρξε ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά η κορύφωση μιας μακράς πορείας μνήμης, πίστης και ελληνικής συνείδησης.


Αγαπητέ Πρόεδρε της Ομοσπονδίας Δωδεκανησιακών Σωματείων Αθηνών – Πειραιώς,
Αγαπητοί εκπρόσωποι των αρχών και των φορέων,
Αγαπητοί φίλοι,
πριν ξεκινήσω, θα ήθελα να εκφράσω τις θερμές μου ευχαριστίες προς το Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη για τη φιλοξενία της σημερινής εκδήλωσης και για τη διαχρονική προσφορά του στην ανάδειξη της ιστορικής μνήμης του Ελληνισμού. Ευχαριστώ επίσης την Ομοσπονδία Δωδεκανησιακών Σωματείων Αθηνών-Πειραιώς για την πρωτοβουλία και τη διοργάνωση της σημερινής βραδιάς, καθώς και τους εκλεκτούς παρουσιαστές του βιβλίου, τον κ. Μ.Χανιώτη και τον κ. Μ.Αλεξιάδη, για την τιμή που μου κάνουν για άλλη μία φορά με την παρουσία και τις σκέψεις τους , που έφεραν νέα φώτα και ερμηνείες στην ιστορία μου.
Πέρα όμως από την επιστημονική τους συμβολή, νιώθω την ανάγκη να εκφράσω, την ευγνωμοσύνη μου προς δύο αληθινούς φίλους. Η πολύχρονη φιλία τους, το ήθος, η γενναιοδωρία και η ανθρώπινη παρουσία τους στάθηκαν για μένα ανεκτίμητη πηγή ενθάρρυνσης και εμπιστοσύνης.
Δεν μπορώ επίσης να μην αναφερθώ σε έναν άνθρωπο ,που είναι εδώ σήμερα μαζί μας , χωρίς τη συμβολή του οποίου το βιβλίο αυτό δύσκολα θα είχε πάρει τη σημερινή του μορφή. Αναφέρομαι στον ιστορικό ερευνητή και συγγραφέα Γιώργο Καλαβέσιο, ο οποίος αφιέρωσε πολλά χρόνια στη μελέτη των οθωμανικών αρχείων και ιδιαίτερα των φορολογικών καταστίχων. Η συμβολή του στον εντοπισμό των πηγών στην Τουρκία, στη μεταγραφή τους και στην ερμηνεία τους υπήρξε καθοριστική. Τον ευχαριστώ δημόσια για τη συνεργασία, τη γνώση, την υπομονή και την εμπιστοσύνη που μου έδειξε σε όλη αυτή τη διαδρομή.
Ευχαριστώ από καρδιάς τους ανθρώπους της Καρπάθου, της Ηρωικής Νήσου Κάσου και ολόκληρης της Δωδεκανήσου που αγκάλιασαν αυτή την προσπάθεια .Ευχαριστώ επίσης όλους τους συνεργάτες και φίλους που συνέβαλαν στην έρευνα και την έκδοση του έργου, καθώς και τον εκδότη και αγαπητό φίλο Χρήστο Κατσαούνη, που πίστεψε σε αυτό το έργο από την πρώτη στιγμή και στάθηκε πολύτιμος συνοδοιπόρος στην ολοκλήρωσή του.


Τέλος, επιτρέψτε μου μια προσωπική αναφορά. Το βιβλίο αυτό είναι αφιερωμένο στα παιδιά μου, με την ευχή να θυμούνται πάντοτε τις ρίζες τους και να γνωρίζουν ότι η ιστορία και η μνήμη αποτελούν πολύτιμο μέρος της ταυτότητάς μας. Και πάνω απ’ όλα, ευχαριστώ τη σύζυγό μου για την υπομονή και τη στήριξή της όλα αυτά τα χρόνια. Γιατί κανένα έργο πολλών ετών δεν ολοκληρώνεται χωρίς ανθρώπους που στέκονται σιωπηλά δίπλα σου σε όλη τη διαδρομή.
Βρισκόμαστε σήμερα εδώ, δύο αιώνες και πλέον μετά το Ολοκαύτωμα της Κάσου, για να τιμήσουμε μια από τις πιο δραματικές αλλά και πιο φωτεινές στιγμές της ιστορίας του Αιγαίου. Η Κάσος πλήρωσε βαρύ τίμημα για την ελευθερία της. Όμως το Ολοκαύτωμα του 1824 δεν υπήρξε μόνο μια πράξη θυσίας. Υπήρξε η κορύφωση μιας πολύ μακρύτερης ιστορικής διαδρομής. Για να φτάσει ένας λαός να θυσιαστεί για την ελευθερία του, πρέπει πρώτα να γνωρίζει ποιος είναι. Πρέπει να έχει συνείδηση της ταυτότητάς του, της ιστορίας του και των δεσμών που τον ενώνουν με τις προηγούμενες γενιές. Και ακριβώς αυτή τη βαθύτερη διαδρομή επιχειρεί να φωτίσει η έκδοση αυτή που παρουσιάζουμε σήμερα. Όχι τη στιγμή της θυσίας, αλλά τις ρίζες που έκαναν δυνατή τη θυσία.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η βαθύτερη εξήγηση της θυσίας της Κάσου. Οι άνθρωποι που ανέβηκαν στα πλοία της Επανάστασης, που πολέμησαν και που προτίμησαν την καταστροφή από την υποταγή, δεν γεννήθηκαν ξαφνικά το 1824. Είχαν διαμορφωθεί μέσα σε κοινότητες με βαθιά ιστορική συνείδηση, με ισχυρούς οικογενειακούς δεσμούς, με ακλόνητη πίστη και με αίσθηση συλλογικής ευθύνης. Οι ίδιοι άνθρωποι που συναντούμε έναν και δύο αιώνες νωρίτερα στα κατάστιχα ως γεωργούς, ναυτικούς, κτηνοτρόφους και οικογενειάρχες, είναι οι πρόγονοι εκείνων που λίγες γενιές αργότερα ήταν έτοιμοι να θυσιάσουν περιουσίες, σπίτια και την ίδια τους τη ζωή για την ελευθερία. Το Ολοκαύτωμα της Κάσου δεν υπήρξε μια ιστορική έκρηξη χωρίς παρελθόν. Υπήρξε η κορύφωση μιας μακράς πορείας ελληνικής συνείδησης, μνήμης και ελευθερίας που είχε οικοδομηθεί αθόρυβα επί αιώνες.
Οι εκλεκτοί παρουσιαστές μίλησαν ήδη για την επιστημονική διάσταση του έργου. Εγώ, ως συγγραφέας, θα ήθελα να σταθώ σε κάτι διαφορετικό. Στο γιατί γράφτηκε αυτό το βιβλίο και σε όσα κατάλαβα μέσα από αυτή την πολύχρονη έρευνα.
Στο εξώφυλλο του βιβλίου επέλεξα να συνυπάρχουν δύο διαφορετικές εικόνες του ίδιου κόσμου τον 17ο αιιώνα. Η πρώτη είναι ένα οθωμανικό δρομολόγιο από την Κωνσταντινούπολη προς τη Σαρία της Καρπάθου. Η δεύτερη είναι ένας δυτικός χάρτης της ίδιας εποχής (Francesco Piacenza 1688). Και η συνύπαρξή τους δεν είναι τυχαία.


Για πολλά χρόνια η ιστορία των νησιών μας στηρίχθηκε κυρίως σε περιηγητές, χαρτογράφους και εξωτερικούς παρατηρητές. Οι χάρτες αυτοί είναι πολύτιμοι και αποτελούν σπουδαία ιστορικά τεκμήρια. Όμως συχνά παρουσιάζουν μια εικόνα που δεν ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα. Άλλοτε παραλείπουν υπαρκτούς οικισμούς, άλλοτε μεταφέρουν λανθασμένα τοπωνύμια και άλλοτε δημιουργούν μια εικόνα πληθυσμών και χωριών που δεν επιβεβαιώνεται από τις διοικητικές πηγές.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται η σημασία των οθωμανικών καταστίχων. Για πρώτη φορά δεν βλέπουμε την Κάρπαθο και την Κάσο μέσα από τα μάτια ενός ταξιδιώτη ή ενός χαρτογράφου. Τις βλέπουμε μέσα από τα επίσημα διοικητικά έγγραφα του κράτους που τις φορολογούσε. Βλέπουμε επιτέλους ποια χωριά υπήρχαν πραγματικά, πόσοι άνθρωποι κατοικούσαν σε αυτά, τι παρήγαν, τι καλλιεργούσαν και τι φόρους πλήρωναν.
Με άλλα λόγια, οι χάρτες μας δείχνουν πώς φαντάζονταν οι άλλοι τα νησιά μας. Τα κατάστιχα μας δείχνουν πώς ήταν πραγματικά.
Όταν ξεκίνησα να μελετώ τα οθωμανικά κατάστιχα της Καρπάθου και της Κάσου, δεν αναζητούσα απλώς νέα ιστορικά στοιχεία. Αναζητούσα να καταλάβω πώς έφτασαν μέχρι τις ημέρες μας αυτές οι μικρές κοινωνίες του Αιγαίου, πώς διατήρησαν τη γλώσσα, την πίστη, τα ονόματα, τις παραδόσεις και την ταυτότητά τους μέσα σε αιώνες ξένης κυριαρχίας. Και όσο προχωρούσε η έρευνα, τόσο συνειδητοποιούσα ότι τα κατάστιχα αυτά δεν μιλούν μόνο για φόρους και περιουσίες. Μιλούν για ανθρώπους. Για κοινότητες. Για οικογένειες. Για τη συνέχεια ενός κόσμου που κατάφερε να επιβιώσει χωρίς να χάσει τον εαυτό του.
Ίσως γι’ αυτό δεν φοβήθηκα ποτέ αυτές τις οθωμανικές πηγές. Αντιθέτως, τις αναζήτησα. Γιατί ήμουν βέβαιος ότι η ιστορία δεν έχει να φοβηθεί τα τεκμήρια. Όταν μια κοινωνία γνωρίζει ποια είναι, δεν φοβάται τα αρχεία κανενός κατακτητή. Και τελικά τα ίδια τα κατάστιχα επιβεβαίωσαν ότι πίσω από τις διοικητικές καταγραφές υπήρχαν οι άνθρωποι των χωριών μας, οι πρόγονοί μας, οι κοινότητές μας. Γι’ αυτό πιστεύω ότι το βιβλίο αυτό δεν αφορά μόνο την Κάρπαθο και την Κάσο. Αφορά ολόκληρη τη Δωδεκάνησο. Και ίσως γι’ αυτό αποτελεί την πρώτη συστηματική προσπάθεια να φωτιστεί, μέσα από οθωμανικές πηγές, ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας των νησιών μας.
Και επιτρέψτε μου να επισημάνω κάτι ακόμη. Για δεκαετίες η ιστορία της Δωδεκανήσου γράφτηκε σχεδόν αποκλειστικά μέσα από ελληνικές, ιταλικές και δυτικοευρωπαϊκές πηγές. Τα οθωμανικά αρχεία παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό άγνωστα και αναξιοποίητα. Όχι επειδή δεν είχαν αξία, αλλά επειδή η γλώσσα, η γραφή και η δυσκολία πρόσβασης τα καθιστούσαν απρόσιτα. Το βιβλίο αυτό αποτελεί την πρώτη συστηματική προσπάθεια να ακουστεί και αυτή η φωνή των πηγών για την Κάρπαθο και την Κάσο.
Δέκα μήνες έχουν περάσει από την πρώτη παρουσίαση αυτού του βιβλίου στην γενέτειρα μου στο Όθος της Καρπάθου και από τη δεύτερη στην Ηρωική Κάσο. Δέκα μήνες συζητήσεων, προβληματισμού, νέων αναγνώσεων, αλλά κυρίως δέκα μήνες συναντήσεων με ανθρώπους που αναζήτησαν μέσα στις σελίδες του κάτι βαθύτερο από μια ιστορική πληροφορία. Αναζήτησαν τον εαυτό τους. Αναζήτησαν το χωριό τους, το επώνυμό τους, τους προγόνους τους. Αναζήτησαν τις ρίζες τους. Και τότε κατάλαβα ότι το έργο αυτό δεν μιλούσε τελικά μόνο για το παρελθόν.
Μιλούσε για τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη να γνωρίζουμε ποιοι είμαστε. Και μέσα από αυτή τη διαδρομή συνειδητοποίησα ότι το βιβλίο αυτό δεν απαντά μόνο σε ερωτήματα που αφορούν την Κάρπαθο και την Κάσο. Αγγίζει ένα πολύ μεγαλύτερο ζήτημα. Ένα ερώτημα που συνοδεύει ολόκληρη την ιστορική πορεία του Ελληνισμού. Πώς ένας λαός χωρίς κράτος επί τέσσερις σχεδόν αιώνες παρέμεινε Έλληνας; Πώς ένας κόσμος που έχασε την πολιτική του ελευθερία δεν έχασε την ταυτότητά του; Πώς φτάσαμε από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης στην Επανάσταση του 1821 και από εκεί στη νεότερη Ελλάδα;
Σήμερα, λοιπόν, δεν μιλάμε μόνο για την Κάρπαθο και την Κάσο. Μιλάμε για ολόκληρη τη Δωδεκάνησο. Μιλάμε για τα προνομιούχα νησιά του Αρχιπελάγους, για τις Νότιες Σποράδες των παλαιών γεωγράφων. Για εκείνες τις μικρές νησιωτικές κοινωνίες που στάθηκαν στο νοτιοανατολικό άκρο του Ελληνισμού και έγιναν οι ακοίμητοι φρουροί του Αιγαίου. Για νησιά που γνώρισαν αυτοκρατορίες, κατακτητές και αλλεπάλληλες πολιτικές μεταβολές, είδαν σημαίες να υψώνονται και να κατεβαίνουν, αλλά δεν άλλαξαν ποτέ ψυχή. Για κοινωνίες που βρέθηκαν πολλές φορές στην περιφέρεια της πολιτικής ιστορίας, αλλά βρέθηκαν πάντοτε στον πυρήνα της εθνικής συνέχειας.
Ανατρέποντας την κοινή πεποίθηση ότι η οθωμανική παρουσία ισοπέδωσε τα πάντα, τα κατάστιχα αποδεικνύουν ότι ο Ελληνισμός στην Κάρπαθο και τη Κάσο παρέμεινε όρθιος: η Ορθοδοξία άντεξε, η ελληνική γλώσσα κυριάρχησε, τα επώνυμα και τα τοπωνύμια διασώθηκαν.
Η κοινωνία, όπως προκύπτει από τις καταγραφές, δεν λύγισε προσαρμόστηκε χωρίς να αλλοιωθεί, φορολογήθηκε αλλά δεν εξισλαμίστηκε.
Το βιβλίο αυτό ξεκίνησε ως μια προσπάθεια ανάγνωσης τριών οθωμανικών φορολογικών καταστίχων της Καρπάθου και της Κάσου, των ετών 1593, 1672 και 1711. Στην πορεία όμως αποδείχθηκε κάτι πολύ περισσότερο. Αποδείχθηκε ένα παράθυρο προς έναν ολόκληρο κόσμο. Έναν κόσμο που σπάνια πρωταγωνιστεί στα μεγάλα εγχειρίδια της ιστορίας. Τον κόσμο των απλών ανθρώπων. Των οικογενειών. Των χωριών. Των κοινοτήτων. Των ανθρώπων που δεν άφησαν πίσω τους μνημεία και αγάλματα , αλλά άφησαν κάτι πολύ σημαντικότερο. Άφησαν τη συνέχεια.
Όταν ανοίγουμε αυτά τα κατάστιχα δεν βλέπουμε μόνο φόρους, χωράφια, μύλους, ζώα και περιουσίες. Βλέπουμε ανθρώπους. Βλέπουμε τον Γεώργιο, τον Ιωάννη, τον Μηνά, τον Δημήτριο. Βλέπουμε ονόματα που εξακολουθούν να ακούγονται στα χωριά μας. Βλέπουμε οικογένειες που συνεχίζουν να υπάρχουν. Βλέπουμε τοπωνύμια που επιβιώνουν μέχρι σήμερα. Βλέπουμε μια κοινωνία που φορολογείται αλλά δεν αλλοιώνεται. Που προσαρμόζεται αλλά δεν ξεριζώνεται. Που ζει μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία χωρίς να παύει να ανήκει σε έναν άλλο κόσμο. Στον κόσμο της Ρωμιοσύνης.
Τι μας αποκαλύπτουν με αριθμούς και όχι με θεωρία τελικά τα οθωμανικά κατάστιχα για την Κάρπαθο και την Κάσο;
Το 1593 η Κάρπαθος καταγράφεται με 404 οικογένειες και περίπου 1.616 κατοίκους. Ο πληθυσμός συγκεντρώνεται κυρίως στην Όλυμπο με 752 κατοίκους, στο Κοράκι με 736 και στις Μενετές με 128.
Το 1672 η εικόνα είναι εντυπωσιακά διαφορετική. Ο πληθυσμός φθάνει τους 2.226 κατοίκους, παρουσιάζοντας αύξηση σχεδόν 40% μέσα σε ογδόντα χρόνια. Καταγράφονται πλέον η Σαρία με 504 κατοίκους, το Μεσοχώρι με 257, οι Μενετές με 243, ο Ξάνεμος – ο σημερινός Όθος – με 186 κατοίκους, οι Πυλές με 172 και η Σπόα με 72 κατοίκους.
Το ίδιο κατάστιχο μας επιτρέπει να δούμε και την οικονομία του νησιού. Καταγράφονται 10.759 καφίζ καλλιεργούμενης γης, 893 καφίζ αμπελώνων, 2.965 πρόβατα, 265 κυψέλες, 8 νερόμυλοι και 9 ανεμόμυλοι.
Μαθαίνουμε ακόμη ότι το Κοράκι παράγει το 54% των αμπελιών του νησιού, το 63% των συκιών, το 76% των καρυδιών και το 80% των ελιών. Ο Ξάνεμος διαθέτει τα δύο τρίτα των ανεμόμυλων της Καρπάθου, ενώ οι Πυλές το υπόλοιπο ένα τρίτο.
Το 1711 η Κάρπαθος καταγράφεται με περίπου 1.560 κατοίκους και μόλις πέντε μουσουλμάνους. Η κοινωνία παραμένει συντριπτικά χριστιανική και ελληνόφωνη. Παράλληλα το νησί εξακολουθεί να καταβάλλει κατ’ αποκοπήν φόρο 120.000 άσπρων ετησίως, διατηρώντας το ιδιαίτερο φορολογικό του καθεστώς.
Η Κάσος το 1672 αριθμεί περίπου 412 κατοίκους και το 1711 περίπου 501 κατοίκους. Καταγράφονται 281 πρόβατα, 37 κυψέλες, 138 καφίζ αμπελώνων και 6 ανεμόμυλοι. Από τις 25 χήρες που απογράφονται το 1711, οι 15 προέρχονται από την Κρήτη, μια ζωντανή μαρτυρία των συνεπειών του Κρητικού Πολέμου.
Όταν λοιπόν διαβάζουμε σήμερα τα ονόματά τους στα κατάστιχα, δεν διαβάζουμε μια απλή φορολογική απογραφή. Διαβάζουμε το πρώτο κεφάλαιο της ιστορίας που, έναν αιώνα αργότερα, θα κορυφωθεί με το Ολοκαύτωμα της Κάσου και θα χαρίσει στο μικρό αυτό νησί μια θέση στην αθανασία του Ελληνισμού.
Οι 501 Χριστιανοί κάτοικοι που καταγράφονται στην Κάσο το 1711 είναι οι παππούδες και οι γιαγιάδες των ηρώων του 1824.
Γι’ αυτό τα κατάστιχα δεν είναι απρόσωποι αριθμοί. Είναι η ζωντανή γενεαλογία της θυσίας της Κάσου.
Αυτά τα κατάστιχα δεν μας δίνουν μόνο αριθμούς. Μας επιτρέπουν να δούμε με ακρίβεια πόσοι ήταν οι κάτοικοι, πού ζούσαν, τι παρήγαν, πόσους μύλους λειτουργούσαν, πόσα ζώα εκτρέφονταν και ποιοι φόροι βάραιναν τις κοινότητές τους.
Για πρώτη φορά η Κάρπαθος και η Κάσος του 16ου, του 17ου και των αρχών του 18ου αιώνα αποκτούν μετρήσιμο πρόσωπο μέσα από τις ίδιες τις πρωτογενείς πηγές της εποχής.
Εκεί κατάλαβα ότι τα κατάστιχα δεν είναι λογιστικά βιβλία.
Είναι βιβλία ανθρώπων.
Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο συμπέρασμα όλης της έρευνας.
Ότι η Ρωμιοσύνη της Καρπάθου και της Κάσου δεν διατηρήθηκε από αφηρημένες έννοιες.
Τη διατήρησαν πραγματικοί άνθρωποι.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο ιστορικό θαύμα του Ελληνισμού. Οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν κράτος. Δεν είχαν στρατό. Δεν είχαν πολιτική ισχύ. Δεν διέθεταν τίποτε από εκείνα που συνήθως θεωρούμε απαραίτητα για την επιβίωση ενός έθνους. Είχαν όμως γλώσσα. Είχαν πίστη. Είχαν μνήμη. Και τελικά αυτά αποδείχθηκαν ισχυρότερα από κάθε στρατό και από κάθε αυτοκρατορία.
Όπως έγραψε ο σπουδαίος Σεφέρης, «η γλώσσα μας δεν κουβαλάει μονάχα τις λέξεις ,κουβαλάει τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο». Και αυτόν ακριβώς τον ελληνικό τρόπο, που περνούσε από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά, μιλούσαν οι άνθρωποι της Καρπάθου και της Κάσου.
Η οικογένεια δεν ήταν απλώς μια ιδιωτική υπόθεση ήταν ο μηχανισμός επιβίωσης της μνήμης και της ταυτότητας. Κάθε παιδί που έπαιρνε το όνομα του παππού ή της γιαγιάς του γινόταν κρίκος μιας αλυσίδας που δεν έσπασε ποτέ. Τα ονόματα των Αγίων, τα βυζαντινά ονόματα και τα παλιά επώνυμα που συναντούμε στα κατάστιχα δεν είναι απλές λέξεις είναι κιβωτοί μνήμης. Μαρτυρούν ότι, παρά την οθωμανική κυριαρχία, οι κάτοικοι διατήρησαν τη γλώσσα τους, την ορθόδοξη πίστη τους, τις παραδόσεις τους και τη συνείδηση της καταγωγής τους.
Η παράδοση δεν υπήρξε απλώς ανάμνηση του παρελθόντος υπήρξε η γέφυρα που ένωσε τις γενιές και μετέφερε στο μέλλον ό,τι θεωρούσαν πολύτιμο. Γι’ αυτό και η Κάρπαθος και η Κάσος δεν εμφανίζονται μέσα από τα κατάστιχα ως κοινωνίες λησμονημένες ή αδρανείς, αλλά ως ζωντανά κύτταρα της Ρωμιοσύνης, που κράτησαν άσβεστη τη μνήμη του Ελληνισμού μέχρι την ώρα που αυτή η μνήμη μετατράπηκε σε ελευθερία και αγώνα.
Γι’ αυτό και τα κατάστιχα αποκαλύπτουν μια πραγματικότητα που συχνά ξεχνάμε. Στα δώδεκα προνομιούχα νησιά του Αρχιπελάγους ο μουσουλμανικός πληθυσμός υπήρξε ελάχιστος. Οι τοπικές κοινωνίες διατήρησαν τη δημογραφική, θρησκευτική και πολιτισμική τους φυσιογνωμία με τρόπο εντυπωσιακό. Η ελληνική γλώσσα παρέμεινε κυρίαρχη. Η Ορθοδοξία παρέμεινε ο πυρήνας της κοινωνικής ζωής. Τα ονόματα, οι παραδόσεις, οι κοινότητες και οι οικογένειες συνέχισαν να λειτουργούν ως φορείς συνέχειας.
Και τότε γεννιέται ένα δεύτερο ερώτημα. Πώς αυτές οι μικρές κοινωνίες όχι μόνο επέζησαν αλλά και δημιούργησαν; Πώς πάνω σε άνυδρους και απόκρημνους βράχους γεννήθηκαν τόσοι σπουδαίοι άνθρωποι; Πώς μικρά χωριά της Καρπάθου, της Κάσου, της Πάτμου, της Καλύμνου, της Σύμης και των άλλων νησιών γέννησαν ναυτικούς, εμπόρους, λογίους, κληρικούς, πολιτικούς, επιστήμονες, αγωνιστές και εθνικούς ευεργέτες;
Η απάντηση βρίσκεται στη δύναμη της κοινότητας. Τα χωριά της Καρπάθου και της Κάσου, όπως και ολόκληρης της Δωδεκανήσου, δεν ήταν απλώς τόποι κατοίκησης. Ήταν σχολεία χαρακτήρων. Εκεί ο άνθρωπος δεν ανήκε μόνο στον εαυτό του. Ανήκε στην οικογένεια, στην κοινότητα, στη μνήμη των προγόνων και στην υποχρέωση να σταθεί αντάξιος όσων προηγήθηκαν. Από μικρός μάθαινε ότι η ζωή δεν είναι μόνο δικαίωμα αλλά και χρέος. Χρέος απέναντι στον τόπο, στην πίστη, στην οικογένεια και στην ιστορία.
Και ίσως εδώ να βρίσκεται η βαθύτερη εξήγηση της ιστορικής αντοχής των νησιών μας. Διότι οι κοινωνίες της Καρπάθου, της Κάσου και ολόκληρης της Δωδεκανήσου δεν διατήρησαν απλώς έναν πληθυσμό. Διατήρησαν έναν τρόπο ζωής. Διατήρησαν έναν κώδικα αξιών. Διατήρησαν μια συλλογική αυτογνωσία που μεταδιδόταν αθόρυβα από γενιά σε γενιά. Οι άνθρωποι αυτοί δεν μάθαιναν την ελληνικότητά τους μέσα από βιβλία ιστορίας. Τη ζούσαν καθημερινά. Τη συναντούσαν στη γλώσσα που μιλούσαν στο σπίτι, στις εικόνες της εκκλησίας, στα τραγούδια, στα πανηγύρια, στα έθιμα, στα οικογενειακά ονόματα, στη μνήμη των προγόνων. Η ελληνική συνείδηση δεν αποτελούσε θεωρητική κατασκευή. Ήταν καθημερινή εμπειρία.


Από αυτή τη μήτρα γεννήθηκαν οι μορφές που συναντούμε αργότερα στην ιστορία του Ελληνισμού. Οι αγωνιστές του 1821. Οι εθελοντές των εθνικών αγώνων. Οι δάσκαλοι του Γένους. Οι ναυτικοί που διέσχισαν τους ωκεανούς. Οι ευεργέτες που έκτισαν σχολεία και εκκλησίες. Κανείς τους δεν γεννήθηκε στο κενό. Όλοι προήλθαν από αυτές τις κοινότητες. Από αυτά τα χωριά. Από αυτή τη μεγάλη σχολή χαρακτήρων που ονομάζεται Αιγαίο.
Αν κάτι με δίδαξαν αυτά τα κατάστιχα, δεν είναι μόνο το παρελθόν των νησιών μας. Είναι και η ευθύνη του παρόντος μας. Οι πρόγονοί μας κλήθηκαν να διαφυλάξουν την ταυτότητά τους χωρίς κράτος. Άλλοι κλήθηκαν να πολεμήσουν για την ελευθερία. Άλλοι να κρατήσουν ζωντανή τη γλώσσα και την πίστη. Η δική μας γενιά καλείται να αντιμετωπίσει έναν διαφορετικό κίνδυνο. Όχι τον κίνδυνο της κατάκτησης αλλά τον κίνδυνο της λήθης.
Η αξία αυτής της ιστορίας δεν βρίσκεται μόνο σε όσα μας αποκαλύπτει για το παρελθόν. Βρίσκεται και σε όσα μας διδάσκει για το παρόν. Γιατί σε έναν κόσμο όπου οι ταυτότητες συχνά αμφισβητούνται, όπου η ιστορική μνήμη δοκιμάζεται και όπου οι κοινωνίες αναζητούν ξανά τα σημεία αναφοράς τους, η εμπειρία των νησιών μας υπενθυμίζει μια απλή αλήθεια: η πραγματική δύναμη ενός λαού δεν βρίσκεται μόνο στα σύνορα ή στους θεσμούς του, αλλά στη συνείδηση των ανθρώπων του και στη γνώση της ιστορικής τους συνέχειας.
Γι’ αυτό το βιβλίο δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Αφορά και το μέλλον. Μέσα στους δέκα μήνες που ακολούθησαν την έκδοσή του, άνθρωποι κάθε ηλικίας αναζήτησαν στις σελίδες του όχι πληροφορίες αλλά τον ίδιο τους τον εαυτό. Αναζήτησαν τον παππού τους, το χωριό τους, το όνομά τους, τις ρίζες τους. Νέοι άνθρωποι ανακάλυψαν ότι η ιστορία τους δεν αρχίζει στον 20ό αιώνα αλλά χάνεται μέσα στους αιώνες. Γιατί τελικά το παρελθόν δεν είναι πίσω μας. Είναι μέσα μας. Και αυτό ίσως είναι το μεγαλύτερο κέρδος αυτού του έργου.


Ότι η Δωδεκάνησος απέκτησε το πρώτο ολοκληρωμένο έργο βασισμένο στα οθωμανικά κατάστιχα των νησιών της. Ένα έργο που δεν δίνει οριστικές απαντήσεις αλλά ανοίγει δρόμους. Δρόμους για νέες έρευνες, νέα βιβλία και νέες αναζητήσεις. Για πρώτη φορά τα οθωμανικά κατάστιχα δεν φωτίζουν μόνο την Κάρπαθο και την Κάσο. Φωτίζουν τον ίδιο τον μηχανισμό επιβίωσης της Δωδεκανήσου.
Γι’ αυτό και η ιστορία των νησιών μας δεν είναι μια τοπική ιστορία. Είναι ένα κεφάλαιο της ιστορίας του ίδιου του Ελληνισμού. Είναι η ιστορία του τρόπου με τον οποίο η γλώσσα, η πίστη, τα ήθη και έθιμα ,η οικογένεια και η κοινότητα λειτούργησαν ως θεσμοί επιβίωσης μέσα στους αιώνες. Είναι η ιστορία ενός κόσμου που δεν διέθετε πολιτική ισχύ αλλά διέθετε κάτι βαθύτερο: αυτογνωσία. Και τελικά η αυτογνωσία αυτή αποδείχθηκε ισχυρότερη από την ισχύ των αυτοκρατοριών.
Οι άνθρωποι που συναντάμε στα κατάστιχα δεν γνώριζαν ότι γράφουν ιστορία. Απλώς ζούσαν, εργάζονταν, μεγάλωναν παιδιά και κρατούσαν ζωντανές τις κοινότητές τους. Και όμως, πάνω στους ώμους αυτών των αφανών ανθρώπων στηρίχθηκε η συνέχεια του Ελληνισμού.
Τα οθωμανικά κατάστιχα που μελετήσαμε, εκεί στα νησιά της Καρπάθου και της Κάσου, δεν αφήνουν ίχνος αμφιβολίας: τέσσερις αιώνες σκλαβιάς δεν κατάφεραν να σβήσουν τέσσερις χιλιετίες ταυτότητας.
Και ίσως γι’ αυτό αποκτούν ιδιαίτερο νόημα οι στίχοι του Γιάννη Ρίτσου:
«Τούτη η πατρίδα δε πουλιέται, δεν προσκυνούνε οι ζωντανοί, δεν παραδίνουνε τα κλειδιά.»
Και τα νησιά μας δεν παρέδωσαν ποτέ τα κλειδιά τους. Τα φύλαξαν μέσα από τη Ρωμιοσύνη αθόρυβα, αλλά με μια δύναμη ανίκητη, που δεν ξεχνά.
Γιατί τελικά αυτό είναι το πραγματικό νόημα της ιστορίας. Όχι να θαυμάζουμε το παρελθόν. Αλλά να κατανοούμε ποιοι είμαστε. Να γνωρίζουμε από πού ερχόμαστε ώστε να γνωρίζουμε προς τα πού πηγαίνουμε.
Και αν υπάρχει ένα μήνυμα που οφείλουμε να κρατήσουμε σήμερα, είναι το εξής:
Δεν επιβιώσαμε επειδή μας προστάτευσε κάποιος.
Επιβιώσαμε επειδή δεν σταματήσαμε ποτέ να θυμόμαστε ποιοι είμαστε.
Η Κάρπαθος και η Κάσος δεν ήταν απλώς δύο νησιά του Αρχιπελάγους.
Υπήρξαν και παραμένουν δύο από τα πιο ανθεκτικά και συνεχή κύτταρα του Ελληνισμού.
Και αυτό δεν αποτελεί έκφραση υπερηφάνειας.
Αποτελεί ιστορική διαπίστωση.
Το μαρτυρούν τα ίδια τα τεκμήρια.
Το μαρτυρούν οι άνθρωποι που καταγράφονται στα κατάστιχα.
Το μαρτυρεί η ίδια η συνέχεια της ζωής στα χωριά τους.
Σε μια εποχή όπου οι ταυτότητες συχνά αμφισβητούνται και η ιστορική μνήμη θεωρείται περιττή, τα οθωμανικά κατάστιχα μάς υπενθυμίζουν κάτι πολύ απλό.
Ότι ο Ελληνισμός δεν είναι μόνο τα μεγάλα γεγονότα της ιστορίας.
Είναι και η καθημερινή ζωή των ανθρώπων.
Είναι η αθόρυβη αντοχή χιλιάδων ανθρώπων που δεν έγραψαν οι ίδιοι την ιστορία, αλλά έγιναν οι φορείς της συνέχειάς της.
Με ευγνωμοσύνη, λοιπόν, σας παρουσιάζω αυτό το έργο όχι μόνο ως βιβλίο αλλά ως οφειλή.
Οφειλή απέναντι στους ανθρώπους που έζησαν σιωπηλά, χωρίς αξιώματα και χωρίς δόξα, αλλά με αξιοπρέπεια, πίστη και ελληνική ψυχή.
Αυτό το βιβλίο δεν γράφτηκε για να διεκδικήσει την αλήθεια.
Η αλήθεια υπάρχει ήδη μέσα στα ίδια τα τεκμήρια.
Γράφτηκε για να ακουστούν ξανά οι φωνές εκείνων που σιώπησαν πριν από αιώνες.
Να ακουστεί η φωνή του Μανόλη Κρητικού από το Κοράκι.
Του παπά Γιάννη από το Όθος.
Του Παπα Βασίλη από Κάσο .
Του Αλεξανδρή από τις Μενετές.
Του Μηνατσή από την Όλυμπο.
Γιατί αυτοί είναι οι κρίκοι της αλυσίδας μας.
Μιας αλυσίδας που δεν έσπασε ποτέ.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το χρέος κάθε γενιάς. Να παραδίδει στα παιδιά της λίγο περισσότερη μνήμη απ’ όση παρέλαβε.
Και γι’ αυτό, απέναντι στον χρόνο, απέναντι σε κάθε αμφισβήτηση, οι φωνές τους εξακολουθούν να μας λένε:
Εδώ ήμασταν.
Εδώ μείναμε.
Εδώ θα είμαστε.
Σας ευχαριστώ από καρδιάς.Αρχή φόρμαςΤέλος φόρμας
Αθήνα ,Σάββατο 13 Ιουνίου 2026 -Ομιλία Ίδρυμα Λασκαρίδη Πειραιά.
Καρπαθιακά Νέα











