Βασίλης Μοσκόβης: Ο Συμιακός λογοτέχνης που αγάπησε την Κάρπαθο

Βασίλης Μοσκόβης: Ο Συμιακός λογοτέχνης που αγάπησε την Κάρπαθο

“Η πρώτη μου γνωριμία με την Κάρπαθο είχε ήδη αποκτήσει ανθρώπινο πρόσωπο: την Ανεζούλα. Από την πρώτη στιγμή με υποδέχτηκε σαν δικό της άνθρωπο. Φρόντιζε το δωμάτιό μου, ετοίμαζε το πρωινό, βοηθούσε παντού και ταυτόχρονα δεν σταματούσε να τραγουδά καρπάθικα τραγούδια. Ήταν μια γυναίκα γεμάτη ζωντάνια, εργατικότητα και καλοσύνη.

Στο ξενοδοχείο συναντούσα ανθρώπους από διάφορες χώρες. Κινέζοι ταξιδιώτες, Άγγλοι επισκέπτες, τουρίστες που έβλεπαν το νησί με διαφορετικά μάτια. Κάποιοι έρχονταν πραγματικά για να γνωρίσουν τον τόπο και τον πολιτισμό του. Άλλοι ενδιαφέρονταν μόνο για την τουριστική εκμετάλλευση της γης. Οι συζητήσεις μαζί τους αποκάλυπταν πόσο διαφορετικά μπορεί να βλέπει κανείς έναν τόπο.

Όταν έμενα μόνος, έβγαινα στο μπαλκόνι και αγνάντευα το τοπίο. Μπροστά μου απλωνόταν το καρπάθικο λιμάνι, η θάλασσα και τα βουνά. Από μακριά ξεχώριζε ο Όθος, φωλιασμένος ψηλά σαν λευκό πετράδι πάνω στις πλαγιές. Ανυπομονούσα να γνωρίσω από κοντά τα χωριά και τους ανθρώπους τους.

Η σκέψη μου γυρνούσε συνέχεια στην Ανεζούλα. Τη φανταζόμουν να ανεβαίνει τις πλαγιές, να δουλεύει ακούραστα κάτω από τον ήλιο, να κουβαλά βάρη και να συνεχίζει χωρίς παράπονο. Ήταν η προσωποποίηση της καρπάθικης γυναίκας.

Τα βράδια σύχναζα στο εστιατόριο του Βέργη ή κατέβαινα στο Ποσείδιο για ένα ποτό. Η Ανεζούλα μου άφηνε στο δωμάτιο δροσερά σύκα. Δεν είχα όμως πολύ χρόνο για ύπνο· ήθελα να προλάβω να γνωρίσω όσο περισσότερα μπορούσα από το νησί.

Λίγο πριν φύγω, γνώρισα ένα κοριτσάκι δέκα χρονών. Η παιδική του φωνή είχε μια παράξενη ωριμότητα. Μου αφηγήθηκε ιστορίες και περιπέτειες με τρόπο που με μάγεψε. Καθώς την άκουγα να μιλά, ένιωθα κι εγώ πάλι παιδί.

Ύστερα ήρθε η ώρα των αποχαιρετισμών. Ένας καλός φίλος, ο Νίκος Νικολαΐδης, με πήρε με το αυτοκίνητό του για να γνωρίσω και άλλα χωριά: Αρκάσα, Πυλές, Όθος, Βωλάδα, Απέρι. Διασχίζαμε το νησί τραγουδώντας.

Την τελευταία μέρα ανέβηκα στην ταράτσα. Κοίταξα για τελευταία φορά τα βουνά και τη θάλασσα της Καρπάθου. Την επόμενη, το καράβι θα με έπαιρνε πίσω στον Πειραιά. Φίλοι και γνωστοί ήρθαν να με χαιρετήσουν, φέρνοντας δώρα του τόπου: κριθιμάδες, κουλούρια, μέλι και μυρωδάτα ροδάκινα.

Και καθώς το πλοίο απομακρυνόταν, κράτησα μέσα μου την εικόνα της Καρπάθου: ενός νησιού με περήφανα βουνά, καθαρά νερά και ανθρώπους αυθεντικούς, που διατηρούν ζωντανές τις παραδόσεις και τα έθιμά τους.”

Βασίλης Μοσκόβης στην εφημερίδα ΡΟΔΙΑΚΗ, Ιούνιος 1963

Ο Βασίλης Μοσκόβης υπήρξε μία από τις σημαντικές πνευματικές μορφές των Δωδεκανήσων κατά τον 20ό αιώνα. Γεννημένος στη Σύμη το 1915, σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι και το Λονδίνο. Εργάστηκε ως εκπαιδευτικός, ενώ την περίοδο 1940-1945 διετέλεσε υποδιευθυντής της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Αθηνών.

Η λογοτεχνική του παρουσία ξεκίνησε επίσημα το 1947 με τη συλλογή διηγημάτων «Μικροί και μεγάλοι». Στη συνέχεια ανέπτυξε πλούσιο συγγραφικό έργο σε πεζογραφία, ποίηση, δοκίμιο, λαογραφία και μεταφράσεις αρχαίων κειμένων. Υπήρξε μέλος της Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών και τιμήθηκε με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το έργο του «Πειραιάς», καθώς και με το πρώτο Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για το βιβλίο «Πορτραίτα του σπιτιού μας».

Ωστόσο, για τους Δωδεκανήσιους, ο Μοσκόβης δεν ήταν ένας ακόμη βραβευμένος συγγραφέας. Ήταν ένας άνθρωπος που αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ζωής του στη μελέτη και την ανάδειξη της ιστορίας, της γλώσσας και της λαϊκής παράδοσης των νησιών. Η προσφορά του υπήρξε τόσο σημαντική ώστε μετά τον θάνατό του καθιερώθηκε το «Βραβείο Βασίλη Μοσκόβη», το οποίο απονέμεται σε έργα που αφορούν την ιστορία και τον πολιτισμό των Δωδεκανήσων.

Το καλοκαίρι του 1963 επισκέφθηκε για πρώτη φορά την Κάρπαθος. Το ταξίδι αυτό αποδείχθηκε καθοριστικό. Ο ήδη καταξιωμένος φιλόλογος, λαογράφος και συγγραφέας γοητεύτηκε από τα χωριά, τα έθιμα και κυρίως από τους ανθρώπους του νησιού. Καρπός αυτής της γνωριμίας ήταν μια σειρά άρθρων που δημοσιεύτηκαν στη «Ροδιακή» με τίτλο «Μια ματιά στο ωραίο νησί – Στην Κάρπαθο».

Στα κείμενά του περιγράφει με λυρισμό τον Όθο, τη Βωλάδα, τις Πυλές, το Απέρι, την Αρκάσα, τα τοπία και τις καθημερινές εικόνες της καρπάθικης ζωής. Δεν τον εντυπωσίασαν μόνο οι φυσικές ομορφιές αλλά και η αυθεντικότητα των κατοίκων, η φιλοξενία, η εργατικότητα των γυναικών και η δύναμη της παράδοσης.

Το οδοιπορικό του κλείνει με μια φράση που θεωρείται σήμερα από τις ωραιότερες λογοτεχνικές περιγραφές της Καρπάθου:

«Το νησί με τα περήφανα βουνά, τα κρυσταλλένια νερά και τους αγνούς ανθρώπους που διατηρούν ακόμη αλώβητη τη δωρική μονολιθικότητα κι αμόλευτες τις θαυμαστές παραδόσεις και τα έθιμά τους».

Ο Βασίλης Μοσκόβης πέθανε το 1994, αφήνοντας πίσω του περισσότερα από είκοσι βιβλία και ένα σημαντικό πνευματικό έργο. Για την Κάρπαθο, όμως, η αξία του βρίσκεται και σε κάτι ακόμη: κατέγραψε το νησί σε μια εποχή που οι παραδόσεις του παρέμεναν ζωντανές και ανέπαφες από τον μαζικό τουρισμό. Μέσα από τις σελίδες του διασώζεται μια πολύτιμη εικόνα της Καρπάθου της δεκαετίας του 1960, γραμμένη από έναν Δωδεκανήσιο που γνώριζε να βλέπει πίσω από το τοπίο και να ανακαλύπτει την ψυχή ενός τόπου.

Για τον λόγο αυτό, ο Βασίλης Μοσκόβης παραμένει μέχρι σήμερα μία από τις σημαντικότερες λογοτεχνικές φωνές του Δωδεκανησιακού ελληνισμού.

Μανώλης Δημελλάς

19.6.2026

Καρπαθιακά Νέα