Ανεκρουστάρι*
Κάθ’ ορφανό μες στη ντζωή γεν έχει άλλα θάρρη,
γιά ρίφι θα ’ναι, γιά άθρωπος είναιν ανεκρουστάρι.
Γιατί ανεμένει το φαΐν απ’ του «Θεού» το χέρι
και ξεύρει πως χωρίς αυτό ’εθ θα τα καταφέρει.
Τ’ ανεκρουστάρια γίνουτται τα πλιο καλά ντζωντάρια,
γιατί θθυμούτται κ’ ακλουθούπ πάντοτε μερωτάρια**.
Έχω κ’ εγιώ ένα περτσινό κοντζιά μου τραοπούλλι,
απού τ’ ανέκρουα μικρό κ’ εγίνετο νταούλι!
Δυο πιθαμές τα κέρατσα έχει στηκ κεφαλή του,
’μμ’ εκείνο γεν αποξεχνά πώτ σώθηκε η ντζωή του.
Όπου κ’ αν είναι ’σάμ με ’ει θα ’ρτει ν’ αγκλιαστούμε
και ντρέττα μες στα μμάκια μας πάντα θα κοιταχτούμε.
Μάρκος, λεβέντης κ’ όμορφος, τ’ αρέσει να τ’ ακούει,
όλα της γης τα ζωντανά το ’χουν αυτό το χούι!
Τέκοιαν αγάπη άδολη μ’ αρέσει άμμα βλέπω
και κάθε στεναχώρια μου, χαρά τη μετατρέπω.
Σ’ αυτούς που μέσα στη ντζωή γεν έχουν άλλο θάρρος,
ας γίνεται η αγάπη μας στη σκοτεινιά τους φάρος!
Νέα Σμύρνη, 4/1/2026, © Γιώργος Ν. Κανάκης
* ανεκρουστάριν, το ορφανό ρίφι ή αρνί
** μερωτάριν, το οικόσιτο αρνί, κατσίκι
Πρώτη ανάρτηση ως σχόλιο σε στίχους του Μανώλης Νικολάκης
1.2.2026
Καρπαθιακά Νέα















