Μανώλης Κασσώτης: Δεν πήγαν στο μέτωπο – ο πόλεμος ήρθε και τους βρήκε στην Κάρπαθο (Also in English)

Μανώλης Κασσώτης: Δεν πήγαν στο μέτωπο – ο πόλεμος ήρθε και τους βρήκε στην Κάρπαθο (Also in English)
Εξήντα τέσσερα χρόνια αργότερα η Elma Giovannini ήλθε στην Κάρπαθο να επισκεφθεί το Ιταλικό νεκροταφείο όπου τάφηκε ο πάππους της Giovanni Demartis. Sixty-four years later, Elma Giovannini came to Karpathos to visit the Italian cemetery where Giovanni Demartis her grandfather was buried (Photo- Fausto Santre).

γράφει ο Μανώλης Κασσώτης

Τα παιδιά που έζησαν στα χρόνια του Βου Παγκοσμίου Πολέμου στην Κάρπαθο, και τώρα βλέπουν στην Ουκρανία, στην Γάζα, στον Λίβανο και στο Ιράν παιδιά σκοτωμένα σε σχολεία, σε νοσοκομεία και στους δρόμους, και άλλα που τρέχουν για να σωθούν, στο νου τους έρχονται εικόνες που έζησαν.

Από τις 10 Ιουνίου 1940 που η Ιταλία μπήκε στον Πόλεμο τα Δωδεκάνησα, που βρίσκονταν υπό ιταλική κατοχή, βρέθηκαν στο στόχαστρο των συμμαχικών ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων. Μερικές μέρες αργότερα συμμαχικά αεροπλάνα βομβάρδισαν το λιμάνι στην Κάρπαθο και πολλοί Πηγαδιώτες εγκατέλειψαν τα σπίτια τους για να σωθούν. Εμείς πήραμε τον δρόμο για την Δαματρία. Η μητέρα μου ήταν έγκυος. Εγώ, που ήμουν τετράχρονος και ο επτάχρονος αδελφός μου μπορούσαμε και περπατούσαμε, ενώ την δίχρονη αδελφή μου την σήκωνε η Γιασεμού.

Λίγο πιο έξω από την Δαματρία, στην Κατσούνα, δίπλα στο δρόμο που πηγαίνει στο Μέρτος, βρήκαμε μια μικρή σπηλιά και εγκατασταθήκαμε. Έστρωσαν δυο τρεις κουβέρτες πάνω στο χώμα, και σαν παιδιά που είμαστε, μας πήρε ο ύπνος χωρίς να το καταλάβουμε.

Με το αντιτορπιλικό Terpsichore έρχονται οι Άγγλοι στην Κάρπαθο. The British arrive in Karpathos with the destroyer Terpsichore, October 17, 1944.

Μετά από δυο-τρεις μέρες μετακομίσαμε στο Απέρι στο σπίτι του Χατζαλέξη, θείου της μητέρας μου, κοντά στον Άη Γιάννη στην συνοικία των Λώρων. Σ’ αυτό το σπίτι γεννήθηκε και η μικρότερη αδελφή μου. Ο πατέρας μου έμενε τον πιο πολύ καιρό στα Πηγάδια, όπου είχε το κατάστημά του, και πηγαινοερχόταν.

Μετά τη Μάχη της Κρήτης και την απόβαση του Rommel στην Βόρειο Αφρική οι συμμαχικοί βομβαρδισμοί στην Κάρπαθο σταμάτησαν και επιστρέψαμε στα Πηγάδια. Αλλά μετά την Μάχη του El Alamein, οι συμμαχικές επιδρομές επανήλθαν, και ορισμένοι, για να προφυλάξουν τις οικογένειες τους από τους βομβαρδισμούς, άρχισαν να δημιουργούν καταφύγια, rifugi τα έλεγαν οι Ιταλοί.

Στο Rifugio

Ό πατέρας μου με τον Ηλία Ορφανό έφτιαξαν ένα rifugio στο χωράφι μας, που το σχεδίασε ένας Ιταλός στρατιωτικός τεχνικός, ειδικός σε οχυρωματικά έργα. Το λάξευσαν με τον κασμά ο αρχιμάστορας ο Νικολής της Αρχοντούλας με άλλους δυο εργάτες, κάτω από ένα υπερυψωμένο χωράφι του Μιχάλη Αντιμησιάρη. Εκεί που έσκαψαν, το υπέδαφος ήταν πορώδες, έμοιαζε με συμπιεσμένη άμμο.

Οι τελευταίοι Γερμανοί φεύγουν από την Κάρπαθο. The last Germans leave Karpathos, October 4, 1944.

Το rifugio κατέβαινε ένα μέτρο κάτω από την επιφάνεια του χωραφιού μας και είχε ύψος δυο μέτρα. Από την είσοδο άρχιζε ένας διάδρομος μήκους πέντε μέτρων και πλάτους ενός μέτρου, πηγαίνοντας ανατολικά. Από την δεξιά μεριά στο τέλος του διαδρόμου υπήρχε ένας θάλαμος μήκους πέντε μέτρων και πλάτους δύο μέτρων. Στις δυο πλευρές του θαλάμου τοποθέτησαν ξύλινους πάγκους για τους ηλικιωμένους, και στο τέλος του διαδρόμου έφτιαξαν ένα σοφά ενός με δύο μέτρων, για να κοιμούνται τα παιδιά. Υπήρχε και δεύτερος θάλαμος, στην αριστερή μεριά του διαδρόμου μήκους δυο μέτρων, που οδηγούσε σε δεύτερη έξοδο, σε περίπτωση που κάποια βόμβα έκλεινε την κεντρική είσοδο. Σύμφωνα με τον ίδιο τεχνικό, το rifugio μπορούσε να αντισταθεί σε μισού τόνου βόμβα.

Στο άκουσμα της σειρήνας που είχαν οι Ιταλοί στο Διοικητήριο, εκτός από τις δυο οικογένειες κατέφευγε στο rifugio όλη η γειτονιά, γύρω στα 50 άτομα στριμώχνονταν σε 15 τετραγωνικά μέτρα. Εκτός από τις επικλήσεις και τις προσευχές στον Χριστό και στην Παναγία, άκρα ησυχία επικρατούσε στο καταφύγιο. Στο άκοσμα της έκρηξης κάποιας βόμβας, άκουγες μια κραυγή, σαν προσευχή, να βγαίνει από 50 στόματα: «Χριστέ μου, Παναγιά μου, βοήθα μας!!!». Πολλές φορές, όταν ο κόσμος άκουγε τον βομβαρδισμό στο αεροδρόμιο έτρεχε στο rifugio, προτού σημάνει ο συναγερμός. Άλλοτε πάλι, τις νύχτες που οι βομβαρδισμοί γινόντουσαν πιο συχνοί, μας έπαιρναν στο rifugio και κοιμόμασταν πάνω στον σοφά.

Μια βραδιά, αργά την νύχτα, ο Ηλίας Ορφανός πηγαίνοντας με την οικογένεια του στο rifugio, μας είπε να πάμε και εμείς, επειδή είχε ακούσει βομβαρδισμούς που ερχόντουσαν από το αεροδρόμιο και σύντομα θα βομβάρδιζαν και τα Πηγάδια. Τρέξαμε στο rifugio και μετά από μια ώρα γυρίσαμε στα σπίτια μας, πιστεύοντας πως πέρασε ο κίνδυνος. Ο Ορφανός, επιστρέφοντας στο σπίτι του, ξανάκουσε τον βομβαρδισμό και τότε κατάλαβε ότι ο θόρυβος προερχόταν από το διπλανό σπίτι, όπου η Χαζηνούλα άλεθε λίγο σιτάρι στο χερόμυλο για να μη πάρει είδηση η Financa και το κατασχέσει.

Γερμανικά υδροπλάνα στον Άμμο που βομβάρδισαν συμμαχικά αεροπλάνα. German seaplanes in Ammos that were bombed Allied planes.

Σε ένα από τους βομβαρδισμούς η Καλλιόπη Νιοτή-Καφετζή με τα τρία της παιδιά, την επτάχρονη Φλώρα, τον πεντάχρονο Μανώλη και τον δίχρονο Γιώργο, μαζί με άλλους συγγενείς κατέφυγαν στο rifugio της γειτονιάς της. Αλλά, μόλις διαπίστωσε ότι τα αδέλφια της, ο δεκαεπτάχρονος Παντελής και ο δωδεκάχρονος Δημητράκης δεν ήταν εκεί, πήγε να τους γυρεύει. Αλλά μόλις βγήκε από το καταφύγιο τους είδε να έρχονται τρέχοντας και ησύχασε. Όμως, την ίδια στιγμή, έπεσε μια βόμβα κοντά στο καταφύγιο που σκότωσε την ίδια και το Δημητράκη, και τραυμάτισε σοβαρά τον Παντελή.

Την ίδια μέρα, που έγινε αυτός ο βομβαρδισμός, ξεκίνησαν από το σπίτι τους ο δωδεκάχρονος Γιάννης και ο οκτάχρονος Γιώργος Οικονομίδη, να πάνε να συναντήσουν τον δεκαεξάχρονο αδελφό τους Νικόλα που δούλευε στο μαγειρείο και ήταν ώρα για να σχολάσει. Όταν άρχισε ο βομβαρδισμός ο Γιώργος έπεσε μπρούμυτα στο έδαφος για να μη τον βρει αδέσποτο βλήμα. Όμως, το ταρακούνημα του εδάφους που προκλήθηκε από την έκρηξη της βόμβας, του διέλυσε τα εντόσθια προκαλώντας τον ακαριαίο θάνατο του. Με την ίδια βόμβα τραυματίστηκαν και τα αδέλφια του, ο Γιάννης επέζησε, αλλά ο Νικόλας πέθανε μετά από μερικές μέρες.

Το “Αιθιοπία”

Στις 8 Ιανουαρίου 1943, μέσα στο λιμάνι μαζί με δυο – τρία άλλα καΐκια βρισκόταν και το “Αιθιοπία” των αδελφών Γιώργου και Νίκου Λιτού, από το Μεσοχώρι, όταν ξαφνικά παρουσιάστηκαν τα αεροπλάνα. Ο Γιώργος έπαθε σοκ, και έμεινε στο καΐκι. Ο Νίκος, από ένστικτο, έπεσε στην θάλασσα για να σωθεί. Ο Γιώργος δεν έπαθε τίποτε, αλλά οι σφαίρες των αεροπλάνων βρήκαν τον Νίκο μέσα στην θάλασσα και τον σκότωσαν. Όλα τα Πηγάδια έκλαψαν τον άδικο χαμό του.

Στο Απέρι κατέφυγαν οι Πηγαδιώτες για να σωθούν. To save themselves, the Pigadiotans fled to Aperi.

Αιχμάλωτοι

Μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας και την επικράτηση των Γερμανών στην Κάρπαθο, οι Γερμανοί συγκέντρωσαν τους Ιταλούς αιχμαλώτους για να τους στείλουν στην Κρήτη και απ’ εκεί στον Πειραιά, με τελικό προορισμό την Γερμανία, σε στρατόπεδα αναγκαστικής εργασίας. Έτσι, ένα πρωί μόλις ξυπνήσαμε, βρήκαμε μέσα στο χωράφι μας κάτω από τα ελαιόδεντρα κατασκηνωμένο ένα ιταλικό λόχο του τάγματος Regina. Ήταν πολύ φιλικοί με τα παιδιά της γειτονιάς, που τους κάναμε παρέα.

Μετά από δυο τρεις μέρες ήρθε ένα φορτηγό πλοίο, και τους πήρε μαζί με ολόκληρο το τάγμα στην Κρήτη. Δυο μέρες αργότερα το πλοίο επέστρεψε να πάρει το τάγμα Siena, πάλι στο χωράφι μας και στις ίδιες σκηνές κατασκήνωσε ένας άλλος λόχος. Το επόμενο πρωί πήραν τους αιχμαλώτους στο λιμάνι και τους μπάρκαραν στο πλοίο. Στο χωράφι έμεινε ένας στρατιώτης για να επιβλέπει τις σκηνές.

Ενωρίς το απόγευμα, μόλις τελείωσε η επιβίβαση των αιχμαλώτων, σήμανε συναγερμός και από ένστικτο έτρεξα στο rifugio. Από κοντά μου και ο Ιταλός στρατιώτης. Είχαμε φτάσει στη μέση του χωραφιού, όταν εμφανίστηκαν τρία-τέσσερα αεροπλάνα να πετούν σε χαμηλό ύψος και να πολυβολούν, ενώ τα αντιαεροπορικά, από την Ακρόπολη και την Φανερωμένη, έβαλλαν εναντίον τους. Με κατέλαβε πανικός βλέποντας τα αεροπλάνα να πετούν 20 μόλις μέτρα πάνω από το κεφάλι μου. Ο Ιταλός στρατιώτης με έσπρωξε μπρούμυτα στο έδαφος και, για να προστατευθώ από τις σφαίρες έπεσε από πάνω μου, βάζοντας ασπίδα το σώμα του.

Ο χερόμυλο της Χαζηνούλας. Hazinoula’s hand mill.

Τα αεροπλάνα άρχισαν να πυροβολούν το πλοίο στο λιμάνι, χωρίς να γνωρίζουν ότι ήταν γεμάτο Ιταλούς αιχμαλώτους, ήθελαν να στερήσουν από τους Γερμανούς ένα θαλάσσιο μεταφορικό μέσο. Μετά από λίγο επανήλθαν και για δεύτερη φορά βομβάρδισαν το πλοίο. Οι στρατιώτες πάγωσαν από τον φόβο τους, χωρίς να μπορούν να αντιδράσουν. Ορισμένοι πήδηξαν θάλασσα, και όσοι δεν γνώριζαν κολύμπι πνίγηκαν. Συνολικά 12 στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους και 72 τραυματίστηκαν. Στο ημερολόγιο του, ένας στρατιωτικός ιερέας που ανέβηκε στο πλοίο μετά τον βομβαρδισμό, περιγράφει την μακάβρια εικόνα που αντίκρυσε στην κουβέρτα του πλοίου, γεμάτη αίματα, νεκρούς και τραυματίες.

Επειδή δεν επαρκούσε για όλους τους τραυματίες το νοσοκομείο, έστησαν και ένα άλλο εκστρατείας. Στο χωράφι του Νικήτα Λυριστάκη, τοποθέτησαν μια τεράστια άσπρη τέντα με ένα μεγάλο κόκκινο σταυρό για να φαίνεται από τα αεροπλάνα. Σ’ αυτό έβαλαν τους ελαφριά τραυματισμένους, πάνω σε ράντζα. Μόλις τελείωσε ο συναγερμός, βγήκαμε από το καταφύγιο και τα παιδιά της γειτονιάς μαζευτήκαμε στην αυλή του σπιτιού του Μιχάλη Αντιμησιάρη, που έβλεπε στον κεντρικό δρόμο που ερχόταν από το λιμάνι προς το στρατιωτικό νοσοκομείο. Τα παιδιά, μαζί με τους μεγάλους, παρακολουθούσαμε με δέος την μεταφορά των τραυματιών, οι πιο πολλοί πάνω σε αυτοσχέδια φορεία.

Ξαφνικά, πάγωσαν τα παιδιά και από καμιά δεκαπενταριά παιδικά στόματα βγήκε μια κραυγή που έμοιαζε με λυγμό: «Ο Γιάννης μας!!!». Πάνω σ’ ένα πρόχειρο ξύλινο φορείο, που το κρατούσαν τέσσερις λιμενεργάτες, σφάδαζε από τον πόνο ένας στρατιώτης. (Στην γειτονιά μας, οι Ιταλοί είχαν επιτάξει το σπίτι της Καλλιόπης Χατζηγεωργιάδη και έστησαν τσαγκαράδικο, όπου δούλευε ένας στρατιώτης και έφτιαχνε τις μπότες των στρατιωτών. Giovanni τον λέγανε, αλλά εμείς Γιάννη τον φωνάζαμε. Ήταν πολύ φιλικός μαζί μας και για να περάσουμε την ώρα μας συγκεντρωνόμαστε στο τσαγκαράδικο. Όπως τώρα, υποθέτω, η παρουσίαση των παιδιών τον βοηθούσε να ξεχνά τον πόλεμο. Ιδιαίτερα αγαπούσε τον νεογέννητο αδελφό μου Γιάννη, ίσως επειδή είχαν το ίδιο όνομα, ή επειδή του θύμιζε κάποιο συγγενικό του παιδί στην Ιταλία). Αργότερα κάπως ηρεμήσαμε, όταν μάθαμε ότι ο Giovanni τραυματίστηκε στον μηρό και βρισκόταν εκτός κινδύνου.

Οι Γερμανοί αποβιβάζονται στην Κάρπαθο. The Germans land on Karpathos, September 6, 1943.

Μετά απ’ αυτόν τον βομβαρδισμό οι Γερμανοί διέταξαν τους Πηγαδιώτες να εγκαταλείψουν τα Πηγάδια σε 48 ώρες. Η έξοδος που ακολούθησε ήταν ένα παράξενο καραβάνι. Στο δημόσιο δρόμο από τα Πηγάδια προς Απέρι σ’ όλη τη διαδρομή έβλεπες μπουλούκια άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Ο καθένας κρατούσε από ένα μπόγο με τα πιο αναγκαία. Πιο τυχεροί ήταν αυτοί που είχαν μουλάρι ή γαϊδούρι, ή είχαν την οικονομική δυνατότητα να βρουν αγωγιάτη.

Ο πατέρας μου έστειλε εμένα (επτάχρονο) και τον δεκάχρονο αδελφό μου με τον Μανώλη Λαθουράκη στο Απέρι. Τις πιο μικρές μας αδελφές που δεν μπορούσαν να περπατήσουν τόσο δρόμο, έβαλαν την καθεμιά μέσα σ’ ένα κασόνι με μια κουβέρτα. Τα κασόνια ήταν στερεωμένα αριστερά και δεξιά του σαμαριού, και από πάνω ήταν φορτωμένα άλλα πράγματα. Οι γονείς μου ήλθαν αργότερα κρατώντας τον μικρότερο αδελφό μου, που ήταν μωρό.

Οι περισσότεροι Πηγαδιώτες πήγαν στο Απέρι σε συγγενικά τους σπίτια, ή σε σπίτια που έλειπαν οι ιδιοκτήτες τους και τα νοίκιασαν. Εμείς μείναμε στο σπίτι του Χριστόφορου Σακελλαρίδη στους Λώρους, του οποίου η γυναίκα ήταν πρώτη εξαδέλφη της μητέρας μου. Όσοι είχαν συγγενικά σπίτια στη Βωλάδα, στο Όθος και στις Πυλές πήγαν και έμειναν εκεί. Όσοι δεν είχαν πού να πάνε τους άφησαν οι Γερμανοί να μείνουν σε στάβλους στη Δαματρία, στην Κυρά Παναγιά, στο Βουτσά και στο Κούρι.

Αναμνηστική οικογενειακή φωτογραφία του Γεωργίου και Φλώρας Νιοτή. Στην 1η σειρά δεξιά ο Παντελής, στην 2η σειρά δεξιά η Καλλιόπη, στην 3η σειρά, τρίτος από αριστερά ο Μιχάλης, ο Δημήτρης γεννήθηκε αργότερα. Commemorative family photo of George and Flora Nioti. In the 1st row, right, Pantelis, in the 2nd row, right, Kalliopi, in the 3rd row, third from the left, Michalis, Dimitris was born later. Photo was taken in 1927.

Οι Πηγαδιώτες φεύγοντας για το Απέρι πήραν μαζί τους και την εικόνα της Βαγγελίστρας και την έβαλαν στον Μητροπολιτικό Ναό, όρθια μπροστά στην μεγάλη εικόνα της Παναγίας. Η εικόνα της Βαγγελίστρας έμεινε εκεί, μέχρι που απελευθερώθηκε η Κάρπαθος και επέστρεψε στα Πηγάδια στην θέση της.

Φεύγοντας, οι πιο προνοητικοί άφησαν τα σπίτια τους ξεκλείδωτα. Οι Γερμανοί έσπασαν τις πόρτες των σπιτιών που βρέθηκαν κλειστά και πήραν ό,τι χρήσιμο βρήκαν. Ο πατέρας μου είχε ένα χρηματοκιβώτιο που το άδειασε και το άφησε ανοικτό. Ένας άλλος έμπορος που άφησε το δικό του κλειστό το έσπασαν, ήταν βέβαια άδειο, αλλά οι διαρρήκτες νόμιζαν ότι θα είχε μέσα κάτι πολύτιμο.

Οι Πηγαδιώτες έμειναν μακριά από τα σπίτια πάνω από χρόνο. Απ’ εκεί ψηλά έβλεπαν τα συμμαχικά πολεμικά πλοία και αεροπλάνα να βομβαρδίζουν τα Πηγάδια. Μια μέρα βλέπουμε φωτιές να σηκώνονται πάνω στην παραλία του Άμμου, τα συμμαχικά αεροπλάνα εντόπισαν τρία γερμανικά υδροπλάνα και τα βομβάρδισαν. Μια νύχτα είδαμε φωτοβολίδες, που έριξαν συμμαχικά πολεμικά πλοία, να λαμποκοπούν τα Πηγάδια από το λιμάνι μέχρι την Άφωτη και να ακολουθούν βομβαρδισμοί.

Τελικά έφυγαν οι Γερμανοί, απελευθερώθηκε η Κάρπαθος, στις 17 Οκτωβρίου 1944 ήλθαν οι Άγγλοι, και μετά από μερικές μέρες γυρίσαμε στα σπίτια μας και βρήκαμε τα Πηγάδια μισοκαταστραμμένα.

Φεύγοντας οι Πηγαδιώτες, πήραν μαζί τους και την εικόνα της Βαγγελίστρας. Leaving their town, the Pigadiotans took with them the icon of the Holy Mother.

Δεν ήταν όμως εύκολο να ξεχαστούν οι πληγές που άφησε ο πόλεμος. Λίγο αργότερα, σε μια οικογενειακή συγκέντρωση ο Μιχάλης Νιοτής, αδελφός του Δημητράκη, είπε την ακόλουθη μαντινάδα.

“Ποιος ειν’ στην πόρτα και κτυπά, και δεν εμπαίνει μέσα,

άραγε να ’ν’ ο Δημητρός, και δεν τον εκαλέσαν;”


They didn’t go to the front to fight, the war found them in Karpathos

By Manolis Cassotis

The children who lived during the years of WWII in Karpathos, and now see, in Ukraine, Gaza, Lebanon and Iran, children killed in schools, hospitals and on the streets, and others running to save themselves, images that they experienced come to mind.

From June 10, 1940, when Italy entered the war, the Dodecanese, which were under Italian occupation, found themselves in the sights of the Allied naval and air forces. A few days later, Allied planes bombed the port in Karpathos and many Pigadiotans left their homes to save themselves. We took the road to Damatria. My mother was pregnant, I was four years old and my seven-year-old brother could walk, my two-year-old sister was carried by Giasemou.

A little further out of Damatria, in Katsouna, next to the road that goes to Mertos, we found a small cave and settled in. They spread two or three blankets on the ground, and like the children that we are, we fell asleep without realizing it.

Το λιμάνι των Πηγαδίων προτού αρχίσει ο πόλεμος. The port of Pigadia before the war began, 1939.

After two or three days we moved to Aperi, to the house of Hatzalexis, my mother’s uncle, near Saint John in the Loros neighborhood. My younger sister was also born in this house. My father lived most of the time in Pigadia, where he had his shop, and he would come and go.

After the Battle of Crete and Rommel’s landing in North Africa, the Allied bombing of Karpathos stopped and we returned to Pigadia. But, after the Battle of El Alamein, the Allied raids resumed, and some, to protect their families from the bombings, began to create shelters, rifugi as the Italians called them.

At Rifugio

My father and Elias Orfanos built a rifugio in our field, designed by an Italian military engineer, an expert in fortifications. It was carved with a pickaxe by the master craftsman Nikolis of Archontoulas and two other workers, under an elevated field belonging to Michalis Antimisiaris. Where they dug, the subsoil was porous, resembling compressed sand.

The rifugio went down one meter below the surface of our field and was two meters high. From the entrance began a corridor five meters long and one meter wide, going east. On the right side at the end of the corridor there was a chamber five meters long and two meters wide. On both sides of the chamber, they placed wooden benches for the elderly, and at the end of the corridor they made a sofa one by two meters, for the children to sleep. There was also a two-meters chamber, on the left side of the corridor, which led to a second exit, in case a bomb closed the main entrance. According to the same technician, the rifugio could withstand a half-ton bomb.

At the sound of the siren that the Italians had on the top of Administration building, except for the two families, the entire neighborhood would take refuge in the rifugio, around 50 people would be squeezed into 15 square meters. Apart from the invocations and prayers to Christ and the Virgin Mary, extreme silence prevailed in the rifugio. In a bomb explosion, you would hear a cry, like a prayer, coming out of 50 mouths: “My Christ, my Virgin Mary, help us!!!”. Many times, when people heard the bombing at the airport, they would run to rifugio, before the alarm went off. At other times, on nights when the bombings became more frequent, they would take us to rifugio and sleep on the sofa.

One evening, late at night, Elias Orfanos, while going with his family to rifugio, told us to go too, because he had heard bombings coming from the airport and that Pigadia would soon be bombed as well. We ran to rifugio and after an hour we returned to our homes, believing that the danger had passed. Orfanos, returning to his house, heard the bombing again and then realized that the noise was coming from the house next door, where Hazinoula was grinding some wheat in the hand mill so that Financa would not find out and confiscate it.

During one of the bombings, Kalliopi Nioti-Kafezi and her three children, seven-year-old Flora, five-year-old Manolis and two-year-old Giorgos, along with other relatives, took refuge in the rifugio in her neighborhood. But, as soon as she realized that her brothers, seventeen-year-old Pantelis and twelve-year-old Dimitrakis, were not there, she went looking for them. But as soon as she came out of the shelter, she saw them coming running and she calmed down. However, at the same time, a bomb fell near the shelter, killing her and Dimitrakis, and seriously injuring Pantelis.

On the same day that this bombing took place, twelve-year-old John and eight-year-old George Economidis left their home to go meet their sixteen-year-old brother Nick, who was working in the kitchen, and it was time for him to finish work. When the bombing began, George fell face down on the ground so that a stray bombshell would not hit him. However, the shaking of the ground caused by the bomb explosion ruptured his intestines, causing his instant death. His siblings were also injured by the same bomb; John survived, but Nick died a few days later.

“Ethiopia”

On January 8, 1943, in the harbor, along with two or three other caiques, was the “Ethiopia” of the brothers George and Nick Litos, from Mesochori, when suddenly the planes appeared. George was shocked and stayed in the boat. Nick, out of instinct, fell into the sea to save himself. George was not hurt, but the bullets from the planes hit Nick in the sea and killed him. All the town of Pigadia mourned his unjust loss.

Prisoners

After the capitulation of Italy and the German victory in Karpathos, the Germans gathered the Italian prisoners to send them to Crete and from there to Piraeus, with Germany as destination, to labor camps. One morning as soon as we woke up, we found an Italian company of the Regina battalion camped in our field under the olive trees. They were very friendly with the neighborhood children who we kept them company.

After two or three days a cargo ship came and took them with the entire battalion to Crete. Two days later the ship returned to take the Siena battalion, again in our field and in the same tents another company camped. The next morning, they took the prisoners to the port and loaded them onto the ship. A soldier was left in the field to supervise the tents.

Early in the afternoon, as soon as the prisoners had finished boarding, alarm sounded and instinctively Ι ran to rifugio. The Italian soldier was also close by. We had reached the middle of the field when three or four planes appeared, flying at low altitude and firing machine guns, while the anti-aircraft guns from the Acropolis and Faneromeni were firing at them. I was seized with panic when I saw the planes flying just 20 meters above my head. The Italian soldier pushed me face down to the ground and, to protect me from the bullets, he fell on top of me, using his body as a shield.

The planes began to shoot at the ship in the harbor, not knowing that it was full of Italian prisoners, they wanted to deprive the Germans of a means of sea transport. After a while they returned and bombed the ship a second time. The soldiers froze in fear, unable to react. Some jumped into the sea, and those who did not know how to swim drowned. A total of 12 soldiers lost their lives and 72 were injured. In his diary, a military chaplain who boarded the ship after the bombing, describes the macabre image he saw on the ship’s deck, full of blood, dead and wounded.

Because the hospital was not enough for all the wounded, they set up another field hospital. In the field of Nikitas Lyristakis, they placed a huge white tent with a large red cross so that it could be seen from the planes. In this they put the lightly wounded on a stretcher. As soon as the alarm was over, we left the shelter and the children of the neighborhood gathered in the front yard of Michalis Antimisiaris’ house, which overlooked the main road that came from the port to the military hospital. The children, together with the adults, watched in awe the transport of the wounded, most of them on makeshift stretchers.

Suddenly, the children froze and from about fifteen children’s mouths came a cry that sounded like a sob: “Our Giannis!!!” On a makeshift wooden stretcher, held by four dock workers, a soldier writhed in pain. (In our neighborhood, the Italians had requisitioned the house of Kalliopi Hadjigeorgiadis and set up a shoemaker’s shop where a soldier worked and fix the soldiers’ boots. His name was Giovanni, but we called him Giannis. He was very friendly with us and to pass the time we would gather at the shoemaker’s shop. As I suppose, the introduction of the children helped him forget the war. He was especially fond of my newborn brother Giannis, perhaps because they had the same name, or he reminded him of a relative of his in Italy.) Later we calmed down somewhat, when we learned that Giovanni had been wounded in the thigh and was out of danger.

After this bombing, the Germans ordered the Pigadiotans to abandon Pigadia within 48 hours. The exodus that followed was a strange caravan. On the public road from Pigadia to Aperi, you could see crowds of men, women and children all along the way. Each one was carrying a bag with the most necessary things. Those who had a mule or donkey, or who had the financial means to find a driver, were luckier.

My father sent me (seven years old) and my ten-year-old brother with Manolis Lathourakis to Aperi. Our younger sisters, who could not walk that far, were each put in a wooded box with a blanket. The boxes were fastened to the left and right of the saddle, and other things were loaded on top. My parents came later holding my younger brother who was a baby.

Most Pigadiotans went to Aperi to their relatives’ houses, or to houses whose owners were away and rented them. We stayed at the house of Christoforos Sakellaridis in Lorous, whose wife was my mother’s first cousin. Those who had relatives’ houses in Volada, Othos and Pyles went and stayed there. Those who had nowhere to go were left by the Germans to stay in stables in Damatria, Kyra Panagia, Voutsa and Kouri.

The Pigadiotans, when leaving for Aperi, took with them the icon of Vangelistra and placed it in the Metropolitan Church, standing in front of the large icon of the Virgin Mary. The icon of Vangelistra remained there until Karpathos was liberated and returned to Pigadia to its place.

When leaving, the most prudent left their houses unlocked. The Germans broke down the doors of the houses that were found closed and took whatever they found useful. My father had a safe box that he emptied and left it open. Another merchant who left his locked had been broken, of course it was empty, but the burglars thought it would have something valuable inside.

The Pigadiotans stayed away from their homes for over a year. From up there they could see the Allied warships and planes bombing Pigadia. One day we saw fires rising on the beach of Ammos, the Allied planes spotted three German seaplanes and bombed them. One night we saw flares dropped by Allied warships, Pigadia shining from the port to Afoti and bombings followed. Finally, the Germans left, Karpathos was liberated, on October 17, 1944, the British came, and after a few days we returned to our homes and found Pigadia half-destroyed.

However, it was not easy to forget the wounds left by the war. Shortly afterwards, at a family gathering, Michalis Niotis, Dimitris’ brother, recited the following mantinada (In free translation.

“Who is knocking at the door, and does not enter?

Is Demetris? he was not invited?”

anamniseis.net