ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ: ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΤΑΓΟΙ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΗΣ ΜΟΡΦΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΑΞΙΩΝ

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ: ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΤΑΓΟΙ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΗΣ ΜΟΡΦΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΑΞΙΩΝ

 

ΕΠΙΚΑΙΡΟ ΑΡΘΡΟ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ

Του Εμμανουήλ Π. Περσελή

Ομότιμου Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ: ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΤΑΓΟΙ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΗΣ ΜΟΡΦΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΑΞΙΩΝ

Μέσα σ’ ένα κλίμα σχεδόν απαξίωσης και αντιπαράθεσης του αρχαίου ελληνικού πνεύματος με το χριστιανικό, ιδιαίτερα κατά τον 3ο και 4ο αιώνα μ.Χ., αναδείχθηκαν τα μεγάλα αναστήματα των Καππαδοκών πατέρων (Βασιλείου Καισαρείας, Γρηγορίου Ναζιανζηνού, Γρηγορίου Νύσσης), καθώς και στην Αντιόχεια της Συρίας του Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Είναι οι πατέρες εκείνοι, οι οποίοι περισσότερο από άλλους διακρίθηκαν για τη θετική, νηφάλια αλλά και κριτική στάση τους απέναντι στο πολύπλοκο πολιτισμικό φαινόμενο της σχέσης ελληνισμού και χριστιανισμού.

Το διακεκριμένο κοινωνικό επίπεδο προέλευσης και οι ανώτερες σπουδές που πραγματοποίησαν οι Τρεις Ιεράρχες (εν προκειμένω Βασίλειος ο Μέγας, Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος) στα ελληνικά γράμματα σε διάφορες πόλεις της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, καθώς και η μαθητεία τους σε φημισμένους εθνικούς ρήτορες της εποχής, τους κατέστησαν ευαίσθητους και υπεύθυνους αποδέκτες της αξίας και της σημασίας της ελληνικής παιδείας. Μιας παιδείας που σε τελευταία ανάλυση βοήθησε τους Τρεις Ιεράρχες, σε συνδυσμό με τη βαθειά προσήλωσή τους στη χριστιανική διδασκαλία και πίστη, να διαμορφώσουν μια οικοδομητική θεολογία και φιλοσοφία περί Θεού, κόσμου και ανθρώπου. Οι Τρεις Ιεράρχες ήταν απόλυτα πεπεισμένοι ότι το περιεχόμενο της θεολογίας αυτής ενίσχυε και οδηγούσε σταθερά τον πιστό στην έλλογη βίωση των αληθειών του Ευαγγελίου και στην απρόσκοπτη πορεία του στην εν Χριστώ σωτηρία και θέωση.

Οπωσδήποτε, όμως, η στάση των Τριών Ιεραρχών απέναντι στην κληρονομιά και τους καρπούς της ελληνικής παιδείας και μόρφωσης υπήρξε άκρως επιλεκτική και λελογισμένη, όπως σαφέστατα συνάγεται από το πλούσιο συγγραφικό τους έργο που διασώθηκε μέχρι τις ημέρες μας.

Το αποκορύφωμα της τιμής και της πλήρους και αδιαμφισβήτητης αναγνώρισης της μεγάλης και εξαιρετικής προσφοράς των Τριών Ιεραρχών στην ορθόδοξη χριστιανική θεολογία, την πνευματική ζωή και τα ελληνικά γράμματα, συντελέστηκε τον 11ο αιώνα στο Βυζάντιο. Πρωτοπόρος και εμπνευστής της πρωτοβουλίας στην καθιέρωση, την 30η Ιανουαρίου κάθε χρόνου, του κοινού εορτασμού της μνήμης των Τριών Ιεραρχών, ως μεγάλων θεολόγων και διδασκάλων της Ορθόδοξης Εκκλησίας, υπήρξε ο μητροπολίτης Ευχαΐτων της επαρχίας Ελενοπόντου, Ιωάννης Μαυρόπους.

Το Συναξάριο της εορτής των Τριών Ιεραρχών αναφέρει ότι «επί της βασιλείας τού (αυτοκράτορα) Αλεξίου (Α´ του Κομνηνού)… εν Κωνσταντινουπόλει στάσις γέγονε παρά των ελλογίμων και εναρέτων ανδρών». Από τους ελλόγιμους και ενάρετους αυτούς άνδρες, σύμφωνα με το Συναξάριο (σε απόδοση στη δημώδη γλώσσα από τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη (18ος αιώνας) :

«Άλλοι μεν γαρ από αυτούς, έλεγον ανώτερον τον Μέγαν Βασίλειον, επειδή με τους λόγους του μεν, ερεύνησε την φύσιν των όντων, με τας αρετάς του δε, ωμοίαζε και εσυνερίζετο με τους Αγγέλους… Άλλοι δε πάλιν εκ του εναντίου, ύψοναν τον θείον Χρυσόστομον και έλεγον αυτόν του Βασιλείου και Γρηγορίου ανώτερον, καθότι μεταχειρίζεται διδασκαλίας συγκαταβατικωτέρας, και οδηγεί όλους με το σαφές και εύκολον της φράσεώς του, και τραβίζει τους αμαρτωλούς εις μετάνοιαν… Άλλοι δε προσπάθειαν έχοντες εις τα του Θεολόγου Γρηγορίου συγγράμματα, έλεγον αυτόν ανώτερον Βασιλείου και Χρυσοστόμου, καθότι αυτός με το κομψόν και πεποικιλμένον της φράσεώς του, και με το υψηλόν και δυσνόητον των λόγων του, και με το ανθηρόν των λέξεων, υπερέβηκεν όλους τους σοφούς, τόσον τους παλαιούς και περιβoήτους εις την εξωτερικήν και ελληνικήν σοφίαν, όσον και τους νεωτέρους και καθ᾽ ημάς εκκλησιαστικούς. Όθεν εκ της τοιαύτης διαφοράς και φιλονικείας, εσχίσθησαν εις τρία μέρη τα πλήθη των Χριστιανών, και άλλοι μεν, ελέγοντο Ιωαννίται, άλλοι δε Βασιλείται, και άλλοι Γρηγορίται».

Με αφορμή, λοιπόν, αυτές τις έριδες των διανοουμένων, για τις οποίες η μόνη πηγή πληροφοριών είναι το Συναξάριο του Μηναίου της 30ης Ιανουαρίου, ο Ιωάννης Μαυρόπους αποφάσισε να αποκαταστήσει τη φήμη και την αξία των Τριών Ιεραρχών. Την έμπνευση απόκτησε μετά από όνειρο, όπως αναφέρει το Συναξάριο, αλλά και ο ίδιος ο Ιωάννης Μαυρόπους υπαινίσσεται σε λόγο του για τους Τρεις Ιεράρχες. Σύμφωνα με αυτό το όνειρο, εμφανίστηκε, πρώτα, ένας έκαστος των Τριών Ιεραρχών και έπειτα και οι τρεις μαζί στον Ιωάννη Μαυρόποδα, επειδή αυτός ήταν «άνδρας ελλόγιμος, και έμπειρος της ελληνικής παιδείας, καθώς μαρτυρούσι τα παρ᾽ αυτού πονηθέντα συγγράμματα, και προς τούτοις ήτον και άνδρας, οπού είχε φθάση εις το άκρον της αρετής», όπως αναφέρει το Συναξάριο.

Στην κοινή εμφάνισή τους στον μητροπολίτη Ιωάννη Μαυρόποδα, οι τρεις μεγάλοι πατέρες διαδήλωσαν την επιθυμία τους να παύσει η έριδα και η φιλονικία για τα πρόσωπά τους και να επικρατήσει ειρήνη και ομόνοια μεταξύ των διανοουμένων και των πιστών χριστιανών της πρωτεύουσας, προτείνοντας την καθιέρωση του κοινού εορτασμού της μνήμης τους. Ο Ιωάννης Μαυρόπους συνέθεσε και την ακολουθία της εορτής ή τουλάχιστον το σημαντικότερο μέρος της, συμπεριλαμβανομένου ασφαλώς και του εξαίρετου Κανόνα.

Οι Τρεις Ιεράρχες αποτελούν, ανά τους αιώνες, φωτεινό παράδειγμα άσκησης των χριστιανικών αρετών. Οι ίδιοι, με τη ζωή και το παράδειγμά τους, υπερασπίσθηκαν τη διδασκαλία της Εκκλησίας που βασίζεται στο απολυτρωτικό μήνυμα του ευαγγελίου του Ιησού Χριστού. Η υπό των Πατέρων βίωση των χριστιανικών αρετών δεν ήταν επιφανειακή και περιστασιακή. Αντίθετα, βασιζόταν σε βαθειά γνώση των ψυχολογικών μεταπτώσεων και των ποικίλων γήινων αναγκών και αδυναμιών του ανθρώπου που βιώνει ως ατομικό και συλλογικό ον. Οι Πατέρες, όμως, εμφορούνταν από την ακράδαντη πεποίθηση ότι ο άνθρωπος, ως το τελειότερο δημιούργημα του Θεού, είναι σε θέση να υπερβεί τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες που η ίδια η πεπερασμένη φύση του και η κοινωνική συμβίωση προκαλεί.

Η ενασχόληση με το έργο και τη διδασκαλία των Τριών Ιεραρχών αποτελεί ύψιστο καθήκον κάθε πνευματικού ανθρώπου που επιθυμεί να αντλήσει διδάγματα για προσωπική πνευματική οικοδομή και τέρψη. Ταυτόχρονα, όμως, η μελέτη της ζωής και της διδασκαλίας των Πατέρων, και ιδιαίτερα των Τριών Ιεραρχών, συντελεί στην εξαγωγή συμπερασμάτων που οδηγούν σε αναλογικές συγκρίσεις, σκέψεις και προτάσεις για τη σημερινή εποχή. Μια εποχή κρίσεων και πολλαπλών αδιεξόδων, η αντιμετώπιση των οποίων δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί μόνο με πολιτικές εξαγγελίες και υποσχέσεις, και ευφάνταστες τεχνολογικές εφαρμογές. Θέματα, όπως η έλλειψη αγάπης και συγχώρησης μεταξύ των ανθρώπων, η αδικία, η άνιση κατανομή του πλούτου, ο πόνος της ασθένειας και του θανάτου, η αναξιοκρατία και οι παντός είδους διακρίσεις και βάρβαρης συμπεριφοράς και εκμετάλλευσης των αδυνάτων και των αναξιοπαθούντων παντός γένους και φύλου από τους ισχυρούς της γης, είναι άκρως υπαρκτά (θέματα) και ζητούν άμεσες λύσεις. Αναμφίβολα, όλ᾽ αυτά και άλλα πολλά θέματα και καταστάσεις καθιστούν το λόγο των Τριών Ιεραρχών επίκαιρο και θεραπευτικό για το σημερινό χειμαζόμενο από πλήθος ανεξέλεγκτων και πολλές φορές επικίνδυνων πληροφοριών άνθρωπο.

Σε μια εποχή, λοιπόν, όπως η δική μας, όπου οι περισσότεροι άνθρωποι και ιδιαίτερα οι νέοι έχουν απωλέσει σε μεγάλο και επικίνδυνο βαθμό τον πνευματικό τους προσανατολισμό και την προς τα άνω κατεύθυνση, οι λόγοι και τα έργα των Τριών Ιεραρχών (Bασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Xρυσοστόμου), έρχονται να μας υπενθυμίσουν τον αληθινό μας προορισμό ως δημιουργημάτων του αληθινού Θεού· να μας ενδυναμώσουν στην πορεία της πνευματικής μας ωριμότητας και τελείωσης και ταυτόχρονα να μας ανακουφίσουν από το άγχος της καθημερινής πολύπλοκης ζωής και των αναποτελεσματικών επαγγελιών του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου πολιτικού, κοινωνικού, οικονομικού και θρησκευτικού μεσσιανισμού.

Σ᾽ αυτή την πορεία προς τα άνω για λύτρωση και σωτηρία, ο ορθόδοξος χριστιανός έχει οδηγό το παράδειγμα του ενσαρκωμένου Υιού και Λόγου του Θεού και των εν Χριστώ αγίων της Εκκλησίας, οι οποίοι αποτελούν φωτεινά παραδείγματα της έμπρακτης ορθόδοξης χριστιανικής πνευματικής ζωής και παράδοσης. Στη χορεία των αγίων και πεφωτισμένων πατέρων της Εκκλησίας μας, στην οποία εξέχουσα θέση κατέχουν οι Τρεις τιμώμενοι σήμερα Ιεράρχες, μπορεί ο σημερινός πιστός χριστιανός να προσφεύγει, με ασφάλεια και βεβαιότητα, για μεσολάβηση και πνευματική βοήθεια και να εύχεται, μαζί με τον εμπνευσμένο και γλαφυρό εκκλησιαστικό υμνωδό της μνήμης τους : «Πανάγιοι διδάσκαλοι, σπεύσατε εξελείν τους πιστούς εκ των του βίου σκανδάλων, και ρύσαι κολάσεων, των αιωνίων ημάς».

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Περισσότερα σχετικά με τους Τρεις Ιεράρχες, δες στο βιβλίο: Εμμανουήλ Π. Περσελής, Οι Τρεις Ιεράρχες. Η συμβολή τους στη χριστιανική ανθρωπιστική μόρφωση και αγωγή, Εκδόσεις «Γρηγόρη», Αθήνα 2022.

30.1.2026

Καρπαθιακα Νέα