ΛΑΪΚΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ Ή ΠΟΙΗΤΑΡΗΔΕΣ:
ΚΥΠΡΟΣ – ΚΡΗΤΗ – ΚΑΡΠΑΘΟΣ – ΚΑΣΟΣ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ
[Δημοσίευση στα Πρακτικά 7. Συμποσίου Λαογραφίας: Οι ποιητικοί διάλογοι στις λαϊκές παραδόσεις της Κρήτης, της Καρπάθου, της Κάσου και της Κύπρου. Λαϊκοί ποιητάρηδες, μαντινάδες και τσιαττίσματα. Επιμέλεια Καλλιόπη Πρωτοπαπά – Γιάννης Ζέρβας, Λαογραφικός Όμιλος Λεμεσού, Λεμεσός 2022, σ. 33-70.]
γράφει ο Μηνάς Αλ. Αλεξιάδης
Η γραπτή με την προφορική λαϊκή ποίηση συχνά αλληλοτροφοδοτούνται, με αποτέλεσμα μια γόνιμη ποιητική δημιουργία. Η διφυής αυτή συνύπαρξη του λαϊκού ποιητικού λόγου φαίνεται ότι ήταν η αιτία δημιουργίας δύο ποιητικών ρευμάτων, ενός που εντοπίζεται κυρίως στην ηπειρωτική Ελλάδα και ενός δεύτερου, σε νησιωτικές περιοχές τόσο της ίδιας[1] αλλά και εκείνων της Κύπρου, σύμφωνα και με τα όσα υποστηρίζει ο Δημ. Πετρόπουλος[2].
Το πρώτο, που αποτελεί περισσότερο συνέχεια του (προφορικού) δημοτικού τραγουδιού, εντοπίζεται κυρίως στην ηπειρωτική Ελλάδα, η οποία, απομονωμένη μετά την υποδούλωση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και αποκομμένη από την πνευματική παραγωγή της Ευρώπης (τροβαδούροι κ.λπ.), βρήκε διέξοδο έκφρασης μέσα από τα παλαιότερα τραγούδια, και κατά βάση τα κλέφτικα. Εξαιρέσεις, βέβαια, νεοσύνθετων πολύστιχων αφηγηματικών ποιητικών κειμένων υπάρχουν και εδώ, αλλά η ποσότητά τους είναι μικρή, σε σύγκριση με την ποιητική παραγωγή των νησιωτικών περιοχών[3].
Για τη δεύτερη αυτή κατηγορία, ο ίδιος ερευνητής παρατηρεί ότι πρέπει να αναζητήσουμε τις ρίζες της στους ύστερους αιώνες του μεσαίωνα μέχρι τις αρχές της Αναγέννησης (15. αι. – 17. αι.), όταν άρχισαν δηλαδή να κάνουν την εμφάνισή τους οι τροβαδούροι στην περιοχή της βόρειας και μεσημβρινής Γαλλίας. Εκείνοι συνέθεταν λόγια ποιήματα, με αυτούς της βόρειας Γαλλίας να χαρακτηρίζονται ως «επικοί», επειδή αντλούσαν έμπνευση από ηρωικές πράξεις, σε αντίθεση με τους τροβαδούρους της νότιας περιοχής, τους «λυρικούς» ή και «Προβηγκιανούς», να ασχολούνται με τον έρωτα και τη γυναίκα[4]. Είναι σημαντικό να τονιστεί όμως, ότι και οι δύο ομάδες, θεωρώντας ίσως ότι η λατινική γλώσσα θα αποτελούσε εμπόδιο στην έκφραση του λαϊκού αισθήματος, συνέθεταν τα ποιήματά τους στη λαϊκή καθομιλούμενη γλώσσα της σύγχρονης εποχής τους[5].
Με τον τρόπο αυτόν, η νεώτερη αυτή ποιητική παράδοση μεταλαμπαδεύτηκε σε περιοχές του Ελληνισμού, όπου επικρατούσε η Φραγκοκρατία ή η Ενετοκρατία. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι πρόκειται για μια στείρα αναπαραγωγή έτοιμων συνθέσεων. Περισσότερο ακριβής είναι ο χαρακτηρισμός της ως μιας γόνιμης εξέλιξης ποιητικών μορφών, που, για διάφορους ιστορικούς λόγους, έτυχε να αξιοποιηθούν από περιοχές με μεγαλύτερη ευχέρεια πρόσβασης στη δυτική πνευματική παραγωγή.
Τη γραπτή αλλά και προφορική διάσταση της λαϊκής λογοτεχνίας έχει διαπιστώσει άλλωστε και ο Ιταλός λαογράφος Giovanni Battista Bronzini, ο οποίος σημείωσε ότι η Ιταλική λαϊκή ποίηση του 15. αι. ήταν και γραπτή, αλλά ότι τραγουδιόταν και δημόσια στις πλατείες[6]. Την ίδια διαπίστωση έκανα και εγώ για αντίστοιχα θέματα στην Ελλάδα6α.
Την ίδια εποχή περίπου, δηλαδή κατά τον 14. αι., χρονολογείται η ποιητική παραγωγή του Κρητικού Στέφανου Σαχλίκη, γραμμένη σε δεκαπεντασύλλαβα δίστιχα με ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία. Παλαιότερα, στη σχετική βιβλιογραφία, επικρατούσε η άποψη ότι ο ποιητής έζησε τον 15. αι., όμως οι Μανούσος Μανούσακας και van Gemert απέδειξαν, ύστερα από έρευνά τους σε βιβλιοθήκες και αρχεία στη Βενετία, ότι έζησε έναν αιώνα νωρίτερα[7].
*
Στη συνέχεια θα αναφερθώ εκτενέστερα στη νησιωτική λαϊκή ποίηση της Ελλάδας (με αναφορές στην Κρήτη, Κάρπαθο, Κάσο) και της Κύπρου. Ήδη ο Ν. Γ. Πολίτης (1852-1921) παρατήρησε ότι στην Κύπρο «απαντώμεν πολυπληθείς στιχουργούς, αποτελούντας τάξιν ιδίαν, καθώς οι αρχαίοι ραψωδοί, ασκούσαν ως επιτήδευμα την ποίησιν. Λέγονται ποιητάρηδες και ως ζωνταναί εφημερίδες περιέρχονται την νήσον μεταδιδόντες εστιχουργημένας ειδήσεις, όχι αδιακρίτως οιασδήποτε, αλλά μόνον όσας κινούν ζωηρόν ενδιαφέρον, είτε γενικώτερον, οποίαι περί εθνικών ζητημάτων, είτε μερικότερον, ως αι περί σεισμόν, φόνον, ερωτικών παθημάτων και των τοιούτων. Σήμερον [1916] τα στιχουργήματα αυτά τυπώνουν εις χωριστά φυλλάδια έκαστον και μετά την απαγγελίαν ζητούν ως αμοιβήν ν’ αγοράσουν τα φυλλάδια οι ακροαταί δίδοντες ό,τι προαιρούνται»[8].
Ο Στίλπων Π. Κυριακίδης (1887-1964), το 1915, επιχειρώντας μια σκιαγράφηση των διάφορων κατηγοριών λαϊκών ποιητών, επεσήμανε ότι οι σύγχρονοί του Κύπριοι ποιητάρηδες ασκούν την τέχνη τους, αναπαράγοντας, μαζί με άλλα, και δημοτικά τραγούδια και κυρίως εκείνα του ακριτικού κύκλου[9]. Αυτά τα τραγουδούν ποιητές μεγαλύτερης ηλικίας σε οικογενειακές συγκεντρώσεις. Αντίθετα, οι επαγγελματίες ποιητάρηδες τραγουδούν δικές τους συνθέσεις ή ελαφρώς παραλλαγμένες άλλων ποιητών, αναφέροντας στο τέλος το όνομά τους, για να κατοχυρώσουν με τον τρόπο αυτό τη σύνθεση.
Άλλη μια διαφορά που σημειώνει ο Κυριακίδης, είναι ότι αφενός οι επαγγελματίες ζητούσαν αμοιβή για τις ποιητικές συνθέσεις τους πουλώντας τα φυλλάδια με τα στιχουργήματά τους ή για την απαγγελία τους σε κάποια κοινωνική περίσταση, ενώ οι ηλικιωμένοι αρκούνται σ’ ένα απλό «σπολάτη» και στην «μακάριση» εκείνου του ποιητή που συνέθεσε το αρχικό ποίημα. Αφετέρου, οι επαγγελματίες χρησιμοποιούν ένα πιο εξομαλυμένο γλωσσικά ύφος αλλά και με ορισμένες προσωπικές ιδιοτυπίες στην τεχνοτροπία, ενώ οι γεροντότεροι αναπαράγουν τα δημοτικά τραγούδια στο Κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα, χωρίς να αντικαθιστούν λέξεις με άλλες της Κοινής Ελληνικής, συνεχίζοντας παράλληλα την τεχνοτροπία των δημοτικών τραγουδιών[10].
Μερικά χρόνια αργότερα, το 1923, ο Χρ. Γ. Παντελίδης, συντάκτης του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών, συνέγραψε σύντομη μελέτη με θέμα τους «ποιητάριδες» (sic), της Κύπρου[11], στην οποία διέκρινε τρεις κατηγορίες ποιητών: α. αυτούς που τραγουδούν με ορισμένη μελωδία ακριτικά και δημοτικά τραγούδια από την περίοδο της Φραγκοκρατίας, της Τουρκοκρατίας και της Αγγλοκρατίας, σε διάφορες συγκεντρώσεις, β. αυτούς που τραγουδούν με τη μελωδία των δημοτικών τραγουδιών δικά τους στιχουργήματα με θρησκευτικό, ιστορικό, πατριωτικό, ερωτικό κ.ά. περιεχόμενο, και γ. αυτούς που αυτοσχεδιάζουν δίστιχα κατά τη διάρκεια πανηγύρεων, γάμων και άλλων κοινωνικών συναθροίσεων.
Αναλυτικότερα, για την πρώτη κατηγορία[12], σημειώνει ότι πρόκειται για τους παλαιότερους ποιητάρηδες, οι οποίοι βρίσκονται συνήθως στις ορεινές περιοχές της Κύπρου. Είναι εκείνοι που γνωρίζουν τραγούδια από τη δημοτική παράδοση και τα μνημονεύουν ακόμα και σε έκταση 200 στίχων. Όμως, δεν χρησιμοποιούν την ποιητική τους γνώση για βιοπορισμό, για παράδειγμα σε απαγγελίες στη διάρκεια πανηγύρεων, αλλά τραγουδούν μόνο για να ευχαριστήσουν τους συντοπίτες τους σε γιορτές, καφενεία ή άλλες κοινωνικές περιστάσεις, δεχόμενοι μόνο κεράσματα και πολύ σπάνια αμοιβή.
Η γλώσσα των τραγουδιών αυτών είναι η Κυπριακή διάλεκτος, χωρίς να ενσωματώνονται λέξεις από τη λόγια παράδοση. Αντίθετα εν τούτοις απαντώνται λέξεις από την αρχαία Ελληνική, που πια δεν χρησιμοποιούνται. Συχνοί είναι επίσης οι συμφυρμοί διαφορετικών δημοτικών τραγουδιών, αλλά και οι επαναλήψεις στίχων ή επεισοδίων, όταν το απαιτεί η αφήγηση. Καμιά φορά οι ποιητές αυτοί ενσωματώνουν και δικούς τους στίχους, για να ολοκληρώσουν ή να ταιριάσουν τη σύνθεση. Τα χαρακτηριστικά αυτά αιτιολογούνται από το γεγονός ότι πρόκειται για ανθρώπους χωρίς σχολική εκπαίδευση, οι οποίοι έμαθαν τα τραγούδια ακούγοντάς τα και αναπαράγοντάς τα από μνήμης.
Σχετικά με τη δεύτερη κατηγορία[13], ο ίδιος αναφέρει ότι οι ποιητάρηδες αυτοί δημιουργούν δικά τους στιχουργήματα με θέματα επηρεασμένα από την καθημερινή ζωή της περιοχής τους, όπως είναι τα ερωτικά εγκλήματα κ.ά. Στη συνέχεια, τυπώνουν σε φυλλάδια τις συνθέσεις τους και τις πουλούν σε πανηγύρια και άλλες συναθροίσεις. Έπειτα, οι χωρικοί δίνουν τα φυλλάδια αυτά σε κάποιον εγγράμματο του χωριού, ο οποίος τους τα διαβάζει και, αν κάποια σύνθεση γίνει αρεστή, ορισμένοι από τους ακροατές, τη μαθαίνουν απ’ έξω. Συχνά, όμως, οι διάφοροι εγγράμματοι, ή και οι διορθωτές-επιμελητές των εντύπων, «παραμορφώνουν» τους πρωτότυπους στίχους, αντικαθιστώντας τις ιδιωματικές Κυπριακές λέξεις και φράσεις με άλλες της Κοινής Νεοελληνικής.
Στην τρίτη κατηγορία ποιητάρηδων ο Παντελίδης εντάσσει εκείνους που αυτοσχεδιάζουν δίστιχα και στήνουν ποιητικούς αγώνες μεταξύ τους σε πανηγύρια ή άλλες κοινωνικές περιπτώσεις[14]. Χορεύοντας δηλαδή ανά δύο, αντικριστά, τραγουδούν ο καθένας από ένα δίστιχο ή τετράστιχο, με τη συνοδεία βιολιού και λαούτου. Ο ποιητικός αγώνας έχει συγκεκριμένο θέμα, που ορίζεται από πριν, με την πλειοψηφία τους να αναφέρονται σε κάποια ερωτική υπόθεση. Νικητής ανακηρύσσεται εκείνος που θα εξαντλήσει ποιητικά τον αντίπαλό του και θα πάρει τις περισσότερες επευφημίες του κοινού. Οι αγώνες αυτοί διαρκούν λίγες ώρες (δύο με τρεις) και η αναγνώριση του νικητή αποδίδεται και σε ολόκληρο το χωριό, από το οποίο κατάγεται. Μάλιστα, στη Λάρνακα, την ημέρα μετά τον εορτασμό της Πεντηκοστής, στον ΄΄Κατακλυσμό΄΄, όπως λέγεται, καθιερώθηκε επίσημος διαγωνισμός, τα γνωστά ως «τσιαττίσματα», φαινόμενο, το οποίο μελέτησε συστηματικότερα ο Δημ. Πετρόπουλος.
Έτσι, το 1953, σε άρθρο του, δημοσίευσε τα δικά του αποτελέσματα έπειτα από επιτόπια συγκριτική έρευνα στην Κύπρο και την Κρήτη, που διεξήγαγε μαζί με τον καθηγητή Δ. Νοτόπουλο[15]. Αρχικά διαπίστωσε ότι οι «ποιητές», όπως λέγονται στην Κρήτη, και οι «ποιητάρηδες» στην Κύπρο, κερδίζουν μια ξεχωριστή θέση στην τοπική κοινωνία, αφού θεωρούνται ως άτομα με διορατικές ικανότητες.
Στη συνέχεια, ξεκινώντας από την Κρήτη, χωρίζει τους λαϊκούς στιχουργούς σε «γνήσιους» και «επαγγελματίες» τραγουδιστές[16]. Για τους πρώτους σημειώνει ότι έχουν πηγαίο στιχουργικό ταλέντο, χωρίς να διαθέτουν όμως σχολική μόρφωση. Αφηγούνται γεγονότα που επηρέασαν τη ζωή των κατοίκων (π.χ. πόλεμος, κοινωνικές αλλαγές κ.ά.) και δεν έχουν άλλες υλικές αξιώσεις. Γι’ αυτό και δεν δημοσιεύουν κάπου τα ποιήματά τους ούτε είναι πολύ γνωστοί έξω από τα όρια της περιοχής στην οποία δραστηριοποιούνται.
Αντίθετα, οι «επαγγελματίες» ποιητές δημοσιεύουν τους στίχους τους σε φυλλάδια και τους τραγουδούν σε πανηγύρια και άλλες εορταστικές συγκεντρώσεις. Μπορεί, με τον τρόπο αυτόν, λοιπόν, να γίνονται γνωστοί σε ένα ευρύτερο κοινό, όμως η εκφραστική τους δύναμη είναι μικρότερης έντασης από εκείνη των «γνήσιων» τραγουδιστών. Είναι επηρεασμένοι από διάφορα έντυπα, εφημερίδες, λόγους πολιτικών ή και από τη λόγια ποίηση, και αυτό φαίνεται στο έργο τους.
Ο Πετρόπουλος σημειώνει ακόμη και μια τρίτη κατηγορία, στην οποία ανήκουν εκείνοι που αναπαράγουν έτοιμες συνθέσεις και κάνουν ελάχιστες επεμβάσεις, είτε για να αφήσουν το δικό τους στίγμα πάνω τους είτε επειδή ξέχασαν τον πρωτότυπο στίχο. Εκείνο πάντως που έχει σημασία σε κάθε περίπτωση είναι η απήχηση των τραγουδιών τους και η αποδοχή τους από το κοινό.
Αντίστοιχες κατηγορίες εντόπισε και στη Μεγαλόνησο, όπου εκεί όμως οι λαϊκοί ποιητάρηδες αποτελούν «ιδιαίτερη τάξη με επαγγελματική συνείδηση»[17]. Ασχολούνται με θέματα από την καθημερινή ζωή, με θρησκευτικές παραδόσεις, θαύματα Αγίων, πολιτικά γεγονότα κ.λπ., ενώ εντάσσουν στα στιχουργήματά τους και το αίτημα για ελευθερία και δικαιοσύνη.
Ο Πετρόπουλος έκανε επίσης εκτενή αναφορά στους αυτοσχέδιους ποιητικούς διαλόγους, στα «τσιαττίσματα», όπως προανέφερα, με πρωταγωνιστές τους «τσιαττιστές». Η λέξη ετυμολογείται από το ρήμα της Τουρκικής γλώσσας çatmak, που σημαίνει φιλονικώ, διαγωνίζομαι με προφορικό ή γραπτό λόγο[18].
Ο ποιητικός αυτός διαγωνισμός πραγματοποιείται κατά την ημέρα του «Κατακλυσμού», όταν οι κάτοικοι γιορτάζουν πηγαίνοντας σε παραλίες και παρακολουθώντας τον διαγωνισμό. Κριτές ορισμένοι επίσημα, με μέλη τους τοπικούς άρχοντες, απονέμουν στο τέλος των διαγωνισμών τα πρωτεία και τα δευτερεία.
Χαρακτηριστικό τους είναι το εριστικό, αλλά με σατιρική διάθεση, ύφος και η περιπαικτική γλώσσα των στιχουργημάτων που σχολιάζουν έντονα την ποιητική ικανότητα του αντιπάλου, αποσκοπώντας να τον στερέψουν ποιητικά. Η σάτιρα αυτή όμως ποτέ δεν προχωρά και στην προσωπική ζωή των διαγωνιζομένων, αλλά στέκεται μόνο στα ελαττώματα και τις αδυναμίες της ποιητικής τεχνικής τους[19].
Ως ξεχωριστό ποιητικό είδος ο Πετρόπουλος παραθέτει, επίσης, τα «δίστιχα» ή «τραούδκια» και τα «τραούδκια της λέξης». Για τα πρώτα αναφέρει ότι είναι αυτοσχέδιοι διαγωνισμοί ποιητών – όπως περίπου και τα «τσιαττίσματα» –, αλλά όποιος συμμετέχει τραγουδά στίχους χωρίς νοηματική συνάφεια με εκείνους του αντιπάλου του, αλλά μόνο για να κάνει επίδειξη των στιχουργικών δυνατοτήτων του. Αντίστοιχα, στα «τραούδκια της λέξης», ένας ακροατής από το κοινό προτείνει μια λέξη στον ποιητή και εκείνος προσπαθεί να συνθέσει στίχους που να ομοιοκαταληκτούν με τη λέξη αυτή.
Ανάμεσα στα δύο νησιά ο Πετρόπουλος επιχειρεί να κάνει μια σύγκριση στα λαϊκά στιχουργήματα Κρητικών και Κυπρίων. Αρχικά, τονίζει ότι στους προλογικούς στίχους οι ποιητές ορίζουν τη χρονολογία των γεγονότων, στα οποία αναφέρονται, και επικαλείται μια δύναμη να τον βοηθήσει το έργο του ή και την προσοχή των ακροατών του. Παράλληλα, κοινοί είναι οι πολλοί τυπικοί στίχοι που συμπληρώνουν άλλους ανολοκλήρωτους στίχους ή ημιστίχια, ενώ στο τέλος της σύνθεσης, οι ποιητές δηλώνουν το όνομά τους και τον τόπο καταγωγής τους.
Από τα παραπάνω, ο Πετρόπουλος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα πολύστιχα ποιήματα των νησιωτικών περιοχών συνεχίζουν μια ποιητική παράδοση που ανάγεται στους τελευταίους αιώνες τους Βυζαντίου[20]. Αιτιολογεί ακόμη το γεγονός ότι τέτοια παράδοση δεν απαντάται στην ηπειρωτική Ελλάδα με το σκεπτικό ότι εκεί η παράδοση συνεχίστηκε χωρίς την επίδραση της δυτικής πνευματικής παράδοσης λόγω της Οθωμανικής κατοχής.
Λαϊκοί ποιητές, εκτός από τα νησιά στα οποία θα αναφερθώ, υπάρχουν επίσης και σε άλλα Δωδεκάνησα[21], στη Νάξο[22], στη Λευκάδα[23] και αλλού[24].
*
ΚΥΠΡΟΣ
Η Κύπρος είναι γνωστό ότι χαρακτηρίζεται για τον πλούτο της λαϊκής ποίησής της, αποτελώντας τον άλλο πυλώνα της λαϊκής λογοτεχνίας ολόκληρου του Ελληνισμού. Άλλωστε, υποστηρίζεται ότι η ποιητική της παράδοση ανάγεται στους ύστερους βυζαντινούς χρόνους, όπως και προανέφερα. Ο σημαντικός ερευνητής της Κυπριακής λαϊκής ποίησης Κωνσταντίνος Γιαγκουλλής, σε πολυάριθμα βιβλία και μελετήματά του, έχει προσπαθήσει να αναλύσει κάθε όψη της ποίησης αυτής[25]. Ξεχωρίζω εδώ ένα άρθρο του στο οποίο έχει καταγράψει όσους λαϊκούς ποιητές μπόρεσε να εντοπίσει σε ολόκληρη την Κυπριακή επικράτεια, παραθέτοντας πληροφορίες για τη ζωή, τη δράση τους και την ποιητική τους παραγωγή. Πρόκειται, βέβαια, για ένα instrumentum studiorum για κάθε ερευνητή, που επιθυμεί να προσεγγίζει ανθρωποκεντρικά τη λαϊκή λογοτεχνία[26].
Ο Γιαγκουλλής, σε άλλο σπουδαίο έργο του, υποστηρίζει ότι πολλά από τα δημοτικά τραγούδια, κυρίως ακριτικά, παραλογές κ.λπ., μεταφέρθηκαν «δι’ αλμάτων» (by leaps) από πρόσφυγες και «περιοδεύοντες επαγγελματίες αοιδούς» (travelling minstrels), που ήρθαν στη Μεγαλόνησο από τη Μικρά Ασία περίπου τον 11. αι., όταν και παρατηρήθηκε αθρόα έξοδος του Μικρασιατικού Ελληνισμού λόγω της Οθωμανικής εξάπλωσης[27].
Συνεχίζοντας τις παρατηρήσεις του ο Γιαγκουλλής απαριθμεί πέντε χαρακτηριστικά των Κυπρίων λαϊκών ποιητών, κάνοντας λόγο για την επαγγελματική τους ιδιότητα, τη φτώχεια ή και σωματική τους αναπηρία, την ασκημένη μνήμη τους, το ολιγάριθμό τους, καθώς και την ιδιότητά τους ως φορέων αλλά και ως δημιουργών νέων τραγουδιών[28].
Σχετικά με την επαγγελματική τους ιδιότητα σημειώνει ότι τα ακριτικά ή τα ποιητάρικα τραγούδια κ.ά. «προϋποθέτουν ποιητική ωριμότητα» και γι’ αυτό μπορούν να αναπαράγονται επιτυχώς μόνο από επαγγελματίες ποιητές, οι οποίοι είναι ασκημένοι στην αποστήθιση μακροσκελών ποιημάτων και στην όσο το δυνατόν πιο πιστή απαγγελία τους χωρίς μνημονικά λάθη. Άλλωστε, και ο λόγιος Μητροπολίτης Καισαρείας Αρέθας (850-932), ήδη από τον 9. αι., έκανε λόγο για αυτοσχέδια ποιήματα Παφλαγόνων, με θέμα τους ακρίτες, που τα τραγουδούσαν από σπίτι σε σπίτι με αμοιβή («προς οβολόν άδοντες καθ’ εκάστην οικίαν»)[29]. Να σημειώσουμε ακόμη ότι οι λαϊκοί ποιητές προέρχονται κυρίως από τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα (αγρότες, γεωργοί, χειρώνακτες κ.λπ.), χωρίς ιδιαίτερη ή και καθόλου σχολική μόρφωση[30].
Άλλο χαρακτηριστικό τους είναι η φτώχεια ή και η σωματική τους αναπηρία πολλές φορές, που τους κάνει να ξεχωρίζουν από το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο. Μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι το επάγγελμα του λαϊκού ποιητή προσφέρει ένα περιορισμένο εισόδημα, αλλά όμως παρέχει ταυτόχρονα μια απεριόριστη αναγνώριση από το κοινό. Η σωματική αναπηρία δεν μπορεί παρά να μας βάζει σε πειρασμό να τη συγκρίνουμε με την τυφλότητα του πιο γνωστού ραψωδού της αρχαιότητας, του Ομήρου. Παρόλ’ αυτά, φαίνεται ότι η ποιητική δεινότητα αντισταθμίζει τη σωματική αδυναμία, και με τον τρόπο αυτό ο ποιητής μετατρέπει την έλλειψή του σε ένα ξεχωριστό προσόν μέσα από το ποιητικό ταλέντο του.
Παράλληλα, οι λαϊκοί ποιητές ζώντας μέσα σε έναν «μνημονικό πολιτισμό»[31] μπορούσαν να αποστηθίζουν πολύστιχα ποιήματα, όπως είναι, κατά βάση, τα ακριτικά. Στο γεγονός αυτό συντέλεσε και η απουσία τυπογραφίας στην Κύπρο, την οποία έφερε όμως η Αγγλική κυριαρχία το 1878. Ενδεικτικό είναι ότι από τότε μέχρι το 1960 κυκλοφορήθηκαν περίπου 1.000 ποιητάρικες φυλλάδες[32], ενώ από το 1960 μέχρι το 1991 περίπου 300. Σύμφωνα με άλλη εκτίμηση από το 1883 μέχρι το 2011, τυπώθηκαν 1.970 ρίμες[33]. Οι αριθμοί αυτοί αποκαλύπτουν και τη μεγάλη έκταση του λαϊκού αυτού ποιητικού φαινομένου, το οποίο μπορεί να διαπιστωθεί και από την πλούσια σχετική βιβλιογραφία, που συγκέντρωσε ο Φοίβος Σταυρίδης[34]. Ο μεγάλος αυτός αριθμός έκανε τους ποιητάρηδες διάσημους, με αποτέλεσμα να κατοχυρώσουν την πνευματική τους ιδιοκτησία, ενώ παράλληλα διαπιστώθηκε υποχώρηση της προφορικής ποίησης[35].
Οι αριθμοί αυτοί είναι πράγματι αξιόλογοι, αν αναλογιστεί κανείς ότι προέρχονται από μια ομάδα ευάριθμων λαϊκών ποιητών. Ως ενεργητικοί φορείς της παράδοσης δηλαδή, είναι εκείνοι που συνθέτουν ποιήματα με αφορμή κάποιο γεγονός που συγκλόνισε την περιοχή ή με έμπνευση από κάποια ερωτική ιστορία.
Τη λειτουργία ακριβώς των λαϊκών ποιητών ως ΄΄δημοσιογράφων΄΄ έχει εξετάσει σε άρθρο[36] του ο Γιαγκουλλής το 1984. Εκεί επισημαίνει τους έξι λόγους για τους οποίους οι λαϊκοί δημιουργοί ήταν τόσο αγαπητοί. Αρχικά αναφέρει ότι ήταν εκείνοι που μετέδιδαν ειδήσεις κοινού ενδιαφέροντος σε έμμετρη μορφή. Επίσης, ήταν εκείνοι οι οποίοι διερμήνευαν τους εθνικούς πόθους για ανεξαρτησία, ήταν οι θεματοφύλακες των παραδοσιακών νόμων ηθικής, ενώ ταυτόχρονα ψυχαγωγούσαν το ακροατήριό τους και αποδείκνυαν ότι το έργο τους ήταν διδακτικό, τροφοδοτώντας παράλληλα τους νέους με ερωτικά και άλλα δίστιχα[37].
Σχετικά με την ιδιότητά τους ως πληροφορητών, ο Γιαγκουλλής τονίζει ότι εκείνοι ήταν που ενημέρωναν το κοινό τους για θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος, όπως ήταν οι φόνοι, τα δυστυχήματα, η φτώχεια, η εκμετάλλευση των εργατών, οι ερωτικές περιπέτειες κ.ά. Έτσι, σε μια εποχή χωρίς την αμεσότητα της πληροφόρησης μέσα από την τηλεόραση ή το διαδίκτυο, οι λαϊκοί ποιητές ήταν οι αναμεταδότες των ειδήσεων, γεγονός που τους αναδείκνυε σε σημαντικό παράγοντα συνοχής για το κοινωνικό σύνολο.
Επιπλέον, ο ίδιος επισημαίνει ότι οι «ποιητάρηδες δε διστάζουν να χτυπήσουν τα κακώς κείμενα: την τοκογλυφία, τους υψηλούς φόρους, την έλλειψη αγροτικής πολιτικής, τη φτώχεια και τη μιζέρια που κατατρύχει τις χαμηλά αμειβόμενες τάξεις του κυπριακού λαού… Στο ποιητάρικο τραγούδι βαραίνει η καθημερινή πραγματικότητα και απουσιάζει η ποίηση. Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, πολύ σημαντικό, γιατί από τις ρίμες αυτές αντλούμε σήμερα πολύτιμο υλικό για τη μελέτη της κοινωνικής μας ιστορίας»[38].
Συμπληρωματικά θα έλεγα ότι ο Κωνσταντίνος Γ. Γιαγκουλλής , ο κορυφαίος μελετητής της Κυπριακής λαϊκής ποίησης, εκτός των άλλων δημοσιευμάτων του, εκπόνησε και σχετική διατριβή[39], ενώ συγκέντρωσε σε ένα σπουδαίο δίτομο έργο πολλές ποιητάρικες φυλλάδες με βιογραφικά σημειώματα και σχόλια για τους στιχουργούς[40]. Εξέδωσε επίσης και έξι τόμους με ποιητάρικα κείμενα, το οποίο θεωρώ ότι αποτελεί ανεκτίμητη προσφορά στην έρευνα και μελέτη της λαϊκής ποίησης της Μεγαλονήσου[41].
* * *
Η θεματολογία των λαϊκών ποιητάρικων στιχουργημάτων καλύπτει ένα ευρύ πεδίο, όπως μαρτυρούν τα ίδια τα κείμενα. Μπορούμε, λοιπόν, να τα κατατάξουμε σε:
1. Θρησκευτικά (θαύματα της Παναγίας και Αγίων, Βίοι Αγίων, Ίδρυση Μονών, Θρήνος της Παναγίας, Πάθη του Χριστού),
2. Ιστορικά (Αγώνας του 1821, Έπος του 1940, Κυπριακή τραγωδία του 1974, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, προσφυγιά),
3. Κοινωνικά (οικογενειακά δράματα, αυτοκτονίες, τραγικοί θάνατοι, δολοφονίες, δυστυχήματα),
4. Πολιτικά (δημοτικές και βουλευτικές εκλογές),
5. Έρωτες και ερωτικά πάθη,
6. Σατιρικά,
7. Φυσικά φαινόμενα (πλημμύρες, καταστροφές, σεισμοί, θεομηνίες),
8. Παροιμιακά,
10. Διάφορα.
Στη συνέχεια παραθέτω ενδεικτικά παραδείγματα τέτοιων στιχουργημάτων[42]:
- Ποίημα του Χριστόφορου Γ. Κωστάκη, από το 1915, που αναφέρεται σε επιδρομή ακρίδας στα χωριά Άγιοι Βαβατσινιάς, Ορά και Μελίνη της επαρχίας Λεμεσού[43]:
Σπέρνουμεν, δεν θερίζουμεν, κλαδεύομεν κι ’έν τρυούμεν,
έν’ που τες αμαρτίες μας και τέλεια θα χαθούμεν.
…………………………………………………………………..
Λοιπόν όλοι [οι] χριστιανοί μετανοάτε τώρα,
ίσως ο Παντοδύναμος μας λυπηθεί μιαν ώρα.
………………………………………………………..
Είναι όμως και χάκκιν* μας τα βάσανα που είδα
και πάνω ’ς τούτον δεν έχει κανένας μας ελπίδα,
πως έννα ζήσαμεν καιρόν, με να γυρίσει έτος,
ακρίδαν εις τα δένδρα μας [μας] έστειλεν εφέτος.
……………………………………………………….
Δευτέρα μέρα ήτανε, πρωίν, η ώρα δέκα,
πά’ στα <δενδρά μας κάθισεν> και τους καρπούς πελέκαν.
Άνδρες, γυναίκες κλαίασιν, σαν τα μικρά τες μάνες,
εδώσασιν πυρκαϊές και παίξαν οι καμπάνες.
*χάκκιν (το) = δίκαιο (<τουρκ. hak)
- Ποίημα για τη σεισμική καταστροφή Επτανήσων – Κύπρου[44] από τον Α. Θ. Ζυμπρή, το 1953:
Νέον καθήκον σήμερον θα εκτελέσω πάλιν
που προξενεί κάθε καρδιάς συγκίνησιν μεγάλην.
Με δακρυσμένους οφθαλμούς, με θλίψη και πικράδα,
θα πω την μαύρην συμφοράν πόπληξεν την Ελλάδα.
Δεύτερον για την Κύπρο μας τα όσα εσυμβήκαν,
πόσες μανάδες και παιδιά εμαυροφορηθήκαν.
……………………………………………………
Έπεσεν απροσδόκητος στην γην θεομηνία,
με πρώτον ισχυρόν σεισμόν εις την Κεφαλληνίαν.
…………………………………………………….
Τότε ’ξαπλώθηκεν κι αλλού το ίδιον φαρμάκιν,
στην Ζάκυνθον και έπειτα εις την μικράν Ιθάκην.
……………………………………………………
Ήταν μια Πέμπτη πρωινό στες δέκα Σεπτεμβρίου,
έξι και πέντε ακριβώς ανατολή ηλίου.
…………………………………………………….
Λοιπόν η Κύπρος άρχισεν ολόκληρη να τρέμει,
σαν το καλάμι στους αγρούς που παίρνουν οι ανέμοι.
Δεκάξι δευτερόλεπτα οι τόποι εσουστήκαν
και τότε πόλεις και χωριά ’που γης εχαλαστήκαν.
……………………………………………………
Το κείμενο αυτό με απασχόλησε ιδιαίτερα σε σχετική μελέτη μου[45].
- Ποίημα του Α. Ι. Γρίβα[46] για το Ιστορικό ίδρυσης της Ιεράς Μονής Κύκκου (1090), που κυκλοφορήθηκε το 1960:
Θεέ μου δος μου δύναμιν και φώτισιν να γράψω
Της Παναγίας Δέσποινας, θαύματα να φωνάξω.
Πάνω στου Κύκκου τα βουνά που κρίστην εκκλησία
Και μοναστήριν έγινεν ποια ήταν η αιτία.
……………………………………………………..
Λοιπόν κείνην την εποχήν έναν πουλλίν εφάνην
Πάνω στου Κύκκου τα βουνά κι όμορφα εκελάδην.
Σχεδόν όπως τον άνθρωπον αυτόν ετραγουδούσεν
Κι έναν τραγούδιν όμορφον αυτόν εκελαϊδούσεν.
Πάνω στου Κύκκου το βουνίν θα γίνη μοναστήρι
Και μία Δέσποινα θαρθή και τακτικά θα μείνη.
- Ποίημα του Βασίλη Μιχαηλίδη[47] για την 9. Ιουλίου του 1821 στη Λευκωσία, που κυκλοφορήθηκε το 1982:
Αντάν αρτζιέψαν οι κρουφοί ανέμοι τζι εφυσούσαν,
τζι αρκίνησεν εις την Τουρτζιάν να κρυφοσυννεφκιάζει,
τζιαι ’πού τες τέσσερις μερκές τα νέφη εκουβαλούσαν,
ώστι να κάμουν τον τζιαιρόν ν’ αρτζιέφκει να στιβάζει,
είσιες σγιάν είχαν ούλοι τους τζι η Τζύπρου το κρυφόν της,
μεσ’ ’ς τους ανέμους τους κρυφούς είσιεν το μερτικόν της.
…………………………………………………………………..
Ήτουμ μια νύχτα μουλλωτή*, μια νύχτα μουρρωμένη*,
που ’θάρηες πως χώννεται ’που του Θεού την κρίσιν,
σε τέθκοιαν νύχτα σιανήν οι Τούρτζοι βαδωμένοι
μέσ’ ’ς Σαράγιον είχασιμ μηάλομ Μετζιλίσιν*.
*μουλλωτή = σιωπηλή, αθόρυβη
μουρρωμένη = σκυθρωπή, συμμαζεμένη κι αμίλητη
μετζιλίσιν (το) = μεγάλο συμβούλιο
- Ανδρέας Μαππούρας, Το τραγούδι του Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου: Ένδοξος και θαυματουργός ο Άγιος ετούτος / των ασθενούντων ιατρός και των πτωχών ο πλούτος. Τυπογραφεία Βιολάρη, 1988:
Αγαπητοί Χριστιανοί και μυροβαφτισμένοι,
παρακαλώ ακούστε με όσ’ είστε συναγμένοι.
Για να σας πω τα θαύματα τ’ Αγίου Γεωργίου,
η δόξα ώσ’ που έφτασεν κι η χάρις του Αγίου.
Ως στρατιώτην του Χριστού σήμερα τον δοξάζουν
και κάθε δύσκολη στιγμήν τον Άγιον φωνάζουν.
Η χάρις του δοξάζεται σ’ όλην την οικουμένη
κι έχουν και την εικόνα του παντού ζωγραφισμένη.
Και πάνω εις το άλογον θωρούν τον καβαλλάρη,
με δοξασμένον στέφανον και το χρυσόν κοντάρι.
Που σκότωσεν τον δράκοντα κάποτε μιαν ημέρα
κι εγλύτωσεν του Βασιλιά τη μόνην θυγατέραν[48].
…………………………………………………………..
- Ο Θρήνος της Παναγίας, έκδοση Κώστα Γεωργίου από τον Άγιον Κωνσταντίνον και τώρα στον Αρακαπά Λεμεσού. Τιμή προαιρετική, αχρονολόγητη οκτασέλιδη φυλλάδα:
Άδε μαντάτον σκοτεινόν και μέρα λυπημένη
που ήλθε σήμερον σ’ εμέ την πολλοπικραμμένη.
Επιάσαν τον υιούλη μου και μειν’ ορφανεμένη.
Άρχοντες αγρικήσατε όσ’ είσθε συναγμένοι,
να σας ειπώ μίαν γραφήν την έχουν συνθεμένην.
Ακούσατε μετά χαράς αγίας ιστορίας,
τα Πάθη του Κυρίου μας, Θρήνον της Παναγίας.
Και πρώτον πώς εστάθηκε και πώς εμελετήθη,
πώς επροδόθη ο Χριστός και πώς εκατακρίθη.
Πρώτον εσυμβουλεύθησαν οι άνομοι Εβραίοι,
οι γραμματείς και ο σοφοί αυτοί οι Φαρισαίοι.
Κατά Χριστού εφρίαξαν, καινά εμελετήσαν,
για να σταυρώσουν τον Χριστόν την γνώμην των εστήσαν.
Όποιος προδώσει τον Χριστόν αργύρια να τάξουν
κι όσοι γυρεύαν τον Χριστόν να πάν’ να τον αρπάξουν.
Από τους μαθητάδες του εστάθη η αιτία
και επροδώσαν τον Χριστόν με την φιλαργυρίαν.
Ιούδας τον επρόδωσεν, καθώς είναι γραμμένον
και επληρώθη το ρηθέν, το πάλαι γεγραμμένον.
…………………………………………………………….
Επήραν και εθάψαν τον τον δίκαιον εκείνον
και τα πισόν (;) η Δέσποινα κάμνει μεγάλον θρήνον.
Αλίμονον, αλίμονον, Θεέ μου και Πατέρα
και πώς με ’πολησμόνησες ετούτη την ημέρα.
Όποιος διαβάζει τη γραφή ετούτη του Υιού μου,
ερώτησην να μεν έχει στην κρίσιν του Θεού μου.
Κι η Δέσποινα που το ’βγαλε πρέπει να την υμνείτε,
πρέπει να τη δοξάζετε και να τη προσκυνάτε.
Αυτής πρέπει η δόξασις και μένα το σπολλάτε.
Τέλος και τω Θεώ δόξα.
ΑΜΗΝ.
*
ΚΡΗΤΗ
Η Κρητική Λογοτεχνία έχει να επιδείξει αξιόλογα λυρικά ποιήματα, με κορυφαία εκείνα του Ερωτόκριτου (Βιτσέντζος Κορνάρος), της Ερωφίλης (Γεώργιος Χορτάτσης), της Θυσίας του Αβραάμ (άγνωστου συγγραφέα) κ.ά. Αυτά μας οδηγούν στο συμπέρασμα, σύμφωνα με τον Πετρόπουλο, ότι «η γραπτή παράδοση άσκησε σημαντική επίδραση στη διαμόρφωση των αφηγηματικών ποιημάτων στα νησιά. Τα γραπτά ποιήματα, έργα ημιλογίων, λίγο πολύ, ανθρώπων (…) γίνονται κτήμα πολλών ανθρώπων και συντελούν στη διαμόρφωση της κοινής ποιητικής αντίληψης»[49].
Το φαινόμενο αυτό, όπως ανέφερα και προηγουμένως, αιτιολογείται από το γεγονός ότι τα νησιά καταλήφθηκαν αρχικά από δυτικοευρωπαϊκά κράτη (Φραγκοκρατία, Ενετοκρατία) και όχι από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπως κυρίως η ηπειρωτική Ελλάδα, όπου δεν παρατηρείται η ίδια – ποιοτική και ποσοτική – παραγωγή νέων ποιητικών συνθέσεων.
Για τους λαϊκούς ποιητές της Κρήτης ο Πετρόπουλος παρατήρησε ότι εκείνοι κατέχουν μια ιδιαίτερη θέση μέσα στην τοπική κοινωνία, όπου δραστηριοποιούνται, και σπάνια μιλούν γι’ αυτούς απαξιωτικά ή ειρωνικά. Επίσης, τους χωρίζει σε δύο βασικές κατηγορίες, τους γνήσιους και τους επαγγελματικές τραγουδιστές. Οι πρώτοι ασχολούνται με τραγικά συμβάντα και θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος, ενώ οι δεύτεροι αρκούνται στο να δημιουργούν εντυπώσεις στο ακροατήριο και η ποίησή τους δεν αποτελεί «αυθόρμητη έκφραση του εσωτερικού τους κόσμου»[50]. Πωλούν, έπειτα, τα έντυπα στιχουργήματά τους και έτσι γίνονται γνωστοί σε μια ευρύτερη γεωγραφική κλίμακα από εκείνη των γνήσιων τραγουδιστών. Παράλληλα, ο Πετρόπουλος διακρίνει και μια τρίτη κατηγορία τραγουδιστών, εκείνοι που βασίζονται σε γνωστή σύνθεση και την παραλλάσσουν ελαφρά είτε για να αφήσουν τη δική τους πινελιά είτε επειδή ξέχασαν κάποιους στίχους στη διάρκεια της απαγγελίας.
Ξεκινώντας την παράθεση ορισμένων ποιητάρικων συνθέσεων, θα ήθελα να σημειώσω ότι αυτά αφορμώνται από ιστορικά και πολεμικά γεγονότα ή από την ακριτική παράδοση (π.χ. Μέγας Αλέξανδρος, Διγενής Ακρίτας, Μάχη της Κρήτης κ.ά.)[51]. Από τους πολλούς ποιητές της Κρήτης αναφέρω δειγματοληπτικά εδώ, και τους Γιάννη Δερμιτζάκη[52], Γιάννη Κουρουτάκη[53], Μανώλη Λουλάκη[54] και Ελένη Κακουράκη[55].
Παραθέτω εδώ τώρα ορισμένα (ενδεικτικά) αποσπάσματα από συλλογές Κρητικών λαϊκών στιχουργών, με σκοπό να διαφανεί τόσο η διαφορά στο ύφος όσο και στη θεματολογία:
- Ε. Βιβιλάκης, Ο Προγεγραμμένος Κρης ή Ο Φατριασμός της Κεντρικής Επιτροπής, εκ του τυπογραφείου Ραδαμάνθυος, εν Αθήναις 1968 (β΄έκδοση), στο οποίο ο ποιητής αναφέρεται στην Κρητική Επανάσταση (1866-1869). Τυπώθηκε σε πρώτη έκδοση το 1868, στην Αθήνα :
’Σ την πρώτην επανάστασιν, την πρώτην ηλικίαν,
προσέφερ’ ολοκαύτωμα, όλη δεκαετίαν.
………………………………………………..
Όταν δ’ οι ισχυροί της γης, την Κρήτην εις δουλείαν,
ερρίψαν νέαν, μόνος του ανέστη μ’ ευτολμίαν.
………………………………………………..
Όταν ακόμη σήμερον! Μετά σαράντα χρόνους,
ακούς τους διπλωμάτας μας, με φόβους και με τρόμους,
να λεν «χωρίς την άδειαν των Φράγκων, ουδέ τρίχα
δεν πίπτ’ από την κεφαλήν του Τούρκου», και τον βήχα,
κόπτουν ευθύς του καθενός δειλού και αγραμμάτου,
φρονούντος ότι τ’ αγαθά έρχοντ’ εκ ταυτομάτου.
- Άγνωστου συγγραφέα, Τα παράπονα του Γερο-Θόδωρου του Κρητικού, εν Αθήναις 1879. Στον πρόλογο ο εκδότης του βιβλίου, χωρίς να αναφέρει το όνομά του, απευθυνόμενος προς τους αναγνώστες, τονίζει ότι, ως άλλος Γέρος του Μωριά, ο συνθέτης του ποιήματος εκφράζει την αντίθεσή του προς την πολιτική του πρωθυπουργού Κουμουνδούρου, ο οποίος αμέλησε να εξασφαλίσει μια αξιοπρεπή διαβίωση στους Κρήτες πρόσφυγες που μετοίκησαν στην Πελοπόννησο (1833-1862), στερώντας τους ακόμη και την καθημερινή διανομή σίτου:
Φωνή πρικιά και θλιβερή απού τ’ απάνω μέρη
μωφύλαγεν ο Κυρ Βοριάς σήμερον να μου φέρη.
………………………………………………………
Πώς; Τα παιδιά μου νηστικά ’πομένουν ’ς την Αθήνα;
Τα θέλουν ν’ αποθάνουσι τα δόλι’ απού την πείνα!
Πώς; Των έκοψαν το ψωμί πωζιούσα τα καϋμένα;
Τσοι δρόμους τα πετάξασι ’σαν ορφανά και ξένα!
……………………………………………………….
Μπορούν να κόψουν το ψωμί γιατ’ ένε σειρικό των*,
όποιος των κάνει το καλό να τον θωρούν οχθρόν των.
……………………………………………………….
Μα τ’ όνομα του Σφακιανού η πράξαις και η γιαντρία
να τ’ αφανίση δεν μπορεί ρωμέικη κακία,
έχ’ ιστορία ξακουστή που καμαρώνου οι ξένοι,
κι’ από ρωμηούς παινέματα δεν έχει ν’ ανημένη.
*σειρικό = κληρονομικό
- Πολύβιος Δρετάκης (1910-1965), Τραγούδι των μαρτύρων Παπούλα – Κοιμήση – Βολάνη, 1935:
Με δάκρυα κι αναστεναγμούς πιάνω χαρτί και γράφω,
για τσ’ ήρωες που βάλανε άδικα εις τον τάφο.
Με προσοχή διαβάζετε τους στίχους τους γραμμένους,
κι όλοι να συχωρέσετε τσ’ αδικοσκοτωμένους.
Γιατί αγωνιστήκανε για τα συμφέροντά μας
και τώρα τους εσκότωσαν τα όπλα τα δικά μας.
Πρώτο θα βάλω στη σειρά τον ένδοξο Παπούλα,
οπού ’χε κατορθώματα και τα μολύνανε ούλα.
Τούρκους, Βουλγάρους σκότωσε εις την Μικράν Ασία
και στην πατρίδα πρόσφερε πολλάς υπηρεσίας.
Χωρίς να κάμει τίποτα ούτ’ άνθρωπο να βλάψει,
ο κεραυνός εβάλθηκε έτσι να τον δικάσει.
Πως ήτον δημοκρατικός φίλος του Βενιζέλου
οι τσαλδαροκονδυλικοί του ’δωσαν άσχημο τέλος.
……………………………………………………………
Ας γράψω και του Στρατηγού του ένδοξου Κοιμήση
που πόλεμος δεν έγινε που να μην πολεμήσει.
Για την πατρίδα του κι αυτός πολέμα τόσα χρόνια
κι ο Κεραυνός* τον έστειλε στ’ Άδου τα καταχθόνια.
………………………………………………………….
Ας γράψω και τον δυστυχή, τον άτυχο Βολάνη,
που τέτοια χάρη κι ομορφιά στον κόσμο δεν εφάνη.
Από τση Λάκκους των Σφακιών ήτο η καταγωγή του
μόνο να το γρικά κανείς βαθιά πονεί ψυχή του.
Στρατοδικεία κάνανε εις τη Θεσσαλονίκη
και εις αυτά δικάστηκε και του Βολάνη η δίκη.
Κ’ εις θάνατο δικάσανε το όμορφό του σώμα
κι ο περισσότερος λαός τον ελυπάται ακόμα.
………………………………………………………..
Όλοι να συχωρέσομε με πόνο και με θλίψη,
να πούμενε και για τους τρεις ο Θεός να τσ’ ελεήσει.
Ας πω και για τον ποιητή, όπ’ πονεί η ψυχή του,
η Παναγία κι ο Θεός να βλέπει το κορμί του.
Το όνομά του λέγουντο Πολύβιο Δρετάκη,
κι έγινε κι ανατράφηκε μέσα εις το Τυμπάκι.
*Ψευδώνυμο του στρατηγού και πρωθυπουργού (1926 και 1935) της Ελλάδας Γεωργίου Κονδύλη (1879-1936).
- Εμμανουήλ Λουλάκης (Ηράκλειο), Στην ιεράν μνήμην του αθανάτου νεκρού Ελευθερίου Βενιζέλου [1864-1936]. Η ρίμα αυτή, που αποτελείται από 256 στίχους, διαβάστηκε στο σαρανταήμερο μνημόσυνο του Εθνάρχη. Να σημειωθεί επίσης ότι ο Λουλάκης (1891-1970) θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους λαϊκούς ποιητές της Κρήτης:
Απού ’χει αίμα να πονεί και σάρκα να λυπάται
κι αίσθημα πατριωτισμού πρέπει να αφοκράται.
Λοιπόν παρακαλώ πολύ όλην την ανθρωπότη,
ν’ ακούσετε ίντα θα πω του Μέγα Πατριώτη.
Του Μέγα Ελληνόφιλου, του Μέγα Φιλοπάτρη,
που μας αποχωρίστηκε τις 18 του Μάρτη.
Ω!, Ευεργέτα του λαού, του Κράτους μας πατέρα,
Γιατί κοιμάσαι σήμερο στον καθαρό αέρα;
Τόσο πολύ εγρύπνησες ώστε βαροκοιμάσαι;
Και σου μιλεί το Κράτος Σου και δεν απηλογάσαι;
Ω!, Ευεργέτα του λαού, φεύγεις και μας αφήνεις;
Και δεν ξαναπατούμε μπλιο τα χώματα τση Σμύρνης;
Που χύσαμε το αίμα μας κι εμείς μαζί με τσ’ άλλους
για πως εθέλανε πολλοί να κάμουν τσι μεγάλους.
Μα ο μεγάλος άνθρωπος δεν είν’ απού το μπόι,
μόνο είναι απού το μυαλό το γνήσιο ρολόι.
Πόσο Προσφυγικό λαό έσωσε ο Πατέρας,
αυτούς που δεν εσκότωσε στον τόπο τους το τέρας.
……………………………………………………..
Ετούτο γράφω στο χαρτί με λόγια εδικά μου,
να τονε κατατάξει ο Θιός στους κόλπους του Αβράμου.
Κι εμείς να εκφωνήσομε ’που της καρδιάς τη μέση
της μακαρίας του ψυχής ο Θεός να συχωρέσει[56].
- Γιάννης Χασαπλαδάκης ή Καβρός (1899-1983), από τα Μετόχια της Σητείας. «Ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940», στίχοι 154, 1970:
Πολλοί πόλεμοι γίνανε, ρυάκι ’τρέξε το αίμα,
μα το Σαράντα ποταμός και το Σαρανταένα.
Να τονε κάψει ο Θεός οπού ’τανε αιτία
και θάφτηκαν τόσα παιδιά πάνω στην Αλβανία.
Ο Μουσολίνης ήτανε που να σκυλογαυγίσει,
να μην τον’ εχωνέψει η γης, εκιά που θα ψοφήσει.
Αυτός ο ψευτοκαίσαρας που ’θελε στην Ελλάδα,
με μαντολίνα και βιολιά να κάμει μια καντάδα.
Για κείνο κι ήρθε ύπουλα την «Έλλη» να βυθίσει
και να βρεθεί μια αφορμή να μας εκατακτήσει.
………………………………………………………….
Της Αλβανίας τα βουνά γενήκανε σχολείο
και δάσκαλος είν’ η Ελλάς μ’ ένα χρυσό βιβλίο.
Εκεί διδάσκει ο δάσκαλος κι ας πάνε όσοι θέλουν,
να μάθουν όλοι οι λαοί πώς πρέπει να πεθαίνουν.
…………………………………………………………
Εις τα πεδία της τιμής επέσατε ανδρείως,
λαμπάδες εις τους τάφους σας θ’ ανάβουν αιωνίως…55
Κι απάνω εις τους τάφους σας πουλάκια θα πετούνε,
το Χαίρε ω χαίρε ελευτεριά να σας ετραγουδούνε[57].
- Ο φιλόλογος Σήφης Κοσόγλου[58] εξέδωσε μια σύνθεση του Βασίλη Τριγωνάκη, από το χωριό Δωράκη του νομού Ηρακλείου, ο οποίος εμπνεύστηκε από την πάλη του Διγενή και του Χάρου:
Ξεφάντωση θα κάμουνε ο Διγενής κι ο χάρος
και θάναι ο Διγενής γαμπρός κι ο χάρος ο κουμπάρος.
Θα γίνει αυτή η τελετή στου Διγενή το σπίτι
στην Κρήτη το ψηλό βουνό στο γέρο Ψηλορείτη.
Ο χάρος τέτοιες κουμπαριές τσι κάνει κάθε ώρα
Όπου κι αν είναι άνθρωποι σε κάθα γη και χώρα.
………………………………………………….
Γιατί κρατεί ένα χαρτί ’πό το Ληξιαρχείο
Που γράφει εκεί λεπτομερώς τον ανθρώπινο βίο.
Και τώρα ήρθε ο σειράς του γίγαντα της Κρήτης
Ο χάρος να τον ’πισκεφθεί και τρέμει ο Ψηλορείτης.
- [59], Έπαινος Ακαδημίας Αθηνών, 1996. Περιγράφεται το τυπικό του Κρητικού γάμου μέσα από έξι κεφάλαια (Έρωτας και Λογόστεμα, Προξενειό, Αρραβώνας, Γάμος και Αντίγαμος κ.λπ.), με αποτέλεσμα μια ολοκληρωμένη προσέγγιση στο ενδιαφέρον αυτό θέμα.
Δίνω εδώ ένα απόσπασμα από το προοίμιο του έργου, που αναφέρεται στην Κρήτη και τους Κρητικούς:
Είντα πως ως υπάλληλος για δυο δεκαετίες
εδούλευα στον Τουρισμό, στ’ς επιχειρηματίες;
Πράμα* δε μου μαγάρισε την κρητική ψυχή μου.
«Να βλέπει ο Θιος την ΚΡΗΤΗ μας», λέω στην προσευχή μου.
Και πρι ντακάρω*, μιαν ευκή για σας, φίλοι μου, κάνω:
Μαγάρι* ν’ αγαπήσετε ακόμη παραπάνω,
Απ’ όσο αγάπησα εγώ, τον βλοημένον τόπο,
που είναι καύκημα τση γης, καμάρι των αθρώπω.
Γνωρίσετέ ντον σαν κι εμέ και μάθετε συνάμα
κάθε τι που ’ναι κρητικό, τση ΚΡΗΤΗΣ κάθε πράμα.
Απ’ τ’ ακρωτήρι Σίντερος ως και την Παλιοχώρα,
όρη, ακρογιάλια, λαγκαδιές, χωριά και κάθε Χώρα.
Γνωρίστε τσι βουνοκορφές, τσι σπήλιους, τα λιμάνια,
δάση, φαράγγια κι εκκλησιές, να νιώστε περηφάνια.
Βγείτε ψηλά στ’ αόρη* μας την ΚΡΗΤΗ ν’ αγναντέψτε,
να πείτε και ριζίτικα, να πιείτε, να χορέψτε.
…………………………………………………………….
*πράμα = τίποτα
ντακέρνω = αρχίζω
μαγάρι = μακάρι
(α)όρη = βουνά
- Ο Αντρέας Λενακάκης[60] δημοσιεύει χειρόγραφο τετράδιο του Ιωακείμ Παππαδάκη, το οποίο είχε στην κατοχή του ο παπά Μανόλης Δασκαλάκης. Εκεί καταγράφεται μια κολοβή παραλλαγή του τραγουδιού του Ξωπατέρα ή Ξεπατέρα ή, κατά κόσμον, Ιωάννη Μαρκάκη, στην οποία εξιστορείται το τέλος του Ξεπατέρα μετά από πολιορκία της μονής Οδηγήτριας, όπου διέμενε, από τους Τούρκους, τον Φεβρουάριο του 1821:
Πουλιά μην κιλαηδήξετε Σαββάτο γή Δευτέρα
γιατί τον εσκοτώσανε αυτό(ν) το(ν) Ξεπατέρα.
………………………………………………………..
Εφτά φορές τσι γιούργιαρε μόνο με το μαχαίρι
εφτά νομάτους έφταξε τσι κεφαλές τως παίρνει
και πάει και τσι τσίτωσε πάνω στο (μ)παϊράκι
κι οι Τούρκοι τσι θωρούσανε κι επίνανε φαρμάκι.
……………………………………………………….
Μα ηύφρανα ’γω τη χέρα μου, ηύφρανα το κορμί μου,
ελάστε κι εσείς, σκύλοι, ’δα, πάρετε τη ζωή μου.
- Καημένε γερομόναχε, καημένε ξαγοράρη,
και τίνος το ’φηκες εδά το νάμι* να το πάρει.
Τέλος και τω Θεώ δόξα.
*νάμι (το) = η φήμη (τουρκ. nam = όνομα)
- Ο Μανώλης Ιωαννίδης[61] δημοσιεύει τα στιχουργήματά του, στο βιβλίο του Γρίκα σύντεκνε, σε τετράστιχα, ίσως λόγω έλλειψης χώρου ή για να βοηθήσει τον αναγνώστη να διατηρήσει έναν ρυθμό κατά την ανάγνωσή τους. Η θεματολογία του αφορά στις εκλογές, σε ενθυμήσεις από τα περασμένα του χρόνια, στις σχέσεις γονέων και παιδιών, στα οφέλη της πρωινής γυμναστικής κ.ά.:
Ευρωεκλογές 1994
Αγίεψε ο Σαμαράς, αρχίζει να ψηλώνει
σα κοκοράκι άγριο τους άλλους να δαγκώνει.
Τα δυο μεγάλα κόμματα στις εκλογές ετούτες
απ’ τα ψηλά στα χαμηλά επέσανε σα βούτες.
Συνασπισμός και Κουκουέ είν’ ευχαριστημένοι,
γιατί ξαναμαζέψανε όσοι ’ταν σκορπισμένοι.
Η άνοιξη λουλούδιασε, χαρούμενη φωνάζει,
των δυο μεγάλων άρχισε τα φώτα να αλλάζει.
Δίδω συγχαρητήρια σ’ αυτούς τους ψηφοφόρους
που τους μεγάλους μαύρισαν και πήραν άλλους δρόμους.
Να βάλουνε μυαλό ΠΑΣΟΚ, ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
να ’χουμε διακυβέρνηση όπως στην Ιταλία.
Είκοσι χρόνια διαλαλούν να σφίγγω το ζωνάρι
κατάντησε η μέση μου να μοιάζει με καλάμι.
Μεγάλοι ήρθε η στιγμή να πίνετε φαρμάκι
κυβέρνηση δε φτιάχνετε χωρίς το Αντωνάκι.
(σ. 37-38)
*
ΚΑΡΠΑΘΟΣ
Η Κάρπαθος αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα αιγαιοπελαγίτικου νησιού, στο οποίο ανθεί η λαϊκή ποίηση. Ίσως οι ιστορικές σχέσεις με την Κρήτη και την Κύπρο, ήδη από την εποχή του δεύτερου αποικισμού των αρχαίων χρόνων, να γεφύρωσαν όχι μόνο οικονομικά και πολιτικά αλλά, κυρίως, πολιτισμικά, πνευματικά και γλωσσικά τα νησιά αυτά της ανατολικής Μεσογείου. Στην Κάρπαθο, όμως, οι λαϊκοί ποιητές συνήθως δεν ασχολούνται επαγγελματικά με την ποιητική σύνθεση, αλλά, έχοντας την ποιητική αυτή ικανότητα, την εξασκούν ερασιτεχνικά σε κοινωνικές συναθροίσεις των χωριών του νησιού. Οι Καρπάθιοι ποιητές πάντως δεν έχουν τίποτε να ζηλέψουν ως προς τη στιχουργική δεινότητα και τη συναισθηματική διαχυτικότητα που εντοπίζεται σε στιχουργήματα επαγγελματιών ποιητών.
Στην Κάρπαθο οι στιχουργοί αυτοαποκαλούνται «ποιητές» και, όπως ανέφερα, είναι ερασιτέχνες. Ορισμένοι έχουν δημοσιεύσει σε φυλλάδια ή βιβλία τα ποιητικά κείμενά τους, όπως οι Ηλίας Δρόσος[62], Μηνάς Τραμπάκουλας ή Τραμπακουλόπουλος (τυφλός ποιητής)[63], Μαριγώ Κουμούτσου[64], Βασίλειος Πύλιαρης[65], Άννα Χρυσοχέρη[66], Γεώργιος Ρεΐσης[67], Κωνσταντίνος Χαψής[68], Νικόλαος Κωνσταντινίδης[69], Νίκος Παπαμιχαήλ[70], Εμμανουήλ Βασιλαράς[71], Γιάννης Μιχ. Χαψής[72], Φωτεινή Μακρή[73], Ευδοξία Καπετανάκη[74], Ειρήνη Δ. Χατζηγεωργίου[75], Βάσος Γεραπετρίτης[76], Γιώργος Κανάκης[77], Ιωάννης Λαγωνικός[78], Σεβαστή Ι. Γεργατσούλη[79] κ.ά. Ακόμη, ο Νικόλαος Δ. Καλής (ψευδώνυμο Ξυλάρμενος) συνέταξε μια χαρακτηριστική αυτοβιογραφική ρίμα, που πρωτοδημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Γ. Μ. Γεωργίου, Καρπαθιακά[80].
Το πρώτο λαϊκό στιχούργημα Καρπάθιου ποιητή δημοσιεύεται στα τέλη του 19. αι., και συγκεκριμένα στα 1891, σε αυτοτελές τεύχος στην Αθήνα από τον Ηλία Δρόσο, του οποίου όμως το όνομα δεν αναφέρεται λόγω της Τουρκικής κατοχής. Είναι συνεπώς ανώνυμο, αλλά μετά από προσωπική έρευνα, επεσήμανα το όνομα του ποιητή. Θέμα του είναι «Η καταδίκη του προέδρου της Σκαρπάθου και η άδικος φυλάκισις του Ιωάννου Μελισσιανού». Όπως είναι αυτονόητο από τον τίτλο, πρόκειται για μια άδικη κατηγορία για τον πρόεδρο του νησιού, από κάποιους συμπατριώτες του, η οποία αποδείχθηκε αβάσιμη και ο ίδιος τελικά αθωώθηκε. Δίνω εδώ ορισμένους στίχους:
Η σφαίρα κατά πώς θωρώ ξανάστρεφα γυρίζει,
τον Μάιον βρέχει και βροντά, τον Αύγουστον χιονίζει.
Δεκέμβριον και Γενάριον αρχίζει καλοκαίρι,
τούτα τα ξαναστρέματα, κανένας δεν τα ξεύρει.
Όπως το φέρουν οι καιροί, το κάμουν και οι ανθρώποι,
όλον το αποτέλεσμα, τα μάθετε κατόπιν.
Όπως μανθάνω και γρικώ τα πράγματα μετρώ τα,
τα ύστερα δεν συμφωνού, δεν ’μοιάζουν με τα πρώτα.
Δεν ξεύρω τι τον μέλεται, τι πρόκειται να πάθουν
οι υπάκουοι οθωμανοί, κάτοικοι της Σκαρπάθου.
Ετούτοι δεν ακούσθησαν ποτέ των να μαλώνουν,
ούτε και κακουργήματα, να κάμνουν ούτε φόνους.
……………………………………………………………….
Είναι σπιούνοι μερικοί, προδόται της θρησκείας,
ούτε Χριστόν φοβούντ’ αυτοί, ούτε και Παναγία.
Κάμνουν αυτιά σαν άλωνες καθένας τους ν’ ακούσει,
ενάντιόν τι διά τον πασάν, να πάν’ να του το πούσι.
Την σπιουνιάν πηγαίνουσιν, ωσάν καλό πεσχέσι,
με προθυμίαν στον βαλή για να τους δώσει θέση.
……………………………………………………………..
Αζαδοσύνην βέβαια, μόνον σ’ αυτόν επρέπει,
γι’ αυτό έκαμε κατά σειράν δεκαεννέα έτη.
Μακάρι, Παναγία μου, να κάμει κι άλλα τόσα,
μα όπως μαθαίνω άδικα εδά τον φυλακώσαν.
……………………………………………………………
Ετούτος ονομάζεται Μελισσιανός εφέντης,
πεπαιδευμένος, ευγενής, και στη θωριάν λεβέντης.
Ετούτος εγεννήθηκε στων Μενετών την κώμην,
και οπούθε ήθελε διαβεί, ελάμπασιν οι δρόμοι.
……………………………………………………………..
Για τούτο σε περικαλώ, Μελισσιανέ, να ζήσεις,
στα όσα σου σφάλαν οι εχθροί να τονε συγχωρήσεις.
………………………………………………………………
Δεν γράφω περισσότερα να μη με βαρεθείτε,
έγραψα μάλιστα πολλά και να με συγχωρείτε.
Νουν έχετε και φρόνησιν και μάτια να θωρείτε,
στον ίσον δρόμον πάντοτε, πρέπει να περπατείτε.
Ζητώ συγνώμην αν έκαμα ως άνθρωπος και λάθος,
δεν εννοώ πως έγραψα μιαν λέξιν με το πάθος.
Μα συνηθώ παντοτινά, να λέγω την αλήθεια,
όσα κι αν γράφω είν’ σωστά, δεν είναι παραμύθια.
Κατά τη δεκαετία του 1980 είχα την ευκαιρία να έρθω σε επαφή με αλληλογραφία με έναν άλλο λαϊκό ποιητή που διέμενε στη Νέα Υόρκη, τον Κωστή Χαψή. Καταγόμενος από την Όλυμπο, δημοσίευε συχνά στίχους στη εφημερίδα «Η Φωνή της Ολύμπου». Η ποίησή του είναι λογιότερη από των υπόλοιπων, ενώ διακρίνεται και για την ακρίβεια της περιγραφής του. Στη συνέχεια, παραθέτω στίχους από χειρόγραφό του, στο οποίο μου απαντά έμμετρα στα διάφορα ερωτήματα που του είχα θέσει με επιστολή μου:
Εν Νέα Υόρκη σήμερον ’κοσιοχτώ Φλεβάρη,
γράφω τους στοίχους (sic) μου αυτούς μ’ αγάπη και καμάρι.
Εν πρώτοις χαιρετίσματα εκ μέρους μου δεχθήτε
κι εύχομαι Ακαδημαϊκός και Σεις ν’ αναδειχθήτε.
Βρήκα προχθές το γράμμα Σας στη γραμματοθυρίδα
κι όλα όσα μου γράφετε με προσοχή τα είδα.
Δεν έτυχε προσωπικώς να ξεύρη ο είς τον άλλο
μ’ είσθε καθ’ όλα κύριος σ’ αυτό δεν αμφιβάλλω.
…………………………………………………………….
Χαίρω που γνωριστήκαμε δι’ αλληλογραφίας
και που τυγχάνομε κι οι δυο φίλοι Λαογραφίας.
Όταν αυτή η Μελέτη Σας με το καλό τελειώση
εις την Λαογραφία μας κενόν θα συμπληρώση.
Θέλω να μου την στείλετε κι εμού να την διαβάσω
κι ότι ’ναι η αξία της πάραυτα θα εμβάσω.
……………………………………………………………..
Σε παλαιότερο βιβλίο μου δημοσίευσα στιχουργήματα Καρπαθίων λαϊκών ποιητών. Συγκεκριμένα αναφέρθηκα στους Βάσο Ευ. Γεραπετρίτη (1927-2010), Νικόλαο (ή Νικολή) Μιχαήλ Οθείτη (1910-1994) και Αριστείδη Παπουτσάκη (1922-2015)[81].
Ο πρώτος, τελωνειακός στο επάγγελμα, έχει γράψει δύο βιβλία[82] με θέμα τον γενέθλιο τόπο του, την Κάρπαθο και συγκεκριμένα το χωριό Μενετές, από το οποίο κατάγομαι και εγώ. Θα ήθελα τώρα να αναφερθώ εκτενέστερα στο πρώτο του δημοσίευμα, το οποίο αποτελείται από 978 ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους στίχους, που μπορούν να διακριθούν σε πέντε ενότητες. Οι δύο πρώτες κάνουν λόγο για παραδόσεις και ιστορικά γεγονότα σχετικά με τις Μενετές, η τρίτη για περιστατικά από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η τέταρτη είναι μια ποιητική αναδιήγηση του Επαναστατικού Κινήματος Καρπάθου (Μενετές, 5 Οκτωβρίου 1944), ενώ η τελευταία αφιερώνεται σε εγκωμιαστικά δίστιχα για ολόκληρη την Κάρπαθο και την Κάσο.
Ενδεικτικά παραθέτω τώρα τους εισαγωγικούς στίχους του ποιήματος[83]:
Η Κάρπαθος είν’ ξακουστή στα πέρατα του κόσμου
και νιώθω υπερήφανος που ’ναι νησί δικό μου.
Μ’ αυτούς τους στίχους θα ’θελα και ’γω να σε τιμήσω,
πολλά απ’ τα γεγονότα σου να τα ξαναθυμίσω.
Θέλοντας με τους στίχους μου δάφνες να σου προσφέρω
και για να μη λησμονηθείς και ’γώ να συνεισφέρω.
Στην εργασία μου αυτή υπόψη μου θα λάβω
τις πράξεις τις ηρωικές πρώτες θα περιλάβω.
Κάρπαθος, όμορφο νησί, στολίδι στο Αιγαίο,
όπου βρεθώ κι όπου σταθώ πάντα για σε θα λέω.
Ο Γεραπετρίτης, ανάμεσα σε δεκάδες άλλους στίχους που έχει συνθέσει, αφιέρωσε ορισμένους στον αδικοχαμένο σμηναγό Κώστα Ηλιάκη, που έφυγε στις 23 Μαΐου 2006, κατά τη διάρκεια επιχείρησης, κοντά στην Κάρπαθο[84]:
Από το περιστατικό πέρασε ένας χρόνος,
ήτανε συγκλονιστικό κι αβάσταχτος ο πόνος.
………………………………………………………..
Ήτο για την ακρίβεια είκοσι τρεις Μαΐου,
ημέρα Τρίτη, ώρα τρεις, στιγμή επεισοδίου.
Όταν τρία πολεμικά τούρκικα αεροπλάνα,
στον χώρο τον ελληνικό παραβιάσεις κάνα.
……………………………………………………..
Ήτο κοντά στην Κάρπαθο πάνω ’πό τα νερά της,
το τραγικό σαν έγινε ευρέθηκε μπροστά της.
Σ’ ένα ’πό τα ελληνικά ήτανε Κυβερνήτης,
ένας γενναίος ήρωας ανάθρεμμα της Κρήτης.
……………………………………………………..
Οι ελιγμοί που κάνασι ήτανε η αιτία,
να προκληθεί μια σύγκρουση να γίνει τραγωδία.
Στη συνέχεια, θα αναφερθώ στον ζωέμπορο Νικόλαο Οθείτη, γνωστό στην Κάρπαθο για τους στίχους και τη μελωδική φωνή του. Εκείνος δημοσίευσε ευάριθμους στίχους στην εφημερίδα «Καρπαθιακή», ενώ χιλιάδες άλλους είχε τραγουδήσει σε διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις του νησιού. Η εκτενέστερη ποιητική του σύνθεση, όμως, αποτελείται από 124 δεκαπεντασύλλαβους στίχους, και είχε την καλοσύνη να μου την παραχωρήσει λίγο καιρό αφού την ολοκλήρωσε, το 1993. Σε αυτήν κάνει λόγο για τη μαζική επίσκεψη απόδημων Καρπαθίων από την Ελλάδα και το εξωτερικό, στον γενέθλιο τόπο τους, για τον εορτασμό του Πάσχα το 1992. Από τη σύνθεση αυτή δίνω εδώ ένα μικρό απόσπασμα[85]:
Εφέτος με την άνοιξη ήρθαν τα χελιδόνια,
ήρθαν να κάμουσι Λαμπρή, που ’λείπαν άλλα χρόνια.
Ήρθαν να κάμουσι Λαμπρή, να χτίσου(ν) τη φωλιά τω(ν)
και ξαναζωντανέψασι εφέτος τα χωριά των.
Εζωντανέψα(ν) τα χωριά κι ανοίξασι τα σπίδια
και γέμισε η εκκλησιά και όλα τα στασίδια.
……………………………………………………….
Να ’εχεστε πάντα τη Λαμπρή, μη σκέφτεσθε το(ν) κόπο,
να φέρνετ’ όλα τα παιδιά, να παίρνου(ν) ’πού τον τόπο.
……………………………………………………..
Τα ήθη και τα έθιμα να κάνετ’ όπως πρώτα,
στα πάρτυ μη χορεύετε με εσβηστά τα φώτα.
Έχουμε και παράδειγμα στην Κάρπαθο σαν πάει
ωσάν την Ολυμπίτισσα που (β)άλλει το καβάι*.
*καβάι = η παραδοσιακή φορεσιά της Ολύμπου
Ο τρίτος λαϊκός ποιητής, για τον οποίο έκανα λόγο στο βιβλίο μου, ήταν ο Αριστείδης Παπουτσάκης από τις Μενετές. Οι γραμματικές του γνώσεις ήταν μέχρι του Δημοτικού Σχολείου, αλλά, όπως έγραφε ο ίδιος, είχε «χαρίσματα πολλά και γλώσσα σαν ψαλίδι»[86]. Ο ίδιος είχε σκοπό να δημοσιεύσει κάποτε τους πολυάριθμους στίχους του που περιγράφουν διάφορα θέματα από την Ελλάδα και τον κόσμο. Ένα από τα ποιήματά του αφορά στο ζήτημα της Μακεδονίας, το οποίο, μετά από τόσα χρόνια, παραμένει ακόμα επίκαιρο[87]:
Ξύπνησε, Μεγαλέξανδρε, κι οπλίσου με το δόρυ,
για των προγόνων σου τη γη τώρα που έχει ζόρι.
Ξύπνησε, Μεγαλέξανδρε, και μη βαριοκοιμάσαι,
τα άρματά σου φόρεσε κι όλο αποίκου να ’σαι.
Καβάλα πάνω στ’ άλογο που ’χες το Βουκεφάλα
και κάμε κατορθώματα ακόμη πιο μεγάλα.
Ξύπνησε και τον Κάσσανδρο που ήτανε γαμπρός σου,
των Μακεδόνων βασιλεύς, να κάτσει στο πλευρό σου.
Μαζί να πολεμήσετε να φέρετε τη νίκη,
στης αδελφής σου τ’ όνομα εις τη Θεσσαλονίκη.
Το 2012, είχα τη χαρά και την τιμή να δημοσιεύσω[88], για πρώτη φορά, ένα στιχούργημα του λαϊκού ποιητή Μηνά Κων. Τσαμπανάκη (1926-2001), από την Όλυμπο. Ο ίδιος, μέσω του ανηψιού του Ηλία Οικονόμου, μου είχε εμπιστευτεί την έμμετρη αυτοβιογραφία του το 2001, δηλαδή λίγο καιρό πριν να πεθάνει. Η αυτοβιογραφία αποτελείται από 274 δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους και φέρει τη χρονολογία 28 Απριλίου 2001.
Αρχικά, ο Τσαμπανάκης κάνει λόγο για τον σκοπό της σύνθεσης, την εξιστόρηση δηλαδή της ζωής του, και έπειτα ξεκινά να αφηγείται την παιδική του ηλικία και το κινητικό πρόβλημα που αντιμετώπισε τότε. Στη συνέχεια, περιγράφει περιστατικά από την αγροτική ζωή στην Όλυμπο, γεγονότα από την Ιταλογερμανική Κατοχή της Καρπάθου, την επαγγελματική του πορεία ως αγρότη στην αρχή και έπειτα ως υπάλληλου της Ιταλικής Οικονομικής Αστυνομίας (Φινάντσα), για να καταλήξει στην Απελευθέρωση, τη μετανάστευσή του στη Γερμανία για δεκαέξι χρόνια και σε ορισμένες σκέψεις για τη ζωή του:
Είν’ η βιογραφία μου από τη γέννησή μου
και γράφω πώς επέρασα τα χρόνια της ζωής μου.
Τα χρόνια μου περάσασι και προς το τέλος φτάνω
και γράφω ένα κείμενο στο βίος μου απάνω.
Στην Κατοχή γεννήθηκα, μές στο εικοσιέξε,
μα είχα ένα πρόβλημα σχεδόν χρόνια πεντέξε.
Στον πέμπτο χρόνο ήμουνα και πού να περπατήσω
ούτε κι ολόρτος μπόρεσα ποτέ να σταματήσω.
………………………………………………………..
Τα γράμματα απού ’μαθα, ήταν πολύ ελία,
γιατ’ είμεθα υπόδουλοι από την Ιταλία.
Ελληνικά μαθαίναμε μέχρι την Τρίτη τάξη,
μετά ατυχία είχαμε το καθεστώς ν’ αλλάξει.
Ο φασισμός ξαπλώθηκε σε όλα τα νησιά μας
κι Ιταλικά διδάσκασι σε όλα τα σχολειά μας.
Κι ο Μουσολίνης εντολή ήδωσε και θυμούμαι,
Ιταλικά στο σπίτι μας έπρεπε να μιλούμε.
Μα όμως οι δασκάλοι μας αυτά τα αγνοούσα(ν),
ακόμα και στο μάθημα Ελληνικά μιλούσα(ν).
………………………………………………………….
Πάντως καλά επέρασα τα χρόνια τα δικά μου,
μακάρι τέτοια πέραση να ’χουν και τα παιδιά μου.
Αυτά ’χω μέχρι σήμερο που γράφω να τονίσω
κι αν έχω χρόνια πιο πολλά πάλι θα συνεχίσω.
Μία από τις πιο πρόσφατες εκδόσεις λαϊκών ποιημάτων είναι η συλλογή της Σεβαστής Ι. Γεργατσούλη[89], με τίτλο Μια σοφή ελιά: Λαϊκή ποίηση. Στο βιβλίο της η ποιήτρια (1923-2016) αναφέρεται στην πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, σε προβλήματα της Καρπάθου και δημοσιεύει επίσης ευχετήριες μαντινάδες, μοιρολόγια, αναμνήσεις κ.λπ. Δίνω το ακροτελεύτιο ποιητικό κείμενό της:
Φεύγω ’πό τούτη τη ζωή και δίνω την ευχή μου,
παιδιά μου, να την έχετε εύχομ’ απ’ την ψυχή μου.
Εύχομαι να τα χαίρεστε, παιδιά μου, τα παιδιά σας,
να ’χετε την υγεία σας μέχρι τα γηρατειά σας.
Σε σας, καλοί μου χωριανοί, σας εύχομαι να ζείτε,
τα χρόνια μου να πάρετε και να τα υπερβείτε.
Στον Άγιο Βασίλειο θέλ’ ένα κόλυβό μου,
ένα καφέ να πάρετε στο σπίτι το δικό μου.
Θέλω να τα διαβάσετε αυτά στην εκκλησία,
την ώρα που θα γίνεται στ’ Απέρι η κηδεία.
Κι αν κάποτε περάσετε ’πού το νεκροταφείο,
ένα λουλούδι βάλτε μου επάνω στο μνημείο.
(σ. 67)
Επίσης πολλά στιχουργήματα έχουν δημοσιευθεί στις τοπικές εφημερίδες «Καρπαθιακή», «Καρπαθιακή Ηχώ», «Η Φωνή της Ολύμπου» και «Όλυμπος». Το φαινόμενο αυτό, το οποίο είναι γνωστό και σε άλλα νησιά της Δωδεκανήσου και των Κυκλάδων, έχω μελετήσει σε ξεχωριστό κεφάλαιο στο βιβλίο μου Νεωτερική Ελληνική Λαογραφία, όπου και σχολίασα αντιπροσωπευτικά δείγματα[90]. Πρόκειται για την επονομαζόμενη έντυπη λαϊκή ποίηση, η οποία απαρτίζεται από σειρές δεκαπεντασύλλαβων διστίχων (μαντινάδες ή μοιρολόγια), που δημοσιεύονται, με πληρωμένη καταχώριση, όπως ανέφερα, στις εφημερίδες του νησιού. Οι εφημερίδες που ήδη ανέφερα, έχουν αναστείλει την έκδοσή τους, εκτός από τη «Φωνή της Ολύμπου», ενώ η «Καρπαθιακή» εκδίδεται τώρα μόνο ηλεκτρονικά.
*
ΚΑΣΟΣ
Ο λόγος τώρα για την Κάσο, το γειτονικό νησί της Καρπάθου. Στο νησί αυτό, που διακρίνεται επίσης για την πλούσια λαϊκή παράδοσή του, υπάρχουν ορισμένοι αξιόλογοι λαϊκοί ποιητές, γνωστοί για το ποιητικό τους ταλέντο, με πλούσιο έργο, όπως Νικόλαος Νικήτα Μητροσμπάρας, ο Μιχάλης Δημητρίου Μιχαλάκης (1860-1948), και ο Δημήτρης Παπακανάκης.
Ο πρώτος ήταν ένας από τους καλύτερους γλεντζέδες της Κάσου, κουρέας στο επάγγελμα, και γνωστός για τα χωρατά του. Το 1946 τύπωσε μια συλλογή με δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους στο τυπογραφείο της εφημερίδας «Νέος Σύνδεσμος» στο Πορτ Σάιντ. Έπειτα, οι στίχοι του αναδημοσιεύτηκαν σε τρεις συνέχειες (Οκτώβριος, Νοέμβριος Δεκέμβριος του 1987) στην τοπική εφημερίδα «Ο Κασιώτης»[91].
Η συλλογή, που έχει τον τίτλο «Κασιακά Δίστιχα (Μαντινάδες) επί των γεγονότων της Κατοχής και του Πολέμου εις Κάσον»[92], περιλαμβάνει 134 δίστιχα που αφορούν στα γεγονότα της εποχής εκείνης, δοσμένα με χιουμοριστική διάθεση κάποιες φορές:
Διαβάστε τα τραγούδια μου που έχω ταιριασμένα,
να δήτε εις τον πόλεμον πόσα ’χω τραβηγμένα.
Διαβάσετε με προσοχή αυτά που διηγούμαι,
γιατί ’νε θαύμα απ’ τον Θεόν στην Κάσο ’δώ πώς ζούμε.
Αρχίνησε ο πόλεμος και βάλανε δελτία,
πνιγμένους να τους εύρουνε που είνε η αιτία.
Οι έμποροι εκρύψανε τα εμπορεύματά τους,
να τα πουλούν αργότερα όσο βαστά η καρδιά τους.
Όλοι οι μεγαλέμποροι μαζύ συνεταιρέψαν,
κι αν είχαμε καμμιά χρυσή αυτοί την εμαζέψαν.
Τα τρόφιμα που δίνανε για δεκαπέντε μέρες,
μέσ’ τα σακκούλια μια φουχτά, ωσάν τις μπουμπουνιέρες.
Με τα λεφτά πηγαίναμεν και κείνοι μουρμουρίζαν,
μα δυο φορές την εβδομά στα σπίτια τους φουρνίζαν.
(σ. 1)
Τα θέματα της φυλλάδας αυτής σχολίασε σε μελέτη του ο Εμμανουήλ Π. Περσελής[93].
Ο Μιχάλης Μιχαλάκης ήταν φούρναρης στο επάγγελμα και μάλλον είχε περιορισμένη σχολική εκπαίδευση. Παρ’ όλ’ αυτά, μέσα από την επιτυχία των στιχουργημάτων του έγινε ένα είδος λαϊκού δημοσιογράφου ή και σατιρικού σχολιαστή της επικαιρότητας[94].
Ως ευαίσθητος δέκτης την κοινωνικών και ιστορικών γεγονότων συνέθεσε δίστιχα α) για την Καταστροφή της Σμύρνης το 1922, β) για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και γ) για να σατιρίσει τρεις συγχωριανούς του που αποφάσισαν από βοσκοί να γίνουν ψαράδες. Παραθέτω τα σχετικά αποσπάσματα:
α) Μαρκόνιον εστήσασι πάνω στο Φικαέλο
Να μάθου(ν) τα καθέκαστα απού το Βενιζέλο.
Να μάθου(ν) τα καθέκαστα για το κακό που ’γίνει,
Της Σμύρνης της ε(δ)ώκασι μπουρλότο και γιαγκίνι.
Και κάψαν ούλα τα χωριά και δεν αφήκαν άγιο,
Εσφάξα και τους χριστιανούς επάνω στο μουράγιο.
(Γ)υναίκες, άντρες και παιδιά τρομάσσανε και κλαί(γ)α
Κι εβία μέσ’ τη θάλασσα, σα(ν) τους φελλούς επλέα.
Και τα καράβια (δ)ίπλα τους και (δ)ε τους εγλυτώνα,
Κι οι Τούρκοι μέσ’ στη θάλασσα κι εκεί τους εσκοτώνα[95].
β) Σ’ ούλα τα Δωδεκάνησα υψώσα(ν) τη σημαία
να γίνει δημοψήφισμα να βάλου βασιλέα.
………………………………………………………….
Και μέσ’ στην Αγιά Σοφιά θα γίνει λειτουργία
Και κόσμος θενά μαζευτεί εις τη δοξολογία.
……………………………………………………………
Και τι τραγούδια και χαρές εκείνες τις ημέρες,
Παντού θα κυματίζουσιν ελληνικές παντιέρες[96].
γ) Ο Τσέλη-Γιάννης τσι ο Χαζής κά(θ)ουττε στ’ Αποκράνι
μια βάρκα ε(γ)οράσασι ’που του Τουργέρ-Ασάνη.
Σε μια καρέγλα κά(θ)ουτται οι δυο πού(ναι) συνεταίροι
ωσά θα πάσι στο ταξεί(δι) ποιος θα τους ξαναφέρει.
Στο ψάρεμα επή(γ)ασι μια Τσυργιατσήν ημέρα
(β)άλλει το Γιάννη στα κουπιά κι ήμπεν ευτύς τσι εξέρα.
Τσι ευτύς εξεσκουφώθηκε τσι εφάνη τ’ απαλό* του
λέει του καπετά Χαζή, πουλά το μερδικό του.
Λέει του ο καπετάν-Χαζής αν εμιλά αλήθεια
τσι α(ν) το πουλά το μερδικό για μυαν οκά ρο(β)ύθια[97].
*απαλό = το τμήμα του κρανίου που είναι μαλακό στα μωρά.
Εδώ αναφέρεται επειδή ο τσελη-Γιάννης ήταν καραφλός.
Τέλος, ο Δημήτρης Παπακανάκης θεωρείται σατιρικός λαϊκός ποιητής, αφού σχολιάζει με σκωπτική διάθεση τα νέα ήθη που φέρνουν στην Κάσο οι αδειούχοι της διώρυγας του Σουέζ, οι γνωστοί ως «Κοζελή(δ)ες»[98]:
Οι γυναίκες κουρεύονται
………………………………………….
Εφέτη την εφέρασι τη μόδα απ’ τη Γαλλία,
και την επήραν οι Γραικές και πάσι στα κουρεία.
Κάνου τη μόδα ξενικές κι ούλες οι καισωτίνες
και σφεντυλοκουρεύγουτται ωσά τις προ(β)ατίνες.
Εικονιδιάσα, φαίνεται, και πά(ν)ε, να παστευούσι
για κείνο την εκάμασι μόδα να κουρευτούσι.
Εδώ να δεις τι γίνεται, λεύτερες, παντρεμένες
που τρέχουσι στα μπαρμπεριά ωσά δαιμονισμένες[99].
Άντρες χωρίς μουστάκι
Δεν είναι τούτος ο συρμός μόνο εις τις γυναίκες,
είν’ και για μερικόγερους, που θέλουσι μαντέκες.
……………………………………………………………….
Δεν είναι φράγκοι μερικοί μή(τ)ε μικρά παιδάκια,
που κάνου(ν) τέδοια προσβολή και κόβγου τα μουστάκια.
………………………………………………………………
Φίλοι και πατριώτες μου (δ)εν εί’ καλό (δ)ικό σας
να χάσετε το αίσθημα, τον πατριωτισμό σας[100].
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Από την προηγούμενη συνοπτική περιδιάβαση της λαϊκής ποίησης στην Κύπρο, την Κρήτη, την Κάρπαθο και την Κάσο, μπορούμε να καταλήξουμε σε ορισμένες διαπιστώσεις. Καταρχάς, έγινε φανερό ότι η λαϊκή ποίηση, προφορική ή έντυπη, εξακολουθεί να επιζεί, αλλά και να εμπνέει ακόμα και σήμερα τον σεβασμό και την προσοχή των ακροατών ή αναγνωστών της. Άλλωστε, οι λαϊκοί ποιητές θεωρούνται ότι έχουν ένα σπάνιο ταλέντο ανάμεσα στους συνανθρώπους τους, όπως μαρτυρά η ιδιαίτερη αναγνώριση που έχουν κερδίσει στο κοινωνικό περιβάλλον, όπου δραστηριοποιούνται και δημιουργούν. Επιπλέον, δεν είναι λίγοι εκείνοι που ασκούν την τέχνη αυτή επαγγελματικά, γεγονός που αποδεικνύει την ευρεία αποδοχή της λαϊκής λογοτεχνίας από το κοινό της.
Τα περισσότερα σε ποσότητα κείμενα προέρχονται ασφαλώς από τη Μεγαλόνησο Κύπρο, η οποία άλλωστε έχει μακρά ποιητική παράδοση, όπως αποδεικνύεται από τη σχετική βιβλιογραφία. Ακολουθεί η επίσης Μεγαλόνησος Κρήτη, με πολύχρονη και αυτή ποιητική παράδοση. Από τα δύο τελευταία νησιά της Δωδεκανησιακής πολυνησίας, την Κάρπαθο και την Κάσο, υπερτερεί σε δημοσιεύσεις σχετικών κειμένων η Κάρπαθος, όχι μόνο γιατί είναι μεγαλύτερο νησί σε έκταση και πληθυσμό, αλλά και γιατί η συντηρητική και κλειστή, παλαιότερα απομονωμένη κοινωνία του, έβρισκε διέξοδο στην ποιητική δημιουργία. Η δημιουργία αυτή συνεχίζεται και σήμερα. Και η Κάσος όμως παρουσίασε ορισμένους αξιόλογους λαϊκούς ποιητές, παρά το γεγονός ότι ο πληθυσμός της συρρικνώθηκε σημαντικά.
Ένα άλλο αξιοπρόσεκτο συμπέρασμα είναι το γεγονός ότι στις περισσότερες περιπτώσεις οι λαϊκοί ποιητές δεν είναι επαγγελματίες μουσικοί. Κάθε άλλο μάλιστα, πρόκειται κατά βάση για ανθρώπους που ασχολούνται με χειρωνακτικά επαγγέλματα και που συνήθως έχουν ολοκληρώσει τις χαμηλότερες βαθμίδες της εκπαίδευσης. Βέβαια, δεν λείπουν και εδώ οι εξαιρέσεις, όπως είναι κάποιοι δάσκαλοι ή δημόσιοι υπάλληλοι, οι οποίοι εμπνέονται από τη λαϊκή ποίηση. Η διαφορά στο ύφος είναι εμφανής, αφού η ποίηση ενός βιοπαλαιστή είναι πιο κοντά στον λαϊκό λόγο, ενώ ενός απόφοιτου δευτεροβάθμιας ή κάποτε και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εύλογα και αναμενόμενα θα είναι πιο επεξεργασμένη και λογοτεχνίζουσα.
Σχετικά με τη θεματολογία των λαϊκών ποιημάτων εκείνο που έχει σημασία για τον δημιουργό είναι η αποδοχή που θα έχουν από το κοινό, καθώς σ’ αυτό απευθύνεται, αφού δεν είναι μια αποκλειστικά προσωπική ποίηση, αλλά δημιουργείται για να κυκλοφορηθεί και να δημιουργήσει έτσι μια σχέση ανατροφοδότησης. Απ’ τη μια, δηλαδή, ο λαϊκός ποιητής επιλέγει και αναπλάθει ποιητικά εκείνα τα περιστατικά που υπολογίζει πως θα ενδιαφέρουν τους αποδέκτες, όπως είναι μια ερωτική ιστορία, ένα έγκλημα ή ένα θρησκευτικό θαύμα. Απ’ την άλλη, οι ακροατές ή οι αναγνώστες επιβραβεύουν υλικά και πνευματικά εκείνον τον ποιητή με τον οποίο νιώθουν μεγαλύτερη οικειότητα και γνήσια επικοινωνία με τα στιχουργήματά του, χωρίς να εντυπωσιάζονται από ρητορικές εξάρσεις ή κενολογίες εντυπωσιασμού.
Επίσης, μια ακόμα αξιοπρόσεκτη λειτουργικότητα της λαϊκής ποίησης είναι το γεγονός ότι εκεί αποτυπώνονται περιστατικά από την καθημερινή ζωή ή και αντιλήψεις που δεν θα αποτελούσαν αντικείμενο πραγμάτευσης από άλλη πηγή. Για παράδειγμα, τα σατιρικά δίστιχα προς έναν ταπεινό άνθρωπο του χωριού δεν αποτελεί αντικείμενο μελέτης για την επίσημη Ιστορία. Ωστόσο, οι πληροφορίες αυτές είναι πολύ σημαντικές για άλλες ανθρωπιστικές επιστήμες σχετικά με την εξαγωγή συμπερασμάτων που αφορούν τις κοινωνικές συνθήκες και αντιλήψεις μιας περιόδου.
Τέλος, πρέπει να τονιστεί και το σημαντικό γεγονός της πολιτιστικής και πνευματικής ανταλλαγής που συμβαίνει εδώ και αιώνες μεταξύ των νησιών του Αιγαίου, κυρίως, και της Κύπρου, τεκμήριο της μακρόχρονης επικοινωνίας των Ελληνικών περιοχών της Ανατολικής Μεσογείου. Στη βάση αυτή εξηγούνται οι ανεξίτηλες πολιτιστικές ομοιότητες που παρατηρούνται τόσο στη γλώσσα και το λεξιλόγιο, όσο και στην ποιητική δημιουργία αλλά και τις υπόλοιπες εκφάνσεις του λαϊκού πολιτισμού.
Για τον παραπάνω λόγο μπορούμε να διατυπώσουμε την άποψη ότι οι πολιτισμικές αντιστοιχίες είναι εκείνες που ενώνουν, κατά κύριο λόγο, ενώ οι όποιες χιλιομετρικές και άλλες μετρήσιμες αποστάσεις αμβλύνονται και τελικά γεφυρώνονται μέσα από τις κοινές ανθρωπιστικές καταβολές.
ΓΕΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Α. ΚΕΙΜΕΝΑ
Γεώργιος Ευ. ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗΣ, Παντρολοήματα στην Κρήτη στα μέσα του
Εικοστού αιώνα: Έμμετρο (3.630 στίχοι) σε Κρητικό γλωσσικό ιδίωμα. Έπαινος Ακαδημίας Αθηνών. Έκτη έκδοση, Αθήνα 1996.
Σταμάτης ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗΣ, Η Μάχη της Κρήτης στο δημοτικό τραγούδι του
νησιού, Χανιά 1991.
Σταμάτης Α. ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗΣ, Η ιστορική ρίμα της Κρήτης για τον πόλεμο του
Σαράντα, δεύτερη έκδοση συμπληρωμένη, Χανιά 1996.
Εμμ. ΒΑΣΙΛΑΡΑΣ, Χρυσάνθη, Αθήνα 1988.
Νίκος Θ. ΓΑΡΕΦΑΛΛΑΚΗΣ, Τραγούδια του παλιού καιρού, Σητεία Κρήτης 1995.
Βάσος ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ, Δοξαστικό, στον τόπο που γεννήθηκα: Μενετές Καρπάθου,
Αθήνα 1994.
Βάσος Ευ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ, Ύμνος στην Κάρπαθο: λαϊκή ποίηση, προλεγόμενα Μηνάς Αλ. Αλεξιάδης, Αθήνα 2006.
Βάσος Ευ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ, Ενθύμημα από την παρουσίαση του βιβλίου μου
«Ύμνος στην Κάρπαθο – Λαϊκή ποίηση» (Μενετές Καρπάθου, 2 Αυγούστου 2006), Είναι το αναμνηστικό του «Ύμνου» της Καρπάθου / κατά την παρουσίαση στην Παναγιά του Βράχου, Αθήνα 2008.
Σεβαστή Ι. ΓΕΡΓΑΤΣΟΥΛΗ (το γένος Βασιλείου & Βασιλικούλας Σκούλλου), Μια
σοφή ελιά: Λαϊκή ποίηση, Εκδόσεις Εντύποις, Αθήνα 2017.
Κανάκης Ι. ΓΕΡΩΝΥΜΑΚΗΣ, Περιπλοκλάδια: Έμμετρο μυθιστόρημα, Χανιά 1995.
Αχιλλέας Γ. ΓΚΡΙΖΙΩΤΗΣ, Εξήντα χρόνια ποίηση, Λάρισα 2003.
Α. Ι. ΓΡΙΒΑΣ, Το Ιστορικόν της ιδρύσεως της Ιεράς Μονής Κύκκου τω 1090. Η δια
θαύματος της υπεραγίας Θεοτόκου θεραπεία της θυγατρός του Αυτοκράτορος Αλεξίου Κομνηνού, Βαρώσια 1960.
Γιάννης ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ, Φιλοσοφία της ζωής, Σητεία Κρήτης 1979.
[Ηλίας ΔΡΟΣΟΣ], Η καταδίκη του προέδρου της Σκαρπάθου (sic) και η άδικος
φυλάκισις του Ιωάννου Μελισσιανού, Εν Αθήναις 1891.
Τάσος ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Ρε παππού μου Διογένη η Ελλάδα δεν πεθαίνει!,
Ποιήματα για την οικονομική κρίση και την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα κ.α., προλογικό σημείωμα Γεώργιος Ι. Θανόπουλος, Εκδόσεις Ηρόδοτος, Αθήνα 2017 (Αθήνα – Καλαμάτα).
Μανώλης ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Γρίκα σύντεκνε. Κρήτη με Βενιζέλο σου, Ελ. Γκρέκο,
Καζαντζάκη / Αρκάδι, Θέρισσο, Κνωσσό, Κορνάρο, Κονδυλάκη, Σητεία 1996.
Ελένη ΚΑΚΟΥΡΑΚΗ, Ρίμες, πρόλογος – σημειώσεις – λεξιλόγιο δρ. Νικαλάου
Πετρουλάκη, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1996.
Γιώργος Ν. ΚΑΝΑΚΗΣ, Κάρπαθος: Δάκρυ κι Άρωμα, Ρίμες και μαντινάδες,
Εκδόσεις Αρουθυμιά, Αθήνα 2017.
Γιώργος Ν. ΚΑΝΑΚΗΣ, Στης πέτρας τη σιωπή: Χωρατάες από στο στόμα σε στόμα,
πρόλογος Κωστής Μηνάς και Σοφία Κανάκη-Πρωτόπαπα, Αθήνα 1996.
Ευδοξία Ν. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗ, Της καρδιάς μου οι παλμοί, Ρόδος 2000.
Γιώργης ΚΑΡΑΤΖΗΣ, Δίλογα, Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας, Αρχάνες Κρήτης
2015.
Σταμάτης ΚΙΑΠΟΚΑΣ, «Ο μεγάλος σεισμός της Κω (1933)», Τα Κωακά, 3 (1983).
Παπαγιώργης Ε. ΚΟΛΙΟΥΣΗΣ (Παπακολιούσης), Απομνημονεύματα, Βερενίκη
Δωδώνης Ιωαννίνων 1991 (και βελτιωμένη έκδοση 1994).
Μαριγώ ΚΟΥΜΟΥΤΣΟΥ, Η Παναγία των Μενετών, Κάρπαθος 1960.
Γιάννης ΚΟΥΡΟΥΤΑΚΗΣ, Η Μάχη της Κρήτης σε στίχους, Αθήνα 1987.
Νικόλαος ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Νοσταλγίες, Αθήνα 1976.
Ιωάννης ΛΑΓΩΝΙΚΟΣ, Αι Καρπαθίων Μνήμαι, πρόλογος Μιχαήλ Χανιώτης,
Κάρπαθος 2016.
Μανώλης ΛΟΥΛΑΚΗΣ, Ποίημα Ηρώων, Εκδόσεις Αιγέας, Αθήνα 1990.
Αντώνης Κ. ΛΥΚΑΚΗΣ, Τα Ζακρίτικα με ρίμες, Αθήνα 1999.
Φωτεινή Ηλ. ΜΑΚΡΗ, Μιας Καρπαθιάς ο νόστος, Ρόδος 1999.
Κώστας ΜΑΝΤΟΥΔΑΚΗΣ, Η Μεγαλοβδομάδα – Λαμπρή και Ξώλαμπρα στη
Νίσυρο (έμμετρη περιγραφή), Αθήνα 1981.
Ανδρέας Π. ΜΑΠΠΟΥΡΑΣ, Της ορφάνιας τα βάσανα της Ανδριάνας και του Κώστα.
Ποίμα συγκλονιστικό. Ορφάνια, αγάπη, θάνατος και αυτοκτονία, Τύποις Αναγέννησις, Λευκωσία 1970.
Ανδρέας ΜΑΠΠΟΥΡΑΣ, Η Γενοβέφα. Ο θρίαμβος της αρετής. Μια γυναίκα που
προτίμησε τον θάνατον παρά να προσβάλη την τιμήν και αξιοπρέπειαν της οικογενείας της, τρίτη έκδοση, 1986.
Ανδρέας Π. ΜΑΠΠΟΥΡΑΣ, Το νέο θαύμα της Παναγίας του Τζιύκκου. Περπάτησε
20χρονο παράλυτο, Αραδίππου 1992.
Ανδρέας Π. ΜΑΠΠΟΥΡΑΣ, Οι Ποιητάρικες Φυλλάδες: 122 φυλλάδες,
δημοσιευμένες και ανέκδοτες. Επιμέλεια Κώστας Κατσώνης, Έκδοση Ιδρύματος «Ανδρέας Μαππούρας», Λάρνακα 2015.
Ειρήνη Ι. ΜΑΡΚΟΥ (Βοντορήνη), Ψάχω να δω μέσ’ στ’ άθωρο, τόμ. Α΄ + Β΄ + Γ΄,
εισαγωγή Μ. Γ. Μερακλής, Αθήνα 1984, 1994, 2003, αντίστοιχα.
Νικόλαος Νικήτα ΜΗΤΡΟΣΜΠΑΡΑΣ, Κασιακά Δίστιχα (Μαντινάδες) επί των
γεγονότων της Κατοχής και του Πολέμου εις Κάσον, Τύποις (Νέου Συνδέσμου) Πορτ Σάιδ, 1946.
Βασίλης ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ, Η 9η Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσία (Κύπρου), πρόλογος
Κύπρος Χρυσάνθης, ανάλυση Χρύσανθος Στ. Κυπριανού, Ελληνικός Πνευματικός Όμιλος Κύπρου, Λευκωσία 1982.
Νίκος Ι. ΜΠΕΛΙΠΑΣΑΚΗΣ (΄΄Νικολός΄΄), Ρίμες και μαντιάδες, με υπότιτλο: Πάρε
το το βιβλίο μου και σαν θα το διαβάσεις, / θα δεις πως θα ωφεληθείς και πράμα δε θα χάσεις, Σητεία Κρήτης 1996.
Νίκος ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ, Ηθικοπλαστικοί στίχοι, Αθήνα 1977.
Βασίλειος ΠΥΛΙΑΡΗΣ, Αναμνήσεις και έθιμα της Καρπάθου, Πειραιεύς 1969.
Γεώργιος ΡΕΪΣΗΣ, Αναπολώντας, Πειραιεύς 1975.
Λευτέρης ΡΟΥΣΣΟΜΟΥΣΤΑΚΑΚΗΣ, Αφιερώσεις και αναμνήσεις, Σητεία Κρήτης
1997.
Γιώργος ΤΟΦΚΙΑΣ, Γρουσολισιώτικα τραούδκια, Βιβλιοθήκη Κυπρίων Λαϊκών
Ποιητών, αρ. 52, διευθυντής – επιμελητής Κ. Γ. Γιαγκουλλής, Λευκωσία 1991.
Μηνάς ΤΡΑΜΠΑΚΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ, Της σκοτεινιάς μου τ’ άστρα, Εν Αθήναις
[1908].
Κων. Ν. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ, Έμπωνα Ρόδου: Έμμετρη ηθογραφική παράδοση, Αθήνα
1995.
Ειρήνη ΧΑΛΚΟΥ, Τραγουδώ και γράφω, επιμέλεια Ν. Α. Κεφαλληνιάδης, Εκδόσεις
Φιλιππότη, Αθήνα 1995.
Βασίλης ΧΑΜΠΕΣΙΗΣ (λαϊκός ποιητής), Το χρέος, ποιητική συλλογή, Λεμεσός
1998.
Μάνος ΧΑΡΗΣ, Άντες αμάν: πρωτότυπες Κρητικές μαντινάδες, πρόλογος Μιχάλης
Καυκαλάς, Εκδόσεις Δωρικός (χ.χ.).
Γιάννης ΧΑΣΑΠΛΑΔΑΚΗΣ (ή Καβρός), «Δεύτερο Βιβλίο», Σταυρωμένη Σητείας,
1984.
Ειρήνη Δ. ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ, Τα θαύματα της Παναγίας των Μενετών, [Κάρπαθος
2002].
Κων. ΧΑΨΗΣ, Λαϊκά δίστιχα. Έκδοση της εφημερίδας «Η Φωνή της Ολύμπου»,
Αθήνα 1976.
Γιάννης Μιχ. ΧΑΨΗΣ, «Πέσ’ μας Χαψή μια μαντινά…», Κάρπαθος 1998.
Ιωάννης Αντ. ΧΟΥΖΟΥΡΗΣ, Παναγία η Αργοκοιλιώτισσα: Ιστορία σε λαϊκούς
στίχους, Αθήνα 1996.
Ιωάννης Αντ. ΧΟΥΖΟΥΡΗΣ, Λαϊκή ποίηση για την Κόρωνο Νάξου και την ιστορία
της. Προλογίζει ο Σεβ. Μητροπολίτης Παροναξίας Αμβρόσιος, επιμέλεια Ν. Α. Κεφαλληνιάδης, Έκδοση Συλλόγου Κορωνιδιατών Νάξου, 1997.
Άννα ΧΡΥΣΟΧΕΡΗ, Το δράμα μου, Νίκαια 1969 και δεύτερη έκδοση, πρόλογος
Στέλιος Π. Χρυσοχέρης, Εκδόσεις Αγγελάκη, Αθήνα 2011.
Β. ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ
Μηνάς Αλ. ΑΛΕΞΙΑΔΗΣ, Λαϊκοί ποιητές της Καρπάθου: Τρία παραδείγματα, Αθήνα
1997 (= Καρπαθιακή Λαογραφία: Όψεις του λαϊκού πολιτισμού, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Καρπάθου, Αθήνα 2001, σ. 215-273).
Μηνάς Αλ. ΑΛΕΞΙΑΔΗΣ, «Μηνάς Κωνσταντίνου Τσαμπανάκης (1926-2001): Ένας
λαϊκός ποιητής της Καρπάθου αυτοβιογραφούμενος», Καρπαθιακά 4 (2012), Κέντρο Καρπαθιακών Ερευνών, Ρόδος 2012, σ. 171-199.
Μηνάς Αλ. ΑΛΕΞΙΑΔΗΣ, Νεωτερική Ελληνική Λαογραφία, Συναγωγή Μελετών,
τρίτη έκδοση, Ινστιτούτο του Βιβλίου – Α. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2012.
Μηνάς Αλ. ΑΛΕΞΙΑΔΗΣ, «Μια ασυνήθιστη ποιητάρικη σύνδεση Επτανήσου και
Κύπρου (μέσω σεισμών)», Κεφαλληνιακά Χρονικά, 19 (2019), σ. 15-35.
Σπύρος ΒΡΕΤΤΟΣ, Οι λαϊκοί ποιητές της Λευκάδας (1900-1985) ως κοινωνικό
φαινόμενο. Διδακτορική διατριβή, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1991.
Γεώργιος Μ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Καρπαθιακά, τόμ. Α΄, Πειραιεύς 1958.
Κ. Γ. ΓΙΑΓΚΟΥΛΛΗΣ, «Βιβλιογραφικά στους Κύπριους ποιητάρηδες», Κυπριακαί
Σπουδαί 36 (1972), σ. 139-148.
Κ. Γ. ΓΙΑΓΚΟΥΛΛΗΣ, Οι ποιητάρηδες της Κύπρου: Προλεγόμενα, Βιο-βιβλιογρα-
φία, Θεσσαλονίκη 1976.
Κ. Γ. ΓΙΑΓΚΟΥΛΛΗΣ, Η τεχνική του ποιητάρικου διστίχου και ο ποιητάρης Σέργης
Γ. Καρεκλάς, Λευκωσία 1978.
Κ. ΓΙΑΓΚΟΥΛΛΗΣ, Λαϊκές πηγές μελέτης της Κυπριακής Ιστορίας, τόμος Α΄,
Βιβλιοθήκη Κυπρίων Λαϊκών ποιητών, αρ. 3, Λευκωσία 1979.
Κ. Γ. ΓΙΑΓΚΟΥΛΛΗΣ, Κυπριακή ποίηση. Συναγωγή μελετών (1974-1980),
Λευκωσία 1980.
Κ. Γ. ΓΙΑΓΚΟΥΛΛΗΣ, Κύπριοι λαϊκοί ποιητές, τόμ. Α΄ και Β΄, Εκδόσεις Χρ.
Ανδρέου, Λευκωσία 1982-1983.
Κ. ΓΙΑΓΚΟΥΛΛΗΣ, «Οι ποιητάρηδες ως δημοσιογράφοι», Νέα Εποχή, αρ. τ. 167
(Ιούλης – Αύγουστος 1984), σ. 198-205.
Κ. Γ. ΓΙΑΓΚΟΥΛΛΗΣ, Ποιητάρικα Α΄, Λευκωσία 1988.
Κ. ΓΙΑΓΚΟΥΛΛΗΣ, «Η λαϊκή μας ποίηση στα 30 χρόνια της Ανεξαρτησίας»,
Λαογραφική Κύπρος 41 (1991), σ. 42-43.
Κ. Γ. ΓΙΑΓΚΟΥΛΛΗΣ, «Ποιητάρικη μουσική παράδοση στην Κύπρο», Νέα Εποχή 1
(1995), σ. 13-14.
Κ. Γ. ΓΙΑΓΚΟΥΛΛΗΣ, Corpus Κυπριακών διαλεκτικών ποιητικών κειμένων, τόμ.
Α΄, τόμ. Β΄: Πολεμικά τραγούδια (1893-1970), τόμ. Γ΄: Τραγούδια εισβολής και προσφυγιάς (1974-σήμερα), τόμ. Δ΄: Φονικά (1891-1978), τόμ. Ε΄: Κοινωνικά – διάλογοι – τσαττίσματα, τόμ. Στ 1 (Ποιητάρικα ερωτικά τραγούδια από φυλλάδες: Δίστιχα, ολιγόστιχα και πολύστιχα. Δημοσιεύματα Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, Λευκωσία 1998 (Α΄ τόμ.) – 2012 (Στ΄ τόμ.).
Γεώργιος Ι. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Τεχνοτροπικά στοιχεία στον λαϊκό ποιητή Νικόλαο
Προμπονά (Κοντζαλά)», στο Πρακτικά Γ΄ Πανελληνίου Συνεδρίου με θέμα: Η Νάξος δια μέσου των αιώνων (Νάξος – Κόρωνος, Σεπτέμβριος 2003, Αθήνα 2007, σ. 569-580.
Γεώργιος Ι. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Τα στιχουργήματα του Νάξιου λαϊκού ποιητή
Κοτζαλά», στο Αγαθοεργίη, τιμητικός τόμος για τον επίσκοπο Κυανέων Χρυσόστομο Μαυρογιαννόπουλο, Έκδοση Συλλόγου Δαμαριωτών Νάξου, Αθήνα 2008, σ. 335-363.
Γεώργιος Ι. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Τεχνοτροπικά στοιχεία στην έντυπη λαϊκή ποίηση
της Καρπάθου», στο Πρακτικά Γ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Καρπαθιακής Λαογραφίας (Κάρπαθος, 21-26 Μαρτίου 2006), Αθήνα 2008, σ. 586-596.
Γεώργιος ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Ο Ξηρομερίτης λαϊκός ποιητής Ρεντίφης (1870-1950).
Δημιουργία, λειτουργία και αναπαραγωγή των στιχουργημάτων του», Τα Αιτωλικά 16 (2011), σ. 367-377.
Γεώργιος Ι. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Ο λαϊκός ποιητής Στέφανος Ι. Μουστάκης
(Κοντοστέφανος): Χαρακτηριστικά του ποιητικού του έργου», στο Στέφανος Ι. Μουστάκης (Κοντοστέφανος), Τα τραγούδια μου (σύγχρονη λαϊκή ποίηση), επιμ. Γ. Ι. Θανόπουλος, Αθήνα 2011.
Γεώργιος Ι. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Σύγχρονοι λαϊκοί ποιητές στο Φιλώτι Νάξου», στα
Πρακτικά Δ΄ Πανελληνίου Συνεδρίου με θέμα: Η Νάξος δια μέσου των αιώνων (Νάξος – Κωμιακή, Σεπτέμβριος 2008), επιμέλεια Ι. Κ. Προμπονάς – Στέφ. Ε. Ψαρράς, Αθήνα 2013, σ. 911-950.
Γεώργιος Ι. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, Ελληνική λαϊκή ποίηση: Από το δημοτικό τραγούδι
στη σύγχρονη έντυπη και ηλεκτρονική λαϊκή ποίηση, Εκδόσεις Ηρόδοτος, Αθήνα 2014.
Κλείτος ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, «Λαϊκή ποίηση», στο Ιστορία της Νεώτερης Κυπριακής
Λογοτεχνίας, Δημοσιεύματα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, ΧΙ, Λευκωσία 1986.
Κασσιανή-Μαρία ΚΟΝΤΑΞΗ, «Λαϊκοί ποιητές στο Αγρίνιο: Μαρίνα Τασιούλη», Τα
Αιτωλικά 16 (2011), σ. 337-343.
Σήφης ΚΟΣΟΓΛΟΥ, «Ο λαϊκός ριμαδόρος Βασίλης Τριγωνάκης», Αμάλθεια 47
(Απρίλιος – Ιούνιος), Άγιος Νικόλαος Κρήτης 1981, σ. 139-143.
Σωκράτης ΚΟΥΓΕΑΣ, «Έρευναι περί της Ελληνικής Λαογραφίας. Α΄: Αι εν τοις
σχολίοις του Αρέθα λαογραφικαί ειδήσεις», Λαογραφία 4 (1913).
Στίλπων Π. ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ, «Οι ποιητάρηδες της Κύπρου», Λαογραφία 5 (1915), σ.
650.
Αντρέας ΛΕΝΑΚΑΚΗΣ, «Το τραγούδι του Ξεπατέρα», Διάλογος, τ. 20-21 (Μάρτιος
2011), σ. 209-216.
Μ. Ι. ΜΑΝΟΥΣΑΚΑΣ – Α. F. Van GEMERT, «Ο δικηγόρος του Χάντακα Στέφανος
Σαχλίκης ποιητής του ΙΔ΄ και όχι του ΙΕ΄ αιώνα», Πεπραγμένα του Δ΄ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου (Ηράκλειο, 29 Αυγούστου – 3 Σεπτεμβρίου 1976), τόμ. Β΄, Αθήνα 1980, σ. 215-231.
Γεωργία Στ. ΜΥΛΩΝΑΚΟΥ, Λαϊκή ποιητική δημιουργία σήμερα: Η μορφολογική
προσέγγιση του έργου της λαϊκής ποιήτριας Ειρήνης Μάρκου από την Απείρανθο της Νάξου. Διδακτορική διατριβή στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δ.Ε. του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα 1993 (δακτυλογραφημένη έκδοση).
Χρ. Γ. ΠΑΝΤΕΛΙΔΗΣ, «Οι ποιητάριδες της Κύπρου», Λαογραφία 7 (1923), σ. 115-
120.
Εμμανουήλ Π. ΠΕΡΣΕΛΗΣ, Ιταλογερμανική Κατοχή και Κασιώτικη λαϊκή ποίηση,
Έκδοση του Συλλόγου Κασιωτών, Αθήνα 1999.
Δημήτριος Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, «Οι ποιητάρηδες στην Κρήτη και στην Κύπρο»,
Λαογραφία 15 (1953).
Ν. Γ. ΠΟΛΙΤΗΣ, Λαογραφικά Σύμμεικτα, τόμ. Α΄, Εν Αθήναις, 1920.
Κώστας ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ – Ευαγγελία ΡΑΠΤΟΥ-ΣΤΕΡΓΙΟΥΛΑ, Λαϊκή ποίηση από την
επαρχία Ελασσόνας, δεύτερη έκδοση, Εκδόσεις Λειμών, Αθήνα 2018.
Μανόλης Γ. ΣΕΡΓΗΣ, Μια ανέκδοτη ρίμα του Ναξιώτη λαϊκού ποιητή Αντώνη
Χουζούρη (Λαογραφική μελέτη), πρόλογος Μηνάς Αλ. Αλεξιάδης, Αθήνα 1996.
Σπύρος ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ (Εισαγωγή – Μετάφραση – Σχόλια), Τροβαδούροι: Οι
Προβηγκιανοί ποιητές και τραγουδιστές του Μεσαίωνα, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα 1982.
Αντώνης Μ. ΣΟΦΟΣ, «Μιχάλης Δημητρίου Μιχαλάκης», Κασιώτικος Παλμός, τ. 44
(1990).
Αντώνης Μ. ΣΟΦΟΣ, «Περασμένα μα όχι ξεχασμένα: Δημήτρης Παπακανάκης»,
Κασιώτικος Παλμός, τ. 45 (1990).
Αντώνης ΣΟΦΟΣ, «Κασιώτες λαϊκοί ποιητές (1). Περασμένα μα όχι ξεχασμένα»,
Κασιώτικος Παλμός, τ. 43 (Ιανουάριος – Φεβρουάριος), 1990.
Φοίβος ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ, Βιβλιογραφία Κυπριακής λαϊκής ποίησης: Φυλλάδες και
αυτοτελείς εκδόσεις (1884-1960), Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, Λευκωσία 2002.
[1] Βλ. σχετικά Γεώργιος Ι. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Τα στιχουργήματα του Νάξιου λαϊκού ποιητή Κοτζαλά», στο Αγαθοεργίη, τιμητικός τόμος για τον επίσκοπο Κυανέων Χρυσόστομο Μαυρογιαννόπουλο, Έκδοση Συλλόγου Δαμαριωτών Νάξου, Αθήνα 2008, σ. 335-363. – Γεώργιος Ι. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Ο λαϊκός ποιητής Στέφανος Ι. Μουστάκης (Κοντοστέφανος): Χαρακτηριστικά του ποιητικού του έργου», στο Στέφανος Ι. Μουστάκης (Κοντοστέφανος), Τα τραγούδια μου (σύγχρονη λαϊκή ποίηση), επιμ. Γ. Ι. Θανόπουλος, Αθήνα 2011. – Γεώργιος Ι. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Τεχνοτροπικά στοιχεία στον λαϊκό ποιητή Νικόλαο Προμπονά (Κοντζαλά)», στο Πρακτικά Γ΄ Πανελληνίου Συνεδρίου με θέμα: Η Νάξος δια μέσου των αιώνων (Νάξος – Κόρωνος, Σεπτέμβριος 2003, Αθήνα 2007, σ. 569-580. – Γεώργιος Ι. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Τεχνοτροπικά στοιχεία στην έντυπη λαϊκή ποίηση της Καρπάθου», στο Πρακτικά Γ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Καρπαθιακής Λαογραφίας (Κάρπαθος, 21-26 Μαρτίου 2006), Αθήνα 2008, σ. 586-596. – Γεώργιος Ι. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Σύγχρονοι λαϊκοί ποιητές στο Φιλώτι Νάξου», στα Πρακτικά Δ΄ Πανελληνίου Συνεδρίου με θέμα: Η Νάξος δια μέσου των αιώνων (Νάξος – Κωμιακή, Σεπτέμβριος 2008), επιμέλεια Ι. Κ. Προμπονάς – Στέφ. Ε. Ψαρράς, Αθήνα 2013, σ. 911-950. – Βλ. τώρα και το βιβλίο Γεώργιος Ι. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, Ελληνική λαϊκή ποίηση: Από το δημοτικό τραγούδι στη σύγχρονη έντυπη και ηλεκτρονική λαϊκή ποίηση, Εκδόσεις Ηρόδοτος, Αθήνα 2014.
[2] Δημήτριος Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, «Οι ποιητάρηδες στην Κρήτη και στην Κύπρο», Λαογραφία 15 (1953), σ. 392.
[3] Βλ. ενδεικτικά Παπαγιώργης Ε. ΚΟΛΙΟΥΣΗΣ (Παπακολιούσης), Απομνημονεύματα, Βερενίκη Δωδώνης Ιωαννίνων 1991 (και βελτιωμένη έκδοση 1994). – Κώστας ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ – Ευαγγελία ΡΑΠΤΟΥ-ΣΤΕΡΓΙΟΥΛΑ, Λαϊκή ποίηση από την επαρχία Ελασσόνας, δεύτερη έκδοση, Εκδόσεις Λειμών, Αθήνα 2018. – Γεώργιος ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Ο Ξηρομερίτης λαϊκός ποιητής Ρεντίφης (1870-1950). Δημιουργία, λειτουργία και αναπαραγωγή των στιχουργημάτων του», Τα Αιτωλικά 16 (2011), σ. 367-377. – Κασσιανή-Μαρία ΚΟΝΤΑΞΗ, «Λαϊκοί ποιητές στο Αγρίνιο: Μαρίνα Τασιούλη», Τα Αιτωλικά 16 (2011), σ. 337-343. – Αχιλλέας Γ. ΓΚΡΙΖΙΩΤΗΣ, Εξήντα χρόνια ποίηση, Λάρισα 2003.
[4] Βλ. σχετικά Σπύρος ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ (Εισαγωγή – Μετάφραση – Σχόλια), Τροβαδούροι: Οι Προβηγκιανοί ποιητές και τραγουδιστές του Μεσαίωνα, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα 1982, σ. 17.
[5] Ό.π., σ. 16-17.
[6] Βλ. σχετικά Μηνάς Αλ. ΑΛΕΞΙΑΔΗΣ, Νεωτερική Ελληνική Λαογραφία, Συναγωγή Μελετών, τρίτη έκδοση, Ινστιτούτο του Βιβλίου – Α. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2012, σ. 64.
6α Βλ. Μηνάς Αλ. ΑΛΕΞΙΑΔΗΣ, ό.π., σ. 59-65.
[7] Βλ. σχετικά Μ. Ι. ΜΑΝΟΥΣΑΚΑΣ – Α. F. Van GEMERT, «Ο δικηγόρος του Χάντακα Στέφανος Σαχλίκης ποιητής του ΙΔ΄ και όχι του ΙΕ΄ αιώνα», Πεπραγμένα του Δ΄ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου (Ηράκλειο, 29 Αυγούστου – 3 Σεπτεμβρίου 1976), τόμ. Β΄, Αθήνα 1980, σ. 215-231.
[8] Ν. Γ. ΠΟΛΙΤΗΣ, Λαογραφικά Σύμμεικτα, τόμ. Α΄, Εν Αθήναις, 1920, σ. 223.
[9] Στίλπων Π. ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ, «Οι ποιητάρηδες της Κύπρου», Λαογραφία 5 (1915), σ. 650.
[10] Ό.π., σ. 650-651.
[11] Χρ. Γ. ΠΑΝΤΕΛΙΔΗΣ, «Οι ποιητάριδες της Κύπρου», Λαογραφία 7 (1923), σ. 115-120.
[12] Ό.π., σ. 115-118.
[13] Ό.π., σ. 118-119.
[14] Ό.π., σ. 119-120.
[15] Δημ. Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, «Οι ποιητάρηδες στην Κρήτη και στην Κύπρο»…, ό.π., σ. 374-400.
[16] Ό.π., σ. 375-377.
[17] Ό.π., σ. 378.
[18] Ό.π., σ. 394.
[19] Πρβλ. και Κ. Γ. ΓΙΑΓΚΟΥΛΛΗΣ, «Ποιητάρικη μουσική παράδοση στην Κύπρο», Νέα Εποχή 1 (1995), σ. 13-14.
[20] Ό.π., σ. 389.
[21] Βλ. π.χ. Κώστας ΜΑΝΤΟΥΔΑΚΗΣ, Η Μεγαλοβδομάδα – Λαμπρή και Ξώλαμπρα στη Νίσυρο (έμμετρη περιγραφή), Αθήνα 1981. – Σταμάτης ΚΙΑΠΟΚΑΣ, «Ο μεγάλος σεισμός της Κω (1933)», Τα Κωακά, 3 (1983), σ. 299-302. – Κων. Ν. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ, Έμπωνα Ρόδου: Έμμετρη ηθογραφική παράδοση, Αθήνα 1995.
[22] Βλ. σχετικά Ειρήνη Ι. ΜΑΡΚΟΥ (Βοντορήνη), Ψάχω να δω μέσ’ στ’ άθωρο, τόμ. Α΄ + Β΄ + Γ΄, εισαγωγή Μ. Γ. Μερακλής, Αθήνα 1984, 1994, 2003, αντίστοιχα. – Ειρήνη ΧΑΛΚΟΥ, Τραγουδώ και γράφω, επιμέλεια Ν. Α. Κεφαλληνιάδης, Εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1995. – Ιωάννης Αντ. ΧΟΥΖΟΥΡΗΣ, Παναγία η Αργοκοιλιώτισσα: Ιστορία σε λαϊκούς στίχους, Αθήνα 1996. – Ιωάννης Αντ. ΧΟΥΖΟΥΡΗΣ, Λαϊκή ποίηση για την Κόρωνο Νάξου και την ιστορία της. Προλογίζει ο Σεβ. Μητροπολίτης Παροναξίας Αμβρόσιος, επιμέλεια Ν. Α. Κεφαλληνιάδης, Έκδοση Συλλόγου Κορωνιδιατών Νάξου, 1997. – Γεωργία Στ. ΜΥΛΩΝΑΚΟΥ, Λαϊκή ποιητική δημιουργία σήμερα: Η μορφολογική προσέγγιση του έργου της λαϊκής ποιήτριας Ειρήνης Μάρκου από την Απείρανθο της Νάξου. Διδακτορική διατριβή στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δ.Ε. του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα 1993 (δακτυλογραφημένη έκδοση). – Μανόλης Γ. ΣΕΡΓΗΣ, Μια ανέκδοτη ρίμα του Ναξιώτη λαϊκού ποιητή Αντώνη Χουζούρη (Λαογραφική μελέτη), πρόλογος Μηνάς Αλ. Αλεξιάδης, Αθήνα 1996.
[23] Σπύρος ΒΡΕΤΤΟΣ, Οι λαϊκοί ποιητές της Λευκάδας (1900-1985) ως κοινωνικό φαινόμενο. Διδακτορική διατριβή, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1991.
[24] Τάσος ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Ρε παππού μου Διογένη η Ελλάδα δεν πεθαίνει!, Ποιήματα για την οικονομική κρίση και την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα κ.α., προλογικό σημείωμα Γεώργιος Ι. Θανόπουλος, Εκδόσεις Ηρόδοτος, Αθήνα 2017 (Αθήνα – Καλαμάτα).
[25] Βλ. και Κ. Γ. ΓΙΑΓΚΟΥΛΛΗΣ, Ποιητάρικα Α΄, Λευκωσία 1988. – Κ. Γ. ΓΙΑΓΚΟΥΛΛΗΣ, Κυπριακή ποίηση. Συναγωγή μελετών (1974-1980), Λευκωσία 1980. – Κ. Γ. ΓΙΑΓΚΟΥΛΛΗΣ, Η τεχνική του ποιητάρικου διστίχου και ο ποιητάρης Σέργης Γ. Καρεκλάς, Λευκωσία 1978.
[26] Κ. Γ. ΓΙΑΓΚΟΥΛΛΗΣ, «Βιβλιογραφικά στους Κύπριους ποιητάρηδες», Κυπριακαί Σπουδαί 36 (1972), σ. 139-148.
[27] Κ. ΓΙΑΓΚΟΥΛΛΗΣ, Εισαγωγή στην Κυπριακή Λαϊκή Ποίηση, σ. 7.
[28] Ό.π., σ. 8.
[29] Βλ. και Σωκράτης ΚΟΥΓΕΑΣ, «Έρευναι περί της Ελληνικής Λαογραφίας. Α΄: Αι εν τοις σχολίοις του Αρέθα λαογραφικαί ειδήσεις», Λαογραφία 4 (1913), σ. 239: Ο συγγραφέας αναφέρει τους αγείροντες ή αγύρτες. Παράδειγμα αγυρτών είναι οι καταραμένοι Παφλαγόνες, οι οποίοι, έχοντας συνθέσει κάποια ηρωικά τραγούδια που υμνούν τα παθήματα ενδόξων ανδρών, περιφέρονται από σπίτι σε σπίτι, για να ψάλουν τα άσματα αυτά με ελάχιστη αμοιβή.
[30] Βλ. και Κλείτος ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, «Λαϊκή ποίηση», στο Ιστορία της Νεώτερης Κυπριακής Λογοτεχνίας, Δημοσιεύματα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, ΧΙ, Λευκωσία 1986, σ. 116.
[31] Ό.π., σ. 10.
[32] Κ. ΓΙΑΓΚΟΥΛΛΗΣ, «Η λαϊκή μας ποίηση στα 30 χρόνια της Ανεξαρτησίας», Λαογραφική Κύπρος 41 (1991), σ. 42-43.
[33] Κ.Γ. ΓΙΑΓΚΟΥΛΛΗΣ, Ανθολογία Κύπριων ποιητάρηδων και λαϊκών ποιητών, ό.π.
[34] Βλ. σχετικά Φοίβος ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ, Βιβλιογραφία Κυπριακής λαϊκής ποίησης: Φυλλάδες και αυτοτελείς εκδόσεις (1884-1960), Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, Λευκωσία 2002.
[35] Κ.Γ. ΓΙΑΓΚΟΥΛΛΗΣ, Οι ποιητάρηδες της Κύπρου…, ό.π., σ. σ. 68-69.
[36] Κ. ΓΙΑΓΚΟΥΛΛΗΣ, «Οι ποιητάρηδες ως δημοσιογράφοι», Νέα Εποχή, αρ. τ. 167 (Ιούλης – Αύγουστος 1984), σ. 198-205.
[37] Ό.π., σ. 198.
[38] Κ.Γ. ΓΙΑΓΚΟΥΛΛΗΣ, Κύπριοι λαϊκοί ποιητές…, ό.π., σ. 16.
[39] Βλ. σχετικά Κ.Γ. ΓΙΑΓΚΟΥΛΛΗΣ, Οι ποιητάρηδες της Κύπρου: Προλεγόμενα, Βιο-βιβλιογραφία, Θεσσαλονίκη 1976.
[40] Κ.Γ. ΓΙΑΓΚΟΥΛΛΗΣ, Κύπριοι λαϊκοί ποιητές, τόμ. Α΄ και Β΄, Εκδόσεις Χρ. Ανδρέου, Λευκωσία 1982-1983.
[41] Βλ. σχετικά Κ. Γ. ΓΙΑΓΚΟΥΛΛΗΣ, Corpus Κυπριακών διαλεκτικών ποιητικών κειμένων, τόμ. Α΄, τόμ. Β΄: Πολεμικά τραγούδια (1893-1970), τόμ. Γ΄: Τραγούδια εισβολής και προσφυγιάς (1974-σήμερα), τόμ. Δ΄: Φονικά (1891-1978), τόμ. Ε΄: Κοινωνικά – διάλογοι – τσαττίσματα, τόμ. Στ 1 (Ποιητάρικα ερωτικά τραγούδια από φυλλάδες: Δίστιχα, ολιγόστιχα και πολύστιχα. Δημοσιεύματα Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, Λευκωσία 1998 (Α΄ τόμ.) – 2012 (Στ 1΄ τόμ.).
[42] Βλ. και Βασίλης ΧΑΜΠΕΣΙΗΣ (λαϊκός ποιητής), Το χρέος, ποιητική συλλογή, Λεμεσός 1998. – Ανδρέας Π. ΜΑΠΠΟΥΡΑΣ, Το νέο θαύμα της Παναγίας του Τζιύκκου. Περπάτησε 20χρονο παράλυτο, Αραδίππου 1992 – Γιώργος ΤΟΦΚΙΑΣ, Γρουσολισιώτικα τραούδκια, Βιβλιοθήκη Κυπρίων Λαϊκών Ποιητών, αρ. 52, διευθυντής – επιμελητής Κ. Γ. Γιαγκουλλής, Λευκωσία 1991. – Ανδρέας ΜΑΠΠΟΥΡΑΣ, Η Γενοβέφα. Ο θρίαμβος της αρετής. Μια γυναίκα που προτίμησε τον θάνατον παρά να προσβάλη την τιμήν και αξιοπρέπειαν της οικογενείας της, τρίτη έκδοση, 1986. – Ανδρέας Π. ΜΑΠΠΟΥΡΑΣ, Της ορφάνιας τα βάσανα της Ανδριάνας και του Κώστα. Ποίμα συγκλονιστικό. Ορφάνια, αγάπη, θάνατος και αυτοκτονία, Τύποις Αναγέννησις, Λευκωσία 1970.
[43] Το ποίημα δημοσιεύει ο Κ. Γιαγκουλλής στο βιβλίο του Λαϊκές πηγές μελέτης της Κυπριακής Ιστορίας, τόμος Α΄, Βιβλιοθήκη Κυπρίων Λαϊκών ποιητών, αρ. 3, Λευκωσία 1979, σ. 7-11.
[44] Ό.π., σ. 47-51.
[45] Βλ. σχετικά Μηνάς Αλ. ΑΛΕΞΙΑΔΗΣ, «Μια ασυνήθιστη ποιητάρικη σύνδεση Επτανήσου και Κύπρου (μέσω σεισμών)», Κεφαλληνιακά Χρονικά, 19 (2019), σ. 15-35.
[46] Α. Ι. ΓΡΙΒΑΣ, Το Ιστορικόν της ιδρύσεως της Ιεράς Μονής Κύκκου τω 1090. Η δια θαύματος της υπεραγίας Θεοτόκου θεραπεία της θυγατρός του Αυτοκράτορος Αλεξίου Κομνηνού, Βαρώσια 1960.
[47] Βασίλης ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ, Η 9η Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσία (Κύπρου), πρόλογος Κύπρος Χρυσάνθης, ανάλυση Χρύσανθος Στ. Κυπριανού, Ελληνικός Πνευματικός Όμιλος Κύπρου, Λευκωσία 1982.
[48] Οι φυλλάδες του Μαππούρα έχουν τώρα συγκεντρωθεί σε έναν τόμο. Βλ. σχετικά Ανδρέας ΜΑΠΠΟΥΡΑΣ, Οι Ποιητάρικες Φυλλάδες: 122 φυλλάδες, δημοσιευμένες και ανέκδοτες. Επιμέλεια Κώστας Κατσώνης, Έκδοση Ιδρύματος «Ανδρέας Μαππούρας», Λάρνακα 2015.
[49] Δημ. Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, «Οι ποιητάρηδες στην Κρήτη και στην Κύπρο», Λαογραφία 15 (1953), σ. 392.
[50] Ό.π., σ. 376.
[51] Βλ. και Νίκος Θ. ΓΑΡΕΦΑΛΛΑΚΗΣ, Τραγούδια του παλιού καιρού, Σητεία Κρήτης 1995. – Κανάκης Ι. ΓΕΡΩΝΥΜΑΚΗΣ, Περιπλοκλάδια: Έμμετρο μυθιστόρημα, Χανιά 1995. – Σταμάτης Α. ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗΣ, Η ιστορική ρίμα της Κρήτης για τον πόλεμο του Σαράντα, δεύτερη έκδοση συμπληρωμένη, Χανιά 1996. – Ελένη ΚΑΚΟΥΡΑΚΗ, Ρίμες, πρόλογος – σημειώσεις – λεξιλόγιο δρ. Νικαλάου Πετρουλάκη, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1996. – Νίκος Ι. ΜΠΕΛΙΠΑΣΑΚΗΣ (΄΄Νικολός΄΄), Ρίμες και μαντιάδες, με υπότιτλο: Πάρε το το βιβλίο μου και σαν θα το διαβάσεις, / θα δεις πως θα ωφεληθείς και πράμα δε θα χάσεις, Σητεία Κρήτης 1996. – Μάνος ΧΑΡΗΣ, Άντες αμάν: πρωτότυπες Κρητικές μαντινάδες, πρόλογος Μιχάλης Καυκαλάς, Εκδόσεις Δωρικός (χ.χ.). – Λευτέρης ΡΟΥΣΣΟΜΟΥΣΤΑΚΑΚΗΣ, Αφιερώσεις και αναμνήσεις, Σητεία Κρήτης 1997. – Αντώνης Κ. ΛΥΚΑΚΗΣ, Τα Ζακρίτικα με ρίμες, Αθήνα 1999. – Γιώργης ΚΑΡΑΤΖΗΣ, Δίλογα, Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας, Αρχάνες Κρήτης 2015.
[52] Γιάννης ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ, Φιλοσοφία της ζωής, Σητεία Κρήτης 1979.
[53] Γιάννης ΚΟΥΡΟΥΤΑΚΗΣ, Η Μάχη της Κρήτης σε στίχους, Αθήνα 1987.
[54] Μανώλης ΛΟΥΛΑΚΗΣ, Ποίημα Ηρώων, Εκδόσεις Αιγέας, Αθήνα 1990.
[55] Ελένη ΚΑΚΟΥΡΑΚΗ, Ρίμες. Πρόλογος, σημειώσεις, λεξιλόγιο, επιμέλεια δρα Νικ. Β. Πετρουλάκης, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1996.
56 Ευχαριστώ θερμά τον φιλόλογο και συγγραφέα Ανδρέα Λενακάκη, που έθεσε στη διάθεσή μου τα τρία τελευταία κείμενα.
[57] Περ. Αμάλθεια (Άγιος Νικόλαος Κρήτης), τ. 2 (Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1970), σ. 51-53. Και Γιάννης ΧΑΣΑΠΛΑΔΑΚΗΣ (ή Καβρός), «Δεύτερο Βιβλίο», Σταυρωμένη Σητείας, 1984, σ. 64-69 (= Σταμάτης ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗΣ, Η Μάχη της Κρήτης στο δημοτικό τραγούδι του νησιού, Χανιά 1991, σ. 50 κ.ε.
[58] Σήφης ΚΟΣΟΓΛΟΥ, «Ο λαϊκός ριμαδόρος Βασίλης Τριγωνάκης», Αμάλθεια 47 (Απρίλιος – Ιούνιος), Άγιος Νικόλαος Κρήτης 1981, σ. 139-143.
[59] Γεώργιος Ευ. ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗΣ, Παντρολοήματα στην Κρήτη στα μέσα του Εικοστού αιώνα: Έμμετρο (3.630 στίχοι) σε Κρητικό γλωσσικό ιδίωμα. Έπαινος Ακαδημίας Αθηνών. Έκτη έκδοση, Αθήνα 1996.
[60] Αντρέας ΛΕΝΑΚΑΚΗΣ, «Το τραγούδι του Ξεπατέρα», Διάλογος, τ. 20-21 (Μάρτιος 2011), σ. 209-216.
[61] Μανώλης ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Γρίκα σύντεκνε. Κρήτη με Βενιζέλο σου, Ελ. Γκρέκο, Καζαντζάκη / Αρκάδι, Θέρισσο, Κνωσσό, Κορνάρο, Κονδυλάκη, Σητεία 1996.
[62] [Ηλίας ΔΡΟΣΟΣ], Η καταδίκη του προέδρου της Σκαρπάθου (sic) και η άδικος φυλάκισις του Ιωάννου Μελισσιανού, Εν Αθήναις 1891.
[63] Μηνάς ΤΡΑΜΠΑΚΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ, Της σκοτεινιάς μου τ’ άστρα, Εν Αθήναις [1908].
[64] Μαριγώ ΚΟΥΜΟΥΤΣΟΥ, Η Παναγία των Μενετών, Κάρπαθος 1960.
[65] Βασίλειος ΠΥΛΙΑΡΗΣ, Αναμνήσεις και έθιμα της Καρπάθου, Πειραιεύς 1969.
[66] Άννα ΧΡΥΣΟΧΕΡΗ, Το δράμα μου, Νίκαια 1969 και δεύτερη έκδοση, πρόλογος Στέλιος Π. Χρυσοχέρης, Εκδόσεις Αγγελάκη, Αθήνα 2011.
[67] Γεώργιος ΡΕΪΣΗΣ, Αναπολώντας, Πειραιεύς 1975.
[68] Κων. ΧΑΨΗΣ, Λαϊκά δίστιχα. Έκδοση της εφημερίδας «Η Φωνή της Ολύμπου», Αθήνα 1976.
[69] Νικόλαος ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Νοσταλγίες, Αθήνα 1976.
[70] Νίκος ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ, Ηθικοπλαστικοί στίχοι, Αθήνα 1977.
[71] Εμμ. ΒΑΣΙΛΑΡΑΣ, Χρυσάνθη, Αθήνα 1988.
[72] Γιάννης Μιχ. ΧΑΨΗΣ, «Πέσ’ μας Χαψή μια μαντινά…», Κάρπαθος 1998.
[73] Φωτεινή Ηλ. ΜΑΚΡΗ, Μιας Καρπαθιάς ο νόστος, Ρόδος 1999.
[74] Ευδοξία Ν. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗ, Της καρδιάς μου οι παλμοί, Ρόδος 2000.
[75] Ειρήνη Δ. ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ, Τα θαύματα της Παναγίας των Μενετών, [Κάρπαθος 2002].
[76] Βάσος ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ, Δοξαστικό, στον τόπο που γεννήθηκα: Μενετές Καρπάθου, Αθήνα 1994. – Βάσος Ευ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ, Ύμνος στην Κάρπαθο: λαϊκή ποίηση, προλεγόμενα Μηνάς Αλ. Αλεξιάδης, Αθήνα 2006.
[77] Γιώργος Ν. ΚΑΝΑΚΗΣ, Στης πέτρας τη σιωπή: Χωρατάες από στο στόμα σε στόμα, πρόλογος Κωστής Μηνάς και Σοφία Κανάκη-Πρωτόπαπα, Αθήνα 1996. – Γιώργος Ν. ΚΑΝΑΚΗΣ, Κάρπαθος: Δάκρυ κι Άρωμα, Ρίμες και μαντινάδες, Εκδόσεις Αρουθυμιά, Αθήνα 2017.
[78] Ιωάννης ΛΑΓΩΝΙΚΟΣ, Αι Καρπαθίων Μνήμαι, πρόλογος Μιχαήλ Χανιώτης, Κάρπαθος 2016.
[79] Σεβαστή Ι. ΓΕΡΓΑΤΣΟΥΛΗ (το γένος Βασιλείου & Βασιλικούλας Σκούλλου), Μια σοφή ελιά: Λαϊκή ποίηση, Εκδόσεις Εντύποις, Αθήνα 2017.
[80] Βλ. σχετικά Γεώργιος Μ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Καρπαθιακά, τόμ. Α΄, Πειραιεύς 1958, σ. 261-264.
[81] Βλ. σχετικά Μηνάς Αλ. ΑΛΕΞΙΑΔΗΣ, Λαϊκοί ποιητές της Καρπάθου: Τρία παραδείγματα, Αθήνα 1997 (= Καρπαθιακή Λαογραφία: Όψεις του λαϊκού πολιτισμού, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Καρπάθου, Αθήνα 2001, σ. 215-273).
[82] Βάσος Ευ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ, Δοξαστικό, στον τόπο που γεννήθηκα: Μενετές Καρπάθου, Αθήνα 1994. – Βάσος Ευ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ, Ύμνος στην Κάρπαθο – Λαϊκή ποίηση, Αθήνα 2006. – Βλ. και Βάσος Ευ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ, Ενθύμημα από την παρουσίαση του βιβλίου μου «Ύμνος στην Κάρπαθο – Λαϊκή ποίηση» (Μενετές Καρπάθου, 2 Αυγούστου 2006), Είναι το αναμνηστικό του «Ύμνου» της Καρπάθου / κατά την παρουσίαση στην Παναγιά του Βράχου, Αθήνα 2008.
[83] Μηνάς Αλ. ΑΛΕΞΙΑΔΗΣ, Καρπαθιακή Λαογραφία…, ό.π., σ. 222.
[84] Το ποιητικό αυτό κείμενο έχω στο προσωπικό μου αρχείο.
[85] Ό.π., σ. 230-231.
[86] Ό.π., σ. 241.
[87] Ό.π., σ. 243.
[88] Μηνάς Αλ. ΑΛΕΞΙΑΔΗΣ, «Μηνάς Κωνσταντίνου Τσαμπανάκης (1926-2001): Ένας λαϊκός ποιητής της Καρπάθου αυτοβιογραφούμενος», Καρπαθιακά 4 (2012), Κέντρο Καρπαθιακών Ερευνών, Ρόδος 2012, σ. 171-199.
[89] Βλ. σχετικά Σεβαστή Ι. ΓΕΡΓΑΤΣΟΥΛΗ (το γένος Βασιλείου & Βασιλικούλας Σκούλλου), Μια σοφή ελιά: Λαϊκή ποίηση, Εκδόσεις Εντύποις, Αθήνα 2017.
[90] Μηνάς Αλ. ΑΛΕΞΙΑΔΗΣ, Νεωτερική Ελληνική Λαογραφία. Συναγωγή μελετών, τρίτη έκδοση, Ινστιτούτο του Βιβλίου – Α. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2012, σ. 129-182.
[91] Αντώνης ΣΟΦΟΣ, «Κασιώτες λαϊκοί ποιητές (1). Περασμένα μα όχι ξεχασμένα», Κασιώτικος Παλμός, τ. 43 (Ιανουάριος – Φεβρουάριος), 1990, σ. 158.
[92] Νικόλαος Νικήτα ΜΗΤΡΟΣΜΠΑΡΑΣ, Κασιακά Δίστιχα (Μαντινάδες) επί των γεγονότων της Κατοχής και του Πολέμου εις Κάσον, Τύποις (Νέου Συνδέσμου) Πορτ Σάιδ, 1946.
[93] Βλ. σχετικά Εμμανουήλ Π. ΠΕΡΣΕΛΗΣ, Ιταλογερμανική Κατοχή και Κασιώτικη λαϊκή ποίηση, Έκδοση του Συλλόγου Κασιωτών, Αθήνα 1999.
[94] Αντώνης Μ. ΣΟΦΟΣ, «Μιχάλης Δημητρίου Μιχαλάκης», Κασιώτικος Παλμός, τ. 44 (1990), σ. 181.
[95] Ό.π.
[96] Ό.π., σ. 182.
[97] Ό.π.
[98] Αντώνης Μ. ΣΟΦΟΣ, «Περασμένα μα όχι ξεχασμένα: Δημήτρης Παπακανάκης», Κασιώτικος Παλμός, τ. 45 (1990), σ. 204.
[99] Ό.π., σ. 204-205.
[100] Ό.π., σ. 205.
20.7.2025
Καρπαθιακά Νέα










