Τα ΚΑΛΗΜΕΡΙΣΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ της ΚΑΡΠΑΘΟΥ και το ΑΠΕΡΕΙΤΙΚΟ ΚΑΛΗΜΕΡΙΣΤΟ με την ΒΑΓΓΕΛΑ ΜΑΥΡΟΛΙΩ και ΡΗΝΙΩ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Τα ΚΑΛΗΜΕΡΙΣΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ της ΚΑΡΠΑΘΟΥ και το ΑΠΕΡΕΙΤΙΚΟ ΚΑΛΗΜΕΡΙΣΤΟ με την  ΒΑΓΓΕΛΑ ΜΑΥΡΟΛΙΩ και ΡΗΝΙΩ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Μαριγούλα Κρητσιώτου, ερυνήτρια λαογράφος
Συγχαίρω την κίνηση δημιουργίας απερείτικου μουσικού αρχείου, με πρώτο υλικό τις καταγραφές του Ν. Χατζαντώνη, μετά τις απομαγνητοφωνήσεις και τεκμηριώσεις από τα υπεύθυνα χέρια του Μανόλη Τσαγκάρη. Ελπιδοφόρα θεωρώ και την ανάμειξη του Δημήτρη Παναγιώτου. Δεν θα πεθάνουν οι παραδόσεις μας όταν κάνουν κλικ στους νέους.

Αναμφίβολη είναι η σπουδαιότατη η ανεύρεση «καλημεριστών τραγουδιών» μέσα στα ως άνω αποθησαυρίσματα, ακριβώς, επειδή ανακαλούν μια πολύ ιδιαίτερη και ξεχασμένη μουσική ιστορία μας.

Θα συμβάλω στις δημοσιεύσεις και συζητήσεις γι αυτά, με πληροφορίες από δική μου έρευνα.

Αναμφίβολη είναι η σπουδαιότητα της ανεύρεσης «καλημεριστών τραγουδιών» μέσα στα ως άνω αποθησαυρίσματα, ακριβώς, επειδή ανακαλούν μια πολύ ιδιαίτερη και ξεχασμένη μουσική ιστορία μας. Θα συμβάλω στις συζητήσεις γι αυτά τα τραγούδια, με πληροφορίες από τις δικές μου σχετικές έρευνες.

Την έρευνα για τα καλημεριστά διεξήγαγα, μαζί με εκείνη για τον χορό στην Κάρπαθο, από το 1985 και για ολόκληρη την 10ετία του 1990.

Default image

Εν μέσω προβλημάτων της έρευνάς μου (Κρητσιώτου, 1999), μπόρεσα να δημοσιεύσω για τα καλημεριστά (Κρητσιώτου, 2000) όταν έμαθα τις προετοιμασίες για CD με τις ηχογραφήσεις του Samouel Baud Bovy, από τα Δωδεκάνησα. Πράγματι, το άρθρο μου (Κρητσιώτου, 2000) κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά με το CD, «Και στης Ροδιάς τα’ αέρι» (2000), στο οποίο περιέχονται τα καλημεριστά της Καρπάθου.
****
Στην έρευνα μου δεν κατέγραψα απερείτισσες «καλημερίστρες», έτσι λέγονταν οι τραγουδίστρες των καλημεριστών. Η γιαγιά της Εριέτας Μιχαηλίδη (νομίζω Ερινιά) ήταν τότε πολύ μεγάλη, ακόμα, και για να μιλά. Παρά τις προσπάθειές μου, δεν πέτυχα συνάντηση με την Φωτεινιώ Οικονομίδη ή την Χαλκιοπούλου Θεωδώρα. Ούτε με την Στάσα (γιαγιά της Ζωής Χρυσού). Μίλησα με την ίδια την Ζωή και αργότερα με την Γκλόρια Παπαδάκη.

Οσο για την πληθωρική Βαγγέλα Μαυρωλιού νομίζω ότι δεν ήταν στην ζωή όταν έκανα την έρευνα. Την γνώρισα όμως σε προγενέστερες μουσικές στιγμές, στις οποίες θα επανέλθω. Από τις Μενετές έγραψα την Ρηνιώ Χατζηκοντού και Σοφία Σπανομανωλή. Στις Μενετές, και σε άλλα μακρινά χωριά, προσφερόταν να με μεταφέρει ο κουμπάρος μου Η. Βασιλαράς, επειδή δεν είχα αυτοκίνητο. Από το χωριό μου τυχαία και περιπετειώδης υπήρξε η καταγραφή της Πόθας Μάντη, στο τραγούδι, «Ως εκά’ουμου κι ύφαινα αγάπης μου μαντήλι», που τιτλοφορείται, «Η κουμπάρα, νύφη».  Είχα καταφέρει, επίσης, μετά από χρόνια, να
συμπέσουμε σε ένα ραντεβού εγώ από την Αθήνα, η Στάσα Σταματούλη από το Οθος και η αδελφή της Ειρήνη Χαρδαλούπα, από τον Καναδά.

Ηταν αδελφές και εξαιρετικές καλημερίστρες, όπως άκουγα, αλλά την ημέρα της συνάντησης, ακυρώθηκαν όλα στο χωρίο, καθώς ο Μάνος Παπαγιάννης (συμπέθερος της Χαρδαλούπα) έπαθε καρδιακό επεισόδιο κι
έφυγε για γιατρούς. Εφυγε και η Χαρδαλούπα … Από την Βωλάδα, έγραψα την Ερηνιά Σακελλάρη, την Φραγκίτσα Πιπίνου, την Μαρία Γιαμανούλη, την Μαριγώ Λυτού, την Στασία Βαρδαούλη, την Μαρία Μηναϊδη και Βαγγελίτσα Ζαβόλα. Οι δύο τελευταίες ήρθαν στο σπίτι μου, στην Αθήνα. Στο κατόπιν μου, ηχογραφήθηκαν και στην Κάρπαθο.
****
Τα «καλημεριστά», («καλημερίσματα» σε άλλα νησιά) ως ονομασία των συγκεκριμένων τραγουδιών, εμπνέονται από/ και συνδέονται με τις «καλές μέρες», που λέμε στην Κάρπαθο. Κι αυτές αντιστοιχούν, προπάντων, στις μέρες του γάμου.

Πράγματι ο γάμος είναι το πλέον ευχάριστο γεγονός για τους ίδιους τους ενδιαφερομένους, για την οικογένεια και την κοινότητα. Κατά συνέπεια, είναι και η πλέον φορτισμένη, κοινωνικά και συναισθηματικά,
γιορτή. Τα καλημεριστά, λοιπόν, ακόμα και στις «κούνιες» της Σαρακοστής, που συνηθίζονταν, υπηρετούσαν τον γάμο. Και σαφώς, είχαν θέση σε όλες τις γαμήλιες εκδηλώσεις: στα «κουλούρια» και στο «κάλεσμα του γάμου», καθώς επίσης, σε διάφορες φάσεις του καθαυτού εορτασμού τους.

Ο λόγος τους ήταν ευχετικός και ευφημιστικός. Και το τραγούδημά τους σκοπό είχε να αναγγέλλει, να διαλαλεί την χαρμόσυνη ημέρα και το χαρμόσυνο γεγονός. Αν σήμερα, το άκουσμα των συρματικών τραγουδιών, ανήμερα του γάμου, δίνει το μήνυμα ότι ξεκινούν οι διαδικασίες του, ότι η πομπή πάει στο σπίτι της νύφης ή στην εκκλησία κλπ, το ίδιο και τα καλημεριστά έδιναν το σύνθημα για το ξεκίνημα της γιορτής ή για το πέρασμα από την μια, στην άλλη φάση της.

Εκείνες, μάλιστα, τις στιγμές που ο όγκος της φωνής έπρεπε να φτάνει σ’ όλες τις γειτονίες, οι καλημερίστρες μετακινούνταν από τις συνήθεις θέσεις τους, σε δώματα, μπαλκόνια, τοίχους κ.λ.π. Αυτός ο ιδιαίτερος τρόπος χαιρετισμού-αντιχαιρετισμού και επικοινωνίας, ανάμεσα στα σπίτια του γαμπρού και της νύφης κι όλων των κατοίκων, στο Απέρι συνοδευόταν, επιπλέον, με ντουφεκιές.

Την τέλεση των καλημεριστών, από το ύψος ενός δώματος, βίωσα στον γάμο της Πόθης Αλεξίου και του Νίκου Νικολαϊδη (1960 ή 61). Τότε, δεν καταλάβαινα, γιατί οι τραγουδήστρες, Μαρίκα Λάμπρου και άλλες, έπρεπε να τραγουδούν από το δώμα.
Γενικότερα, όμως, δείγματα των παραδόσεών τους ίσχυαν μέχρι την 10ετία 1980, 1990.
****

Στις γαμήλιες πομπές οι καλημερίστρες βρίσκονταν σε απόσταση από τους οργανοπαίχτες, που κινούνταν στην κορυφή, μπροστά από τον γαμπρό και την νύφη, παίζοντας τα κατάλληλα, για την στιγμή, αντρικά συρματικά τραγούδια. Από την δική τους θέση και οι καλημερίστρες δημιουργούσαν ένα άλλο μουσικό περιβάλλον, τραγουδώντας τούς, πιο ταιριαστούς στο βάδισμα, σκοπούς των 15σύλαβων τραγουδιών και των μαντινάδων. Όταν μάλιστα έβλεπαν κόσμο να παρακολουθεί, στα δώματα ή στα καφενεία, σταματούσαν για
λίγο και τραγουδούσαν, σαν να επιζητούσαν τον πολλαπλασιασμό των καλών βλεμμάτων και λόγων, πάνω στο σημαντικό βήμα των μελλόνυμφων.

Κατά τον Βασιλαρά, η θέση τους ήταν πίσω από τους οργανοπαίχτες. Ωστόσο, η οργανική μουσική και το ανδρικό αντιφωνικό-ομαδικό τραγούδημα των συρματικών, θα εμπόδιζε την δική τους φωνητική, και μόνο, διφωνική εκτέλεση. Επιπλέον, η τόσο μικρή απόσταση ανάμεσα τους, δεν θα επέτρεπε την μαγική συνήχηση καλημεριστών και συρματικών, που ήταν εφικτή, μόνο, όταν εκτελούνταν από απόσταση.

Πρωτίστως, λοιπόν, η πρακτική λογική επέβαλλε αυτήν την διάταξη, στην πομπή. Και προφανώς, η ίδια λογική διαμόρφωνε ένα παρόμοιο σχηματισμό στην γαμήλια πομπή, στο Μεγάλο Μοναστήρι της Λάρισας, όπου στο
πρώτο μέρος λέγανε τα τραγούδια της γκάιντας, του νταουλιού και του ακορντεόν και πίσω, προς το τέλος, ακούγονταν ακαπέλα τα μακρόσυρτα γυναικεία τραγούδια (πρφ Βασίλης Κόκλας)

Δίνει, ωστόσο, ο κος Βασιλαράς την ενδιαφέρουσα πληροφορία, ως προς το τελετουργικό των τραγουδιών, ότι οι καλημερίστρες γυρνούσαν τους δρόμους και τραγουδούσαν, πριν από την τελική πομπή (Βασιλαράς, 2003:8). Για τούτο, κατά τον ίδιο, τα τραγούδια λέγονταν «γυριστά». Αλλά, και η τέλεσή τους στις γαμήλιες πομπές συνδέεται με τις πράξεις που εννοεί το ρήμα γυρίζω: «εγυρίσαμε από τη Μέλουρα, στο Χριστό και πήραμε το αντρόγυνο στην εκκλησία», «εγυρίσαν ούλο το χωριό, στο κάλεσμα». Και το εν πομπή τραγούδημά τους, συνεπώς, ερμηνεύει τον όρο γυριστά. Ανάλογα, η τέλεσή τους από καθιστή ή από όρθια επιτόπια θέση τα χαρακτήριζε «στετά».(Όπως η επιτόπια χορευτική δράση συνεπάγεται τον όρο «στετός χορός»).
****

Τα καλημεριστά ανήκουν στα δίφωνα τραγούδια που ξεκινούν από την αρχαιότητα και απογειώνονται, ως ψαλτική τέχνη, στο Βυζάντιο( Χατζηδημητρίου, 2008). Η τέλεσή τους από δύο καλημερίστρες απαιτούσε η μια να «αρχηνεύγει», η άλλη να «κλουθά». Οι δυο τους λέγονταν «ζευγάρι», με την έννοια ότι είχαν, επί μακρόν, κοινές εμφανίσεις και δράσεις στο συγκεκριμένο μουσικό είδος. Το ζευγάρι ήταν κάτι σαν τους «μπαρή’ες», στο επίπεδο των οργανοπαικτών.

Σήμαινε, δηλαδή, ότι αποκτούσαν μεταξύ τους τέτοια συνδυαστική σχέση, ώστε να γίνονται «έκφραση εμπειρίας», φθάνοντας, μερικές φορές, στον βαθμό αλληλεξάρτησης. Με άλλα λόγια, δυσκολεύονταν να τραγουδήσουν με άλλο ταίρι. Το πρόβλημα ήταν εντονότερο, όταν προέρχονταν από διαφορετικά χωριά, γιατί μεσολαβούσε, επιπλέον το, κατά χωριό, ύφος. Τέτοιο, απτό, παράδειγμα, από την έρευνά μου, υπήρξε η Μαρίκα Λάμπρου και η εξαιρετική Σοφία Σπανομανολή, από τις Μενετές. Δεν μπορούσαν να
συν-τραγουδήσουν, γιατί καθεμιά, εκτός από τον προσωπικό τρόπο έκφρασης, κουβαλούσε, επιπλέον, στο σώμα και την φωνή, την κουλτούρα του χωριού της.
****
Στον έλεγχο και την βελτίωση του καλημερίσματος απέβλεπε, μάλλον, η πόζα που καθιέρωναν, κατά το τραγούδημα, οι καλημερίστρες. Αυτή ήταν, να αγκαλιάζονται, έτσι ώστε, οι ώμοι να εφάπτονται και τα κεφάλια να ακουμπούν σε σχήμα δασείας-οξείας.
Ταυτόχρονα, έστριβαν το ένα, προς το άλλο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι φωνές ενώνονταν κι επίσης περνούσα, ανάμεσα, από τα αντιμέτωπα αυτιά τους, επιτρέποντας στην ακοή να ελέγχει την ποιότητά του ακούσματος, στο οποίο αναμιγνύονταν, επιπλέον, μέσω της φωνής, τα συναισθήματά της μιας και της άλλης, με συνέπεια το αποτέλεσμα να μετατρέπεται σε φωνητικο-αισθητικό και συναισθηματικό πάντρεμα.

Να ειπωθεί, ότι όλες οι γυναίκες μπορούσαν να χρησιμοποιούν, αυτόνομα, την μελωδία των καλημεριστών, για να εκφράσουν παινέματα και ευχές, σε συγγενικούς γάμους. Και, μάλλον, και το δικό τους τραγούδημα είχε , επίσης, τον αναγγελτικό χαρακτήρα της δίφωνης τέλεσής.

Για παράδειγμα, Απερίτισσα (δεν έχω πλήρη στοιχεία), μόλις εμφανίστηκε στο σπίτι συγγενικού της γάμου, στην Βωλάδα, ακούμπησε στην πόρτα της αυλής και ξεκίνησε μεγαλόφωνα, σαν να κοινολογούσε, από κάποια σκηνή, στο σύνολο των εορταστών:

Ας είν’ η ώρα η καλή, που ‘ν η χαρά σας πρώτη
και θα ‘ρχονται στο σπίτι σας όλο καλοί α’θρώποι

****
Δεν θα άφηνα ασχολίαστο το απερείτικο καλημεριστό από τις ηχογραφήσεις του Χατζαντώνη.

Αυτό το ίδιο, εξάλλου, προκαλεί. Δεν γνωρίζω, αν οι δυο καλημερίστρες, Βαγγέλα Μαυρολιού και Ρηνιώ Παπαγεωργίου υπήρξαν ταίρι ή έστω, αν έρχονταν, συχνά, σε τέτοιες μουσικές συνευρέσεις. Πάντως, η ερμηνεία τους δείχνει συνάφεια και ταλέντο. Και οι δύο φωνές, μαλακές και γλυκές, φαίνεται να επικοινωνούν και να εκφράζουν πολλές καλημερίστικες εμπειρίες.

Η πρώτη (Βαγγέλα) αφήνεται στην μελωδία και στην αυτοσχεδιαστική της ελευθερία, κάνοντας τα κατάλληλα «γυρίσματα». Η δεύτερη (η Ρηνιώ) «βαστά» τη πρώτη, όπως λέμε, και στον χορό: «η χορεύτρα βαστά-υποβαστάζει» τον κάβο για να μπορεί, ευκολότερα, να ξετυλίγει τα τσαλέμια του. Η δεύτερη, λοιπόν, φωνή, με τις τεχνικές της, αναδεικνύει περισσότερο την τέχνη της Βαγγέλας. Φαίνεται, μάλιστα, να γνωρίζει τα χούγια της, να αντιλαμβάνεται τις κινήσεις της, να τις ακολουθεί, να ανεβαίνει και να κατεβαίνει όταν πρέπει, αφήνοντάς την, όμως, στην δική της ροή. Κάποιες, από τις φορές που οι δυο φωνές σμίγουν και τραγουδούν ομόφωνα, η ομοφωνία τους έχει μεγαλύτερη έκταση, από εκείνες που παρατηρούμε στα άλλα καλημεριστά.

Αυτός είναι ένας όμορφος νεωτερισμός της δεύτερης. Η δεύτερη, δηλαδή, ανεβαίνει και μένει περισσότερο.
Είναι μια καλά εκπαιδευμένη δεύτερη. Επίσης, στο τραγούδημα ακούγονται οι γνωστοί καλημερίστικοι λαρυγγισμοί (μάλλον της πρώτης φωνής), με τους οποίους η καλημερίστρα αναμειγνύει τα φωνήεντα α και ε, ώστε για λίγο, κανένα από αυτά να μην ακούγεται καθαρό ε ή καθαρό. Σηματοδοτεί κάτι αυτός ο λαρυγγισμός;

Μήπως γίνεται σε ποιητικά σημεία, των οποίων το νόημα θέλει να τονίσει;; μήπως κάνουν την φωνή πιο μυστηριακή αφού, έτσι κι αλλιώς, έχει μυητικό χαρακτήρα;
Αναμφισβήτητα, η εκτέλεση είναι πιο κοντινή στην σημερινή μας αισθητική. Ίσως, για τούτο την ακούμε πιο καλαίσθητη, με άκουσμα γλυκό, έως, ελκυστικό, σε σχέση με την τραχιά ετεροφωνία της Κυρανιάς Πρωτοπαπά και της Μαριγώς Ποθητού που κατέγραψε ο Baud Bovy, το 1930. Το ίδιο εκλεπτυσμένη, όμως, ακούγεται και σε σχέση με τα καλημεριστά που εγώ κατέγραψα την 10ετία του 1990, κι επίσης, (υποθέτω), με όσα κατέγραφε, την ίδια στιγμή, ο Βασιλαράς (Βασιλαράς, 2003), εφόσον ειπώθηκαν, από τις ίδιες καλημερίστρες.

Δεν τεκμηριώνει, ωστόσο, αυτό το ένα και μοναδικό παράδειγμα, το απερείτικο στυλ καλημεριστών, το οποίο, επιπλέον, δεν μπορεί να αναδειχθεί ούτε σε σύγκριση, με όσα έχουμε στην διάθεσή μας. Γιατί κι αυτά αποτελούν μεμονωμένες εκτελέσεις που, για άλλους ακόμα λόγους, καθιστούν δυσδιάκριτο τον, κατά χωριό, κοινό τρόπο έκφρασης. Το μοναδικό δίδυμο στις καλημερίστρες του Baud Bovy εκφέρει ένα οθειτο-απερίτικο άκουσμα. Αλλά και οι καλημερίστρες που συναντήσαμε τριάντα χρόνια αργότερα, μάλλον, διαφοροποιούν την μορφή καλημεριστών που γνώριζαν, εφόσον, για τις ανάγκες της ηχογράφησης αναγκάζονταν να τραγουδούν με γυναίκες που δεν ήταν ταίρι τους, κι επιπλέον δεν κάτεχαν την, τόσο καθοριστική, δεύτερη φωνή.

Με άλλα λόγια, οι λιγότερες «μαστόρισσες» της δεύτερης φωνής – και στις εποχές που ήκμαζαν τα καλημεριστά- περιορίζονταν, τώρα, σε δύο με τρεις, στο σύνολο των χωριών. Σαν συνέπεια, έφτιαχναν συνδυασμούς που οδηγούσαν σε διαδικασίες ταιριάσματος, προσαρμογής, αλλά και, σε κάθε περίπτωση, ανασύνθεσης.

Default image
Απέρι Καρπάθου

*****
Αντί, λοιπόν, των ευμετάβλητων, έτσι κι αλλιώς, μουσικών στυλ που μπορεί να τα «πιάνει το αυτί», αλλά δύσκολα τα λεκτικοποιεί, μας βοηθά να εκλάβουμε τα ίδια τα καλημεριστά, ως σύμβολα των δομών και αντιλήψεων των κοινωνιών μας (βκ. Μπλάκινγκ, 1981) και με βάση το τι ερμηνεύουν στο συνολικό κοινωνικό στερέωμα του νησιού, να φτάσουμε στην απερείτικη εκφορά τους.

Τα καλημεριστά, μπορεί να ειπωθεί ότι νομιμοποιούν την δημόσια έκφραση της Καρπαθιάς, αντανακλώντας τους διευθυντικούς ρόλους της, στα του νοικοκυριού και της οικογένειας. Με άλλα λόγια, εξωτερικεύουν την ενσωματωμένη, λόγω των κληρονομικών δικαιωμάτων της, δύναμη και υπεροχή της, όχι μόνο στο ιδιωτικό, αλλά και στο Δημόσιο. Μήπως δεν δείχνουν τον αυτεξούσιο και υπεύθυνο χαρακτήρα της, εφόσον εκτελούνται αυτόνομα, χωρίς οργανική μουσική συνοδεία, από τα χέρια του άνδρα; Παρόμοια, και ο γυναικείος χορός της, συνοδευόταν από 7σύλλαβα και 8σύλλαβα φωνητικά καλημεριστά (Μιχαηλίδης –Νουάρος, 1928, 254-268) και είχε τα βηματολογικά και ρυθμικά χαρακτηριστικά του Κάτω χορού
(Baud Bovy 1932 και Κρητσιώτου, 2003).

Αξίζει να ειπωθεί ότι τα καλημεριστά, μάλλον, εκπλήρωναν αντίστοιχο ρόλο με των γυναικείων τραγουδιών του «υμέναιου», τα οποία υμνούσαν και προστάτευαν την ένωση των νυμφευόμενων, συνδράμοντας τον θεσμό της οικογένειας, ως κυττάρου της κοινωνίας και της ζωής.

Αυτή ήταν και η στόχευση των καλημεριστών.
Οι καλημερίστρες, που ήταν πάντα οι μεγαλύτερες και πιο έμπειρες και πιο «τεχνίτρες» στα της ζωής, δεν ήταν άλλες από τις μάνες, γιαγιές, θείες που αγωνιούσαν και μεριμνούσαν να προκαλέσουν συνθήκες προξενιών για το καλύτερο μέλλον των παιδιών τους. Αυτές ήταν και οι πλέον κατάλληλες να τελετουργικοποιούν τις ως άνω συμπεριφορές τους.

Εκπροσωπώντας, λοιπόν. το φύλο τους, στις κούνιες, επαινούσαν τους άνδρες τους, δίνοντας το παράδειγμα της αξίας του γάμου. Ταυτόχρονα, μεριμνούσαν να τραγουδούν και για λογαριασμό των οκείων τους κοριτσιών, διερευνώντας, αντί γι αυτές, και ενθαρρύνοντας το ερωτικό ενδιαφέρον των υποψήφιων γαμπρών.

Παρόμοια, στις γιορτές του γάμου προκαλούσαν με τα λόγια και τις τραουδιστικές πράξεις τους όλες τις καλές σκέψεις και λέξεις και ενέργειες, ώστε το πέρασμα στην ύπανδρη ζωή να προστατεύεται από το κακό.
Γιατί, οι ευφημισμοί καθαγιάζουν το περιβάλλον της ένωσης κι αποδυναμώνουν την πρόθεση, από βλαπτικές σκέψεις και πράξεις (βλ. Bourdieu, 2006).
*****

Τον αυτεξούσιο και υπεύθυνο χαρακτήρα της Καρπαθιάς, που συμβολίζουν τα καλημεριστά, εκφράζουν έμπρακτα και δυναμικά, αλλά πιο κομψά και πιο κοσμοπολίτικα οι Απερίτισσες. Ισως γιατί, εκτός από τα εκ κληρονομιάς προνόμια, που ενίσχυαν την ταυτότητά τους, ζούσαν σε μια άλλη καθημερινότητα. Αυτήν που διαμόρφωνε το μέγεθος του χωριού τους, η ανεπτυγμένη οικονομία του, αλλά και ο ρόλος του να είναι το διοικητικό, θρησκευτικό και πνευματικό κέντρο του νησιού. Λάμβαναν, συνεπώς, μια διαφορετική κοινωνικοποίηση, από τις άλλες Καρπαθιές.

Αλλά, η δυναμική προσωπικότητά τους, μάλλον, έλκει και από πανάρχαια έθιμα του χωριού τους, που έχουν βαθιές ρίζες και πολλές διακλαδώσεις μέσα στο συνεχές της ιστορίας τους. Κυριακή της Ορθοδοξίας. Το Απέρι γιορτάζει, στην Βαλαντού, ένα έθιμο για τις γυναίκες που γεννούν, που διαπαιδαγωγούν και δημιουργούν την ζωή και τον πολιτισμό.

Την γιορτή αναλαμβάνει η γυναικεία κοινότητα της Βαλαντούς, όπως οι γυναικείες οργανώσεις στην
αρχαιότητα αναλάμβαναν παρόμοιες ιεροτελεστίες, χωρίς οι μεταξύ τους βωμολοχίες να προσβάλλουν την γυναικεία σεμνότητα. Απλώς, υπενθύμιζαν το γονιμικό πνεύμα της γιορτής(Blundell, 2004, στο Παπαγεωργοπούλου 2009). Με την σφραγίδα, λοιπόν, της αρχαίας ελληνικής και της σύγχρονης, ορθόδοξης θρησκείας λαμβάνει χώρα το έθιμο της «γύλας». Οι γυναίκες, αρχόντισσες, ιέρειες, οικοδέσποινες της γιορτής ενώνονται, από τις προετοιμασίες.

Επλαθαν και φούρνιζαν, παλαιότερα, τις γίλες, στους φούρνους της γειτονιάς…Και να, τα σεξουαλικά υπονοούμενα: «χοντρές», «μακριές», «φουσκωμένες».

«θεέ μου βάλε μου τηνε, θεέ μου κι έβγαλέ τηνε».

Χαρούμενες, γάργαρες, ακούραστες,
γέμιζαν με μεζέδες, το κοινό τραπέζι, ανήμερα της γιορτής. Κερνούσαν, έπιναν,
τραγουδούσαν. Οι άνδρες παρακολουθούσαν, εκείνες πρωταγωνιστούσαν κι έλεγαν, διάφορα
μικρασιάτικα τραγούδια. «Αυτά λέγαμε εκείνη την ημέρα, που ήταν η μέρα της γυναίκας, για
εμάς», λένε οι σημερινές γυναίκες της Βαλαντούς. Αρα, ποια ήταν τα παλαιότερα τραγούδια;
Εκείνα, δηλαδή, τα οποία αντικαταστήθηκαν από τα μικρασιάτικα;; μήπως τα καλημεριστά;;
Οι γιορτές τους συνεχίζονταν και την επόμενη μέρα, στο ίδιο πνεύμα με την προηγούμενη.
Αυτή η έκδηλη κοινωνικότητα και εξωστρέφεια χαρακτηρίζει και σήμερα τις γυναίκες της
Βαλαντούς και πολλές Απερίτισσες, σε όλες τις παραδοσιακές, μουσικές εκδηλώσεις.
*****
Η φωνή, ως «εκροή της ψυχής» εκφράζει ολόκληρο το σώμα και την προσωπικότητα
(Καλούτσα, 2024: 88). «Αλλά η συνείδηση και η προσωπικότητα καλλιεργούνται και
διαμορφώνονται μέσα στην υπευθυνότητα και τον προσανατολισμό που προσφέρει η ομάδα»
(Rosaldo). Στο πλαίσιό της ομάδας, τα άτομα εξοικειώνονται στις γλωσσικές δημιουργίες κι
άλλες σωματικές τέχνες και συμπεριφορές. Σωματικές τέχνες, κοινές αρχές και αξίες, τρόποι
φέρεσθαι, όλα καταβολιάζονται στο σώμα και «γίνονται σώμα» και προσωπικότητα και

αναδύονται ιδίως στις τελετουργικές « χρήσεις του χορού του άσματος»(βλ. Bourdieu,
2006:113-114).
Μέσα σε ένα τέτοιο, παραδοσιακά, εκπολιτισμένο περιβάλλον, στο οποίο μεταλλάσσονταν
και μετεξελίσσονταν οι παραδοσιακές αξίες, καλλιεργήθηκε και αναπτύχθηκε η αυτόνομη,
δημιουργική, καλλιτεχνική και συναισθηματική φυσιογνωμία της Ρηνιώς Παπαγεωργίου και
Βαγγέλας Μαυρολιού. Στην συνολική συγκρότησή τους συμβάλλει και η σχέση τους με
άλλους πολιτισμούς. Εμβολιάζονται, εν ολίγοις, και από ξένα οπτικά και ακουστικά
περιβάλλοντα. Στις διαδρομές ζωής η Ρηνιώ ακολουθεί την κανονικότητα της εποχής:
παντρεύεται, ξενιτεύεται, απολαμβάνει την πλούσια κοσμική ζωή (πρώτα στην Αμερική,
μετά στην Ρόδο) που εξασφαλίζει η οικονομική σταδιοδρομία του συζύγου. Η Βαγγέλα
αυτοδημιουργείται και καταξιώνεται. Γίνεται δασκάλα κεντήματος της Singer. Κινείται,
μεταξύ, Καρπάθου, Ρόδου κι άλλων Δωδεκανήσων, σκοντάφτει, γκρεμίζεται από ευαισθησία
και αθωότητα κι αναστήνεται και εξυψώνεται, επικοινωνώντας τις αξίες της στα γλέντια και
στις μουσικές του τόπου της.

Οι διάφορες εκφράσεις των άλλων γι αυτήν λεκτικοποιούν την τάση της να καλλιεργεί την μέσα της και την έξω της καλλιτεχνία. «Από τις τρεις εσηκώνετο να καθαρίσει τα στενά…να λάμπου. Τα περβόλια της ήταν ανθόκηποι… ντυμένη στο σικ, με βαμμένα νύχια και πρώτη μερακλού». Από σόι μερακλήδικο κι η Ρηνιώ. «Μερακλού» και η ίδια. Δεν μπόρεσα να έχω πληροφορίες γι αυτήν, κι ίσως την αδικώ. Αλλά η φωνή και η
ιδιαίτερη τέχνη της, να κρατά το δύσκολο ίσο των καλημεριστών την καθιερώνει μέσα μας, όπως εξάλλου, η αστείρευτη τέχνη και το τσαγανό της Βαγγέλας.
*****
Ερχομαι τέλος στις, εκτός καλημεριστών, μουσικές εμπειρίες από την Βαγέλα.

Συνδέονται με γλέντι, παγκαρπαθιακής συμμετοχής, σε μεσοχωρίτικο καφενείο, στο πανηγύρι της Παναγίας
της Βρυσιανής. Ηταν γύρω στο 1965;;

Το γλέντι στη βράση του κι η Βαγγέλα έπαιρνε, κάθε τόσο, τον λόγο. Για μένα ήταν μια άγνωστη που άφηνε εντυπώσεις. Το όνομά της μου έμεινε από τους ψιθύρους των γύρω και της μητέρας μου. Ολοι γνώριζαν την καταξιωμένη Βαγγέλα:
«..η Βαγγέλα του Μαυρολιό…».

Κάποια στιγμή τραγούδησε στον Αντώνη Παυλίδη που βρισκόταν στην παρέα. Ο Αντώνης, όμορφος και μερακλής, ήταν από τους Ολυμπίτες μαθητές του γυμνασίου, που διέμεναν στις Βάτσες. Μάλλον είχε τελειώσει, τότε, κάποιο πανεπιστήμιο στην Θεσσαλονίκη, όπου έψελνε, ως φοιτητής, όπως έψελνε και στο Απέρι, ως μαθητής, Προφανώς προερχόταν από τους ψαλτάδες που δίδαξε ο καθηγητής Γιώργος
Χαλκιάς. Ανάμεσα, λοιπόν, στις μαντινάδες που αντάλλαξαν η Βαγγέλα κι ο Αντώνης, ήταν οι ακόλουθες.

Β:Αριστη τη διαγωγή έδειξες στο Απέρι
την ίδια είχες άκουσα και εις στα ξένα μέρη.
Α. Από μικρός ήμου’ φτωχός με ρούχα μπαλωμένα
γιατί ‘τυχε ο κύρης μου να λείπει εις τα ξένα
Β: Πλούσιος ήσου’ στην καρδιά και στα αισθήματά σου
και εις τ’ Απέρι με χρυσό εγράφτη τ’ όνομά σου

Εν κατακλείδι: ξεφύγαμε από τα καλημεριστά, αλλά αρκεί να εστιάζουμε στην αναβίωσή τους. Ας προσπαθήσουμε όλοι μαζί.

Πηγές:
-Βασιλαράς Ηλιας Ε. τραγούδια της γαμήλιας πομπής στην Κάρπαθο. Κάρπαθος και
Λαογραφία. Β΄Συνέδριο Καρπαθιακής Λαογραφίας. Αθήνα, 2003

-Baud Bovy, Samouel. Τραγούδια των Δωδεκανήσων. Τομ. Β’ Παρίσι, 1938

-Μπλάκινγκ Τζων. Η έκφραση της ανθρώπινης μουσικότητας. Νεφέλη, 1981

-Καλούτσα Νίνα. Η φωνής της επιτυχίας. Key books. Αθηνα, 2024

-Κρητσιώτου Μαριγούλα. «Ιδιομορφίες της έρευνας  στην εντοπιότητα του εθνογράφου»,
(1999, 13 ο  Διεθνές Συνέδριο του Χορού, πρακτικά «Επιστήμες για την τέχνη του Χορού»,
Εκδόσεις, Διεθνής Οργάνωση Λαϊκής Τέχνης, Ελληνικό Τμήμα, Αθήνα

-Κρητσιώτου Μαριγούλα. Από τα γυναικεία τραγούδια της Καρπάθου: τα καλημεριστά. (στο)
Χορός και Ιστορία. Διεθνής Οργάνωση Λαϊκής Τέχνης. Ελληνικό Τμήμα, Δήμος Αριδαίας.
2000

-Μιχαηλίδης- Νουάρος. Δημοτικά τραγούδια Καρπάθου. Αθήνα, 1928
Παπαγεωργοπούλου Μ. Η θέση της γυναίκας στην Αρχαία Ελλάδα, κλασικής περιόδου.
Τρίκαλα2009

-Χατζηδημητρίου Εφη. Τα δημοτικά τραγούδια στο Νέο Σούλι και στα Νταρνακοχώρια.
Διαδίκτυο, 2008

-Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών- Μουσικό και Λαογραφικό Αρχείο Μέλπως Μερλιέ. «Και
στης ροδιάς τ’ αέρι. Τραγούδια από τα Δωδεκάνησα». Αθήνα, 2000
Σημειώσεις: ευχαριστώ για τις πολύτιμες πληροφορίες τους την Ζωή Χρυσού, την Παχούντη
Φούλη και την Φωτεινή Γεργατσούλη-Σταματιάδη

15.6.2025

Καρπαθιακά Νέα