Μανόλης Μελάς: "Και πάλι σκλαβιά" – Η μαρτυρική πορεία των Καρπαθίων μετά το 1821

Μανόλης Μελάς: "Και πάλι σκλαβιά" – Η μαρτυρική πορεία των Καρπαθίων μετά το 1821

Η Κάρπαθος και τα Δωδεκάνησα κατά την Επανάσταση του 1821 και τη διαμόρφωση των ελληνικών συνόρων

Γράφει ο καθηγητής Μανώλης Μελάς

Όταν στις 22 του Μάρτη 1829 υπογραφόταν το ανεπίσημο πρωτόκολλο του Λονδίνου, μόνο η Κάρπαθος, η Κάσος και η Αστυπάλαια από τα Δωδεκάνησα υπάγονταν στις Ν. Κυκλάδες. Και επειδή οι όροι του πρωτοκόλλου άφηναν έξω από το ελληνικό κράτος το Δωδεκανησιακό σύμπλεγμα, δημιουργήθηκαν αμέσως αμφισβητήσεις γύρω από τα τρία νησιά ανάμεσα στον Σουκούρμπεη και τους αντιπροσώπους του κυβερνήτη.

Όσον αφορά την Κάρπαθο, ο πρώτος τη θεωρούσε φυσικό εξάρτημα της Ρόδου και γι’ αυτό έσπευσε να στείλει στο νησί τρεις εκπροσώπους του με τον Αλή Τσαούση σαν διοικητή.

Απαιτούσε ακόμα πληρωμή των καθυστερημένων φόρων και άλλα δοσίματα καθιερωμένα από παλαιότερους χρόνους.

Από την άλλη μεριά ο επιστάτης Μενεσθεύς κι’ ο «γενικός έφορος των λιμένων της επικρατείας» Αντ. Τζούνης αρνούνται να δεχθούν τις αξιώσεις του μπέη. Προβάλλουν τον ισχυρισμό πως η Κάρπαθος, αφού υπάγεται στις Ν. Κυκλάδες, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στο νέο κράτος, είναι κι’ αυτή ελληνική «υπό την εγγύηση των μεγάλων συμμάχων δυνάμεων».

Παρ’ όλα αυτά η γεωγραφική θέση του νησιού δεν αιτιολογούσε μια τέτοια προνομιακή εξαίρεση. Όφειλε λοιπόν να υποστεί την ίδια άδικη μεταχείριση με τ’ άλλα νησιά των Νοτίων Σποράδων.

Τον Αύγουστο του 1829 ο Σουκούρμπεης, με επιστολή του προς τους Καρπαθίους, τους κατηγορεί πως μόνο η Κάρπαθος, από τα νησιά που υπάγονταν στη Ρόδο, εξακολουθούσε να δέχεται τους δεκατιστές του Καποδίστρια και να αρνείται την τουρκική κυριαρχία.

Κι’ αυτοί πάλι με διπλωματικότητα ρίχνουν την ευθύνη στον επιστάτη του κυβερνήτη και διεκτραγωδούν τη φτώχεια και την ερήμωση του νησιού, που ήταν τάχα τόση, ώστε «δεν ευρίσκοντο εκεί εις την πατρίδα από τους εκατό ανθρώπους ούτε δέκα(!)».

Προβάλλοντας διάφορα προσχήματα αναβάλλουν την προσέλευσή τους στη Ρόδο, η οποία θα συνεπαγόταν οριστική υποταγή. Ταυτόχρονα γράφουν προς τον Καποδίστρια για την τραγική θέση, στην οποία περιήλθαν («μετά των τριών τουρανίσκων τον ερχομόν»), που τους έκανε ν’ απελπιστούν και πολλοί να εκπατριστούν («χωρίς να στοχασθούν εκείνοι αυτά εις ουδέν ως προς την ελευθέραν ζωήν»).

Αναγκάστηκαν τελικά να δεχτούν τους Τούρκους απεσταλμένους, γιατί διακόσιοι οπλοφόροι ήταν έτοιμοι ν’ αποβιβαστούν στο νησί σε περίπτωση ανυπακοής. Με αγανάκτηση, τέλος, γράφουν ότι «ποτέ δεν ήλπιζεν ο ελληνικός λαός της νήσου ταύτης, ότι θέλει πατηθή το έδαφος της πατρίδος του από τον ηγεμονεύοντα Οθωμανόν».

Στο μεταξύ ο Αντώνιος Τζούνης αποβιβάζεται στην Κάρπαθο και εκδιώκει τους εκπροσώπους του Σουκούρμπεη, προς τον οποίον υπενθυμίζει την εξάρτηση της Καρπάθου από τον ελληνικό κυβερνήτη.

«Η νήσος Κάρπαθος, κύριε, είναι μία από τας ελευθέριας ελληνικάς νήσους», του γράφει, προειδοποιώντας τον για τυχόν επιχειρήσεις προς ανακατάληψή της.

Ταυτόχρονα ο Τζούνης ζητά από τον Καποδίστρια να αποσταλούν πολεμικά πλοία για την υπεράσπιση του νησιού, το οποίο θεωρεί αναπόσπαστο τμήμα του νεοσύστατου κράτους, σε αντίθεση μ’ άλλα κοντινά νησιά, στα οποία δεν ήταν εγκατεστημένοι ελληνικοί διοικητικοί κλάδοι και δασμοτελωνεία.

Όλα αυτά όμως δεν ίσχυσαν για ν’ αποτρέψουν το μοιραίο. Όλα τα νησιά του Δωδεκανησιακού συμπλέγματος παραχωρήθηκαν και επίσημα στην Τουρκία με το πρωτόκολλο του Λονδίνου (3 Φεβρουαρίου 1830), σ’ αντάλλαγμα της Εύβοιας που αφέθηκε στην Ελλάδα.

Τον Ιούλη του 1832 υπογράφτηκε στην Πόλη η οριστική συνθήκη, που καθόριζε τα περιορισμένα όρια της ελεύθερης Ελλάδας. Οι αλλεπάλληλες διαμαρτυρίες και εκκλήσεις των Δωδεκανησίων δεν μπόρεσαν ν’ αλλάξουν την τελική απόφαση, που υπαγόρευε η διεθνής συναλλαγή και το συμφέρον των Μεγάλων Δυνάμεων.

Μάταια οι Καρπάθιοι, με αναφορά των πληρεξουσίων τους προς την Δ’ Εθνική Συνέλευση, ζητούσαν «αντί πάντων, ων έπραξαν και έπαθον υπέρ του έθνους, την μετ’ αυτού αδιαχώριστον ένωσιν» και παρακαλούσαν τη Συνέλευση «να ενδυμηθή τους όρκους, οι οποίοι τους συνδέουσι με το Έθνος και τα πάθη όπου δια την ελευθερίαν έπαθον οι Καρπάθιοι».

Η κυβέρνηση που πληροφορήθηκε το συγκινητικό διάβημα αρκέστηκε να τους ενθαρρύνει, μη μπορώντας να ικανοποιήσει — όσο κι’ αν το ήθελε — το αίτημά τους.

Η επιτροπή από Δωδεκανησίους που στάλθηκε στην Πόλη αποτυγχάνει στην προσπάθειά της να υπάγει τα Δωδεκάνησα υπό καθεστώς παρόμοιο με της Σάμου. Άρχισαν έτσι οι διαπραγματεύσεις για την επιεική, τουλάχιστον, μεταχείριση των επαναστατών, που επανήλθαν πάλι στις τάξεις των ραγιάδων.

Τον Ιούνη του 1835 ο Μαχμούτ Β’ εκδίδει φιρμάνι, με το οποίο επαναφέρει τα παλαιά διοικητικά και φορολογικά προνόμια των νησιών. Τον ίδιο χρόνο αντικαθιστά και τον αιμοβόρο Σουκούρμπεη με τον Φερικ Ντελαβέρ πασά.

Από τότε αρχίζει πάλι η σκλαβιά, η δεύτερη Τουρκοκρατία.

Οι Καρπάθιοι, όπως και οι άλλοι Δωδεκανήσιοι, καίτοι επαναστάτησαν και πολέμησαν και διακρίθηκαν, δεν αξιώθηκαν ν’ απολαύσουν τους καρπούς του πανελλήνιου ξεσηκωμού.

Τη λευτεριά τη γεύτηκαν μονάχα για δέκα χρόνια, όσο κράτησε η Επανάσταση. Δέκα χρόνια δύσκολα, μα αγωνιστικά κι ένδοξα. Στο διάστημα αυτό «παρασχόντες άπαντα προθύμως, και σώματα και χρήματα, εις πείραν ήλθον αγώνος, εις ον ουδέ της ψυχής εφείσαντο».

Πηγές:

 

1. Μιχαηλίδης – Νουάρος, ό.π., σ. 510.

2. Αναφορά του ναυάρχου Μιαούλη στού Ε. Γ. Πρωτοψάλτη, ό.π., «Νισυριακά» τ. Γ’, σ. 32.

3. Ε. Γ. Πρωτοψάλτης, ό.π., «Δωδεκανησιακά» τ. Β’ (1967), σ. 96.

4. Απ. Δασκαλάκης, ό.π., τ. Β2 (1967), σσ. 876, 949 και 1127.

5. Απ. Βακαλόπουλος, «Δωδεκανησίων συμφορές κατά την Επανάσταση του 1821», περ. «Ελεύθερα Δωδεκάνησα» τεύχος 2 (Ιούν. 1945), σσ. 8-9.

6. Α. Μάμουκας, «Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος» τ. 11, σ. 871 κ.ε.

7. Δ. Κοκκίνος, ό.π., τ. ΣΤ’ (1969), σ. 536.

8. Φιρμάνι του Μαχμούτ Β’ στού Μαλανδράκη, ό.π., «Ελληνικά» τ. 11, σ. 284 κ.ε.

9. Επιτάφιος του Δημοσθένη, LX, 18, 11 κ.ε.

Από το βιβλίο “Η Κάρπαθος στον αγώνα της παλιγγενεσίας” του καθηγητή Μανόλη Μελά, Αθήνα 1972

9.8.2026

Καρπαθιακα Νέα