ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΑΛΑΧΟΥΡΗΣ: Η έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου και η κατάσταση που επικρατούσε στα Ιταλικά Νησιά του Αιγαίου

Σχολιασμός-παρουσίαση ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΑΛΑΧΟΥΡΗΣ 

Με τις πρώτες ώρες από την έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου στα σύνορα με την Αλβανία, η κατάσταση που επικρατούσε στα Ιταλικά Νησιά του Αιγαίου, διαμορφώνεται σε νέα δεδομένα.

Η ατμόσφαιρα είναι πολεμική, οι ιταλικές στρατιωτικές Δυνάμεις που βρίσκονται στα νησιά, καθόλου ευκαταφρόνητες, είναι σε συνεχή επιφυλακή, δημιουργούνται νέες οχυρώσεις παντού και ειδικά στις παραλιακές περιοχές, όπου τα πάντα είναι μιναρισμένα· συνεχώς οι ακτές περιπολούνται και σε καίριες θέσεις, ακόμη και στην πόλη της Ρόδου υπάρχουν αντιαεροπορικά πολυβολεία.

Ο αποκλεισμός των Νησιών από τις βρετανικές ναυτικές δυνάμεις είναι πλέον γεγονός και από πολλού χρόνου, με την είσοδο της Ιταλίας στον πόλεμο στο πλευρό των Γερμανών-Ιούνιος 1940-οι παρενοχλήσεις είναι συνεχείς.

Ήδη από τις 28 Απριλίου ο υπουργός της Ιταλικής Αφρικής στρατηγός Τερούτσι, δήλωσε ότι η κτήση των ιταλικών Νησιών του Αιγαίου είναι κατάλληλα προετοιμασμένη για τα σκληρά γεγονότα του πολέμου εάν η Ιταλία εισέλθει στον πόλεμο. Την ίδια ημέρα όλες οι αεροπορικές και ναυτικές βάσεις της Ιταλίας, συμπεριλαμβανομένων, της Ναυτικής Βάσεως της Λέρου, των αεροδρομίων της Καλάθου, των Μαριτσών και της Κατταβιάς, κηρύχτηκαν πολεμικές ζώνες και απαγορεύτηκε η διέλευση ξένων αεροπλάνων.

Για τη Λέρο η απαγόρευση ίσχυε από πολλού χρόνου, από τις αρχές του 1938, όπου η προσέγγιση οιουδήποτε πλοίου ή σκάφους επιτρέπεται μόνο στο λιμάνι της Αγίας Μαρίνας και αποκλειστικά για εμπορικές πράξεις. Απαγορεύεται η προσέγγιση σε οποιοδήποτε άλλο σημείο της Λέρου και η αγκυροβολία ή στάθμευση εντός της ζώνης των 6 μιλίων από τις ακτές.

Το 1940 για τους κατοίκους δεν είναι εύκολο, ειδικά για τους νέους οι οποίοι με κάθε μέσο προσπαθούν να εγκαταλείψουν τα νησιά και να αποτινάξουν το φασιστικό ζυγό. Από τις πρώτες μέρες, όμως, του χρόνου μετρούν νεκρούς.

Default image

Δύο νέοι από τα Πηγάδια Καρπάθου ο Νικόλαος Νικολαΐδης ή Κάβουρας και ο Μηνάς Γ. Λιβαδιώτης επιχειρούντες να φτάσουν στην Κρήτη με βάρκα λόγω της φοβερής φουρτούνας που επικρατούσε-μέσα Φεβρουαρίου-παρασύρθηκαν από τα κύματα και πνίγηκαν.

Τα ρεύματα παρέσυραν τα πτώματά τους στις ακτές της Κάσου, όπου, αναγνωρισθέντες, ετάφησαν. Λίγες μέρες πριν, από κάποια ακτή του Φοινικιού με ένα μικρό πλοιάριο έφτασαν στην Κρήτη οι Καρπάθιοι νέοι Γ. Φασουλέτος, Δ. Τσαγκάρης, Μουστακάκης, Ζερβός, Ι. Μπέρτος και Δημ Λογοθέτης.

Οι νέοι θέλουν να εγκαταλείψουν το νησί γιατί οι περιορισμοί που επιβάλλονται από τις αρχές κατοχής καθημερινά γίνονται πιο δυσβάστακτοι.

Το τελευταίο μέτρο που επέβαλαν, με διαταγή του διοικητή των Ιταλικών Νησιών του Αιγαίου Τζέζαρε Μαρία Ντε Βέκκι ντι Βαλ Τζισμόν ήταν η καταγραφή της παραγωγής, πόσα μόδια (μέτρο χωρητικότητας σιτηρών) και πόσες οκάδες λαδιού παρήχθησαν.

Την ίδια περίοδο είχαμε και δύο άλλες αποδράσεις από το φασιστικό παράδεισο της Καρπάθου, αλλά ο χρονικογράφος της εποχής δεν μας απαθανάτισε τα ονόματα.

Στη Σύμη είχαμε δύο δυστυχήματα. Λόγω της ανέχειας και καταπίεσης, ο Σταμάτιος Ατσιγγανάκης για να μη συλληφθεί, αλιεύοντας παράνομα χωρίς άδεια των τοπικών αρχών που δεν διδόταν ποτέ, εισήλθε στα τουρκικά χωρικά ύδατα.

Αλλά εκεί δέχτηκε τα πυρά των ακτοφυλάκων και τραυματίστηκε θανάσιμα. Επίσης ο Μιχαήλ Μιχελής προσπάθησε να αλιεύσει με δυναμίτη, παράνομα κι αυτός. Από κακό υπολογισμό ανεφλέγη το καψούλι, με αποτέλεσμα να κοπούν και τα δυο του χέρια.

Μεταφερόμενος στη Ρόδο εξέπνευσε από ακατάσχετη αιμορραγία. Στη Νίσυρο η κατάσταση είναι απελπιστική. Όλα ξεκίνησαν με την έναρξη των εχθροπραξιών το Σεπτέμβριο 1939. Κάποιος Νισύριος διεκτραγωδεί την κατάσταση και γράφει ότι «τον τελευταίο καιρό το νησί μας κατάντησε σαν μια κόλαση για μας που έχουμε το ατύχημα να βρισκόμαστε ακόμη εδώ.

Τίποτε πια δεν εξουσιάζουμε, ούτε το σπίτι μας ούτε το χωράφι μας για τους εαυτούς μας δεν αναφέρω τίποτε γιατί από καιρό τώρα δεν ανήκουμε εις τους εαυτούς μας αλλά υποκείμεθα στη διάθεση και ιδιοτροπία του πιο άξεστου καραμπινιέρι.

Το ψωμί μας το δίνουν με τα γραμμάρια-για κάθε άτομο 300 γραμμάρια άρτου και 25 γραμμάρια λάδι κι αυτά με δελτίο, την περίφημη τέσσαρα-κι αλίμονο σ εκείνο που θα κάμει παράπονα. Πριν αρχίσει ο πόλεμος μας κουβάλησαν στο νησί καμιά εκατοστή Ιταλούς στρατιώτες πεινασμένους που δεν μας άφησαν τίποτε. Ούτε σύκο ούτε σταφύλι δοκιμάσαμε γιατί σαν ακρίδα μαύρη στα χωράφια μας οι στρατιώτες αυτοί και όχι μόνον τα φρούτα και τα γεννήματα της γης μας κατέστρεψαν αλλά και αυτές τις κληματαριές τις ξερίζωναν, και τις κουβαλούσαν μαζί με τα τσαμπιά. »Ποιος να μιλήσει; »Ποιος να διαμαρτυρηθεί; »

Ευτυχώς που βρέθηκε κάποιος κι ας τον λεν τρελό, που βρήκε το θάρρος και πήγε στο Διοικητήριο και έκαμε μήνυση στον μαρεσάλο και όλους τους στρατιώτες, που κατέστρεψαν τα χωράφια του κόσμου κι έτσι από ντροπή ή από οίκτο ο μαρεσάλος σταμάτησε το σύννεφο αυτό της ακρίδας. »Ήταν, όμως, αργά γιατί η καταστροφή είχε πια γίνει. »

Πριν λίγο καιρό ήλθε Ιταλός αξιωματούχος από την Κω, για να εκτιμήσει τα χωράφια και την ακίνητη περιουσία μας και σύμφωνα με την απόφασή του θα πληρώναμε και τους μεγάλους φόρους που τελευταία μας ανακοίνωσαν.

Ο άνθρωπος αυτός, χωρίς να σκοτιστεί καθόλου, χωρίς να κοπιάσει, έπιασε το μολύβι του, κατέγραψε τη μερίδα του καθενός, όσες χιλιάδες φράγκα τούρχονταν στο στόμα, που στην πραγματικότητα ούτε το ένα τρίτο της ξεκοπής που ’καμε αξίζει όλη η Νίσυρος με τα χωράφια της, τα σπίτια της και τους κατοίκους της. »Ένας από τους γεωργούς μας δεν άντεξε ο κακόμοιρος, γιατί βρισκόταν σχεδόν ζάπλουτος, χωρίς να το ξέρει και επισκέφτηκε τον κύριο εκτιμητή για να κάμει τα παράπονά του, ότι η περιουσία του δεν αξίζει τόσες πολλές χιλιάδες φράγκα και ότι δεν ήτο σε θέση να πληρώσει ούτε τα μισά από τους φόρους που του αναλογούν, ούτε και το τρίτο ακόμη. -Ε! τότε να τα’ αφήσουμε μόνο 20.000 φράγκα!.. »

Ο άνθρωπος ξεροκατάπιε, προσπάθησε να πνίξει τη φωνή να μη διαμαρτυρηθεί ξανά αλλά δεν το κατάφερε.

Ο εκτιμητής κατέβηκε μόνο στις 10.000 κι έτσι πήρε την ανάσα του ο δυστυχής άνθρωπος. Έβγαλε από την τσέπη του ένα φλουρί και του το ’βαλε στο χέρι για ριγάλο, της καλοσύνης που του ’καμε. »

Μα, η Νίσυρος που ’ναι μια χούφτα βούιξε από την επιτυχία του γεωργού και έτσι όλοι που βγήκαν πλούσιοι σε κτήματα, γέροι και γριούλες, έκαμαν την επίσκεψη τους στο διοικητήριο με ένα χρυσό φλουρί στο κομπόδεμά τους, προορισμένο για τον Ιταλό εκτιμητή, ως λίτρα. »Τι τα θέτε; Ο πεινασμένος Ιταλός εκτιμητής, έφυγε από τη νίσυρο φορτωμένος φλουριά.

Όσοι είχαν καλά, όσοι δεν είχαν αναγκάστηκαν να τα δανειστούν για να γλιτώσουν από το ληστή. Φεύγοντας διέταξε τον Ποδεστά να φορολογήσει όλους, σύμφωνα με τη «μάνα» του καθενός (κτηματολόγιο). Στην Κάρπαθο οι τοπικές αρχές επέβαλαν ετήσιους φόρους, 65 φράγκα για την Κυβέρνηση και 20 φράγκα για τα καυσόξυλα. Και το πιο τραγικό επειδή υπήρχαν πολλοί μερμήγκοι-έτσι ονόμαζαν τους Ιταλούς στρατιώτες-με το έτσι θέλω κάνουν ανεξέλεγκτες επιτάξεις.

Μάλιστα επίταξαν και όλους τους στάβλους στην περιοχή Γαματρία. Οι αρχές Κατοχής μετέρχονται σκληρά μέτρα εναντίον των ατυχών κατοίκων Απροσπέλαστη η στρατιωτική βάση της Λέρου 

Στη Ρόδο η κατάσταση είναι χειρότερη.

Ένα αυτοκίνητο FIAT μιλλετσέντο, με αριθμό R 484, όπου περνά σπείρει το φόβο και τον τρόμο στους ατυχείς κατοίκους. Επιβαίνουν σ’ αυτό τα μέλη του Facio, αδελφοί Ριβάλτα χασάπηδες, ο καφετζής Μπρούνο, ο απερίγραπτος φαρμακοποιός Σπάνο, και πότε δύο εργολάβοι και δύο αλάνια-έτσι αναφέρονται-φραγκολεβαντίνοι από τη Σμύρνη- και περιέρχονται τις κεντρικές και απόκεντρες συνοικίες και χωρίς αιτία συλλαμβάνουν όποιον βρουν, τους μεταφέρουν στην Αστυνομία ή στο Φασιστικό Κέντρο.

Ακολουθεί με το ζόρι το πότισμα για τον κάθε συλληφθέντα 350 γραμμαρίων ρετσινόλαδου, άγριος και ανηλεής ξυλοδαρμός και τέλος μεταφορά και εγκατάλειψη έξω από το σπίτι του καθενός.

Οι συλλήψεις είναι εκατοντάδες, ο καταγραφέας της εποχής, όμως, μας απαθανατίζει μόνο τους Δημήτριο Καράκαλο, οδοντίατρο, ο οποίος είχε πελάτες τους περισσότερους, Ιταλούς. Μόλις επεσυνέβη το γεγονός πήρε την οικογένειά του και εγκατέλειψαν τη Ρόδο για πάντα.

Ακολουθεί ο έμπορος Αναστάσιος Πανάγος, ο δάσκαλος Θεόδωρος Διακογιάννης, ο υφασματέμπορος Νικόλαος Aσπράκης, επειδή στην επιγραφή του καταστήματος του υπήρχαν τα χρώματα μπλε και άσπρο. Ο έμπορος Ιωάννης Λάινας, ο οδοντίατρος Α. Στεφανίδης, ο μεσίτης Κώστας Ταβερνάρης, ο κτηματίας Αντώνιος Οικονομίδης, ο ιδιωτικός υπάλληλος Νικόλαος Καλαφατάς και ο μαραγκός Γιάννης Καλαφατάς.

Συνελήφθησαν επίσης οι επιχειρηματίες Αδελφοί Αγιακάτσικα, προς τους οποίους ούτε λίγο ούτε πολύ ανακοίνωσαν ότι πρέπει να κλείσουν την επιχείρησή τους εντός τριάντα ημερών!.. Αλλά αυτό που συνέβη στο φαρμακοποιό Φωτεινό Φωτεινό, επειδή κάποιος φασίστας χαφιές τον κατάγγειλε ότι εξεφράσθη εναντίον του φασισμού, υπερβαίνει κάθε φαντασία.

Με τη σύλληψη του ατυχούς εκ Χάλκης επιστήμονα, και πριν ακόμη περάσει την πόρτα του Φάσιο, τον κούρεψαν και του ξύρισαν το κεφάλι, το μουστάκι, τα φρύδια και τις βλεφαρίδες, τον ξεγύμνωσαν και του φόρεσαν μόνο μια γυναικεία περισκελίδα. Επίσης του πέρασαν στο λαιμό ταμπέλα με την επιγραφή «ο άνθρωπος αυτός μίλησε εναντίον του φασισμού».

Στη συνέχεια επί δύο μέρες τον περιέφεραν ξυπόλητο στην πόλη και ειδικά στα πάνω μαράσια προς παραδειγματισμό…

Στις 26 Φεβρουαρίου 1940 ο λαός της Καρπάθου και Κάσου πενθεί τον ηγέτη του, πνευματικό και πολιτικό, τον μητροπολίτη Γερμανό Μονούδη. Ύστερα από δίμηνη απουσία από την έδρα του επέστρεψε, αλλά και πάλιν για λόγους υγείας αναγκάστηκε να αναχωρήσει αμέσως για τη Ρόδο για να νοσηλευτεί. Η ελαφρά ημιπληγία ήταν πια εμφανής.

Όμως, η φοβερή κακοκαιρία που επικρατούσε καθυστέρησε την αναχώρηση επί επτά ημέρες, γεγονός που επιδείνωσε την κατάστασή του. Έτσι κατέστη αναγκαίο να τον συνοδεύσει ο γιατρός Φρ. Σακελλαρίδης.

Η συνεχιζόμενη φουρτούνα αναγκάζει το καΐκι να παραμένει στο Διαφάνι· τελικά επιβιβάζονται στο ατμόπλοιο της γραμμής και με την άφιξη στη Ρόδο γένεται άμεση εισαγωγή στο Νοσοκομείο όπου διαπιστώνεται και δυσουρία. Τελικά αποφασίζεται η μεταφορά του αεροπορικώς στην Αθήνα αλλά το αεροπλάνο δεν μπόρεσε να προσγειωθεί και επιστρέφει στη Ρόδο.

Η μεγάλη ταλαιπωρία εξασθενεί τον μητροπολίτη ο οποίος ύστερα από δύο ημέρες νοσηλείας, εκδημεί. Ο θάνατος του, παρά το γεγονός ότι ακολούθησε άλλες ατραπούς στο Εκκλησιαστικό ζήτημα, αποτέλεσε πλήγμα για το χριστεπώνυμο πλήρωμα των ιταλικών νησιών του Αιγαίου.

Για όλα τα νησιά υπάρχουν μόνο δύο μητροπολίτες ο Ρόδου Απόστολος Τρύφωνος και ο Λέρου-Αστυπαλαίας Απόστολος Καβακόπουλος. Χηρεύουν οι Μητροπόλεις Κώου-Καλύμνου και Καρπάθου-Κάσου.

Το Καστελλόριζο από το 1922 με τη μικρασιατική καταστροφή περιελήφθη στην επαρχία Ρόδου, λόγω της αναχωρήσεως από την έδρα του, του μητροπολίτη Πισιδείας.

Το Βρετανικό Ναυαρχείο, στις 6 Ιουνίου 1940, σε ανακοίνωσή του, αμέσως μετά την έναρξη των εχθροπραξιών, κατατάσσει την περιοχή της Λέρου και τα βόρεια νησιά της Δωδεκανήσου μεταξύ των εννέα πιο επικίνδυνων για τη ναυτιλία, λόγω των ναρκών, στη Μεσόγειο.

Στην ανακοίνωση δεν περιλαμβάνεται η Ρόδος, όπου γίνεται ιδιαίτερη μνεία. Οι περιοχές οι πιο επικίνδυνες της Μεσογείου είναι το σύνολο του κόλπου της Βενετίας-βόρεια το νοτιότερο άκρο της Ίστρια, η ιταλική πλευρά του κόλπου του Καρνάρο ανατολικά της Ίστρια-καλύπτει το Φιούμε εκτός από τα γιουγκοσλαβικά ύδατα, ένας χώρος στη «πτέρνα της Ιταλίας» στα λιμάνια Οτράντο και Μπρίντιζι, το βόρειο τμήμα του κόλπου του Τάραντα, το στενό της Μεσσήνης μέχρι 50 μίλια ανατολικά και όλη η ανατολική ακτή της Σικελίας, η Βεγγάζη, η Ντέρνα και η Μάρσα Τομπρούκ με τη λιβυκή ακτή και τέλος η Λέρος και τα βόρεια νησιά της Δωδεκανήσου εκτός της Ρόδου.

Πηγή όλων των ανακοινωθέντων που αφορούν την περιοχή των Δωδεκανήσων για την περίοδο αυτή είναι η εφημερίδα «Τάιμς» του Λονδίνου η οποία δημοσιεύει αναλύσεις και άρθρα από τα συμβαίνοντα.

Δεκάδες φορές το θέατρο των πολεμικών επιχειρήσεων των Δωδεκανήσων γίνεται και πρωτοσέλιδο στην εφημερίδα και άλλες φορές τις ειδήσεις αυτές της περιλαμβάνει στα περιεχόμενά της. Συγκεκριμένα την ίδια ημερομηνία, 6 Ιουνίου 1940, στην πέμπτη σελίδα-μια μέχρι πέμπτη στήλη, δημοσιεύει χάρτη και λεπτομέρειες για τη δύναμη του Ιταλικού στρατού και της Πολεμικής της Αεροπορίας καθώς και τα μέτρα που έλαβε η Αυτοκρατορία κατά της Ιταλίας.

Για τη Λέρο δημοσιεύονται πολλές περιγραφές σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής, όπου αναγράφεται ότι η θέση της είναι μοναδική. «Κατέχει το κέντρο του Αρχιπελάγους στη διασταύρωση των οδών μεταξύ Ελλάδος και Μικράς Ασίας, όσον και μεταξύ Αιγύπτου και Κωνσταντινουπόλεως και δεσπόζει της Ανατολικής Μεσογείου, είναι προνομιούχος από τη φύση της γιατί έχει τρία λιμάνια φυσικά ασφαλέστατα και μπορεί κάθε ένα απ’ αυτά να προφυλάξει ολόκληρο στόλο. Αποτελεί σπουδαιότατο στρατηγικό σημείο σε όλη τη Μεσόγειο και προορίζεται να παίξει σημαντικότατο ρόλο σε περίπτωση πολέμου. »

Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο πολλές φορές χρησιμοποιήθηκε από τους συμμάχους ως ναυτική βάση και είχε ανάλογη οχύρωση, και στη δεκαετία του 1920 προσέλκυσε την προσοχή των Ιταλών οι οποίοι δεν είναι τολμηρό να γραφτεί ότι σ’ αυτήν στηρίζουν σήμερα όλες σχεδόν τις ιμπεριαλιστικές τους ελπίδες. »

Η Λέρος μπορεί να εξυπηρετήσει τις βλέψεις τους προς κάθε κατεύθυνση, και προς ανατολάς και προς δυσμάς και προς βοράν και προς νότο, γιατί ο ιταλικός ιμπεριαλισμός δεν έχει χαλινό και η φασιστική βουλιμία δεν γνωρίζει χορτασμό. Από τη Λέρο ο φασισμός μπορεί να απειλεί όλο τον κόσμο.

Κι έτσι την αγάπησε ιδιαιτέρως, γνωρίζουμε δε πώς εκδηλώνεται η φασιστική αγάπη. Εν πρώτοις οχύρωσε κατά το τελευταίο σύστημα της οχυρωτικής τα τρία λιμάνια της και ιδιαίτερα το δυτικό του Λακκιού, ο οποίος είναι και ο πιο ασφαλής και εγκατέστησε πολυβολεία σε όλους τους λόφους και τα βουνά της. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Διοίκηση Κατοχής, φυσικά σε συνεργασία με τη στρατιωτική ηγεσία την οποία διηύθυνε ο τετράρχης του φασισμού Ντε Βέκκι εγκατέστησε συρματοπλέγματα σε όλα τα λιμάνια των Νησιών και σε πολλές περιπτώσεις ναρκοθέτησε καίρια σημεία τους. »

Σε εκατοντάδες ανέρχονται τα τηλεβόλα, τα οποία προβάλλουν από κάθε ύψωμα, από κάθε όρμο και ακρωτήρι. Παράλληλα μετέτρεψε το νησί σε απέραντη αποθήκη βενζίνης, γαιανθράκων και πολεμικού υλικού. Τα βουνά έχουν εκσκαφεί για το σκοπό αυτό από άκρου σε άκρο. Τεράστιες αποθήκες αεροπλάνων και υδροπλάνων έχουν κατασκευαστεί· μια έγινε στο βουνό της Κατεβατής-έχει βάθος 200 μέτρων, ύψος 32 και πλάτος 28. Στην ασφαλέστατη θέση των Λεπίδων υπάρχει αεροδρόμιο το οποίο μπορεί να εξυπηρετήσει όλο τον αεροπορικό στόλο της Ιταλίας.

Στην απέναντι των Λεπίδων θέση, αυτή της Γωνιάς έχουν δημιουργηθεί κολοσσιαίες εγκαταστάσεις ραδιοτηλεγραφικού σταθμού. Για να γίνουν όλα αυτά, έχουν απαλλοτριωθεί αναγκαστικά κατά το φασιστικό τρόπο της απαλλοτριώσεως, δηλαδή της αρπαγής, ολόκληρη σχεδόν η δυτική παραλία του νησιού και έχει μεταβληθεί σε απροσπέλαστη πολεμική ζώνη. Αλίμονο σε εκείνο που θα πλησιάσει με φωτογραφική μηχανή. Αυτό και μόνο είναι αρκετό για να σαπίσει στις φυλακές της Ρόδου!.. »

Στο νότιο φυσικό βραχίονα της εισόδου του λιμανιού του Λακκιού μεταξύ των θωρηκτών που καταπλέουν είναι και τα μεγαλύτερα ιταλικά υπερδρένωτ Ντουΐλιο και Αντρέα Ντόριο… Όλες αυτές οι περιοχές-η συνέχεια του βουνού Κατεβατής προς το μυχό της Λέπιδας-ανήκαν στον μεγαλύτερο ίσως ευεργέτη του νησιού το Λέριο Νικόλαο Τσιγαδά πασά και απαλλοτριώθηκαν αντί…πινακίου φακής!..».

Οι πρώτες ώρες της ενάρξεως του πολέμου -η προσευχή του Δωδεκανήσιου πρόσφυγα 13.000 και πλέον φακελωμένοι Δωδεκανήσιοι

Για πρώτη φορά, στις 2 Αυγούστου 1940, οι «Τάιμς» δημοσιεύουν ανταπόκριση από τη Λευκωσία, όπου από πρόσφυγες Δωδεκανήσιους που δραπέτευσαν από τα ιταλικά νησιά και έφτασαν στην Κύπρο μέσω Τουρκίας, διεκτραγωδείται η όλη κατάσταση που επικρατεί εκεί με την έλλειψη κρέατος και ψαριών.

Οι Ιταλοί τρώνε αλογίσιο κρέας και όλα τα μικρά αλιευτικά έχουν μεταφερθεί, με διαταγή, εκτός θαλάσσης σε λόφους-έτσι το γράφει-γιατί οι κρατούντες φοβούνται να μην εγκαταλείψουν οι ντόπιοι τα νησιά και προδώσουν μυστικά αμυντικής σημασίας.

Επίσης απαγορεύονται οι συναθροίσεις έστω και τριών ατόμων, με ποινή πολύχρονης φυλακίσεως.

Τα καφενεία και τα καφέ είναι γεμάτα από πράκτορες της Αστυνομίας που παρακολουθούν τα πάντα. Η κατάσταση στην Κάλυμνο είναι πιο απελπιστική. Γενικά σε όλα τα νησιά δημιουργούνται πολλές ομάδες «Escaping clubs», που διαφεύγουν στις απέναντι μικρασιατικές ακτές.

Μεταξύ αυτών που δραπέτευσαν από τα νησιά είναι και τα εξαδέλφια Νικόλαος και Δημήτριος Μοράτης από τη Σύμη. Οι ιταλικές αρχές τους υποχρέωσαν να καταταγούν ως εθελοντές σε ειδικό σώμα Στρατού για να μεταφερθούν στην Ισπανία και να πολεμήσουν στο πλευρό των Φαλαγγιτών του Φράνκο. Παρά τις διαμαρτυρίες τους ότι ήταν ʼγγλοι υπήκοοι, για να αποφύγουν την κατάταξη, έκλεψαν από το λιμάνι μια βάρκα, ανοίχτηκαν στο πέλαγος και το κύμα του έβγαλε στη μικρασιατική παραλία Ρεσσατιέ.

Συνελήφθησαν από τους ακτοφύλακες οι οποίοι τους μετέφεραν στο Μαρμαρίς και στη συνέχεια τους παρέδωσαν στον ʼγγλο πρόξενο. Τελικά έφτασαν στη Λευκωσία.

Την προηγούμενη πάλι η ίδια εφημερίδα δημοσιεύει επίσημο ανακοινωθέν, σύμφωνα με το οποίο το βράδυ της Κυριακής 28 Ιουλίου 1940, βρετανικό πολεμικό, βύθισε το μικρό ελληνικό φορτηγό «Ερμιόνη», το οποίο μετέφερε στα Δωδεκάνησα τριακόσιους τόνους βενζίνη και διακόσιους τόνους λιπαντικά για τις ανάγκες του ιταλικού Στρατού. Αφού εγκατέλειψαν το φορτηγό οι Έλληνες ναυτικοί, βυθίζεται με κανονιοβολισμούς.

Οι ναυτικοί ζήτησαν να φτάσουν στην πλησιέστερη ελληνική ακτή με βάρκα, πράγμα που έγινε. Ο ισχυρισμός για βρετανικές απώλειες στην περιοχή είναι ανακριβής.

Στο φύλλο της εφημερίδας, στις 25 Οκτωβρίου 1940 δημοσιεύονται πληροφορίες από τα Δωδεκάνησα και από ελληνικές πηγές των Αθηνών που δεν μπορούν να αποκρύψουν την ικανοποίησή τους, γι’ αυτά του συμβαίνουν εκεί.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες αυτές τα ιταλικά νησιά του Αιγαίου είναι αποκλεισμένα από το Βρετανικό Ναυτικό και ήδη παρατηρείται έλλειψη καυσίμων. Βούτυρο και αυγά δεν υπάρχουν και ο περισσότερος πληθυσμός, μισοπεινασμένος, τρέφεται με λίγα φρούτα και αποξηραμένα λαχανικά τα οποία και αποθηκεύουν. Χρησιμοποιείται κάθε είδος τυραννίας στους κατοίκους, για να τους ενθαρρύνει να κατασκοπεύουν ο ένας τον άλλο.

Ο πρόσφατος βομβαρδισμός των Βρετανών στη Λέρο, χαρακτηρίζεται ως τρομερός, αλλά επισημαίνεται ότι σημαντικοί στόχοι ειδικά στα αεροδρόμια δεν εθίγησαν. Επισημαίνεται επίσης ότι πολλοί ανώτατοι Ιταλοί αξιωματικοί επέστρεψαν στη Ρώμη για να εκθέσουν την κατάσταση η οποία κρίνεται ως σοβαρή. Η έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου βρίσκει τη Ρόδο και τα άλλα νησιά σε πλήρη πολεμική ετοιμότητα.

Σε χρόνο ρεκόρ συλλαμβάνονται και μεταφέρονται στην τάφρο του Κάστρου και στο στάδιο Αρένα, όλοι οι Δωδεκανήσιοι Έλληνες υπήκοοι-τα της συλλήψεως το περιγράψαμε σε προηγούμενα σημειώματά μας, βάσει των αρχείων του Προξενείου της Ελλάδος στη Ρόδο, σημειώσεων του τελευταίου προξένου της Ελλάδος στη Ρόδο Γεωργίου Χριστοδούλου, των αρχείων της Κεντρικής Υπηρεσίας του υπουργείου των Εξωτερικών της Ελλάδος, του ιταλικού υπουργείου των Εξωτερικών ASMAE, του Γενικού Προξενείου μας στην Κωνσταντινούπολη και των Αρχείων των ιταλικών Μυστικών Υπηρεσιών.

Αυτό που εντυπωσιάζει είναι το γεγονός πώς συνελήφθησαν όλοι οι Έλληνες υπήκοοι, και οι εχθροί του φασισμού Δωδεκανήσιοι σε διάστημα ολίγων ωρών. Ίσως την απάντηση τη δίδουν οι λεπτομέρειες για κάθε ένα Δωδεκανήσιο στους φακέλους που άνοιγαν οι άνθρωποι των ιταλικών Μυστικών Υπηρεσιών.

Στο διάβα της 45ετούς έρευνάς μας μπορούμε να πούμε ότι οι φάκελοι αυτοί, πάνω από 13.000 τον αριθμό, είναι οι πιο εμπεριστατωμένοι που είδαμε ποτέ.

Παράδειγμα η παρακολούθηση του γιατρού Νικολάου Καραγιάννη επί δύο χρόνια-τα τελευταία που έμεινε στη Ρόδο, πριν απελαθεί από τον Ντε Βέκκι , γινόταν επί καθημερινής βάσεως σε όλο το εικοσιτετράωρο.

Κάθε μέρα ο άνθρωπος που τον «χρεώθηκε», έγραφε την έκθεσή του!.. αυτή είναι η Ιστορία μας. Και είμαστε υπερήφανοι γι’ αυτήν!.. Από την πρώτη ημέρα του πολέμου η προσευχή που έκαναν οι μαθητές του Δωδεκανησιακού Σχολείου, στην Αθήνα, άρχισε να διαδίδεται σε όλα τα δωδεκανησιακά σπίτια. Τώρα δεν υπήρχε πλέον φόβος για τους χαφιέδες του Ρίτσι.

Η προσευχή απαγγελλόταν από τους μαθητές πριν από τα μαθήματα:

ʼγιος ο Θεός, ʼγιος Ισχυρός ʼγιος αθάνατος ελέησον ημάς Θεέ Μεγαλοδύναμε που κυβερνάς τον κόσμο άκου ετούτη τη στιγμή των παιδιών σου τη φωνή Δυνάμωνε τη Μάνα μας Ελλάδα, ρίψε το ’μμάτι σου το σπλαχνικό στη γλυκιά μας Πατρίδα, και δος μας την Ελευθεριά, να Σε δοξάζομε όλοι μαζί στης Μάνας μας την αγκαλιά. Και Συ Μανούλα του Χριστού και Μάνα μας Παρθένα, που ξεύρεις από τον καημό, του χωρισμού της Μάνας. Ιδέ της Μάνας τον καημό της Μάνας μας Ελλάδας που βλέπει όπως άλλοτε και Συ Εις τον σταυρόν τα Δωδεκάνησά μας. Μη παύσεις Παναγιά μου και του Χριστού Μητέρα να ενθυμίζεις στον Θεό στον σπλαχνικό Πατέρα, να μας λυτρώσ’ απ’ τη σκλαβιά Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων, Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, ελέησον ημάς.

Η προσευχή συντάχτηκε από τον τότε αρχιμανδρίτη Εμμανουήλ Καρπαθίου από τη Νίσυρο, μετέπειτα-ακριβώς με την Απελευθέρωση- μητροπολίτη Κώου.

Ο αρχιμανδρίτης την περίοδο αυτή, βρίσκεται στη Νάξο και καταγράφει τα πάντα. Ίσως να είναι ο πιο πολυγραφότατος Δωδεκανήσιος της εποχής του και γιατί όχι μεταξύ των πρώτων, μέχρι σήμερα. ʼφησε εκπληκτικό έργο, όχι μόνο για τα εκκλησιαστικά της Κω, αλλά για τη Νίσυρο, Ρόδο, Χάλκη και Τήλο, λαογραφικά, ετυμολογικά, ποίηση, λεξιλόγιο, εντυπώσεις κ.ά.

Το Δωδεκανησιακό Σχολείο-ήταν τρία σε διάφορα σημεία της Αθήνας και του Πειραιά-υπό την διεύθυνση της Μάνας της Δωδεκανήσου Αντιγόνης Ζουρούδη, από της ιδρύσεώς του μέχρι τους πρώτους μήνες του πολέμου, που λειτούργησε, άφησε θαυμάσιο έργο.

Σ αυτό, παρακολουθούσαν μαθήματα ιδιαίτερα τις Κυριακές και τις γιορτές, παιδιά από τη Δωδεκάνησο και οι δάσκαλοι ήταν Δωδεκανήσιοι επιστήμονες που δίδασκαν μαθήματα για τα νησιά μας. Για παράδειγμα η δεσποινίδα Περσεφόνη Βαρίκα δίδαξε δυο μαθήματα περί νισύρου και Αστυπάλαιας, ο Αν. Φράγκος περί Τήλου, ο Γαβαλάς περί σπογγαλιείας, ο Σωτήριος Αγαπητίδης περί Σύμης, ο Μ. Χατζηιωάννου περί των θαυμάτων του Πανορμίτη Σύμης, ο Μούρας περί Νισύρου, ο Λυσίκατος περί Λέρου και ο Γ.Θ. Γεωργιάδης περί Ρόδου.

Τις τρεις πρώτες μέρες του πολέμου 2.500 Δωδεκανήσιοι ζητούν να καταταγούν και να πολεμήσουν εναντίον των τυράννων. Η εκλογή της Κεντρικής Δωδεκανησιακής Επιτροπής. 

Με την κήρυξη του πολέμου, ανακοινώθηκαν και επίσημα, από τις στήλες των ελληνικών εφημερίδων, τα ονόματα της Ανωτάτης Επιτροπής του Δωδεκανησιακού Αγώνα, που αποτελούσαν οι Σκεύος Ζερβός και Εμμανουήλ Μαγγλής από την Κάλυμνο, Μιχαήλ Παπαμανώλης και Γ. Γεωργίου από την Κάρπαθο, Εμμανουήλ Ζαχάρης από την Κάσο, Ιωάννης Μαύρος από το Καστελλόριζο, Κυριάκος Σταυριανός από την Κω, Πάρης Ρούσος από τη Λέρο, Ιωάννης Παρθενιάδης από τη Νίσυρο, Λεωνίδας Πτέρης από την Πάτμο, Ιωάννης Καζούλλης και Γεράσιμος Δρακίδης από τη Ρόδο, Μιχαήλ Βολονάκης και Γ. Οικονόμου από τη Σύμη, Παντελής Καμμάς από την Τήλο, Ηλίας Μανωλούκος από τη Χάλκη και Γαβριήλ Ρεβύθης από την Αστυπάλαια.

Στην πρώτης συνεδρίαση εξέλεξε ως Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή τους Ιωάννη Καζούλλη, Σκεύο Ζερβό, Μιχαήλ Βολονάκη, Μιχαήλ Παπαμανώλη, Εμμανουήλ Μαγγλή, Πάρι Ρούσο και Γ. Οικονόμου και επίτιμο πρόεδρο το Δωδεκανήσιο υπουργό Τύπου και Τουρισμού της Κυβερνήσεως Μεταξά, δημοσιογράφο Θεόδουλο (Θεολόγο) Νικολούδη (1890-1946).

Η Δωδεκανησιακή Νεολαία με αίτησή της στον υπουργό Στρατιωτικών Παπαδήμα, ζήτησε όπως οι Δωδεκανήσιοι που ζουν στο ελεύθερο έδαφος της Ελλάδος, να καταταγούν στον ελληνικό Στρατό. Μόνο τις τρεις πρώτες ημέρες της επιστράτευσης παρουσιάστηκαν για να καταταγούν 2.500 λεβέντες μας, φοιτητές, επιστήμονες, τεχνίτες, επαγγελματίες και εργάτες.

Ο χρονικογράφος της εποχής καταγράφει τις στιγμές εκείνες και σημειώνει ότι «οι λεβέντες μας δεν ζήτησαν τίποτε από τη Μητέρα Ελλάδα, μόνο να τους επιτραπεί να φορέσουν τη στολή του έλληνα στρατιώτη γιατί τους δίδεται η ευκαιρία να εκδικηθούν το αίμα των δολοφονηθέντων αδελφών μας παπα-Λουκά, Εμμανουήλ Καζώνη, Εμμανουήλ Νιοτή και τόσων άλλων χιλιάδων εξορίστων, που άνανδρα οι κακούργοι κατακτητές τους σκότωσαν, φυλάκισαν και εξόρισαν».

Η Καρπαθιακή Ένωση Αθηνών με την πρώτη μέρα αγόρασε 100 πουλόβερ και 1.000 πακέτα τσιγάρα και διέθεσε όλα τα χρήματα που υπήρχαν στο ταμείο της (100.000 δρχ.), υπέρ της πατρίδας. Χαρακτηριστικό είναι ότι στα πακέτα με ειδική σφραγίδα, έγραψαν πάνω στα πακέτα των τσιγάρων:».

“Έλληνες στρατιώτες μη λησμονείτε την τυραννούμενη Δωδεκάνησο. Χτυπάτε αλύπητα τους μισητούς Ιταλούς”

Οι Κάσιοι διέθεσαν 150.000 δρχ, οι Συμιακοί 7.000 δρχ., οι Καστελλοριζιοί 38.000 δρχ. και οι Νισύριοι 100.000 δρχ. Λίγες μέρες αργότερα, στις 30 Οκτωβρίου, οι «Τάιμς» γράφουν ότι αεροσκάφη του Βρετανικού Ναυτικού, πραγματοποίησαν χθες βράδυ επίθεση στη Μαλτεζάνα, πρωτεύουσα της Αστυπάλαιας, την πλησιέστερη ιταλική αεροπορική βάση στην Αθήνα.

Ένα υπόστεγο χτυπήθηκε και τυλίχτηκε στις φλόγες, όπως και βάση υδροπλάνων καταστράφηκε από ισχυρό άμεσο χτύπημα. Σημαντικός αριθμός βομβών έπεσε σε στρατώνα και σε θέση όπου βρίσκονταν πυρομαχικά. Προκλήθηκαν πολλές εκρήξεις.

Τα αεροσκάφη εγκατέλειψαν πολλές εμπρηστικές βόμβες σε διάσπαρτους στόχους, στην ίδια περιοχή. Όλα τα αεροσκάφη, συμπληρώνει του ανακοινωθέν του Βρετανικού Ναυαρχείου, επέστρεψαν ασφαλή. Την επομένη οι «Τάιμς» γράφουν υπό τον τίτλο «Dodecanese bases attacked», ότι συνεχώς βομβαρδίζονται από το βρετανικό Ναυτικό τα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα. Το αεροδρόμιο των Μαριτσών δέχτηκε επίθεση τρεις φορές με αποτέλεσμα να υποστούν σοβαρές ζημιές ένα υπόστεγο, μια δωδεκάδα αεροσκαφών και να καταστραφούν τα γραφεία της Διοικήσεως.

Εναντίον του αεροδρομίου Καρπάθου έγιναν δύο αεροπορικές επιδρομές. Σύμφωνα με πληροφορίες οι στρατιωτικές δυνάμεις που βρίσκονται στο εν λόγω αεροδρόμιο διανυκτερεύουν σε γειτονικό χωριό.

Οι ναυτικές Δυνάμεις της Βρετανίας βομβάρδισαν επίσης την Κάρπαθο-στόχος ένα αεροδρόμιο στην ακτή, αποθήκες καυσίμων, νεκροί πολλοί στρατιώτες.

Τέλος βομβαρδίστηκε το νησί Λέβιθα-αποθήκες καυσίμων, οι φωτιές ήταν ορατές μέχρι τη Σάμο. Την επομένη 1η Νοεμβρίου η εφημερίδα «Τάιμς» του Λονδίνου δημοσιεύει εμπεριστατωμένη μελέτη για την τακτική της Ιταλίας στη θάλασσα και τον αέρα στην περιοχή των Δωδεκανήσων.

Ο χώρος δεν επιτρέπει, έστω και τηλεγραφικά, την αναφορά των δημοσιευμάτων μόνον των «Τάιμς» του Λονδίνου. Μόνο για το έτος 1940 οι στήλες της εφημερίδας φιλοξένησαν 103 φορές δημοσιεύματα, μελέτες, δηλώσεις, πολεμικές ανταποκρίσεις, χάρτες, για τα Δωδεκάνησα!..

Η μελέτη και μόνο των σωμάτων της εφημερίδας αυτής, φτάνει για να γραφτεί η Ιστορία της Δωδεκανήσου. Για την Ιστορία, για τις αναφορές που περιλαμβάνονται σ’ αυτό το μικρό αφιέρωμα δεν χρησιμοποιήθηκαν πρωτογενείς πηγές, μόνον έγινε αποδελτίωση εφημερίδων, όπως οι «Τάιμς» του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης, Αθηναϊκές εφημερίδες όπως το «Νέον Βήμα», «Ακρόπολις» , «Βραδυνή», Δωδεκανησιακές όπως «Δωδεκανησιακή Αυγή»-«Αυγή Δωδεκανησιακή», «Dodecanesian», Αμερικής, κ.ά.

Θα κλείσουμε το σημείωμα αυτό με το παράτολμο εγχείρημα του Καρπάθιου γιατρού Βάσου Βεργή που είχε παγκόσμιο αντίκτυπο.

Η είδηση δημοσιεύτηκε σε όλο το διεθνή Τύπο με αναφορές στην επίσημη ανακοίνωση του υφυπουργείου Δημοσίας Ασφαλείας η οποία απαθανατίζει το γεγονός ως εξής: «Έλλην Δωδεκανήσιος, διαμένων και εργαζόμενος εις ελευθέραν Ελλάδα την νύκτα της 17ης προς την 18ην Νοεμβρίου, επικεφαλής συμπατριωτών του και άλλων, απέπλευσαν εκ τινος ελληνικού όρμου δια βενζινοπλοίου και απεβιβάσθησαν εις νησίδα τινά της Δωδεκανήσου. Η ομάς αύτη επετέθη κατά του ιταλικού φυλακίου Καραμπινιέρων, του οποίου ηχμαλώτισε τον σταθμάρχην και τρεις καραμπινιέρους μετά του οπλισμού των. Εν συνεχεία επετέθη κατά του ναυτικού φυλακίου της ιδίας νησίδος με αποτέλεσμα τον φόνον τριών, εν οις και του επικεφαλής βαθμοφόρου. Οι επιδραμόντες επέστρεψαν πάντες μετά των τεσσάρων αιχμαλώτων και του οπλισμού των, εις τον όρμον εκ του οποίου απέπλευσαν».

πηγή εφ. Ροδιακή

27.10.2024
Καρπαθιακά Νέα