ΑΝΝΑ ΡΗΓΟΠΟΥΛΗ ΛΙΑΤΗΡΗ
Το περονοκούταλο
«Ευτελές δείπνον ου ποιεί παροινία»
Διογένης 410-323 π.χ. κυνικός φιλόσοφος
«Οκνό πουλί, πίτα κοιλιά»
Παροιμία Καρπάθου
Στον Παναγιώτη που χάρηκε την Κάρπαθο
Στην αδελφή μου Εύη
ΠΡΟΣΩΠΑ
Η Παναγιώτα, φιλόλογος, πρώην υπάλληλος του υπουργείου πολιτισμού.
Η Χαριστούλλα και ο Αναγνώστης ο Καουριστής γέννησαν την Κυραννία.
Η Κυραννία της Χαριστούλλας και ο Αννής ο Περικαμμένος Κούτσουρας γέννησαν οχτώ παιδιά και τελευταίο την Ανεστασούλλα.
Η Μαρού η Σεβνταλού και ο Ωργής[1] ο Προξενευτής γέννησαν τη Βασταρκούλλα του Τσελεπή την Πρικοτσιμέττα.
Η Βασταρκούλλα του Τσελεπή η Πρικοτσιμέττα και ο Αντωνάς ο Κουμιλιάρης[2] (αυτός που κάθεται στο κούμιλο=τζάκι του) γέννησαν τον Μηνάτση.
Ο Μηνάτσης έκλεψε την Ανεστασούλλα.
1.
Ο ήλιος ετοιμαζόταν να φανεί πίσω απ’ τον Υμηττό και η Παναγιώτα, όπως συνήθιζε κάθε πρωί, περίμενε με ανυπομονησία να απολαύσει την ανατολή σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια. Η πρώτη της δουλειά μόλις σηκωνόταν και πριν καθίσει στην αναπηρική καρέκλα ήταν να γυρίσει προς την ανατολή. Αν είχε αραιά και πού σύννεφα αδύναμα ή σύννεφα που έτρεχαν από τον δυνατό αγέρα αναστατωνόταν στη σκέψη της εμφάνισης ή όχι του ήλιου. Μην νομίζετε ότι δε της αρέσει και η δύση, αλλά η ανατολή είναι η αρχή κάθε μέρας, είναι όλοι ξεκούραστοι και συνήθως έχουν μπροστά τους πολύ χρόνο για σχέδια, όνειρα, δημιουργίες.
«Τη δύση την απολαμβάνουν συνήθως οι ονειροπόλοι και οι ερωτευμένοι», σκεφτόταν καθώς το κουδούνι χτύπησε και συγχρόνως άνοιξε η πόρτα. Ήταν ο θυρωρός με την αλληλογραφία.
«Χθεσινά τα νέα, Παναγιώτα. Κάπου παράπεσε ο φάκελος και σκέφτηκα να σου τον φέρω μήπως είναι κάτι επείγον. Συγγνώμη κιόλας, επειδή ξέρω πως ξυπνάς αξημέρωτα, γι’ αυτό άνοιξα. Καλημέρα».
«Καλημέρα και σε σένα. Καλά έκανες, αφού ξέρεις την κατάσταση. Ό,τι και να είναι, καλοδεχούμενο».
«Πώς πορεύτηκες την νύχτα; Είχες τους ίδιους πόνους;» ρώτησε με ενδιαφέρον.
«Ευτυχώς, καλύτερα πάω με την νέα θεραπεία. Καθηλωμένη στην πολυθρόνα στενοχωριέμαι, αλλά βγαίνει κάτι; Είχα πολλές εμπειρίες, ένιωσα πολλές χαρές και γνώρισα τόσους ανθρώπους στη ζωή μου. Και τούτο θα περάσει», απάντησε.
«Βλέπω, πήρες θέση πάλι για την ανατολή. Δεν βαριέσαι, Παναγιώτα, τι περιμένεις από τους κατοίκους της πόλης μας που ο ήλιος ανατέλλει από τον Τρελό και δύει στο Δαφνί;»
«Ε, όχι κι έτσι!». Προσβλήθηκε.
«Έχει κολλήσει η βελόνα, κάθε τόσο τα ίδια και τα ίδια λες. Διάβασε και κάτι», φώναξε αποδοκιμαστικά.
Και τι δεν του είπε. Για το ήπιο κλίμα και τον διάφανο αέρα της, για τους λόφους, για τα βουνά, για την ιστορία της που χρονολογείται από π.Χ., για τα αρχαία της.
Αμίλητος έμενε εκείνος.
«Δεν άκουσες, ε;».
«Ε, τι να κάνουμε δεν είμαστε όλοι μορφωμένοι σαν και του λόγου σου».
Η Παναγιώτα άνοιξε τον φάκελο. Μια πρόσκληση και μια επιστολή την περίμεναν να τα διαβάσει. Το γράμμα την γύρισε κοντά είκοσι πέντε χρόνια πίσω, τότε που δούλευε στο υπουργείο πολιτισμού. Χάρηκε αφάνταστα με το περιεχόμενο.
Άνοιξε το συρτάρι του γραφείου να το φυλάξει και πήρε τον ντοσιέ, για να φέρει στη μνήμη της τα γεγονότα που έζησε τότε. Magical ideas έγραφε απ’ έξω. Αναρωτήθηκε πού το βρήκε. Δεν έμεινε εκεί.
«Αυτό είναι. Δεν είναι μαγικό να ξαναθυμηθώ εκείνα τα γεγονότα;» φώναξε όσο της επέτρεπαν οι δυνάμεις της.
«Ποια γεγονότα, πότε και πού;» ρώτησε ο θυρωρός με ενδιαφέρον.
«Κάθισε, κάτι θα σου λέω, περισσότερα θα καταλαβαίνεις κι άλλα θα τα φαντάζεσαι».
Δεν ήταν από τα πρώτα της ταξίδια στο κέντρο του κόσμου, τις Βρυξέλλες, εκείνη τη μουντή, συννεφιασμένη μέρα. Τα συναισθήματα, οι διαφορετικές αντιλήψεις, οι μαραθώνιες συσκέψεις, τα οφιοειδή κτίρια, η προσεγμένη και sic πολυτέλεια, οι τεράστιες αίθουσες συνεδριάσεων, η δυσκολία ανάγνωσης και κατανόησης των εγγράφων επικοινωνίας, η αγωνία για την πορεία των συσκέψεων, όλα μα όλα της φαίνονταν ακόμη πρωτόγνωρα. Κανένα απ’ αυτά δεν μπορούσε να πει με ειλικρίνεια και με τον αέρα της έμπειρης υπαλλήλου, έτσι έλεγαν για κείνη, πως είχε κατακτήσει ή κατανοήσει ή συνηθίσει ή αποδεχτεί, παρόλο που είχε κάνει αρκετά ταξίδια. Φιλόλογος, με εξειδίκευση σε θέματα λαογραφίας, δούλευε στο υπουργείο πολιτισμού. Το βράδυ στο ξενοδοχείο, παρά την προσπάθειά της να διαβάσει, τρόπος του λέγειν δηλαδή, δεν τα κατάφερε. Ένιωθε μουδιασμένη. Άφησε το βιβλίο, σηκώθηκε, γύρισε δεξιά κι αριστερά πολλές φορές το κορμί κι έκανε κύκλους με τα χέρια. Έκατσε πάλι στο σκαμπό της τουαλέτας και η ματιά της έπεσε στιγμιαία στο βάθος των ματιών.
«Πάντα, όταν κοιτάζομαι στα μάτια με ζώνει εκείνο το μίγμα των περίεργων και ακαθόριστων συναισθημάτων, που μου προκαλεί φόβο ή τύψεις ή κάτι άλλο; Δεν μπορώ να πω. Πάντως, το έχω απ’ όταν άρχισα να σκέφτομαι. Σηκώθηκα από το σκαμπό και περπάτησα πέρα δώθε στις μύτες των ποδιών κοιτάζοντας τον καθρέφτη. Με ικανοποίηση και φαντασία. Πασπάτεψα τις άκρες των σγουρών μου μαλλιών και τα αγκάλιασα με τις χούφτες αργά αργά πιέζοντας με τα δάχτυλα τις ρίζες. Κάτι δεν μου άρεσε. Σηκώθηκα και με αποφασιστική κίνηση ψαχούλεψα τη θήκη της βαλίτσας».
Άκουσε γλυκιά φωνή φιλαρέσκειας.
«Σαν αφάνα έγιναν πάλι. Δεν συμμαζεύονται με τίποτα. Και τα τσουλούφια εδώ κι εκεί πολύ γρήγορα μακραίνουν. Να κάνεις τον κομμωτή. Αυτό δεν κάνεις κάθε φορά που νιώθεις την ανάγκη να φαίνεσαι ανανεωμένη και περιποιημένη; Διορθώνεις το κούρεμα».
Πήρε το ειδικό εργαλείο με τα ξυραφάκια και τη λαβή και διόρθωσε πολλές μυτούλες που ξέφευγαν.
«Μπράβο! Αυτό θα πει αυτοπεποίθηση. Άλλες πελάτισσες δεν τολμούν ούτε να σκεφτούν πως μπορεί να κόψουν μόνες τα μαλλιά τους, όχι να το κάνουν κιόλας. Πάντως ειλικρινά δεν σε βρίσκω και πολύ γιδοκουρεμένη», της είπε ο κομμωτής την τελευταία φορά που τον επισκέφτηκε.
Παρόλο που έπεσε κατάκοπη, δεν κοιμήθηκε καλά. Ξύπνησε καταϊδρωμένη και ανήσυχη. Είχε την ατυχία να έχει εξωτερικό δωμάτιο με παράθυρο στον δρόμο και πριν καλά καλά χαράξει η μέρα άκουσε τον χαρακτηριστικό στριγκό ρουτινιάρικο πέρα δώθε των μέσων μεταφοράς, που κινούνταν σε μεταλλικές ράγες. Ξαφνικά, με το κόκκινο κουμπί του τηλεχειριστηρίου μαύρισε την οθόνη της τηλεόρασης, που την άφησε ανοιχτή όλη νύχτα. Πετάχτηκε από το κρεβάτι και άνοιξε προς τα αριστερά τη βαριά κουρτίνα. Αμέσως ξαναξάπλωσε. Ήταν η πιο ευχάριστη ώρα. Το συνήθιζα να γεύεται με όλες τις αισθήσεις το πρωινό γλυκό χαλαρωτικό χουζούρεμα, που θεωρούσε ότι το δικαιούταν. Κι εκείνο το πρωί, όπως όλα τα πρωινά που κακοκοιμόμουν, την ίδια σκέψη έκανε.
«Το χουζούρεμα είναι η μεγαλύτερη ευχαρίστηση! Μου το χρωστάει η νύχτα. Αν είχα χορτάσει τον βραδινό ύπνο, δεν θα το είχα ανάγκη τώρα», παραμίλησε και ξάπλωσε ανακουφισμένη.
Με το χτύπημα της πόρτας πετάχτηκε και βρέθηκε μπροστά στον πιο λαχταριστό δίσκο πρωινού.
«Μόνο τον καφέ λαχταρώ», σκέφτηκε καθώς η μυρωδιά του απλώθηκε στον χώρο.
Ύστερα από λίγο έφυγε βιαστικά χωρίς να πιει ούτε γουλιά καφέ.
Αργότερα βρήκε στη θέση της σχέδιο κανονισμού με θέμα την ιστορική αναδρομή στον πολιτισμό και στη λαογραφία τριών χωρών του Βορρά. Φτωχό της φάνηκε, πριν καν το ανοίξει. Το φυλλομέτρησε. Νόμιζε πως είδε μία έκθεση και μία εισήγηση, χωρίς λεπτομέρειες.
Η προηγούμενη συνεδρίαση είχε γίνει πριν από αρκετούς μήνες αλλά, παρά την υποστήριξη του αιτήματος από τις τρεις ενδιαφερόμενες χώρες, ο κανονισμός δεν ψηφίστηκε. Συμφωνήθηκε να ετοιμαστεί νέο βελτιωμένο πρόγραμμα, που θα περιλαμβάνει αναλυτικά κοστολογημένες τις δράσεις και χρονοδιάγραμμα υλοποίησης.
Με την έναρξη της συνεδρίασης οι περισσότερες χώρες αντέδρασαν έντονα. Αφού πέρασαν αρκετές ώρες διαβουλεύσεων, τελικά τα καταφέραν. Αναβλήθηκε η ψηφοφορία.
«Ω, πλάστη μου, τι όνειρο κι αυτό! Κανένα έλεος, η μοίρα μου με τουφέκισε πάλι με βέλη δημιουργίας, μόνο και μόνο για να μην μπορεί να ησυχάσει η ευφάνταστη ύπαρξή μου», στραβομουτσούνιασε.
«Μα εσύ δεν ήθελες παιχνίδια με τον πολιτισμό;» άκουσε από τα σπλάχνα της.
Ακούγοντας το ξυπνητήρι, πετάχτηκε στη στιγμή.
«Παναγιώτα, όρθια. Σήμερα θα είναι δύσκολη μέρα».
Το μουντό και κακομοιριασμένο απόγευμα της ίδιας μέρας τελείωσε άλλη μια κουραστική συνεδρίαση, σκεφτόταν η Παναγιώτα νωρίς το πρωί την επόμενη μέρα, καθώς έπαιρνε πρωινό στην τραπεζαρία του ξενοδοχείου Αριστοτέλης με τις σκέψεις της να ταξιδεύουν αδιάλειπτα στη χθεσινή μέρα. Καθώς μασουλούσε μια φέτα ψωμί με βούτυρο και μέλι, ένιωθε χαλαρωμένη, αλλά και προβληματισμένη.
«Είμαστε στην αρχή της εισόδου μας στην ΕΟΚ. Αν δεν καταφέρουμε ν’ αναλάβουμε πρωτοβουλίες, ώστε να συνταχθούν σχετικά προγράμματα ανάπτυξης για κάθε τομέα χωριστά, δεν βλέπω προκοπή. Και όχι έτσι, απλά, να γράφουμε για να γράφουμε. Πρέπει να συνοδεύονται με στατιστικά, οικονομικά, κοινωνικά, περιβαλλοντικά στοιχεία και άλλα κριτήρια, έτσι, ώστε να τεκμηριώνονται οι προτάσεις μας. Να φαίνονται δηλαδή οι στόχοι, οι δράσεις και ν’ αποδεικνύονται τα αποτελέσματα. Αλήθεια, με πόση επιμονή υποστήριζαν το αίτημά τους; Κι εγώ θα επιστρατεύσω την παιδική μου ηλικία. Τότε που είχα απύθμενη φαντασία και σκαρφιζόμουν κατασκευές που δεν μπορείς να φανταστείς. Μόνο αυτοί το έχουν το μυαλό; Θέλουμε, δεν θέλουμε θα πρέπει κι εμείς να βάλουμε το τσερβέλο μας να γεννήσει ιδέες», ξεροκατάπιε την μπουκιά της.
«Παναγιώτα, είσαι ηλίθια ή αφελής; Καταλαβαίνεις τι λες; Έχεις την ψευδαίσθηση πως θα παίξεις τις κούκλες με τους υπαλλήλους των Βρυξελλών;» άκουσε από το βάθος των ματιών της. Το πρόσωπο πέτρωσε και μετά, ένα διαρκές μειδίαμα ξαφνιάσματος έμεινε να διαγράφεται στο πρόσωπό της.
«Δεν σε καταλαβαίνω, Παναγιώτα. Δεν έχεις αντιληφθεί ακόμη πόσο δύσκολοι παίχτες είναι;» προσπάθησε να ξαναβάλει τα πράγματα στη σωστή τους θέση.
«Όχι, νιώθω σαν να τους γέννησα κι ας είμαστε ακόμη αμάθητοι στις αντιλήψεις και στα χούγια τους. Μα, εγώ, μικρή, δεν έπαιζα μόνο με κούκλες. Σκέφτηκα τέτοιο πράγμα; Λάθος», κλυδωνίζονταν οι σκέψεις της σαν τη βάρκα του ψαρά που μαζεύει τα δίχτυα με πλούσια ψαριά.
«Πράγματι, έχουμε αδυναμίες κι ελλείψεις, αλλά διατηρώ την αισιοδοξία μου ότι θα τα καταφέρουμε», απάντησε πειστικά κι έκλεισε το θέμα για την ώρα.
«Χμ, εγώ δεν είμαι και τόσο αισιόδοξη, χρειάζεται πολλή δουλειά», μίλησε η απαισιόδοξη πλευρά του εαυτού της.
«Καλημέρα», την διέκοψε η χαρακτηριστική φωνή του ταξιτζή, που θα την μετέφερε στο αεροδρόμιο.
«Ήρθα λίγο νωρίτερα, πειράζει; Είστε έτοιμη;» συνέχισε με τη συνηθισμένη θαρρετή οικειότητα.
Η Παναγιώτα τίναξε λίγα ψίχουλα από το κατακόκκινο φόρεμά της και σηκώθηκε. Φόρεσε τη μεταξωτή μαύρη ζακέτα και απ’ έξω την καπαρντίνα της.
«Πώς ντύθηκα έτσι; Στην Αθήνα θα σκάσω. Και τι να έκανα αφού δεν χωρούσαν στη βαλίτσα», σκέφτηκε ξαναμμένη ακόμη από την πάλη με τις προηγούμενες σκέψεις.
Ο ταξιτζής πήρε φουριόζος τη βαλίτσα και η Παναγιώτα ακολούθησε προσπαθώντας να στρώσει τα μαλλιά της.
«Όλα εντάξει, κυρία;» ρώτησε.
Η Παναγιώτα δεν απάντησε.
«Καλά, συγγνώμη. Μείνετε στις σκέψεις σας, μην ενοχλείστε», κούνησε το κεφάλι του με χαμόγελο. Συγκαταβατικό.
Η Παναγιώτα, καθώς οι σκέψεις της γυρόφερναν στα χθεσινά, ξαφνιάστηκε ακούγοντας τη φωνή του ταξιτζή.
«Ο δρόμος του γυρισμού είναι πάντα πιο σύντομος από τον δρόμο του πηγαιμού. Δεν συμφωνείτε; Φτάσαμε».
«Ευχαριστώ», είπε αδέξια κουβαλώντας τα πράγματά της.
Στο αεροδρόμιο Charleroi επικρατούσε πανζουρλισμός. Είχε πολύ κόσμο και μόνιμο βουητό. Όλες οι αναχωρήσεις των τελευταίων ωρών είχαν καθυστέρηση. Η βαριά ομίχλη που απλώθηκε στα αεροδρόμια διπλανών χωρών είχε σαν συνέπεια την αδυναμία προσγείωσης των αεροπλάνων εκεί, με αποτέλεσμα να κατευθύνονται όλα για Βρυξέλλες. Έτσι το Charleroi μπλόκαρε από αφίξεις αεροσκαφών και επιβάτες που περίμεναν μετεπιβίβαση για τον τελικό προορισμό, ξέχωρα οι επιβάτες που κατέφθαναν από λεπτό σε λεπτό για αναχώρηση.
Η Παναγιώτα περιπλανιόταν αρκετή ώρα στο αχανές αεροδρόμιο.
«Μάταια ψάχνω ν’ ακουμπήσω κάπου», σκεφτόταν θέλοντας να διώξει μπερδεμένα σύννεφα από το μυαλό.
Η βαριά ατμόσφαιρα και η ζέστη την ενοχλούσαν. Έβγαλε την καπαρντίνα και την πέρασε στο αριστερό της χέρι. Κάποια στιγμή άφησε τα πράγματα. Ένιωσε τα χέρια και τους ώμους να πονάνε από τα βάρη και τα πόδια της να λυγίζουν από το περπάτημα. Έμεινε όρθια, αμήχανη κι άβουλη να παρατηρεί τον κόσμο που συνέχιζε να μαζεύεται.
«Τι φρίκη! Πόσος κόσμος, μα τη μαύρη μου τύχη. Και μας έχουν μαντρωμένους σαν να είμαστε σκλάβοι».
Ξαφνικά, έπεσε το βλέμμα της προς το μεγάλο παράθυρο της τεράστιας αίθουσας. Φευγαλέα είδε μια γυναίκα που είχε δεμένο το κεφάλι της με πλουμιστό μαντήλι. Σαν αετός που μάτιασε από ψηλά το θύμα του προχώρησε προς τα εκεί. Ή μήπως εξαιτίας των γνώσεων της μυριζόταν σαν λαγωνικό οτιδήποτε παραδοσιακό έπεφτε στη ματιά της;
Ύστερα από λίγο στάθηκε αναποφάσιστη μπροστά σ’ ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, που η γυναίκα ήταν αυτή που φορούσε το μαντήλι. Από την πρώτη ματιά που τους έριξε εντυπωσιάστηκε. Φορούσαν και οι δύο παραδοσιακές φορεσιές και της φάνηκε σαν να έρχονταν από ξεχασμένα αλλοτινά χρόνια. Τους παρατηρούσε μισοκρυμμένη ανάμεσα στον κόσμο και στα ανάμικτα συναισθήματά της. Ασυναίσθητα έκανε μερικά βήματα προς το μέρος τους.
«Πω, πω! Είναι χάρμα οφθαλμών. Έχω δει παρόμοιες στο άλμπουμ των παραδοσιακών στολών, αλλά είναι τόσες πολλές, που δεν θυμάμαι από ποιο μέρος είναι. Πάντως, σίγουρα είναι από νησί», σκέφτηκε.
Η γυναίκα που φορούσε το μαντήλι, όταν την είδε ξαφνικά μπροστά της, την πόνεσε.
«Ώχου! Κι εμείς ταλαιπωρημένοι, αλλά κι αυτή φαίνεται καλός άνθρωπος και μας κοιτάζει μες στα μάτια. Τις φορεσιές μας φαίνεται, λιμπίστηκε. Ή μήπως θέλει να καθίσει δίπλα μας και ντρέπεται να το πει; Θα της κάνω μέρος. Μπορεί να ξέρει και την ξένη γλώσσα να μας βοηθήσει», συλλογίστηκε.
Οι σκέψεις της μιας διαπέρασαν όλα τα σκληρά άκαμπτα εμπόδια και συναπαντήθηκαν αρμονικά. Τώρα η Παναγιώτα βρισκόταν σχεδόν μπροστά της.
«Θέλεις, κόρη μου, να καθίσεις; Θα στριμωχτούμε λίγο, για να χωρέσουμε. Είμαστε και κάπως παχουλοί, αλλά θα μας πάρει. Θέλεις;», ξαναρώτησε πειστικά χωρίς να το πολυσκεφτεί. Συγχρόνως μετακινήθηκε κοντά στον άντρα αφήνοντας για την άγνωστη αρκετό χώρο δίπλα της.
«Το ειδείν[3] (εμφάνιση) αυτής της κόρης, μου αρέσει», ψιθύρισε η γυναίκα.
«Μόνο που δεν έχουμε κάτι για τραταμέντο,[4] (κέρασμα) μια που ήρθες και μας βρήκες», συμπλήρωσε ο άντρας με λάμψη στα μάτια κι αγαπησιάρικο μειδίαμα.
«Ευχαριστώ πολύ, καλοσύνη σας. Θα καθίσω».
Η Παναγιώτα πρόσεξε τη χαρακτηριστική προφορά και τον τρόπο ομιλίας τους. Αυθόρμητα έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό, καθώς η κούραση μαζί με την αμηχανία της στιγμής έδωσαν τη θέση τους στην ανακούφιση. Ασυναίσθητα σήκωσε τα κατσαρά της μαλλιά προς τα πίσω κι ακούμπησε το μέτωπο με την ανάστροφη του χεριού της σκουπίζοντας τον ιδρώτα. Κάθισε και βολεύτηκε όπως όπως δίπλα στο ζευγάρι, αφού προσπάθησε να τακτοποιήσει τη μικρή βαλίτσα και μια μεγάλη δερμάτινη τσάντα με τα υπηρεσιακά της όπλα. Έβγαλε τη ζακέτα και την ακούμπησε μαζί με την καπαρντίνα πάνω στη βαλίτσα. Τελευταία άφησε την πλαστική τσάντα που είχε μέσα σοκολάτες για τα αγόρια της. Πρώτη φορά που βαρυγγώμησε.
«Τι τα ήθελα κι αυτά; Τέτοια ταλαιπωρία με όλα τούτα τα βάρη. Κόπηκαν τα χέρια μου. Δεν είμαι και τόσο εξασκημένη. Άνθρωπος του γραφείου και της πόλης είμαι, τι περιμένεις;» είπε αόριστα, γυρίζοντας ασυναίσθητα προς την ξένη.
«Ω, κόρη! Θα έχουμε μάφε[5] (άραγε) μεγάλη καθυστέρηση, ποιος να ξέρει;» ρώτησε μετά από λίγο ο άντρας. Της Παναγιώτας το βλέμμα έπεσε στα πόδια του. Φορούσε ψηλές δερμάτινες μπότες, που της φάνηκαν χειροποίητες.
«Τα στϊάνια[6] (ψηλά δερμάτινα χειροποίητα υποδήματα) μου κοιτάς;» συμπλήρωσε.
«Έτσι φαίνεται, αλλά δεν έχουν ειδοποιήσει ακόμη για πόσες ώρες. Ναι, ναι αυτές οι μπότες είναι περίεργες», απάντησε, καθώς προσπαθούσε να συνέλθει.
«Με το καλό να αποσώσουμε. Είναι είδος της τοπικής μας παράδοσης, τα φτιάχνουμε μόνο στον τόπο μας. Δεν θα τα βρεις πουθενά αλλού».
«Χμ! Εσείς, κόρη μου, Αθήνα πάτε;» ρώτησε η γυναίκα κομπιάζοντας.
«Ναι. Κι εσείς;»
«Όχι. Εμείς πρώτα Αθήνα και μετά με το βαπόρι στο νησί μας, την Κάρπαθο. Στη συνέχεια θα πάρουμε το καΐκι για το χωριό μας την Όλυμπο, που είναι στη βορειότερη μεριά του. Μόλις ειδοποιήσουν για την πτήση θα μας πείτε; Εμείς δεν καταλαβαίνουμε τις κόρες που μιλούν».
«Ναι, ευχαρίστως! Δεν έχω πάει. Είναι ωραίος ο τόπος σας;»
«Οπόθθεν[7] (απ’ όποιο μέρος) και να τον κοιτάξεις είναι ανεκτίμητο πετράδι. Πολύ ωραίος σε όλα του ή ξέρετε, όπως το πάρει κανείς, για να μην υπερβάλλω κιόλας. Πάντως, όσοι έρχονται, μένουν ενθουσιασμένοι. Δεν άκουσα ούτε έναν που να μην του άρεσε. Όχι μόνο αυτό, αλλά οι περισσότεροι σκλαβώνονται, σαν να το ερωτεύονται. Είναι ο αγέρας, οι θάλασσες, οι μυρωδιές των φυτών, τα φαγητά μας, το τοπίο, που αλλού είναι ήμερο και καλοπερπάτηχτο κι αλλού αγριεύει με τα κακοτράχαλα μονοπάτια και τους γκρεμούς. Είναι η λύρα, η τσαμπούνα, οι μαντινάδες, τα πανηγύρια, τα μοναστήρια και τα οξωμονάστηρα. Τι να σου πρωτοπώ και τι να παραλείψω, κόρη!» απάντησε ο άντρας.
«Έτσι όπως μιλάτε πρέπει να νοσταλγήσατε τον τόπο σας. Λείπατε καιρό;» ρώτησε.
2.
Η Παναγιώτα καλοτύχιζε τον εαυτό της. Με την πρώτη συμπάθησε τους διπλανούς της. Η γυναίκα μιλούσε γρήγορα με ένρινη λεπτή, γλυκιά, κελαριστή φωνή και με παιδική αφέλεια. Την γύρισε στα παιδικά της χρόνια, τότε που παρατηρούσε τα σπουργίτια να σκαλίζουν το χώμα βιαστικά σαν κυνηγημένα, να τρώνε λαίμαργα ό,τι έβρισκαν και ξαφνικά να πετούν και να εξαφανίζονται. Τα μάτια της ήταν μεγάλα με αστραφτερή θωριά κάτω από σμιχτά άβγαλτα φρύδια, που μαζί με τα σαρκώδη χείλη της στόλιζαν το μελαχρινό όμορφο πρόσωπο. Ο άντρας φαινόταν εύστροφος κι έξυπνος. Η φωνή του ακουγόταν νεανική και πλούσια σε μεταλλικές αποχρώσεις.
«Ναι, βέβαια την νοσταλγήσαμε. Θα σου πούμε, καμάρι μου».
«Με λένε Παναγιώτα. Ήμουν εδώ για να πάρω ιδέες σε θέματα λαϊκού πολιτισμού. Χαίρομαι που σας γνώρισα κι ευχαριστώ που κάνατε χώρο να καθίσω. Είναι αλήθεια πως έψαχνα πολλή ώρα. Κουράστηκα κι απελπίστηκα, αφήστε που αγχώθηκα κιόλας. Ποιος να ξέρει πόσες ώρες θα χάσω περιμένοντας την πτήση;»
«Παιεμένη[8] (μορφωμένη) είναι η κόρη, ζωγραφιά μου», είπε ο άντρας στη γυναίκα σκύβοντας στ’ αυτί της.
«Ναι, ναι έτσι φαίνεται».
«Εμένα με λένε Μηνάτση».
«Εμένα Ανεστασούλλα», απάντησαν σχεδόν ταυτόχρονα.
«Τι ονόματα ήταν αυτά που άκουσα; Όχι να τα θυμάμαι, αλλά ούτε που τα κατάλαβα», σκέφτηκε η Παναγιώτα.
«Από πού έρχεστε;» ρώτησε.
«Είχαμε πάει δυο βδομάδες στην Αμερική, να δούμε την εγγονή μας, την κόρη της μικρότερης κόρης μας, που γέννησε το δεύτερο παιδάκι της, ένα αγοράκι, το δισέγγονό μας. Το πρώτο της είναι κοριτσάκι. Ξέρεις, είμαστε καλότυχοι. Έχουμε νιώσει κι έχουμε χαρεί στη ζήση μας για πολλά πράγματα, περισσότερα απ’ όσα χαίρονται οι άλλοι άνθρωποι. Αποκτήσαμε το δωδέκατο δισέγγονο. Ένα πανέμορφο αγόρι. Μέχρι τώρα έχουμε πάει, εκτός από την Αμερική, σε πολλά μέρη στην Ελλάδα, όπως στην Κρήτη και τη Ρόδο, έχουμε φτάσει μέχρι την Ήπειρο και την Αλεξανδρούπολη. Α, ξέχασα. Πήγαμε ακόμη και στην Κύπρο. Κάθε φορά που γεννάει ένα εγγόνι, πηγαίνουμε να δούμε το δισέγγονο, να του ευχηθούμε να είναι καλότυχο και να το ασημώσουμε. Ξέρετε; Κρεμάσαμε στο κουκούλλι[9] (υφασμάτινο κεντημένο κάλυμμα κεφαλής μικρών παιδιών) του νεογέννητου δυο χρυσές λίρες πλεγμένες με χρυσή μπιμπίλα γύρω γύρω. Το κουκούλλι το κέντησε σταυροβελονιά η κόρη μας με όμορφα σχέδια και χαρούμενα χρώματα πάνω σε άσπρο μετρητό. Επίσης μας έδωσε τέσσερα φλουριά που τα καρφιτσώσαμε κι αυτά πάνω στο κουκούλλι μαζί με τις λίρες. Και ξέρεις πώς θα ονομάσουν το νεογέννητο; Το όνομα του Μηνάτση μου. Τα συχαρίκια για την είδηση τα πήρε η εγγονή μας που μας το έγραψε στο γράμμα και της τάξαμε δυο καμπάνες,[10] (σκουλαρίκια) από μισή χρυσή λίρα η κάθε μία. Θα το βαφτίσουν το άλλο καλοκαίρι στην Έλυμπο. Θα πάρει το όνομα του Μηνάτση Θέου, αδελφού του πεθερού της εγγονής μας, ο οποίος ήταν άκληρος κι έδωσε την περιουσία του στον άντρα της. Επειδή είναι το πρώτο και μοναδικό δισέγγονο που θα ονομαστεί Μηνάτσης, ο Μηνάτσης μου πια πετά από τη χαρά του, κρυφή χαρά που βράζει μέσα του κι ας μην είναι για το ίδιο όνομα. Ακριβοπεριμένει να το ακούσει. Δεν το παραδέχεται βέβαια, αλλά όλοι το βλέπουν. Έχει και δίκιο! Ξέρεις τι είναι; Ο πρωτογιός μας έβγαλε το όνομα του πατέρα του στο εγγόνι μας και τώρα ήρθε η εγγονή μας από τη μικρότερη κόρη και θα το ξαναβγάλει στο δισέγγονο! Μεγάλο πράμα, κόρη μου», είπε με περίσσια χάρη η Ανεστασούλλα.
«Έπεα πτερόεντα. Και κακώς που δεν σημείωνα μέχρι τώρα».
Παναγιώτα, άδραξε τη μέρα, διάβασε στον απέναντι καθρέφτη.
«Μια στιγμή, παρακαλώ. Θα μπορούσα να σημειώνω αυτά που ακούω;
Χωρίς να περιμένει απάντηση έβγαλε τον ντοσιέ και το μολύβι από την τσάντα. Κάτεχε τον τρόπο να κρατάει σημειώσεις κι εκκρεμότητες.
«Άρμα μανίκα[11], (έτοιμη για δουλειά) είσαι κόρη. Πού ξέρεις; Λες να μας μάθει όλος ο κόσμος τώρα στα γέρα μας;» κούνησε καταφατικά το κεφάλι του ο Μηνάτσης, που μόλις είδε το χαρτί και το μολύβι ανατρίχιασε από περηφάνεια.
«Ποτέ δεν είναι αργά να κάνει κάποιος την υπέρβαση από τα καθημερινά και τα συνηθισμένα. Κάπως έτσι, απλά και απρόσμενα, γίνεται η αρχή», είπε με νόημα η Παναγιώτα.
«Όταν τελειώσεις αυτό που θα γράψεις θέλουμε να το αφιερώσεις σε μένα και στη ζωγραφιά μου», ζήτησε ο Μηνάτσης.
«Βέβαια, με μεγάλη ευχαρίστηση! Θα γεμίσω την ψυχή σας με περηφάνια και όλοι θα μιλούν για σας και την Ζωγραφιά», είπε η Παναγιώτα.
«Δεν την λένε ζωγραφιά, έτσι τη φωνάζω εγώ χαϊδευτικά. Ξέχασες; Την λένε Ανεστασούλλα κι εμένα Μηνάτση».
«Ναι, πράγματι. Για να είμαι ειλικρινής, δεν τα θυμόμουν τα ονόματά σας. Μου φάνηκαν τόσο περίεργα», απάντησε θαρρετά.
«Θα μας μάθεις, κόρη μου, θα μας μάθεις κι απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη. Το ένα είναι χαϊδευτικό της Αναστασίας και το άλλο του Μηνά».
«Μηνάτσης και Ανεστασούλλα», επανέλαβε ο Μηνάτσης και η Παναγιώτα προσπάθησε να τα γράψει στη μνήμη της.
«Κουνουπίστηκε[12] (επιτάχυνε τη δουλειά της (κώνωψ+κονίομαι) η κόρη», σιγοψιθύρισε η Ανεστασούλλα.
Ωστόσο, την περίμεναν με υπομονή και μόλις σήκωσε το κεφάλι και τους κοίταξε, άρχισε να γράφει όσα άκουγε.
«Γυναικείες κουβέντες ευφάνταστης ζωγραφιάς, καλό μου! Αλλά είναι αλήθεια ότι εμείς στον τόπο μας, ακόμη και στα ονόματα, έχουμε έθιμα απαράβατα. Κανονικά δεν θα έπρεπε να χαιρόμαστε αφού δεν βγαίνει ο Μηνάτσης, εγώ δηλαδή, αλλά ο Μηνάτσης Θέος. Τι σημασία έχει όμως, κόρη μου; Μηνάτση, θα φωνάζουν το παιδί. Εγώ, έτσι τα βλέπω τα πράγματα. Χαίρομαι, δεν το κρύβω. Και η ζωγραφιά μου θα ήθελε, το ξέρω, μου το είπε, να βγάλουν το όνομά της σε δισέγγονο, αλλά αονή[13], (τσιμουδιά) κανείς δεν μαθαίνει ποτέ τι σκέφτεται. Με όλα της τα κορμοδάχτυλα σταυροκοπιέται στην Παναγία να το φέρει η τύχη να έρθουν ταιριαστά τα πράγματα και να βγει κι αυτής το όνομα σε δισέγγονο. Και σε μένα μη νομίζεις ότι τα λέει όλα, μόνο όσα θέλει. Ας είναι. Να σου πω, τι άλλο έφτιαξε η Ανεστασούλλα για τον μικρό Μηνά; Ασημόφουντες, που τις φτιάχνουν για τα νεογέννητα, από τριών λογιών κλωστές ασημένιες, μεταξένιες και χρωματιστές, πλεγμένες σαν κορδόνι. Στο κάτω μέρος άφησε άπλεχτες όλες τις κλωστές και τις έδεσε τρεις τρεις μαζί σε κρόσσια. Τις στερεώνουν στην κορυφή του κουκουλλιού του μωρού. Μα, ξέρεις πόσο όμορφες φαίνονται; Έτσι, Ανεστασούλλα; Εγώ δεν τα ξέρω και καλά αυτά», μπήκε στην κουβέντα ο Μηνάτσης.
«Όλα τα ξέρεις και τίποτα δεν σου ξεφεύγει. Πάντως ο μικρός Μηνάς θα είναι διπλονοματάς», επέμεινε η Ανεστασούλλα.
«Γιατί τα λες αυτά τα λόγια, ζωγραφιά μου; Διπλονοματάς θα ήταν αν και οι δύο παππούδες του είχαν το όνομα Μηνάτσης».
«Πάντως ο Μηνάτσης μου, κράταγε, από τη μεριά της μάνας του, από φαρδυσκελλάες[14] (γενιά γαιοκτημόνων) με πολλά χωράφια, μοναστήρια και εξωμονάστηρα. Ήταν μοναχογιός και κανακάρης.[15] (ο πρώτος γιος του ζευγαριού, που παίρνει όλη την κτηματική περιουσία του πατέρα του) Δεν του φαίνεται; Όσοι ήταν της γενιάς ανήκαν σε άλλη, πιο πάνω από όλους εμάς τάξη και αυτοί μόνο είχαν τέτοια στολίσματα και άλλα πολλά. Η κόρη μας έφτιαξε και Ελυμπίτικη στολή για το νεογέννητο. Το όνομα, βλέπεις, που έλεγα. Την έκανε έκπληξη στο εγγόνι της. Να δεις με τι θαυμασμό και περιέργεια την κοιτούσαν ο Αντρέ, ο Αμερικάνος, που δουλεύει μαζί με τον εγγονό μας και θα βαφτίσει τον Μηνάτση. Εκείνη η γυναίκα του πια, η Στέφανη, όλο ερωτήσεις έκανε για να καταλάβει, λέει. Αλέστα,[16] (εμπρός\επίρρ.) Στέφανη, όμως θέλεις πολλά μαθήματα ακόμη, για να μάθεις τα έθιμά μας, της είπα. Αυτή δεν χαμπάριαζε, Παναγιώτα μου. Και να δεις καμάρι ο γαμπρός μας! Ας είναι. Τούτο το ταξίδι της επιστροφής από την Αμερική μας κούρασε περισσότερο. Πολλές οι ώρες, ατέλειωτος ο ωκεανός. Παραμεγαλώσαμε, δεν είμαστε πια για ταξίδια. Ας είναι καλά τα παιδιά όλου του κόσμου και τα δικά μας. Εσείς έχετε παιδιά;»
«Και βέβαια έχω δύο αγόρια, αλλά είναι σχετικά μικρά, ο μεγάλος τελειώνει φέτος την τρίτη Γυμνασίου και ο μικρός την έκτη Δημοτικού. Παντρεύτηκα μεγαλούτσικη. Αλλά για πέστε μου, πόσων χρονών παντρευτήκατε που προλάβατε να έχετε κιόλας τόσα δισέγγονα;» περίμενε την απάντηση απορημένη.
Ο Μηνάτσης και η Ανεστασούλλα κοιτάχτηκαν με γεροντική ή ερωτική αφέλεια ή και τα δύο; Η Παναγιώτα δεν κατάλαβε.
«Πρώτα κλεφτήκαμε κι ύστερα παντρευτήκαμε, κόρη μου! Εγώ κοντά στα είκοσι και η ζωγραφιά μου, από δω, τέσσερα χρόνια μικρότερη. Η νιότη μας ήταν λουλουδιασμένη τότε κι ακόμη είναι. Αγαπηθήκαμε στο χωριό μας, στο πασάκι[17] (σταχυολόγηση) για το μάζεμα της ελιάς. Ξέρετε στην Κάρπαθο, μετά το μάζεμα της ελιάς, οι πιο φτωχοί ξεκινούσαν από διπλανά ή πιο απομακρυσμένα χωριά να μαζέψουν λίγες ελιές που είχαν μείνει στα δέντρα και στο χώμα. Έτσι, έβγαζαν λίγο φρέσκο λάδι και το φύλαγαν σε πιθιακό. Το ευχαριστιόντουσαν σαν μόσκο!»
Η Παναγιώτα τις είδε ξεθεωμένες να τρώνε μετά τη δουλειά κουλούρες με ελιές και μανούλι, ρέγκα τσουριστή με λάδι, να πίνουν γλυκό κρασί, μετά να λένε αστεία και πειράγματα και με όση δύναμη τους απόμεινε να στήνουν και χορό.
«Όλοι μας και οι πλούσιοι και οι φτωχοί ξανανιώνουμε με την ξεχωριστή γεύση και τη μυρωδιά του καρπάθικου λαδιού, που πιστεύω ότι δεν τη βρίσκεις πουθενά. Έτσι ήρθε και η ζωγραφιά μου με τη μάνα της, την Κυραννία της Χαριστούλλας, από το Μεσοχώρι στα λιόφυτά μας. Ξέρεις η μάνα της ήταν κουτρούλλα[18] (χωρίς προίκα, το τελευταίο κορίτσι της οικογένειας) αλλά νοικοκυρά, οικονόμα και δουλευταρού. Είχε πάρει κι αυτή από τη μάνα της, τη Χαριστούλλα, τη λαλλά της Ανεστασούλλας μου. Και ξέρεις πώς την κιάλαρα τη ζωγραφιά μου; Είχε βάλει μια φούντα άσπρα φούλια στ’ αφτί της. Μα, πόση αντίθεση έκαναν με το μαυριδερό πρόσωπο, τα αστραφτερά μάτια και τα μαύρα γυαλιστερά της μαλλιά! Όχι μόνο αυτό. Από το πρωί την γυρόφερνα να μυρίζω τον μόσκο της. Για καλή μου τύχη, καθώς μάζευε τις ελιές, έπεσαν τα φούλια κι έσκυψα να τα σηκώσω, για να της τα δώσω», είπε ο Μηνάτσης.
«Πεσμένα φούλια δεν βάζω πάνω μου, αν θέλεις βάλε τα στο δικό σου αφτί», είχε έτοιμη την απάντηση.
«Τι να κάνω, καμάρι μου, Παναγιώτα, τα έβαλα κι αυτό ήταν. Μαγεύτηκα!»
«Ήταν από τα τελευταία που βρήκε η μάνα μου επειδή αποστρέφουν μέχρι τα Χριστούγεννα. Βλέπεις, δεν είχα προίκα κι η μάνα μου με ήθελε πάντα όμορφη για να λιμπιστούν οι γαμπροί τα κάλλη μου».
«Ή είχε τα φούλια στο αφτί ή δεν τα είχε, ήταν ηφαίστειο της Σαντορίνης σε όλα της», χαμογέλασε με νόημα ο Μηνάτσης.
Η Παναγιώτα παραξενεύτηκε.
«Κατάλαβα σωστά; Γιατί λέτε την Κυραννία με το όνομα της μάνας της και όχι του πατέρα της;» ρώτησε.
«Να σου πούμε, κόρη. Ο άντρας της λαλλάς Χαριστούλλας, ο Αναγνώστης ο Καουριστής,[19] (που περπατούσε σαν τον κάβουρα) έλειψε πολλά χρόνια στην ξενιτιά και αυτή φορτώθηκε όλα τα βάρη της οικογένειας και την ανατροφή των παιδιών. Τι κοντυλένιο παλικάρι ήταν στα νιάτα του! Όταν γύρισε, μετά από χρόνια, κόντευε η μούρη του να ακουμπήσει στο χώμα. Γι’ αυτό τον έβγαλαν καουριστή, καταλαβαίνεις από τον κάβουρα. Έτσι, σιγά σιγά ο πατέρας ξεχάστηκε και ο κόσμος για πατέρα έβλεπε τη μάνα. Βέβαια, όταν γύρισε, προσαρμόστηκε αμέσως στα του χωριού, τόσο που οι περισσότεροι ξέχασαν το φευγιό του, αλλά το όνομα, η Κυραννία της Χαριστούλλας, έμεινε».
«Ώστε έτσι; Αυτά είναι τα μητρωνυμικά ονόματα. Και μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις το παιδί, αν ήταν αγόρι, μπορεί να έπαιρνε επώνυμο από το όνομα της μητέρας του. Όπως το είπατε, συνέβαινε στα νησιά ή για πατεράδες που ταξίδευαν».
«Ναι, ε; Έτσι τα λένε; Εσύ τα ξέρεις, ως φαίνεται καλύτερα από μας», έκανε η Ανεστασούλλα.
«Σαν να με μάγεψαν! Αλλά τι σκέφτομαι τώρα, εγώ τα σκέφτομαι αυτά; Πάντως νιώθω όμορφα και χαλαρά μαζί τους. Πήγαν περίπατο το άγχος, η κούραση, ο εκνευρισμός. Είναι συμπαθητικοί και ανοιχτόκαρδοι. Απ’ όσα άκουσα μέχρι τώρα, όλα είναι ενδιαφέροντα και τα περιγράφουν απλά και αυθόρμητα. Έχουν τον τρόπο να σε κάνουν να θέλεις να τους ακούς. Μ’ αρέσει η παρέα τους. Θα αφεθώ στις εμπειρίες, στις ιστορίες, στις θύμησές τους», αποφάσισε με καρδιά και μυαλό η Παναγιώτα.
«Την γνωρίσατε τη μάνα της πεθεράς σας;» ρώτησε τον Μηνάτση με φιλική διάθεση.
«Και βέβαια, την γνώρισα. Ζούσε ακόμη η Χαριστούλλα, όταν ξαναγυρίσαμε στην Κάρπαθο. Έδωσε στη ζωγραφιά μου ένα φλουρί με ωραίο χρυσό δέσιμο ολόγυρα και μια τρύπα στον περίγυρό του, που το είχε από την εποχή της τουρκοκρατίας, αλλά χωρίς καδένα[20] (χρυσή αλυσίδα). Το πέρασε στο λαιμό της με μιχίνα και μετά από χρόνια αγοράσαμε χρυσή. Έδειξε όμορφα στον λαιμό της. Το φοράει μέχρι σήμερα. Να, δείξε το, ζωγραφιά μου. Πολλά χρόνια έζησε μόνη της, γιατί ξενιτεύτηκε ο Αναγνώστης ο Καουριστής και την άφησε να μεγαλώνει τα παιδιά. Όταν μεγάλωσαν, άλλα παντρεύτηκαν κι άλλα ξενιτεύτηκαν, οπότε έμεινε πάλι μόνη. Έτσι, όταν γύρισε ο Αναγνώστης, η Χαριστούλλα πετούσε από χαρά».
«Έχω πια τον άντρα, όλη μου τη ζωή μοναχή παιδεύτηκα. Καιρός ήταν να νιώσω κι εγώ αντρική αγκαλιά», θυμήθηκε τα λόγια της λαλλάς της η Ανεστασούλλα.
«Διακοπή παρακαλώ. Πού είχατε πάει και ξαναγυρίσατε στην Κάρπαθο;» έκανε με περιέργεια η Παναγιώτα.
«Ξέχασες που κλεφτήκαμε; Όλα στην ώρα τους», απάντησε ο Μηνάτσης.
«Να συνεχίσουμε με τον Αναγνώστη, τον άντρα της Χαριστούλλας;».
«Τον γνώρισα, τον συγχωρεμένο τον πάππου της ζωγραφιάς μου και τον θυμάμαι καλά. Με άδειες τσέπες γύρισε, αλλά με το μυαλό γεμάτο σοφίες. Όλοι βρέθηκαν στην ανάγκη να τον συμβουλευτούν. Και με εχεμύθεια, τάφος σου λέω. Όλων τις πομπές και τις αρετές τις έμαθε, αλλά δεν άνοιξε, όσο ζούσε, το στόμα του για κανενός τις υποθέσεις. Αλλά ο πανάγαθος άλλα προστάζει. Ήταν άτυχος κι αυτός και η Χαριστούλλα. Εφτά χρόνια έζησαν μαζί και την άφησε πάλι μόνη να παλεύει. Έφυγε ήσυχος στον ύπνο του χωρίς να ταλαιπωρηθεί ούτε να ταλαιπωρήσει», είπε συγκινημένος ο Μηνάτσης.
«Η λαλλά Χαριστούλλα πνίγηκε σε βαρύ μπερδεμένο σύννεφο ανάμεσα σε αστραπόβροντα που κουδούνιζαν στ’ αυτιά της. Μετά τον θάνατό του δεν μπορούσε να καταλάβει, τι της είχε συμβεί».
«Το μοιρολόγι του συγχωρεμένου έγινε στο σπίτι, μάλιστα θυμάμαι αχνά αχνά και τη μοιρολογίστρα που μαζί με όλες τις γυναίκες κλαίγανε χτυπώντας τα κεφάλια τους στον τοίχο, έριχναν μπουνιές το στέρνο τους και τραβούσαν τα μαλλιά μέχρι που τα ξερίζωναν», συνέχισε ο Μηνάτσης.
«Ο κύρης είναι μακριά και η μάνα μου στον Άδη και πώς θα τον περάσουμε τον έρημο το Μάη;» μοιρολογούσε.
«Στενοχωρηθήκαμε πολύ. Πόσο φοβερά νεκρός φαινόταν! Σαν να μην μίλησε ποτέ, σαν να μην ήταν αυτός που τα ήξερε όλα, σαν να μην ορμήνεψε όλον τον κόσμο».
«Η Χαριστούλλα έκλαψε και πουλλομαΐστηκε.[21] (ξεμαλλιάστηκε) Πήγε στον Άη Νυπάτη[22] (Άγιος Υπάτιος, θαυματουργός ιεράρχης των Γαγγρών της Παφλαγονίας που έζησε τον 3ο μ. χ. αιώνα) κι άφησε σε μια θυρίδα κάτω από την εικόνα τα στέφανα τους. Έτσι έκαναν οι γυναίκες που έχαναν τον άντρα τους, έτσι έκανε κι εκείνη», είπε συγκινημένη η Ανεστασούλλα.
«Ω, ναι ο Άη Νυπάτης των θαυμάτων. Μας έλεγε, η συχωρεμένη, πως τα παλιά χρόνια είχε να βρέξει πολλούς χειμώνες και όλα στέγνωσαν. Υπέφεραν ζώα και άνθρωποι. Τι λιτανείες, τι τρισάγια, ο Θεός δεν άκουγε τις παρακλήσεις. Κάποια μέρα που είχε τρικυμία μια γυναίκα, που έβοσκε τα ζώα της κοντά στη θάλασσα, παρακάλεσε τον Άη Νυπάτη, τον θαυματουργό: Κάνε το θαύμα σου για τα ζώα, κι εμείς πίνουμε από το πηγαδούλι, ας είναι και γλυφό. Σε λίγο είδε βαριά σύννεφα κι αστραπές στον ουρανό, τη θάλασσα να καλμάρει και τους αρούς[23] (φυσικά ρηχά κοιλώματα με θαλασσινό νερό που έχουν βράχια γύρω γύρω) να γεμίζουν με βρόχινο νερό. Μετά, είδε τα ζώα να πηγαίνουν προς τα εκεί: Προσκυνώ σε, Άη Νυπάτη, θαυματουργέ, πρόλαβε να πει κι η θάλασσα αγρίεψε πάλι».
Η Παναγιώτα παραξενεύτηκε, αλλά δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Η Ανεστασούλλα συνέχισε.
«Η λαλλά Χαριστούλλα είχε πολλούς λόγους να κλαίει μέρα νύχτα. Έκλαιγε και βρεχόταν το στέρνο της με αλμύρα για τη λεβεντιά και την καλοσύνη του. Έκλαιγε, γιατί έχασε τον άντρα που τη λάτρεψε και δεν θα κούρνιαζε πια στην αγκαλιά του. Έκλαιγε, που εξορίστηκε στους πάγους, για να τους στέλνει μαϊδιά. Έκλαιγε, που ποτέ δεν την πίκρανε, που ποτέ δεν της αντιμίλησε και είχε τύψεις που τον αποπήρε για την μπιλότα που έπαιξε το τελευταίο βράδυ στο καφενείο.
Ξαφνικά, έλιωνε από τα χαχανητά.
«Καλά σού ’κανα κι εγώ που είχα αρμαστό. Δεν ήμουν άνθρωπος κι εγώ; Εσύ, δηλαδή, δεν είχες φιλενάδες εκεί που γύριζες τόσα χρόνια; Ποιος να μάθει πόσα καψάλια[24] (νόθα παιδιά) έσπειρες;»
«Για ποιον τα λες, για τον άντρα ή τον αρμαστό; Εσύ πόσα καψάλια γέννησες;» την ρώτησα.
«Χα, χα, χα, σιγά μην σου πούμε και τα μυστικά μας! Ο αρμαστός ήταν σκορπαλευράς και μου έκανε τα χατίρια!» αγρίεψε και βγάζοντας την παντόφλα της μού την πέταξε κατάμουτρα.
«Μετά, ξανάρχισε το κλάμα που έχασε και τον αρμαστό και θα ερχόταν καταστροφή. Άλλες φορές έκλαιγε που δεν θα του μαγείρευε τα αγαπημένα του φαγητά και θα έτρωγε πάλι μόνη. Έκλαιγε, γιατί έφυγε χωρίς να παλέψει με τον χάρο. Θα τον νικούσε, αν παλεύανε, ήταν πεισματάρης και ήξερε να κερδίζει. Έκλαιγε που δεν θα είχε άνθρωπο να μιλήσει ούτε για καλό ούτε για κακό. Έκλαιγε που θα ήταν άχαρη και δεν θα μπορούσε πια να ξεκακίσει.[25] (κάνω κάποιον να ξεχάσει την κακία του, την οργή, την κούραση). Τραβούσε τα μαλλιά της και μοιρολογούσε ζητώντας του παραγγελιές».
Χάρε, που δεν τον άφησες λίγο να του μιλήσω,
Δυο λόγια δυο παραγγελιές να μου αφήσει πίσω
«Πόσο μοιάζουν μερικές σκέψεις της Χαριστούλλας με τον θρήνο της Ανδρομάχης, της γυναίκας του Έκτορα από την ελληνική μυθολογία», είπε ενθουσιασμένη η Παναγιώτα και θυμήθηκε τους στίχους.
Μόν’ άλλος είναι ο πόνος μου, στην κλίνη σου, ω γλυκέ μου,
δεν πόθανες, το χέρι σου στο χέρι μου ν΄ απλώσεις,
και κάποιον λόγο φρόνιμο να βάλεις στην καρδιά μου,
ημέρα νύχτα μέσ’ στο νου να το ΄χω και να κλαίω (Ψ 743-746)
«Λαλλά, σε θέλω ψύχραιμη, να προσέχεις, να κάνεις υπομονή και να τρως. Θα σου πω πολλά από τα μυστικά μου με τον Μηνάτση. Θα μείνω πολλές μέρες και την Τετάρτη μετά τα Σαράντα θα φύγω».
«Αλήθεια τα λέεις;» ρουθούνισε και το μούτρο της ζωντάνεψε.
Ήρθε ο Τέτραος, πάει ο βδόμαος.
«Φυσικά, λαλλά», την αγκάλιασα.
«Δεν υπάρχει άκλαστος κώλος», είπε ανακουφισμένη.
«Άπειρες οι περιπλοκές της ανθρώπινης ψυχής», σκέφτηκε η Παναγιώτα. Το ήξερε.
«Η λαλλά έκοψε και τα μαλλιά της πέρα πέρα, γουλί. Το συνηθίζουν οι χήρες στον τόπο μας», είπε η Ανεστασούλλα.
«Την έχετε ακούσει την παροιμία, παρά κακοπαντρεμένη, κάλλιο χήρα κουρεμένη;» είπε ο Μηνάτσης.
«Όχι βέβαια! Αλλά τι να πω; Εσείς έρχεστε απευθείας από τα παλιά! Όπως η Μαργαρώνα στο Μεσαίωνα, που, όταν νόμιζε πως έχασε τον αγαπημένο της Ιμπέριο, έκοψε τα μαλλίτσια της, αμέτρητα ελυπάτον. Έχω διαβάσει αυτό το υπέροχο ερωτικό κείμενο», είπε η Παναγιώτα.
«Δυστυχώς όμως, η λαλλά, όσο περνούσε ο καιρός, έχασε σιγά σιγά το νου της. Τα έβλεπε όλα, όλο και πιο μουντά. Τίποτε δεν την ικανοποιούσε. Ζούσε μίζερα. Η σκέψη της δεν έφευγε μέρα νύχτα από τον Αναγνώστη τον Καουριστή. Δεν ευχαριστιόταν το φαΐ, με το ζόρι έτρωγε, ούτε και στο μασάλι[26] (κουτσομπολιό, θέμα συζήτησης) πήγαινε πια. Συνήθως καθόταν αμίλητη κι αφηρημένη στο σκαμνί. Ό,τι και να συνέβαινε όμως, ξεσπάθωνε, άνοιγε το στόμα και δεν ήξερε τι έλεγε. Απίστευτα λόγια», κούνησε το κεφάλι της με πίκρα.
«Είσαι σού μια καλαθού! Πρώτα κλέφτηκες και μετά παντρεύτηκες», με απόπαιρνε.
«Έλα να σε τρατάρω, που να σου σταθεί στον λαιμό», κι έδινε ένα ξερό λουκούμι.
«Άσε τις κόνξες, μα, δεν περνούν σε μένα», έλεγε όταν δεν συμφωνούσε.
«Να σου δώσω μια κοπανέα,[27] (χτύπημα με το κοπάνι που έπλεναν τα ρούχα) να σε μισερώσω», φοβέριζε.
«Ο καιρός περνά μερού μερού και μπερδεύεστε ακόμη στα πόδια μου. Φύγετε».
«Εγώ σας μορφομιλώ κι εσείς αντιμηλάτε μου».
«Μπίρι μου και μπίρι σου».
«Φρου φρου είστε και δουλειά τίποτε».
«Μάτι και φρύδι ήσουν, σαν ήτο να σε γεννήσουν».
«Ομπανές[28] (όπου να ‘ναι) θα έρθει η μάνα μου, και θα σας κάνει το πανηγύρι σας».
«Το φέρεσται σας δεν είναι πρέπον».
«Το φαΐ σας δεν έχει ουσία, γι’ αυτό δεν τρώω».
«Τούτα κείνα είναι όλες σας οι δουλειές».
«Άμε ρίφνα[29] (τρέχα γύρευε) πότε θε να γυρίσει ο Αναγνώστης από το καφενείο».
«Ο αρμαστός είναι στους ουρανούς και με καμαρώνει, τώρα που έχω πάλι άντρα», χαχάνιζε χτυπώντας τα χέρια στα γόνατα.
«Σάμματι; σας κάλεσα, ακάλεστοι ήρθατε».
«Ακόμη και μένα, που με αγαπούσε, μου είπε με μάτια που έβγαζαν σπίθες: Κακόμη Μηνάτση, σαν τον κακομαντατά κόρακα εγίνηκες», είπε ο Μηνάτσης.
«Αυτά κάνει ο Παντοδύναμος», σταυροκοπήθηκε η Ανεστασούλλα.
«Τα Σαράντα τα κάναμε πλούσια, σύμφωνα με τα πατροπαράδοτα έθιμα. Φτιάξαμε και ψυχοκούλουρο με σουσάμι και μπαχαρικά και το μελώσαμε με τσικνωμένο κρεμμύδι και σιρόπι. Την Μεγάλη Παρασκευή, που μοιρολογούμε τους νεκρούς γύρω από τον Επιτάφιο, μοιρολογήσαμε και τον Αναγνώστη με πένθιμα μοιρολόγια, τραβώντας τα λυμένα και αναμαλλιασμένα μας μαλλιά. Επίσης τη Λαμπρή Τρίτη, που γίνεται περιφορά των εικόνων στο κοιμητήριο, κάναμε τρισάγιο στον τάφο. Ο παππάς έψαλε αναστάσιμα τροπάρια για να μάθουν οι νεκροί την Ανάσταση του Χριστού κι εμείς κεράσαμε πασχαλινά αβγά και γαλατένια κουλούρια», θυμήθηκε δακρυσμένη και συμπλήρωσε.
«Για μένα ήταν λύτρωση που τους μνημονεύσαμε».
«Ας τους αφήσουμε ήσυχους εκεί που βρίσκονται. Έτσι θα θέλουν, φαντάζομαι», έκλεισε το θέμα η Παναγιώτα.
3.
«Που λες, κόρη μου, τη λαλλά Χαριστούλλα δεν την ξεπερνούσε κανείς σε κάθε δουλειά, μέσα ή έξω από το σπίτι. Να φανταστείς, σχεδίαζε τις δουλειές κάθε τέλος της βδομάδας για την ερχόμενη. Σαν το λουρί που δουλεύει, χωρίς να χάσει την ελαστικότητά του, αλλά και σαν το πιο καλοκουρδισμένο ρολόι. Τα πάλευε όλα καλλουργιά,[30] (όργωμα) σπορά, το θέρος, τον τρύγο, τους κήπους με τα κηπουρικά και τα δέντρα, τα ζώα, τα τυριά, το γνέσιμο και τον αργαλειό τα βράδια και πόσα και πόσα άλλα. Στο χωριό της, το Μεσοχώρι, είχαν να λένε για τη νοικοκυροσύνη της. Και το μάγουλά της γεμάτα υγεία. Να, σαν το ξεβλαντί,[31] (κατακόκκινο φόρεμα) που φοράς, κόρη μου. Απ’ αυτήν πήρε η ζωγραφιά μου», είπε ο Μηνάτσης.
«Παλιοί άνθρωποι, που τέτοιους δεν βρίσκεις πια ή μήπως κάνω λάθος; Κι εγώ την έπραξα. Ενώ ο Αναγνώστης ήταν κοινωνικός και δούλευε με το μυαλό, η λαλλά δούλευε και με τα χέρια και με το μυαλό. Γερά σκαριά», παίνεψε και τους δύο η Ανεστασούλλα.
«Εγώ ξέρεις πώς φαντάζομαι τις ηρωικές γυναίκες; Να είναι ζαλωμένες το κάρο της ζωής και να το σέρνουν άλλοτε γρήγορα κι άλλοτε αργά, χωρίς να σταματούν. Τις θαυμάζω», διέκοψε η Παναγιώτα πιάνοντας με το χέρι τα μαλλιά της.
«Κι εγώ το ίδιο, κόρη μου! Θα σου φανεί παράξενο αυτό που θα σου πω, αλλά η λαλλά Χαριστούλλα είχε πέντε αλλαξιές ρούχα για από μέσα και άλλες τόσες για απ’ έξω. Δεν έπλενε τα ρούχα της κάθε φορά που λουζόταν, μια φορά τη βδομάδα, αλλά τα φύλαγε και τα έπλενε κάθε τέσσερις βδομάδες, για να μη χάνει χρόνο».
«Τι μου λέτε τώρα; Μπάνιο μια φορά τη βδομάδα;» παραξενεύτηκε η Παναγιώτα.
«Μα, όλοι κάθε Σάββατο μπανιαριζόντουσαν εκείνα τα χρόνια, ακόμη κι εμείς έτσι κάναμε, και την Χαριστούλλα την ξέρανε όλοι σαν την πιο καθαρή στο Μεσοχώρι. Η μάνα της έμαθε τις μεγαλύτερες κόρες να πλένουν τις μικρότερες αδελφές, που δεν ήταν και λίγες», είπε η Ανεστασούλλα.
«Τον άγουρο ανάλειφε την κόρη λουτρολόα, λέμε στον τόπο μας», διέκοψε ο Μηνάτσης.
«Ναι, έτσι της έλεγε. Όταν δε γεννήθηκε ο μοναδικός γιος της προλαλλάς μου, η παροιμία εφαρμόστηκε και σ’ αυτόν κατά γράμμα. Τον άλειφαν με ελάι», χαμογέλασε.
«Δεν σου είπαμε, ήταν και πρωτομαγείρισσα. Και τι δεν έφτιαχνε. Είχε φαντασία και πρωτοτυπούσε στο μαγείρεμα πολλών φαγητών. Πες, Ανεστασούλλα, για το ψάρι γιαχνί και την νοστιμιά του», της έκανε νόημα ο Μηνάτσης να συνεχίσει.
«Που λέτε, αυτό το φαΐ το έφτιαχνε η λαλλά μου όταν ψάρευε ο συγχωρεμένος ο πάππους μου, τότε που ήταν νέος παλληκάρι δύο μέτρα, κάποιο μεγάλο ψάρι, ορφό ή φαγκρί ή συναγρίδα. Το έκοβε σε φαρδιές φέτες, το έβαζε στην πήλινη τσανάκα, το αλάτιζε και έριχνε λίγο ξίδι. Ύστερα, έκοβε πολλά, πάρα πολλά κρομμύδια σε λεπτές φέτες, όσο πιο λεπτές μπορούσε. Αν με ρωτήσεις πόσα, θα σου πω μόνο ότι το τσουκάλι γέμιζε σχεδόν μέχρι πάνω. Αυτό ήταν το μυστικό της. Μετά άναβε τη φωτιά με τα πατσούλια[32] (ψιλά ξύλα) και τα σιγοκαβούρντιζε μέσα σε μπόλικο ελάι. Θυμάμαι, μας έλεγε».
«Να μην το λυπάστε το ελάι σ’ αυτό το φαΐ, γιατί αυτό το φαΐ είναι αχόρταγο στο ελάι».
Το μυαλό της Παναγιώτας γύρισε στιγμιαία στη χθεσινή συνεδρίαση, αλλά δεν έμεινε εκεί. Το μόνο που κατάφερε να σκεφτεί την ενθουσίασε.
«Λέγε λέγε αυτοί, λέγε λέγε κι εγώ και να δούμε πού θα βγει. Μπορεί και να γίνει το θαύμα, που θέλω να σχεδιάσω».
Ωστόσο η Ανεστασούλλα συνέχιζε και με το ζόρι την πρόλαβε.
«Καβούρντιζε, λοιπόν, στο τσουκάλι για ώρα τα κρεμμύδια ανακατεύοντάς τα με ξύλινη κουτάλα, μέχρι να πάρουν σχεδόν καστανόξανθο χρώμα. Τότε έριχνε το ψάρι με τα ζουμιά του. Καθόλου νερό! Μόνο λίγο ξίδι ακόμη, ίσως να χρειαζόταν. Καπάκωνε το τσουκάλι, σταματούσε να βάζει πατσούλια στη φωτιά και το άφηνε να σιγοψηθεί και να μείνει με το ελάι».
«Μπράβο μαεστρία, να μαγειρέψεις στα ξύλα τόσο φαΐ χωρίς νερό», μονολόγησε η Παναγιώτα.
«Από τους πιο εκλεκτούς μεζέδες, καμάρι μου. Το τρατάρανε στις βίζιτες, στους γάμους, στα βαφτίσια, στις βεγγέρες και επειδή έμενε μόνο με το ελάι, δεν χαλούσε και μια βδομάδα να το φύλαγες στο φανάρι.
«Μια βδομάδα είπατε; Σαν πολύ φαίνεται. Κι εγώ πρόλαβα το φανάρι στη γιαγιά μου, μάλιστα θυμάμαι το φρέσκο βούτυρο, που το έβαζε σε αλουμινένιο πιατάκι με νερό, για να μην πάνε μυρμήγκια και, αν ήταν καλοκαίρι, σε μερικές μέρες έλιωνε».
«Μπορεί, αλλά εμάς το σπίτι μας στο Μεσοχώρι ήταν δροσερό και αέρινο και ποτέ δεν χάλασε φαγητό», πετάχτηκε ενοχλημένη.
«Ωραία, ωραία! Δεν έχω καμμιά απορία, τόσο αναλυτικά τα περιγράψατε, θα μπορούσα να το μαγειρέψω κι εγώ».
«Μην το λες. Εγώ, την πρώτη φορά που το μαγείρεψα, έκαψα τα κρομμύδια και τη δεύτερη έπιασε στον πάτο του τσουκαλιού. Από την τρίτη και μετά πήρα το κολάι και το φτιάχνω νόστιμο σαν της λαλλάς».
«Α, αυτό το φαΐ το κάνουν και με μαυροσησάμωτη σμύναιρα[33] (σμέρνα) ή με μουγγρί. Γίνεται πολύ νόστιμο και γλυκοφάγωτο. Το μαγείρευε διαφορετικά όμως ο πάππους μου ο συγχωρεμένος, ο Ωργής ο Προξενευτής, το έκανε πλακί. Θα σου πω, κόρη μου», μπήκε στην κουβέντα ο Μηνάτσης.
«Πρώτη φορά ακούω αυτά τα ονόματα ψαριών. Για συνεχίστε».
«Ας πούμε, λοιπόν, για τα ψάρια που μοιάζουν με φίδι και έχουν πολλά κόκκαλα. Ο πάππους μου τα αγκάλιαζε με την παλάμη, αρχίζοντας μετά το κεφάλι με τέτοια επιδεξιότητα, ώστε όλα τα κόκκαλα μαζευόντουσαν στο μέρος της ουράς, την οποία πετούσε. Αφού τα τεμάχιζε και τα αλάτιζε, τα μαγείρευε με διαφορετικό τρόπο από τη λαλλά Χαριστούλλα. Έκοβε πέντε έξι ξερά κρομμύδια σε λεπτές φέτες και τα τσιγάριζε με ελάι μέχρι να ροδίσουν. Έριχνε σάλτσα και την άφηνε κι αυτήν να καβουρδιστεί και να μυρίσει. Έβαζε λίγο νερό, δυο τρία φύλλα δάφνης και μόλις έπαιρνε βράση έριχνε το ψάρι με αρκετό ξίδι και μια στάξη γλυκό κρασί καρπάθικο, τόσο ώστε να νοστιμίσει, αλλά να μην γλυκίζει. Χαμήλωνε τη φωτιά και το άφηνε να σιγοψηθεί, να χυλώσει και να μείνει με το ελάι και πηχτούτσικη σάλτσα. Το έχουν από μόνα τους αυτά τα ψάρια, κόρη μου, να χυλώνουν. Ο νοστιμότερος κρασομεζές. Πολλά γλέντια με χορό και μαντινάδες έγιναν με δυο πιάτα σμύναιρα ή μουγγρί πλακί, ψωμί, κρασί και πολύ κέφι. Τόσο κέφι που μια χρονιά πετάξαμε στον γκρεμό πολλές ξύλινες καρέκλες».
«Τα περιγράφετε τόσο παραστατικά που λιγουρεύτηκα», έκανε η Παναγιώτα.
Ο Μηνάτσης γύρισε προς τη γυναίκα του με αινιγματικό ύφος.
«Πες, Ανεστασούλλα, για τα φαγιά που έφτιαχνε κι έτρωγε η λαλλά σου, η Χαριστούλλα, όταν ζούσε μόνη».
«Τι καλοτυχία που ζήσατε με γιαγιά και έχετε αναμνήσεις! Σε ακούω», είπε η Παναγιώτα.
«Ναι, ναι και τη θυμάμαι καλά. Παντρεύτηκαν με τον πάππου μου στα Κάτω Χωριά και ήρθαν στο Μεσοχώρι, αφού έκαναν τα τέσσερα από τα εννιά παιδιά τους. Όλα πια θα τα πούμε, ακόμη δεν γνωριστήκαμε;» γύρισε προς τον Μηνάτση ενοχλημένη.
«Καλά, άμα δεν θέλεις, ζωγραφιά μου, θα τα πω εγώ.
«Που λες η λαλλά Χαριστούλλα, όταν ήταν εποχή που είχε πολλές δουλειές, πάντα είχε δηλαδή, ζύμωνε και φούρνιζε λαχανόπιτες, ψωμιά και κουσουμάες[34] (παξιμάδια) την ίδια μέρα».
«Τι είναι οι κουσουμάες;» ρώτησε η Παναγιώτα και συμπλήρωσε τη λέξη στον ντοσιέ.
«Να σου πούμε, είναι μικρά μακρόστενα ψωμιά κομμένα στη μέση και φρυγανισμένα στον φούρνο, για να μην χαλάνε. Λοιπόν, τις πρώτες μέρες έτρωγε τις λαχανόπιτες, μετά έτρωγε τα ψωμιά και όταν τελείωναν τα ψωμιά, έτρωγε τους κουσουμάες. Όταν τελείωναν όλα, ξαναζύμωνε».
«Έτσι σκέτο ψωμί έτρωγε;» απόρησε η Παναγιώτα.
«Εντάξει, όχι βέβαια και ξεροφάι, που το λέει ο λόγος, καλό μου. Έτρωγε μαζί ντομάτα, βραστά χόρτα, ροϊκιο[35] (σταμναγκάθι) παντρεμένο με κρομμύδι και ντομάτες, πατάτες βραστές, γλιστρίδα, ξυλάγγουρο, ρόκα, πιπεράκι καψερό, μουσκεμένα κουκιά, ελές κοπανιστές στην άρμη, αυγό βραστό, αγριλλούς[36] (ψιλές ελιές) αλλαρμιστούς ή παστούς και αγροίλλια.[37] (εδώδιμοι καρποί του αυτοφυούς φυτού lotus edulis που μοιάζει με λοβό οσπρίου). Είδες πόσα πολλά; Έτρωγε δηλαδή αλλακέφα και ανάλογα με την εποχή. Σχεδόν πάντα φορούσε ποδιά, την έκανε σαν σακούλι στερεώνοντας την στο δέσιμο κι εκεί έβαζε το φαΐ. Στον δρόμο πηγαίνοντας για τα χωράφια συνήθιζε να μασουλάει κάτι από την ποδιά ή μάζευε άσπρα μυρωδάτα και γλυκά σαν το μέλι μέρτα ή σκινοκούκια ή κυνόμαλα. Μάζευε και κόκκινα γινωμένα σκινοκούκια, που τα έβαζε στις κουλούρες,[38] (στρογγυλά παξιμάδια με πολλά κρεμμύδια) που κάνουν στα Κάτω Χωριά».
«Ξέχασες, έτρωγε και μανούλι.[39] (παραδοσιακό ντόπιο μικρό τυρί). Θυμάμαι, μια φορά, ήμουν, δεν ήμουν δέκα χρονών, άνοιξε το πιθαρούλι που τα είχε, για να βγάλει ένα και τι να δεις. Ένα σύννεφο πετάκοι[40] (μικρά ευκίνητα σκουλήκια του τυριού) ξεπήδησαν από το πιθαρούλι. Εγώ μόλις τους είδα, ούτε να τα αγγίξω δεν ήθελα, όχι να τα φάω κιόλας!».
«Άκουσε, κορούλα μου», μου απάντησε, «οι πετάκοι είναι του τυριού και γίνονται όταν δεν έχει πολλή αλάτσι η άρμη. Πετάξανε και φύγανε. Να, θωρείς κανέναν; Δεν βλάφτουν, καμάρι μου», είπε αυθόρμητα η Ανεστασούλλα.
«Έτσι, την έπεισε και από τότε δεν σιχαίνεται τους πετάκους», πετάχτηκε ο Μηνάτσης.
«Έτρωγε τελικά ποικιλία κάθε μέρα», ενθουσιάστηκε η Παναγιώτα.
«Α, όλα κι όλα, έκανε τα κέφια της στο φαγητό. Να φανταστείς, όταν βαριόταν τα ίδια και τα ίδια και ήθελε να αλλάξει, έβαζε το τσουκάλι στη φωτιά να βράσει κι έριχνε χόρτα, μια δυο πατάτες καθαρισμένες και κομμένες, ένα δυο αβγά, το καπάκωνε κι έφευγε. Με τη ζέστη και τα ξύλα που έμεναν, ψήνονταν. Έτσι μαγείρευε κι άλλα φαγητά, όπως φάβα, φασόλες, φακές. Σε τίποτε δεν κώλωνε, για όλα έβρισκε λύση».
«Θα ζύμωνε, φαντάζομαι, με προζύμι, ε; Από μικρή, που ζύμωνε και η δική μου μάνα με προζύμι, μου φαινόταν ακαταλαβίστικο και ζήτησα από το δάσκαλο να μας το εξηγήσει. Μας το είπε παραστατικά. Είναι μικρά θηρία που δεν τα βλέπεις! Βάζοντάς τα στη ζύμη με το προζύμι, αρχίζουν να τρώνε και να δουλεύουν και έχουν την ικανότητα να πολλαπλασιάζονται γρήγορα και να τη φουσκώνουν. Τους αρέσουν και τα γλυκά!», θυμήθηκε η Παναγιώτα.
«Ω, δεν τα ήξερα αυτά, κόρη μου! Εμείς το λέμε ντζυμάρι. Μάλιστα το πρόσεχε σαν τα μάτια της, για να μη χαλάσει. Αφού ζύμωνε, έκανε μια μπάλα, το σκέπαζε απ’ έξω με μπόλικο ντόπιο αλάτσι κι αλεύρι και το φύλαγε σε μέρος αέρινο, συνήθως στη θυρίδα του στάβλου διπλωμένο πολλές φορές σ’ ένα πανί, καταλαβαίνεις, για να μην ξεραθεί. Κάθε Σάββατο που ζύμωνε τα ψωμιά της βδομάδας έβαζε από το βράδυ στην καυκάλα αρκετές χούφτες αλεύρι, το ντζυμάρι, λίγη ζάχαρη και ζυμάρωνε με χλιαρό νερό. Την σκέπαζε και αξημέρωτα έριχνε οχτώ έως δέκα οκάδες αλεύρι και ζύμωνε πιάνοντας και βρέχοντας λίγο λίγο το αλεύρι. Τελείωνε το ζύμωμα, όταν ξεκολλούσαν τα χέρια από τη ζύμη. Την άφηνε ν’ ανέβει, έπλαθε τα ψωμιά, τα έβαζε στην πινακωτή με τα ψωμοπάνια και όταν φούσκωναν τα φούρνιζε με τον ιδρώτα να τρέχει στο μούτρο της. Επίσης όταν είχαμε φυκιασμένα κομμάτια ψωμιού, τα φοβερίζαμε, δηλαδή τα βάζαμε στον φούρνο μετά το ξεφούρνισμα, καταλαβαίνεις τι θέλω να πω; Τότε που έπεφτε η πυρά του φούρνου. Ξέρεις γιατί; Για να μην φυκιάσουν περισσότερο και τα πετάξουμε».
Η Παναγιώτα περίμενε πώς και πώς να συνεχίσει, αλλά πετάχτηκε ο Μηνάτσης.
«Ξέρεις; Τι νομίζεις, είχε πει στη λαλλά μια κωλοπετσωμένη Τουρκάλα, η γρα Σαρίνα, που είχε παντρευτεί τον αδελφό της και τον έκανε όπως ήθελε; Όταν έχεις χεροπρόζυμο στο σπιτικό σου, κάνεις ζάφτι άντρα και παιδιά. Έχε όμως το νου σου να μη χαλάσει, γιατί τότε, γιαβρούμ, η μαγική σου δύναμη χάνεται. Για πάντα».
«Έτσι, ε; Θα ήταν φινετσάτη γυναίκα φαντάζομαι», είπε η Παναγιώτα και το στόμα της έσταξε περιέργεια.
«Ναι, κόρη μου, πάντα καλοντυμένη, καθαρή, μυρωμένη. Να σου πω την θαύμαζα και την ζήλευα. Είναι να το ‘χεις όμως νομίζω. Για το ντζυμάρι που λέγαμε, από μικρή το έμαθα από τη μάνα και τη λαλλά και το τύπωσα στο μυαλό. Απ’ όταν παντρευτήκαμε με τον Μηνάτση και πρωτόπιασα ντζυμάρι, το φυλάω σαν τα μάτια μου. Προσέχω κι εγώ, για να μη χάσω τη δύναμή μου. Έτσι τον έχω του χεριού μου και δεν μου χαλάει χατίρι ποτέ. Ε, Μηνάτση;», απάντησε η Ανεστασούλλα με ελαφρό μειδίαμα κοιτώντας με λατρεία τον Μηνάτση. Αυτός έκανε πως δεν άκουσε και δεν έδωσε συνέχεια.
Η Παναγιώτα έκλεισε για λίγο τον ντοσιέ και ταξίδεψε νοερά στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. Θυμήθηκε τα ιστορικά ντοκουμέντα που ξεσκόνισε στο τελευταίο έτος του Πανεπιστημίου, όταν έγραφε την πτυχιακή της. Πού να το φανταζόταν ότι τόσα χρόνια μετά θα συναντούσε ανθρώπους, που είχαν άλλου είδους μνήμες από τη συγκλονιστική εκείνη περίοδο για τον Ελληνισμό.
Ο Μηνάτσης και η Ανεστασούλλα συνέχιζαν να μιλούν ακατάπαυστα, με μεράκι. Η Παναγιώτα κρεμόταν από τα χείλη τους περιμένοντας με ενδιαφέρον τον χείμαρρο των αναμνήσεων που ερχόντουσαν μαζί με την αγάπη τους. Το ένιωθε. Είχαν και τον τρόπο να σε κάνουν να περιμένεις με λαχτάρα τη συνέχεια.
Ξαφνικά, η Παναγιώτα με ανεπαίσθητο κούνημα του δεξιού της χεριού έδειξε πως κάτι ήθελε να ακούσει. Ο Μηνάτσης κόμπιασε προς στιγμήν, αλλά δεν κατάλαβε και ήταν έτοιμος να συνεχίσει.
«Συγγνώμη! Μια στιγμή ν’ ακούσω. Θα συνεχίσουμε σε λίγο, κύριε Μηνάτση», είπε βιαστικά δείχνοντας προς την κατεύθυνση που ερχόταν ο αντίλαλος γλυκιάς κι ευγενικής φωνής.
«Πάσα παρόλα![41] (τσιμουδιά). Ε, Μηνάτση, δεν άκουσες; Σιωπή», είπε η Ανεστασούλλα.
«Όρισε, Ανεστασούλλα».
«Σπολλάτη,[42] (μπράβο, ειρωνικά) Μηνάτση. Οι κόρες μιλούν στο μεγάφωνο».
Τα μεγάφωνα ανακοίνωναν τον λόγο και τις ώρες καθυστέρησης των πτήσεων και τα σημεία απ’ όπου θα έπαιρναν οι επιβάτες κουπόνια για πρόχειρο μεσημεριανό και δείπνο που τους προσφέρανε, για να απαλύνουν την ταλαιπωρία των ωρών αναμονής.
«Ωχ! Αλλοίμονο, απ’ ό,τι άκουσα, θα έχουμε καθυστέρηση δέκα έως δώδεκα ώρες ακόμη. Δεν μ’ έφταναν η κούραση και το άγχος των τελευταίων ημερών με τη δουλειά, τώρα ήρθε και τούτο. Πεθύμησα και τα αγόρια μου. Έχω και πολλή δουλειά στο γραφείο».
«Μη βιάζεις το ταξίδι διόλου[43], (Κ. Π. Καβάφης «Ιθάκη») κόρη! Το έμαθα από τον Κωστή, τον γιο του παιδικού μου φίλου», την συμβούλεψε ο Μηνάτσης.
«Με ενθουσίασε μ’ αυτό το απόσπασμα του ποιητή», σκέφτηκε η Παναγιώτα.
«Επόμενο είναι, η πρωτοφανής ομίχλη που απλώθηκε στις διπλανές χώρες είναι η αιτία. Προσφέρουν σ’ όλους τους επιβάτες κουπόνια για πρόχειρο μεσημεριανό και βραδινό φαγητό. Θέλετε να πάρω τα εισιτήριά σας να τα φέρω και για τους τρεις μας; Τι θα θέλατε να φάμε για μεσημέρι; Σάντουιτς, χάμπουργκερ ή κάτι άλλο;» ρώτησε καλότροπα κι εξυπηρετικά.
«Ω! Ευχαριστούμε, κόρη μου. Βέβαια, πέρασε η ώρα, κοντεύει μεσημέρι. Δεν φάγαμε και καφαρτί[44] (λιτό πρόγευμα)».
«Εγώ, όταν ταξιδεύω, τρώγω πάντα ελαφρά. Ξένος είσαι, ξένα πέρνα, κόρη μου. Για μένα, μια σαλάτα με ελάι και ξίδι και δύο μαύρα ψωμάκια είναι αρκετά. Δεν θέλω αυτές τις πλαστικές σάλτσες που ρίχνουν από πάνω, δεν μου αρέσουν. Μόλις γυρίσεις, θα συνεχίσουμε. Α, φέρε μας κι έναν καβέ, μαζί τον πίνουμε με τη ζωγραφιά μου», απάντησε ορεξάτα ο Μηνάτσης, δίνοντας τα εισιτήρια.
«Εγώ θα φάω ένα χάμπουργκερ, πείνασα, μ’ αρέσει πολύ, τα ξενικά φαγητά τα λιγουρεύομαι και τα ευχαριστιέμαι όταν ταξιδεύω, αλλά θέλω το μπιφτέκι να είναι καλοψημένο», ζήτησε η Ανεστασούλλα.
«Το φαΐ κάμνει φανεί,[45] (αναδεικνύει την εμφάνιση) ε, ζωγραφιά μου; Όχι όμως και υπερβολές, όλα με μέτρο. Πάρε κάτι ακόμη για συφφάι[46], (φαγητό που τρώγεται μαζί με το ψωμί) σχεδόν για μεσημέρι τρώμε, δεν είναι αποδείπνι, που βλέπεσαι[47] (προσέχεις) στο φαΐ».
«Για λόγου σου να τα λες αυτά, που πήρες μόνο σαλάτα, όχι σε μένα», τον πλήρωσε.
«Οπόθθεν[48] (από πού) θα τα πάρεις;» ρώτησε ο Μηνάτσης.
Η Παναγιώτα ακούμπησε το μολύβι και τον ντοσιέ στη βαλίτσα και τίναξε πολλές φορές το σχεδόν μουδιασμένο της χέρι. Το μυαλό της θόλωσε από την προσπάθεια. Ήταν ώρα να βάλει κάτι στο στομάχι, που της έστελνε μηνύματα από ώρα. Με τα εισιτήρια στο χέρι απομακρύνθηκε βιαστικά και μπερδεύτηκε στο πλήθος.
«Από το fast food», φώναξε γυρίζοντας ελαφρά το κεφάλι προς το μέρος τους.
«Μικρού βοήθεια, μεγάλου σωτηρία», σκέφτηκε ο Μηνάτσης.
«Μα πόση ώρα μιλά αυτή η κόρη και πού τις ξέρει όλες αυτές τις γλώσσες, ζωγραφιά μου; Τι είναι πια αυτά τα σπουδαία λόγια που λέει; Καλιά ‘χω να μιλώ με την Παναγιώτα κι ας κουράζομαι, παρά να την ακούω και να μην καταλαβαίνω τα λόγια της», έκανε ο Μηνάτσης.
«Μόνος σου τα λες και καλά τα λες! Αυτή κάνει τη δουλειά της. Εσύ, Μηνάτση, κουράστηκες έτσι που μπιρμπιλίζεις από το πρωί. Και τι χρειάζονται όλα αυτά τα λόγια με την Παναγιώτα;» αποκρίθηκε στον άντρα της αυστηρά, με δυσαρέσκεια.
«Ναι, το παραδέχομαι. Κουράστηκα δεν λέω, αλλά αντέχω ακόμη. Δεν σκάβω κιόλας. Νομίζω ότι φταίει η αλλαγή της ώρας. Αλλά, να σου πω κάτι; Ακούω εκείνο το ανθρωπάκι που έχω στην καρδιά να μου φωνάζει».
«Τι σου λέει δηλαδή; Δεν βαριέσαι, εσύ θα σώσεις την κόσμο; Κάποιος άλλος θα βρεθεί».
«Όχι, όχι, ζωγραφιά μου, το αντίθετο! Δεν είναι έτσι τα πράγματα. Μου λέει να βγάλω όλα όσα έμαθα στη ζήση μου. Πες, πες όσα ξέρεις, Μηνάτση! Ποιος άλλος από σένα έχει τόσα να διηγηθεί για το νησί μας; Ποιος γνωρίζει τις συνήθειες, τα έθιμα; Ποιος έχει τόσες θύμησες από τη ζωή των παλιών ανθρώπων; Ποιος ξέρει πώς έφτιαχναν τα φαγητά που έτρωγαν οι πρόγονοι; Ποιος ξέρει τα ντόπια χειροποίητα εργαλεία που μεταχειρίζονταν για να μαγειρέψουν; Ποιος περπάτησε περισσότερο τους τόπους μας; Ποιος ξέρει για τα μοναστήρια μας; Ποιος γέλασε κι έκλαψε στα γλέντια και στα πανηγύρια μας;»
«Και γιατί να κουράζεσαι; Μήπως την ήξερες κι από παλιά την κόρη; Είπαμε όσα είπαμε, έγραψε όσα έγραψε, εντάξει και με το παραπάνω», τα έψαλε για τα καλά στον άντρα της.
«Α, όλα κι όλα, ζωγραφιά! Μη με στενοχωράς… Να σου πω ένα παράδειγμα; Όλα αυτά που είπαμε μέχρι τώρα στην κόρη από πού τα ξέρουμε; Από τους παλιούς που έζησαν πριν από μας. Κι αυτά που ακούει από μας σήμερα η κόρη, τι είναι; Ο σπόρος που ρίχνουμε για να βλαστήσει αργότερα, όταν εμείς δεν θα υπάρχουμε. Έτσι, πιστεύω θα μάθουν οι επόμενες γενιές. Πάντοτε, ζωγραφιά μου, το σήμερα τρέφεται απ’ αυτά που έγιναν στα περασμένα χρόνια και τα χρόνια που θα έρθουν τρέφονται από το σήμερα. Είδες που θυμηθήκαμε τη λαλλά και τον πάππου; Καθώς τους μνημονεύαμε με τα χούγια, τις αδυναμίες, τις ανησυχίες τους, σαν να τους κάναμε μακαριά, ή σαν να ζύμωσες την παννυχία[49] (μεγάλος άρτος που φτιαχνόταν στα μνημόσυνα στην Όλυμπο τα παλαιότερα χρόνια, από αρχαίο παννυχίς) ή σαν να κάναμε έναν σοφρά στολισμένο κόλλυβο ή σαν να ζύμωσες μικρές ψυχόπιτες, όπως εκείνες που φτιάξαμε στο χρόνο του πατέρα σου. Θυμάσαι που καθώς τις μοιράζαμε έλεγες στον κόσμο να τις φάνε γιατί είναι κακό να μείνουν στο σπίτι τη νύχτα; Εγώ, να…, ξέρεις πως νιώθω τώρα; Σαν να τους συνάντησα κάπου, ξανάζησα, ξανάπραξα, χάρηκα και λυπήθηκα μαζί τους».
«Ναι, κι εσύ θυμάσαι τα σησαμοκούλουρα στο χρόνο της μάνας σου; Θυμάσαι που κόψαμε κάθε ένα σε τρία κομμάτια για να είναι χορταστικό και κάναμε τσίκνωση με ψιλοκομμένα κρομμύδια και βώτυρο ψητάρη και την ρίξαμε στο σιρόπι με το μέλι; Πόσο νόστιμο, αφράτο και μυρωδάτο ήταν! Δεν έμεινε κομματσούλι».
«Εμένα, όταν αποθάνω, θέλω να κάνεις το ίδιο σησαμένιο κουλούρι σαν της μάνας μου».
«Ω, μη μου λες τέτοια, θα αποθάνω κι εγώ μαζί σου. Μία χερέα νερό πνίγει με, όταν δεν είσαι μαζί μου», είπε σκεπάζοντας τα μάτια με τις παλάμες της.
«Θυμάσαι την παννυχία που ζύμωσε η μάνα σου, όταν γυρίσαμε από τον Πειραιά, για τα σαράντα του καλλά σου; Θυμάσαι που ξενυχτίσαμε όλη νύχτα στο σπίτι με νεκρώσιμους ύμνους για τον συχωρεμένο; Τη μισή πήρε ο παπάς και ό,τι έμεινε, την κόψαμε και την μοιράσαμε στον κόσμο, που έμεινε όλη τη νύχτα μαζί μας», είπε η Ανεστασούλλα.
«Και ψυχόπιτες θέλω να μου κάνεις, μόνο να είναι γλυκές και μυρωδάτες να τις φάει ο κόσμος».
«Έλα Χριστέ και Παναγιά. Μετακουνήσου από τη θέση σου, κακόμοιρε. Τι σ’ έπιασε; Για συνέχισε για την κόρη, γιατί όπου να ‘ναι θα φανεί».
«Αυτά που λέμε με την Παναγιώτα είναι η παράδοση, ο λαϊκός πολιτισμός, ζωγραφιά μου. Όταν χάσουμε την παράδοση, θα είμαστε σαν τον άνθρωπο που έχασε το μνημονικό του. Όλα αυτά τα παλιά είναι χρήσιμο να τα μαθαίνουν οι νέοι κι αυτοί να τα πουν και να τα δείξουν στους νεότερους. Να ξέρεις, ότι τόπος χωρίς παράδοση είναι σαν ένα μπουλούκι ανθρώπων, που δεν έχει ούτε παρελθόν ούτε μέλλον. Ή, μάλλον, για να σου το πω πιο απλά να το καταλάβεις, είναι σαν δεντρό χωρίς ρίζες. Ξέρεις εσύ κανένα δεντρό να στέκεται όρθιο, να βγάζει βλαστούς, φύλλα, λουλούδια και να καρπίζει χωρίς ρίζες; Την Παναγιώτα την θεωρώ πια φίλη και έχω τη διαίσθηση ότι κάποια δύναμη την έσπρωξε και βρέθηκε στο δρόμο μας. Και νομίζω, επειδή κάτι είπε για λαϊκό πολιτισμό, ότι είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για να ταξιδέψει η λαϊκή μας κληρονομιά έξω από τα δαντελωτά ακρογιάλια και τα απάτητα και περήφανα βουνά μας», απάντησε ο Μηνάτσης με θέρμη.
«Καλά, Μηνάτση, εσύ ξέρεις… Εξάλλου όλες τις φορές που επιμένεις για κάτι, έχεις δίκιο. Κι εγώ μαζί σου, λοιπόν, ό,τι ξέρω θα τα πω στην κόρη. Εμείς θα ρίξουμε τον σπόρο κι αν δεν κάνει καρπό, θα βλαστήσει τουλάχιστον».
Ο Μηνάτσης έβγαλε από το τσεπάκι του μια ξύλινη χτένα και χτένισε με υπομονή πολλές φορές προς τα πίσω τα αραιά γκρίζα μαλλιά του. Το ίδιο παρότρυνε να κάνει και την Ανεστασούλλα.
«Ζωγραφιά μου, δεν χτενίστηκες από χτες, ε; Να, το χερόχτενο».
«Αυτό σκεφτόμουν κι εγώ, να τα αερίσω λίγο, τόσες ώρες σφιγμένα στο τσεμπέρι. Ναι, θα καλλωπιστώ. Θα προλάβω άραγε μέχρι να γυρίσει η κόρη;»
«Άλι άλι,[50] (σιγά σιγά) να τα κάμεις! Θυμάσαι που το έλεγες στις κόρες μας, όταν τις χτένιζες;»
Έβγαλε πρώτα το τσεμπέρι και μετά το τεγρεμί,[51] (τετράγωνο μαντήλι) που το είχε δεμένο κατακέφαλα. Τα καστανά, με πολλές γκρίζες τρίχες μαλλιά της, τα είχε πλεγμένα σε δυο πλεξούδες, ριγμένες στην πλάτη. Όμως, από ώρα ένιωθε μουδιασμένο το δέρμα της κεφαλής από το βάρος. Σκέφτηκε να αλλάξει, να στερεώσει τις πλεξούδες γύρω από το κεφάλι. Έτσι, τις ξέπλεξε κι άφησε τα πλεξούγια[52] (γαϊτάνι ή κορδόνι που το πλέκουν μαζί με την πλεξούδα) πάνω στην ποδιά της. Χτενίστηκε με το χερόχτενο, χώρισε τα μαλλιά στη μέση και άρχισε να τα αραιοπλέκει, για να μην την σφίγγουν. Όταν έπλεξε δυο τρεις σειρές έβαλε τα πλεξούγια και συνέχισε να τα σφιχτοπλέκει μαζί με τα μαλλιά.
4.
Η Παναγιώτα γύρισε κρατώντας μια τσάντα γεμάτη με τρόφιμα κι αναψυκτικά. Έκανε την κίνηση να την αφήσει στη θέση της, αλλά κρατήθηκε, γιατί εκεί είδε τη χτένα. Την ακούμπησε στο πάτωμα κι έσκυψε να πιάσει τον ντοσιέ και το μολύβι. Βρήκε την Ανεστασούλλα να πλέκει τις πρώτες σειρές από τη δεύτερη κοτσίδα κι ετοιμαζόταν να τη δέσει με τα μοντέρνα λαστιχάκια που της αγόρασε η εγγονή της στην Αμερική.
«Δεν είναι για μένα αυτά τα πράγματα, αλλά ας τα βάλω, μέχρι να πάω στην Όλυμπο, μια που το υποσχέθηκα στην εγγονή μου».
«Τι είναι αυτό στην ποδιά σου;» απόρησε η Παναγιώτα.
«Είναι πλεξούγι, το πλέκω μαζί με την πλεξούδα μου, για να μην ξεπλέκεται. Ω! Καλώς την. Με τσάκωσες. Τελειώνω. Εσύ πέταξες, κόρη».
«Πόσο λαμπερά μαλλιά έχετε. Και σχεδόν δεν άσπρισαν ακόμη. Αρκετές άσπρες τρίχες βλέπω, βέβαια, αλλά μ’ αρέσουν έτσι που είναι άβαφα. Εμένα είναι κάτασπρα και τα βάφω από τα τριάντα μου, Ανεστασούλλα. Μα πώς είναι δυνατό;», την θαύμασε η Παναγιώτα.
«Πού είχαμε μείνει; Α, γεια σου! Μπράβο, κόρη μου. Κάνε της ένα κομπλιμέντο, γιατί πικραίνεται, που άρχισαν να γκριζάρουν. Εγώ δεν δίνω σημασία, αυτά τα θεωρώ λεπτομέρειες. Και ξέρεις γιατί; Πιστεύω πως είμαστε καλότυχοι, που ζήσαμε και γεράσαμε».
«Ε, Μηνάτση! Όχι και γεράσαμε», στραβομουτσούνιασε η Ανεστασούλλα.
«Ω, κόρες, την ξέρετε την παροιμία, τα πολλά περίσσια χαλούν τα ίσια;» είπε με νόημα.
«Αυτός δεν μ’ άφηνε να βάλω ούτε λίγο κοκκινάδι στα χείλη μου», έκανε στραβομουτσουνιάζοντας κοιτώντας τον με λατρεία.
«Τα βλέπεις, καλό μου, πόσο γερά είναι; Πολύ συχνά τα χτενίζει με νερό που έχει βράσει μοσχοκάρφια και κανέλλα. Κι αυτό το μυστικό το έμαθε από τη λαλλά της, την Χαριστούλλα που το έμαθε κι αυτή από την Τουρκάλα που λέγαμε, την ακούραστη γυναίκα με τις ατέλειωτες δουλειές και τα μαεριά».
Έτσι τα χτένιζε και η λαλλά Χαριστούλλα, την θυμάσαι;
«Φυσικά, πώς είναι δυνατό να την ξεχάσω;»
Η Παναγιώτα, στεκόταν ακόμη όρθια μπροστά τους με τον ντοσιέ κλειστό και το μολύβι στο χέρι. Πήρε τη χτένα και κάθισε.
Ω, τι πρωτότυπη χτένα! Σαν τέτοια δεν ξανάδα άλλη. Είναι χειροποίητη, ε; Και μου κάνει εντύπωση το μεγάλο φάρδος που έχει για να την κρατάς, καθώς και τα μακριά και συμμετρικά χτένια της. Μερακλής τεχνίτης, φαίνεται, την έφτιαξε. Από το νησί σας είναι κι αυτή;»
«Όχι, είναι από χωριό των Ιωαννίνων. Την έφτιαξαν από ξύλο κρανιάς, που είναι πολύ σκληρό. Την είχε η συμπεθέρα μας, η πεθερά του εγγονιού μας και μας την χάρισε, όταν πήγαμε για τον γάμο», απάντησε με καμάρι η Ανεστασούλλα.
«Να σου πω την αλήθεια; Κάπου την είχε του πεταμάτου, κι εγώ μόλις την κιάλαρα, την ζήλεψα, έριξα τα μούτρα μου και την ζήτησα. Την έδωσε με ευχαρίστηση», συμπλήρωσε ο Μηνάτσης.
«Τι να την κάνω, συμπέθερε; Εκεί κάθεται αχρησιμοποίητη από το γάμο μας, από τότε που την έφτιαξε και μου τη δώρισε ο παππούς για να χτενίζω τα μπουκλάκια που είχα στα νιάτα μου, νιάτα, που έφυγαν και δεν γυρίζουν πια. Με βλέπεις τώρα πώς κατάντησα; Πέντε τρίχες μείνανε στο κεφάλι. Εγώ, ποτέ δεν την μεταχειρίστηκα. Υπήρχαν οι αγοραστές που με βόλευαν καλύτερα».
«Τι κρίμα ν’ αφήνουμε τα παλιά και να χρησιμοποιούμε τα καινούργια. Για να λέμε την αλήθεια κι εγώ τα προτιμώ πολλές φορές, αλλά τα παλιά τα φυλάω ή μάλλον τα στολίζω. Δεν έχω και πολλά παλιά πράγματα, βέβαια».
Η Παναγιώτα ακούμπησε τον ντοσιέ και το μολύβι στη βαλίτσα.
«Θα έλεγα να μη συνεχίσουμε. Θα κουραστήκατε κι εσείς, φαντάζομαι. Ας συνεχίσουμε σε λίγο. Η ώρα πέρασε με την κουβέντα. Να ξεκινήσουμε σιγά σιγά να τρώμε, για να απολαύσουμε τα φαγητά, όσο είναι ακόμη ζεστά. Φαντάζομαι ότι θα πεινάσατε κι εσείς, γιατί εμένα το στομάχι μου παίζει ταμπούρλο από ώρα», είπε η Παναγιώτα καθώς έσκυψε να πάρει τις σακούλες με τα φαγητά.
«Ω! Εσού, κόρη μου, έκανες γερή κουμπάνια[53] (προμήθεια εφοδίων)», ενθουσιάστηκαν.
«Αυτό είναι για σας, κυρία μου, κι αυτό για σας, κύριε Μηνάτση. Ετούτα τα κουπόνια λέω να τα κρατήσω για αργότερα. Δεν θα έχετε, φαντάζομαι, αντίρρηση. Α, να και ο καφές σας».
«Όλα κόπο θέλουν», σκέφτηκε, δίνοντάς τους τα φαγητά.
Ο Μηνάτσης πήρε το πλαστικό μπολ με τη σαλάτα και το βόλεψε με προσεχτικές κινήσεις στα πόδια του. Ύστερα έψαξε σ’ ένα υφαντό σακουλάκι που είχε περασμένο στο λαιμό και στον ώμο κι έβγαλε ένα ξύλινο εργαλείο. Έκοψε τα ψωμάκια σε μικρά κομμάτια και τα έριξε στο μπολ με τη σαλάτα, πρόσθεσε το λάδι και το ξίδι, ανακάτεψε κι άρχισε να τρώει με όρεξη. Όταν κόντευε να τελειώσει τη σαλάτα και τα κομματάκια του ψωμιού, γύρισε το εργαλείο με την άλλη άκρη και άρχισε να κουταλίζει με μεγάλη επιδεξιότητα όλα όσα είχαν μείνει στο μπολ, μέχρι που το καθάρισε εντελώς.
«Α! Δόξα τον Ύψιστο, το ευχαριστήθηκα. Ας είσαι καλά, κόρη μου, μπράβο. Τόσο νόστιμη και φρέσκια σαλάτα, παρόλο που είναι ξενική, είχα καιρό να φάω!» είπε κοιτάζοντας προς την Ανεστασούλλα, που πάσχιζε να φάει το χάμπουργκερ, κόβοντας μικρές μπουκιές με τα δάχτυλα.
Η Παναγιώτα κρατούσε το χάμπουργκερ τρώγοντας μηχανικά. Με λοξό βλέμμα παρακολουθούσε με περιέργεια τον Μηνάτση, απ’ όταν άρχισε να τρώει μέχρι που τελείωσε. Της φάνηκε παράξενο πράγμα αυτό που κρατούσε. Μόνο προς το τέλος κατάλαβε.
«Χμ! Φαντάζομαι ότι αναρωτιέσαι τι είναι αυτό με το οποίο έφαγα. Έλα Χριστέ και Παναγία! Πρώτη φορά το βλέπεις και κοιτάς σαν σαστισμένη; Είναι το περονοκούταλο!», είπε καταπίνοντας την τελευταία μπουκιά. Είναι η αγάπη μου. Δεν μπορώ να φάω χωρίς αυτό και το παίρνω πάντα μαζί μου. Όχι, όχι μην παρεξηγηθώ από τη ζωγραφιά μου. Άλλη η μία αγάπη κι άλλη η άλλη. Έτσι δεν είναι Ανεστασούλλα;»
«Ναι, είναι αλήθεια, παραξενεύτηκα. Τι όνομα περίεργο; Πού το βρήκατε;»
«Εγώ το λέω κουταλοπέρονο, το ίδιο είναι!» πετάχτηκε η Ανεστασούλλα, αφήνοντας με μεγάλη άνεση ένα κομμάτι από το χάμπουργκερ στην ποδιά της.
«Μπα, δεν φοβάται να μην λερώσει την ποδιά της; Θα τρώει φαίνεται συχνά έτσι», σκέφτηκε η Παναγιώτα, κοιτώντας την.
«Της ποδιάς το φαΐ είναι πιο νόστιμο», παραμίλησε η Ανεστασούλλα.
«Έτσι το ευχαριστιέσαι, ε;» την κοίταξε χαμογελαστά η Παναγιώτα.
Ξέρεις, Παναγιώτα; Θα ήθελα να με λες Μηνάτση και τη ζωγραφιά μου, Ανεστασούλλα. Εμείς από την αρχή συζητάμε σαν να σε γνωρίζουμε από παλιά. Και έτσι αισθανόμαστε, αλήθεια σου λέω. Εξάλλου, είπαμε τόσα και τόσα μέχρι τώρα. Κι ακόμα θα πούμε κι άλλα πολλά, θα ανοίξουμε τα εσώψυχά μας, που λέει ο λόγος. Εγώ νιώθω ότι δεθήκαμε κι ας γνωριστήκαμε πριν λίγο. Κι εσύ είπες κι εμείς σου είπαμε. Πιστεύω λοιπόν ότι ο πληθυντικός είναι για ξένους και δεν χρειάζονται πια τα σας και τα σεις μεταξύ μας», πρότεινε ο Μηνάτσης.
«Ωραία, συμφωνώ, Μηνάτση και Ανεστασούλλα. Όπως θέλετε, έτσι θα γίνει. Κι εγώ σας νιώθω σαν να γνωριζόμαστε από παλιά και κάτι παραπάνω, σαν γονείς μου! Με τα ονόματά σας θα σας λέω και στον ενικό θα μιλάμε. Εξάλλου, είναι τόσο ξεχωριστά και πρωτότυπα».
Ο Μηνάτσης, με περίσσιο καμάρι, συνέχισε:
«Είναι ντόπιο χειροποίητο εργαλείο, που το είχαν οι παλιοί. Το κληρονόμησα από τον πατέρα μου, κι αυτός από το δικό του πατέρα. Είναι ασκελινένο, δηλαδή φτιαγμένο από άγριο κυπαρίσσι και το κουβαλάω μαζί μου, όπου πάω. Ένα από τα λίγα πράγματα που πήρα, όταν έκλεψα την Ανεστασούλλα. Και ξέρεις ο πάππους μου, ο Ωργής ο Προξενευτής, που τον έλεγαν έτσι, επειδή είχε κάνει τα πιο ταιριαστά αντρόγυνα, μου είχε πει πως για χρόνια, αφού το έφτιαξαν, μύριζε ακόμη! Ναι, αλήθεια, σου λέω, μύριζε τη μεθυστική μυρωδιά του ξύλου του ασκέλινα».
«Αχ! Τι μνήμες ήρθαν στο λογισμό μου από τα δικά μου παιδικά χρόνια! Σαν να ήρθε στη μύτη μου αυτή η γλυκιά μυρωδιά του βένιου, έτσι το έλεγε ο πατέρας μου. Νομίζω, ή μάλλον καταλαβαίνω από τη μυρωδιά, που είπατε, πως πρέπει να είναι ξαδέρφια με το ξύλο που είναι φτιαγμένο το εργαλείο σας. Με φέρατε πολλά χρόνια πίσω, στα αξέχαστα παιδικά χρόνια και στις μαγικές μέρες των Χριστουγέννων, τότε που ο πατέρας έκοβε από το βουνό ένα μικρό βένιο και το έφερνε σπίτι. Δεν ήταν συμμετρικό ούτε και μεγάλο, αλλά τα παιδικά μου μάτια το έβλεπαν τέλειο και τεράστιο, ίσως και μαγικό. Η μάνα μου έβαζε τον κορμό του σ’ ένα γκαζοτενεκέ, εμείς με τ’ αδέλφια μου το κρατούσαμε στο κέντρο, κι εκείνη στρίμωχνε και ταίριαζε μικρές και μεγάλες πέτρες ολόγυρα, μέχρι που δεν κουνιόταν, σαν να είχε ξαναριζώσει στο χώμα. Μετά μας έλεγε, για πολλά χρόνια την ίδια φράση: Δικό σας τώρα. Όπως θέλετε, όπως μπορείτε και όπως σας αρέσει, έτσι να το στολίσετε! Το μόνο που θέλω είναι να μην αναστατώσετε και λερώσετε το σπίτι», νοστάλγησε τα Χριστούγεννα των παιδικών της χρόνων η Παναγιώτα.
«Μπράβο της, που σας άφηνε να παίρνετε πρωτοβουλίες», σαν να την αποδοκίμασε η Ανεστασούλλα.
«Μπα, μη νομίζεις, μας άφηνε κάποια ανεξαρτησία, αλλά κάτω από αυστηρή επιτήρηση».
«Κι εμείς, τα παιδιά μας δεν τα αφήσαμε ποτέ αλιμπερτά», είπε η Ανεστασούλλα.
«Γιά[54] (ή) θα τρώμε, γιά θα μιλάμε! Εγώ έφαγα, εσείς ακόμη λιβανίζετε το φαΐ σας. Τι λέτε, κόρες, δεν θα το τελειώσετε;»
Καμμιά δεν συγκινήθηκε.
«Ήταν από τα λίγα πράγματα που είχαμε ελευθερία να παίρνουμε πρωτοβουλίες, να κάνουμε του κεφαλιού μας δηλαδή. Εμείς, βέβαια, εκείνη την εποχή σαν παιδιά δεν είχαμε και πολλές επιλογές. Πρώτα πρώτα φουσκώναμε μικρά πολύχρωμα μπαλόνια που τα αγοράζαμε από τα μπακάλικα. Άνοιγαν κυριολεκτικά τα πνευμόνια μας. Μετά στολίζαμε τον γκαζοτενεκέ με διάφορα χρωματιστά και πολλές φορές αταίριαστα χαρτιά, ακόμη κι από εφημερίδες ή περιοδικά, που τα μαζεύαμε με μανία κι αυτά από τον μπακάλη. Στο τέλος βάζαμε όλη μας την τέχνη στο στόλισμα του βένιου με μπαμπάκι, πολύχρωμες καρδούλες, αγγελάκια, αστεράκια, την Παναγία, τον Χριστό, γυναικείες φιγούρες, λουλουδάκια, όλα χάρτινα, που τα κερδίζαμε στο παιχνίδι δεκάρες».
«Τι παιχνίδι είναι αυτό, κόρη; Εμείς δεν το παίζαμε στην Κάρπαθο».
«Αχ! Τώρα που μεγάλωσα και το σκέφτομαι, βρίσκω πως ήταν ενδιαφέρον παιχνίδι εποχής. Μόνο που ταλαιπωρούσαμε τις δεκάρες και τις εικοσάρες. Λοιπόν, διάλεγε το κάθε παιδί την πιο κατάλληλη πέτρα κατά τη γνώμη του, εγώ, ας πούμε, έψαχνα να βρω λεία πέτρα με στρογγυλευμένες γωνίες, και μετά χτυπούσαμε τα ελαφρά κέρματα υπό γωνία. Αν τα γυρίζαμε, ήταν δικά μας. Μπορούσαμε να τα πάρουμε ή και να τα ανταλλάξουμε με διάφορα μικρά παιχνίδια που είχαν οι συμπαίκτες μας. Εκεί να με βλέπατε γονατισμένη πάνω στα χώματα να προσπαθώ να γυρίσω τις δεκάρες».
«Σε ζηλεύω, Παναγιώτα. Εγώ δυστυχώς δεν έπαιξα από μικρός, επειδή η μάνα μου δεν με άφηνε να συναναστρέφομαι με παιδιά της ηλικίας μου. Ξέρεις; Μόνο έναν φίλο λάτρευα κι αγαπούσα και μόνο μ’ αυτόν με άφηναν να παίζω, τον πατέρα του Κωστή Μηνά. Εγώ κρυφαναστέναζα με λαχτάρα, όταν συναντούσα άλλα παιδιά στα σοκάκια να παίζουν και παρακαλούσα τη μάνα μου να παίξω μαζί τους. Καμιά φορά κρυφοπαίζαμε κιόλας. Πόσο γρήγορα περνούσαν οι ώρες, καμάρι μου, αλλά δεν το ευχαριστιόμουν εκείνο το παιχνίδι. Μου φαινόταν σαν να το έκλεβα. Την φοβόμουν πολύ τη μάνα μου, γιατί μια φορά που το έμαθε, με μισέρωσε με μια μόνο ξυλιά! Μία ήταν, αλλά φαρμακερή, με πόνεσε πολύ. Η αλήθεια πάντως είναι, πως μου έλειψε το παιχνίδι, δυστυχώς».
«Κρίμα, μεγάλο κρίμα! Κι εγώ το ευχαριστήθηκα το παιχνίδι με πολλά παιδιά και διάλεγα πάντοτε παιχνίδια που παίζονταν στο ύπαιθρο», είπε η Παναγιώτα.
«Ξέρεις πώς με άφηνε να παίζω η μάνα μου; Μόνος μου. Με τη σβούρα ή να κάνω άλογο μ’ ένα καλάμι ή να δένω τον σβούρο[55] (χρυσοκάνθαρος) με κλωστή και να τον γυρίζω με ορμή μέχρι ν’ ανοίξει τα φτερά του. Ω, δεν σου είπα, έφτιαχνε και τόπι με παλιά πανιά, έραβε πάνω λάστιχο και μου το έδινε να παίζω. Αν τύχαινε να χαλάσει το τόπι, δεν άντεχα τις φωνές της.
«Ενώ εγώ έπαιζα έξω ατέλειωτες ώρες, σαν την Παναγιώτα», καυχήθηκε η Ανεστασούλλα.
«Ξέρεις πώς με έλεγαν οι συνομήλικοί μου; Τσίλλη, επειδή φοβόμουν τη μάνα μου, αλλά και ψηλομύτη. Με πείραζε πολύ. Όταν παραμεγάλωσα, που κλεφτήκαμε με τη ζωγραφιά μου, όχι μόνο δεν έπαιξα, αλλά τότε κατάλαβα τι θα πει δουλειά. Σκίρτησε η καρδιά μου που σ’ άκουσα να μιλάς με τόσο ενθουσιασμό για παιχνίδια», αναστέναξε ο Μηνάτσης.
«Ποιος να ξέρει άραγε; Θα γυρίσει ξανά αυτό το παιχνίδι, οι δεκάρες;» ρώτησε σκεπτική η Ανεστασούλλα.
«Μπα, τώρα δεν υπάρχουν δεκάρες, αλλά και να υπήρχαν σιγά, μην αφήνουμε τα σημερινά παιδιά να γονατίζουν στα χώματα. Εγώ πάντως δεν επιτρέπω στους λεβέντες μου. Λάθος μου, αλλά οι συνθήκες της ζωής στην πόλη είναι τέτοιες, που το παιχνίδι στο χώμα με βγάζει απ’ το σφιχτό καθημερινό πρόγραμμα. Μπορεί να εφεύρουν άλλου είδους υλικά και άλλο τρόπο να παίζουν, ας πούμε στο πάτωμα του σπιτιού. Κατά τη γνώμη μου όλες οι μόδες κάθε εποχής γυρίζουν, αλλά ίσως με άλλες μορφές, προσαρμοσμένες σε νέες βάσεις, ανάλογα με την εξέλιξη της τεχνολογίας, τα ενδιαφέροντα των παιδιών, τη διαφήμιση και άλλους παράγοντες… Αφήστε τα, είναι τόσο πολύπλοκα».
«Εγώ σ’ αυτό δεν έχω γνώμη, γιατί τα παιδιά μας μεγάλωσαν στο χωριό και παίζανε έξω. Μόνο το πρώτο αφαλόκομμα γεννήθηκε στον Πειραιά».
5.
«Δεν τελείωσες με το δέντρο, το βένιο σου! Τι έκανες μετά;» ρώτησε ο Μηνάτσης.
«Συνήθως εγώ, ας ήμουν μικρή, τα ήθελα όλα τέλεια, έφτιαχνα και ένα μεγάλο αστέρι για την κορυφή από περιοδικό, που τύλιγε ο μπακάλης τη φέτα ή τις σαρδέλες. Αυτόν τον μπακάλη δεν θα τον ξεχάσω. Φαινόταν τεράστιος, άτσαλα χοντρός με πολλές δίπλες παντού στο σώμα. Περπατούσε με δυσκολία σέρνοντας τα πόδια. Ό,τι περίσσευε από το ζύγισμα δεν το έβαζε στη θέση του, αλλά το έτρωγε με τόση ταχυδακτυλουργία, που πολλές φορές δεν έπαιρνα χαμπάρι».
«Εμείς είχαμε τον ψιλικατζή στον Πειραιά, τα ίδια έκανε κι αυτός. Θυμάσαι, Μηνάτση; Είχε πάντα τις τσέπες του γεμάτες με κάθε λογής φαγώσιμα που περίσσευαν από το ζύγισμα και όποτε έμπαινες στο μαγαζάκι του μασούλαγε και μασούλαγε με μπουκωμένο στόμα και ό,τι δεν τρωγότανε το έφτυνε. Μόνο που αυτός ήταν κοκκαλιάρης και ψηλός. Για πες μας κι άλλα για το δέντρο σου, Παναγιώτα».
«Όλο και κάποια ξύλινη μπογιά θα υπήρχε στην τσάντα μου, οπότε έβαφα το αστέρι μονόχρωμο ή πολύχρωμο, ανάλογα με τα κέφια και τη φαντασία μου. Αν είχαμε και μια φάτνη για τη βάση του τενεκέ, όλο το σκηνικό ήταν αρκετό για αθώα σκιρτήματα καρδιάς και ατέλειωτα συναισθήματα ευχαρίστησης. Την πρώτη χρονιά που δεν είχαμε φάτνη, ξέρετε τι στολίσαμε για φάτνη; Τη μεταλλική ηλεκτρική κουζίνα που μας πήρε ο πατέρας από το πανηγύρι, το πιο αγαπημένο μου παιχνίδι. Τον παρακαλούσαμε και λαχταρούσαμε τρία χρόνια να μας την πάρει και στον τέταρτο πια τον καταφέραμε. Ανοίξαμε, λοιπόν, την πόρτα του φούρνου και βάλαμε μέσα ένα πάνινο μωρό που φτιάξαμε για Χριστούλη και δύο πλαστικά αρνάκια απ’ έξω. Από πάνω βάλαμε μπόλικο βαμβάκι για χιόνι, για να μην φαίνεται ότι ήταν κουζίνα. Έτοιμη η φάτνη. Μια χρονιά που βρήκαμε και ένα ζωγραφιστό χάρτινο Αϊ Βασίλη, τότε η λαχτάρα και η ανυπομονησία ξεχείλισε. Με το αθώο παιδικό μυαλό έπλαθα σενάρια για τον ερχομό και τα δώρα του. Εκεί να βλέπατε αθώους προβληματισμούς κι ερωτηματικά. Μόνο που την πρωτοχρονιά δεν ερχόταν ο Αϊ Βασίλης, αλλά η μάνα κι έδινε μια δυνατή στο κεφάλι μας με την μπόσκα για γούρι και καλή χρονιά. Την έφερνε ο πατέρας μου την προπαραμονή της πρωτοχρονιάς από το βουνό κι η μάνα την τύλιγε με φανταχτερό ύφασμα, έκανε και τη μοδίστρα βλέπετε».
«Πόσο ωραία τα λες, καμάρι μου!»
«Όσο βέβαια περνούσαν τα χρόνια και μεγαλώναμε βρίσκαμε και άλλα παιχνιδάκια και στολίδια για το δεντράκι μας, όπως ας πούμε, θυμήθηκα τώρα τα χρωματιστά αγγελουδάκια, ζωάκια, λουλούδια, αστεράκια, θεϊκές φιγούρες και άλλα. Μάλιστα, την περίοδο που έπαιζα με μανία δεκάρες, κέρδισα από ένα φίλο μου, μοναχογιό, που είχε πολλά στολίδια, τρεις πλαστικούς μάγους και δύο μεταλλικά μισοφέγγαρα. Με τι καμάρι και χαρά τα στόλισα… Ξεκίνησα από το άρωμα του βένιου, που απλωνόταν στο σπίτι όλες τις γιορτές και πόσα σας είπα. Την έχω συνδέσει με τα ανέμελα παιδικά χρόνια και δεν ξεθωριάζει από τη μνήμη μου. Όταν βρίσκομαι στο δάσος και το συναντήσω, κόβω ένα βλασταράκι, το τρίβω, το φέρνω στη μύτη και χορταίνω παλιές αναμνήσεις».
«Ωραία τα παιδικά χρόνια. Εμείς, δυστυχώς, δεν είχαμε έθιμο να στολίζουμε Χριστουγεννιάτικο δέντρο και δεν υπάρχουν παιδικές μνήμες. Έχουμε όμως αναμνήσεις με την Ανεστασούλλα μου από τον Πειραιά, όπου βλέπαμε στολισμένα δέντρα στα μεγάλα μαγαζιά και αραιά και πού σε πλατείες».
Ώχουτα! Πάλι ξεστρατίσαμε, κόρη. Λέγαμε για το περονοκούταλο».
«Ναι, σε ακούω με ενδιαφέρον. Θα μου πεις οτιδήποτε άλλο ξέρεις για την ιστορία του;» ζήτησε σχεδόν παρακαλετά.
«Άκου λέει, ω, βέβαια! Όλα θα τα πούμε».
«Λέγαμε λοιπόν πως ο πάππους μου, ο Ωργής ο Προξενευτής, είχε έναν φίλο, μαγγιώρο και μερακλή στη δουλειά, που έφτιαχνε τέτοια περονοκούταλα. Μόνος του έβρισκε τα δέντρα, μόνος του τα έκοβε, μόνος του τα λιάνιζε. Δεν έφτιαχνε μόνο κουταλοπέρονα, αλλά και σκέτα ξυλοπέρονα και ξυλοκούταλα. Είχε φτιάξει πολλά και τα έδινε στους χωριανούς για να πάρει ό,τι του έλειπε. Απ’ αυτήν τη δουλειά ζούσε».
«Πράγματι, συνηθισμένο φαινόμενο την εποχή εκείνη».
Έλεγε του πάππου μου πως γύριζε στα βουνά για να βρει τον κατάλληλο ασκέλινα. Το καλύτερο ξύλο διάλεξε, αλλά και την τέχνη της ωριμότητας έβαλε για το περονοκούταλο του φίλου του. Ήταν από τα τελευταία που έφτιαξε με τρεμάμενα χέρια πριν πεθάνει».
«Τι ωραία! Λατρεύω τα παλιά και περίεργα χειροποίητα αντικείμενα. Αυτό δεν το έχω συναντήσει κάπου και ούτε σκέφτηκα πως μπορεί να υπάρχει», είπε έκπληκτη η Παναγιώτα.
«Απού λέεις, καλό μου, θυμάμαι τον πάππου, γέρο πια, που το είχε φυλαγμένο στην κουταλοθήκη, μαζί με το ξυλοκούταλο, το ξυλοπέρονο και τον σουγιά, δεν ήθελε και παραπάνω. Μόνος του έμενε, όταν γέρασε, αφού πέθανε πρώτα η λαλλά μου. Η μάνα μου θεωρούσε παρακατιανούς τους συγγενείς του και δεν φίλιωσε ποτέ μαζί τους. Τέλος πάντων. Αγαθός και καλόκαρδος, δεν είχε κακία για κανένα ούτε και κακή κουβέντα είπε για άνθρωπο. Εχθρούς δεν είχε. Λοιπόν, τι έλεγα; Α! Ναι, δεν το χρησιμοποιούσε συχνά, αλλά δεν άφηνε και κανένα να το πιάσει. Αν του έλεγες ότι θα αγγίξεις το περονοκούταλο, αυτό και μόνο ήταν αρκετό για να τον κάνει ταύρο. Όταν έμπαινε στη μεγάλη μακρόστενη καζάρμα του και πριν φάει το ζύγωνε στη μύτη και το μύριζε, πιστεύοντας ότι θα του φτιάξει το κέφι! Μάλιστα, από νέος δεν έτρωγε μ’ αυτό φαγητά καβουρντιστά με κρομμύδια, σκόρδα και μπαχαρικά, για να μην χάσει τη μυρωδιά του».
«Έτσι ε; Τον καταλαβαίνω», είπε η Παναγιώτα.
«Όταν πια γέρασε, που δεν έβγαινε από το σπίτι, τον θυμάμαι αχνά αχνά καθισμένο στο σκαμνί. Οκνό πουλί, πίτα κοιλιά, έτσι έλεγαν οι χωριανοί για λόγου του, αφού η λαλλά μου πέθανε πρώτη κι εκείνος ζούσε με τον αέρα, που λέμε. Τον θυμάμαι να του γλείφουν οι μύγες το μέτωπο και τα μάτια κι αυτός να προσπαθεί να τις διώξει χωρίς να τα καταφέρνει. Τα έρημα τα γηρατειά. Δεν έβλεπε και καλά. Αλλά αυτό που δεν θα ξεχάσω ήταν οι φωνές των κοπελλιάρων, αυτών των άμυαλων νεαρών αγοριών, που στέκονταν στην πόρτα και φώναζαν.
«Ω, Ωργή Προξενευτή, δεν μας είδες; Μπήκαμε μέσα. Το περονοκούταλο το πήραμε, δεν είναι πια στην κουταλοθήκη».
«Παιδιά, σκληρά παιδιά του χωριού», είπε η Ανεστασούλλα.
«Ψευτοπαλληκαράδες σου λέω. Ξέρανε ότι δεν μπορεί να τους κυνηγήσει. Αυτός αγρίευε, προσπαθούσε να σηκωθεί να τους φτάσει με τη μαγκούρα, αλλά δεν τα κατάφερνε. Πόσα μου θύμισες, Παναγιώτα. Και ο πατέρας μου, μετά το θάνατό του πάππου μου, μ’ αυτό έτρωγε. Εγώ βέβαια δεν το πρόλαβα να μυρίζει, αλλά πολύ θα το ήθελα», αποτελείωσε τη φράση του, καθώς το σκούπιζε προσεχτικά για να το βάλει στο υφαντό σακουλάκι.
«Όχι, μην το φυλάξεις! Θα μπορούσες να μου το δώσεις; Θέλω να το περιεργαστώ για λίγο. Και το υφαντό είναι κομψοτέχνημα», παρακάλεσε.
«Να το, Παναγιώτα. Κι αυτό ήταν του πάππου μου, εδώ το φύλαγε κι εκείνος».
Μόλις το έπιασε στο χέρι της, αισθάνθηκε το βάρος του. Το γύρισε και το περιεργάστηκε στις άκρες και ολόγυρα. Το έφερε κοντά στη μύτη, αλλά η όσφρησή της δεν ικανοποιήθηκε. Το έπαιξε ασυναίσθητα με τα δάχτυλα και θυμήθηκε το μπεγλέρι με τις δύο μοναδικές χάντρες, μια μπλε και μια μπορντό, που έπαιζε με μανία αρκετά φεγγάρια στον πρώτο χρόνο των σπουδών της.
«Ω κόρη μου, τι έπαθες; Ξεχάστηκες με το περονοκούταλο ανάμεσα στα δάχτυλα;», άκουσε τη φωνή του Μηνάτση.
«Έτσι έπαιζα ένα μπεγλέρι στα φοιτητικά χρόνια», απάντησε αδιάφορα και συνέχισε να το περιεργάζεται με χέρια και νου.
«Έπαιζες και μπεγλέρι, Παναγιώτα; Γιατί; Τι σεβντά είχες;»
«Τα νιάτα έχουν πάντα σεβντάδες. Μου άρεσε να έχω κάτι στα χέρια και να κουνάω τα δάχτυλα. Απολογούμαι, φίλοι μου».
Το παρατήρησε καλύτερα. Καλοδουλεμένο, συμμετρικό, σωστό μέγεθος του κουταλιού και του πιρουνιού. Λείο, σαν να άγγιζες βελούδο. Ξεχώρισε με δυσκολία το γράμμα Ω σκαλισμένο στην πίσω πλευρά. Γύρισε το λογισμό της πολλά χρόνια πίσω. Ήθελε να μάθει κι άλλα. Πότε φτιάχτηκε, από ποιο δέντρο κι από πού κόπηκε, με τι είδους εργαλεία κατασκευάστηκε. Ατελείωτες οι απορίες. Εντελώς αυθόρμητα γύρισε προς τον Μηνάτση.
«Θα ήθελα να το κρατήσω, μέχρι να βγάλω τη φωτογραφική μηχανή από τη βαλίτσα, μπορώ;»
«Έλα, Παναγία μου! Ναι, βέβαια. Και το ρωτάς, καλό μου; Δεν είναι δα και κανένα ακριβό στολίδι, ένα περονοκούταλο για να τρως είναι», απάντησε πρόθυμα.
«Έχετε κι άλλα τέτοια εργαλεία κι εξαρτήματα κουζίνας στην Κάρπαθο;» ρώτησε και κάτι σημείωσε στον ντοσιέ.
«Ναι, πολλά! Ξέρεις όμως κάτι; Οι νέες νοικοκυρές προτιμούν τα καινούργια και τα παλιά τώρα τα τελευταία χρόνια αρχίζουν να τα πετούν. Εγώ στενοχωρούμαι, που τα βλέπω στις πλαγιούλλες και στους γκρεμούς. Δεν αφήνω τη ζωγραφιά μου, να πετάξει ούτε ένα ξερό ξύλο, άμα είναι από του έρπαλι[56] (από την αρχαιότητα, από τα αρχ. έκπαλαι)».
«Αυτή η λέξη σημαίνει από την αρχαία εποχή», είπε βιαστικά η Παναγιώτα.
«Δεν το ήξερα, Παναγιώτα, αλλά λογικό είναι με τόσους και τόσους κατακτητές που φιλοξενήσαμε, χωρίς να το θέλουμε! Έλεγα λοιπόν ότι η μάνα μου, η Βασταρκούλλα του Τσελεπή, είχε το σφυρί, είδος λεκάνης, φαντάσου το να είναι πιο στενό κάτω και αρκετά φαρδύ πάνω, φτιαγμένο από βρούλα και ξερά καλάμια σταριού. Σ’ αυτό έβαζε ο πατέρας τα ψωμιά, όταν τα ξεφούρνιζε. Αλλά ξεκωλώθηκε από τη χρήση και τα χρόνια. Τώρα, λίγο πριν πάμε στην Αμερική, το επισκευάσαμε. Στερεώσαμε τον πάτο στη θέση του, εγώ το κρατούσα και η Ανεστασούλλα έραψε από μέσα ένα διπλό κομμάτι κάμποτο, για να ξαναγίνει στέρεο και γερό. Μετά, το πέρασα μέσα έξω με διαφανές βερνίκι. Καθόμουν και το χάζευα. Έγινε σαν καινούργιο, ζωντάνεψαν τα χρώματα και το στολίσαμε στον τοίχο. Έτσι θα μπορούμε να το καμαρώνουμε για πολλά χρόνια. Να μου πεις, πόσο θα ζήσουμε κι εμείς;» είπε ο Μηνάτσης.
Ο παππούς σου τι έτρωγε; Ποια ήταν τα αγαπημένα του φαγητά;
«Λοιπόν, συνεχίζουμε. Τον πάππου μου, τον Ωργή τον Προξενευτή, όλοι τον είχαν για παράδειγμα. Δεν έκανε μόνο ταιριαστά αντρόγυνα, όπως σου είπα, αλλά ήταν και ακέραιος χαρακτήρας. Ένα κουσούρι είχε μόνο, που βασάνιζε τη λαλλά μου με το φαΐ. Ήταν μίζερος, σιχασιάρης, δεν έτρωγε φαγιά μαγειρεμένα από άλλους και ξέρεις τι ιδιοτροπία είχε; Το φαΐ το ήθελε πάντα πολύ ζεστό, σχεδόν καυτό! Μάλιστα, επειδή έτρωγε αργά κι αυτό κρύωνε, την ανάγκαζε ν’ ανάψει φωτιά να το ξαναζεστάνει. Τι τραβούσε η κακομοίρα! Με όλα τα φαγητά έτρωγε μαζί και πιπεράκι καυτερό».
«Και σ’ εμένα αρέσουν τα καυτερά φαγητά, αλλά πιπεράκι δεν έχω δοκιμάσει».
«Εμείς το πιπεράκι, αν είναι μεγάλο και φονιάς, το βάζουμε στη μέση του σουφρά και κόβει ο καθένας μια δαγκωνίτσα», είπε η Ανεστασούλλα.
«Λοιπόν, με ρώτησες για τα αγαπημένα φαγητά του Ωργή. Εγώ θα σου πω για τα φαγητά που μαγείρευε, για τα οποία όλοι τον παίνευαν. Νοστιμότερα δεν τα έφτιαχνε κανείς. Αγριάδι[57] (θράψαλο) με κηπουρικά, σουπιά τηγανητή, σκάρο πλακί, φασόλες με μάραθο, κουκιά ξερά γιαχνί, ντορμάες, αγκινάρες με χλωρά κουκιά γιαχνί και αντέρια του χοίρου γεμιστά».
«Ας ξεκινήσουμε όμως από τις πατελλίες και τους χοχλιούς στο ξίδι».
«Για να ακούσω, είμαι όλο περιέργεια κι ακόμη περισσότερο που δεν έφαγα ποτέ τέτοια πράγματα. Ίσως να τα σιχαθώ κιόλας, πριν καν τα δοκιμάσω».
Είναι το πιο πικάντικο, αλλά και μπελαλίδικο ξαρέσκι,[58] (ορεκτικό, επιδόρπιο) Παναγιώτα μου. Ο πάππους του Μηνάτση, ο Ωργής ο προξενευτής, από τον Ιούνιο μέχρι τον Οκτώβρη μάζευε πατελλίες και χοχλιούς, τις έβγαζε από το καβούκι τους και τις έβαζε σε γυάλινο βαζάκι προσθέτοντας νερό, αλάτσι, λίγο ξίδι και δύο τρεις σταγόνες λεμόνι. Είχε πάντα στο ράφι της πιατοθήκης του ένα βαζάκι με πατελλίες, ένα με χοχλιούς και άλλο ένα με ακρίθαμο[59] (κρίθαμο, φυτό παραθαλάσσιων πετρωδών χώρων, crithmum maritimum). Συνήθως τα βράδια τα τιμούσε βάζοντας λίγα απ’ όλα σε πλουμιστό εμαγιέ τσανάκι. Με μια σφεγγωμένη κουλούρα, λίγο ελάι κι ένα ποτηράκι ούζο ή καρπάθικο κρασί μερακλωνόταν, πετούσε στ’ αστέρια κι έστηνε στο λεπτό τις πιο ταιριαστές μαντινάδες για σκλάβες ντυμένες με χρυσό και Σαρακηνούς πειρατές. Μη φανταστείς πως χόρταινε, βολευόταν στην πεζούλα και τσιμπολογούσε αργά, χαλαρά σαν να έπαιζε με τους μεζέδες του. Θυμάμαι, έλεγε πως τα ξαρέσκια και το ούζο δεν έχουν κανόνες. Οι πατελλίες τρώγονται και ωμές, με ζυμωτό ψωμί, αλλά γίνονται και μαγειρευτές, όπως και οι χοχλιοί φυσικά. Εγώ, και λίγα να μαζέψουμε, τα κάνω γιαχνί με πατατούλες, κρομμύδια και σάλτσα, όπως κάνω τους καλαόρους,[60] (σαλιγκάρια) μόνο που τα ρίχνω στο τέλος να χοχλάσουν δυο τρία λεπτά. Οι χοχλιοί δεν τρώγονται ωμοί. Πρέπει πρώτα να βράσουν λίγα λεπτά για να τους βγάλουμε με μια βελόνα από το καβούκι τους», είπε η Ανεστασούλλα.
«Εμείς, κόρη μου, έχουμε το μικρότρυπο δυχτάκι μας, που το φέραμε από την Αμερική, το περνάμε στον αριστερό ώμο και στο λαιμό και με το δεξί χέρι, κρατώντας μυτερό μαχαίρι, ξεκολλάμε τις πεταλίδες από τον βράχο. Και το αριστερό χέρι χρειάζεται για να κρατάμε την πεταλίδα, αλλιώς θα την πάρει η θάλασσα. Τα παλιά χρόνια παίρναμε ένα καλάθι για τις πεταλίδες και τους χοχλιούς κι άλλο ένα για αλάτσι. Αν έκανε φουρτούνες και γέμιζαν οι λακκούβες με θάλατσα κι ακολουθούσαν ζέστες, η θάλατσα γινόταν αλάτσι. Πάντα το μαζεύαμε. Τώρα το μικρότρυπο δυχτάκι το έχει η Ανεστασούλλα κι εγώ κρατώ το καλάθι για το αλάτσι. Δεν είναι, καλό μου, και τόσο εύκολη η επιχείρηση. Πρέπει να σηκωθείς αξημέρωτα και να βρεθείς στα βράχια μόλις χαράξει, να φοράς παπούτσια σταθερά και καπέλο. Τι ομορφιά να δεις τον ήλιο να ξεπροβάλλει και να σε καλημερίζει μέσα από το απέραντο της θάλατσας! Στα μέρη μας φυσάνε μαζί και οι δώδεκα ανέμοι, έτσι λέμε, κι όταν έχουμε μπονάτσα νιώθουμε ευλογία Κυρίου και το θέλουμε να περπατήσουμε στα βράχια. Μην νομίζεις, Παναγιώτα, ότι περπατάμε κανονικά. Αν μας έβλεπες από μακριά, θα νόμιζες ότι ψάχνουμε να βρούμε κάτι που χάσαμε. Πολύ προσεχτικά πηγαίνουμε, αφού τα βράχια είναι γεμάτα χαράκια και φοβόμαστε μην πέσουμε ή πληγωθούμε. Μα, δεν μπορείς να φανταστείς ομορφιά! Να βλέπεις τη θάλατσα που αγωνίζεται να γλείψει τα βράχια, χωρίς να τα καταφέρνει, τις βάρκες που ψαρεύουν γλιστρώντας απαλά στο ατελείωτο του ουρανού και της θάλατσας, τη σκιά των βράχων που πέφτει στο νερό και χάνεις την ομορφάδα του βάθους. Μπορείς να πας και νύχτα με λουξ, αλλά εμείς από νέοι πηγαίναμε μέρα. Πήγαμε μια φορά γύρω στα μεσάνυχτα, που δεν είχε φεγγάρι, αλλά δεν ευχαριστηθήκαμε, τα μάτια μας έβλεπαν σκοτάδι. Απού λέεις, Παναγιώτα μου, για να ξεκολλήσεις τις πεταλίδες θέλει μαεστρία. Είναι πεισματάρες, οι άτιμες, όταν καταλάβουν τον κλέφτη, σφίγγονται και το καβούκι τους γίνεται ένα με τον βράχο, τόσο που δεν μπορείς να βάλεις μαχαίρι. Όταν πάμε σπίτι τις βγάζουμε από το καβούκι, τις βάζουμε σε γυάλινο βάζο, ρίχνουμε ξίδι, μερικές σταγόνες λεμονιού, μια νυχιά αλάτσι και το ζουμί τους. Από πάνω ρίχνουμε ελάι και τις αφήνουμε στο ψυγείο για μερικές μέρες, ίσα, ίσα για να ανακατευτούν οι γεύσεις. Τις προσφέρουμε σαν ξαρέσκι με ελάι, φρυγανισμένο ζυμωτό ψωμί κι ακρίθαμο», είπε ο Μηνάτσης.
«Τους χοχλιούς, κόρη μου, τους μαζεύουμε πιο εύκολα, συνήθως περπατούν στα βράχια, αλλά θέλουν μαεστρία στο βράσιμο, για να βγαίνουν εύκολα από το καβούκι τους. Ο Μηνάτσης μου είναι μάστορας σ’ αυτά», συμπλήρωσε η Ανεστασούλλα.
«Δεν τα είπες όλα, ζωγραφιά μου. Πρέπει να πας νύχτα με λουξ ή να είσαι στα βράχια, πριν φέξει. Αν έχει φεγγαράδα, είναι ακόμη καλύτερα. Έτσι κι αλλιώς όμως το λουξ είναι απαραίτητο. Καθώς είναι περιπλανώμενοι και περπατούν αργά αργά τους τσακώνεις, μπορεί να βρεις και πολλούς μαζί σε λακκουβάκια. Μην τους πειράξεις, χαλάς την ευχαρίστηση της αναπαραγωγής τους! Αν είσαι γρήγορος μπορεί να πιάσεις και καβούρια σε μικρούς αρούς. Μόλις γυρίσουμε σπίτι, τους βάζουμε σε κατσαρόλι, ρίχνουμε νερό μέχρι να χώνονται και ανάβουμε τη φωτιά. Ωστόσο ετοιμάζουμε μια χοντρούτσικη βελόνα με κλωστή που της κάνουμε κόμπο. Την αφήνουμε να περιμένει. Αφού πάρουν δυο τρεις χόχλους, δοκιμάζουμε με τη βελόνα να τους βγάλουμε. Αν δεν βγαίνουν τους βράζουμε λίγο ακόμη. Θέλει γρήγορα χέρια επειδή όταν κρυώσουν, σφίγγουν και δυσκολεύεσαι να τους τραβήξεις όξω. Γι’ αυτό, καλό μου, αν έχουμε μεγάλη σοδειά, φωνάζουμε και γειτόνισσες να βοηθήσουν. Προσοχή στο κιτρινωπό διαφανές κάλυμμα, το βγάζουμε, επειδή πολλές φορές κολλάει στον ουρανίσκο ή στα χείλη. Τους βάζουμε σε ξιδολέμονο, όπως τις πεταλίδες και δεν ξέρουμε ποιο από τα δυο να διαλέξουμε για ξαρέσκι. Όσο είναι γεμάτα τα βαζάκια, περηφανευόμαστε αλλά, όταν αδειάσουν, αναπολούμε τις στιγμές που τις ευχαριστηθήκαμε».
«Συνεχίζουμε, Παναγιώτα. Ο πάππους μου ήταν και αρχιμάγειρας στους γάμους, στα βαφτίσια και στα πανηγύρια. Έφτιαχνε το νοστιμότερο φαΐ! Κι επειδή ήταν μερακλής και καθαρός στις δουλειές, όλοι τον καλούσαν να μαγειρέψει».
«Ωχ! Πάλι ακαταλαβίστικα μου φάνηκαν τα φαγητά και τα ξέχασα», κατσούφιασε η Παναγιώτα, καθώς προσπαθούσε να θυμηθεί και να γράψει στον ντοσιέ της τα φαγητά που άκουσε.
«Μην ανησυχείς, Παναγιώτα, θα μάθεις όσα θέλεις. Ανεστασούλλα, πώς φτιάχνεις τα αγριάδια με κηπουρικά;
«Για το πιο νόστιμο φαγητό του καλοκαιριού, που είναι τα θράψαλα, ανάβουμε τη φωτιά και τα βάζουμε στον ταβά να πιούν τα νερά τους, αφού φυσικά τα έχουμε καθαρίσει, πλύνει και κόψει σε κομμάτια. Μετά, ρίχνουμε το ελάι και μπόλικα κρομμύδια κομμένα σε φέτες κι αφήνουμε να καβουρντιστούν ανακατεύοντας συχνά. Ρίχνουμε φρέσκια ψιλοκομμένη ντομάτα, μισό ρακοπότηρο ούζο, τρία τέσσερα φυλλαράκια ροσμαρί, λίγο ζεστό νερό και τα αφήνουμε να ψηθούν, μέχρι να μαλακώσουν. Ωστόσο ζεματίζουμε τα φασολάκια, αν έχουμε αμπελοφάσουλα είναι καλύτερα, και τηγανίζουμε ελαφρά μελιτζάνα, κολοκυθάκι, πιπεριά και πατάτα. Ρίχνουμε τα κηπουρικά στα αγριάδια, αλατοπίπερο και τ’ αφήνουμε να σιγοψηθούν, να φιλιώσουν και να μείνουν με το ελάι. Δεν βάζουμε πολλά κηπουρικά, γιατί θέλουμε να απολαύσουμε τη γεύση και τη μυρωδιά των αγριαδιών».
«Ωραίο και λαχταριστό φαΐ του καλοκαιριού, αλλά πώς να το φας όταν το αγριάδι είναι σαν πετσί, κόρη μου; Την τελευταία φορά που το μαγείρεψες, ζωγραφιά μου, θυμάσαι; Παραβγαίναμε στο μάσημα και στο τέλος το φτύναμε», ανοιγόκλεισε χαδιάρικα τα μάτια του ο Μηνάτσης.
«Βιαζόμουνα να πάω στο μασάλι και το έκανα όπως όπως. Είχα πάει να καλωσορίσω τα παιδιά της ξαδέλφης μας που ήρθαν από την Αμερική. Ας στο καλό, σκέφτηκα, με έφαγε η κουζίνα, ας στέκει και μια φορά το αγριάδι, αλλά αυτό, φαίνεται, τα είχε τα χρόνια του κι έμεινε σκληρό», χαμογέλασε.
«Τότε αλλιώς μού τα είπες, κατεργάρα ζωγραφιά!»
«Επειδή δεν τους χωνεύεις, ναι, γι’ αυτό». Τον μαρτύρησε η Ανεστασούλλα.
«Φαντάζομαι θα μπορείς να κάνεις το ίδιο φαγητό και με καλαμάρι», ρώτησε η Παναγιώτα.
«Οπωσδήποτε, κόρη μου».
«Για την τηγανιστή σουπιά η καλύτερη μαστόρισσα ακόμη κι από τον πάππου είναι η ζωγραφιά μου. Την ρίχνει στον ταβά ολόκληρη, βάζει λίγο λίγο ζεστό νερό και την αφήνει σκεπασμένη να σιγοβράσει και να μαλακώσει. Το ελάι το βάζει αφού μαλακώσει, την σιγοτηγανίζει και τη σβήνει με μπόλικο λεμόνι. Την κόβει και τη σερβίρει στο τσανάκι. Από πάνω ρίχνει μια νυχιά ξύσμα λεμονιού. Βουτάς στο ζουμί ζυμωτό ψωμί, παίρνεις μαζί και ένα κομμάτι σουπιά και νομίζεις πως ξαναγεννήθηκες. Πιο ταιριαστός μεζές για ουζάκι δεν υπάρχει!», είπε ο Μηνάτσης.
«Απολαμβάνω το ουζάκι παγωμένο, το θέλω σκέτο. Να ‘χα και τηγανητή σουπιά!», λιγουρεύτηκε η Παναγιώτα.
«Όλα τα θαλασσινά, κόρη, θέλουν καλό βράσιμο, ώστε να μην δυσκολεύεσαι να τα μασήσεις».
6.
Η Παναγιώτα συμβουλεύτηκε τα γραφτά της.
«Ο σκάρος έχει σειρά νομίζω», κοίταξε τον Μηνάτση.
«Όταν λέω σκάρο, Παναγιώτα, το ψάρι των θαλασσών μας, είναι σαν να λέω ο άρχοντας της Καρπάθου. Το πλακί γίνεται όπως και η σμύναιρα ή το μουγγρί, μόνο που πρέπει να τον καθαρίσεις από εντόσθια και σπάραχνα και να ξύσεις τα λέπια. Πόσο βαρετό και δύσκολο είναι το ξύσιμο. Με τον ίδιο τρόπο κάνουμε και τον παστό μπακαλιάρο πλακί. Έχω και γι’ αυτόν μυστικό. Για να μείνει τρυφερός, αφήνουμε τα κρομμύδια με τη σάλτσα να μισοκρυώσουν και μετά τον ρίχνουμε στο τσουκάλι. Στη συνέχεια ανάβουμε φωτιά και βράζουμε σιγανά μέχρι να ψηθεί ο μπακαλιάρος».
«Το σκάρο τον κάνετε και τηγανητό;»
«Όταν τον κάνουμε τηγανητό δεν βγάζουμε ούτε τα εντόσθια ούτε τα σπάραχνα, παρά μόνο τη χολή, για να μην πικράνει στο μέρος της κοιλιάς. Ξέρεις, κάποτε διάβασα πως η χολή του σκάρου κάνει καλό στη χρυσή και τα εντόσθια στο στομάχι, για όσους δεν σιχαίνονται να τα φάνε! Ο πάππους, ο Ωργής, πάντα εύρισκε τη χολή. Σκέψου πού είναι η χολή στον άνθρωπο και θα καταλάβεις πώς πρέπει να πιάσεις το ψάρι για να την βγάλεις. Να θυμάσαι μόνο ότι βρίσκεται κάτω από το πλαϊνό φτερό. Εκείνος με έμαθε, επέμενε. Προσπάθησα, παιδεύτηκα, κι έμαθα».
«Μια φορά θα το μάθεις και μετά δεν θα το ξεχνάς», θυμάμαι τα λόγια του.
«Μια που λέμε για τον σκάρο, τι θυμήθηκα, Παναγιώτα! Ο πατέρας μου, ο Αννής ο Περικαμμένος Κούτσουρας, μάζευε σκαρολάχανα[61] (χόρτο για το ψάρεμα του σκάρου) και τα έβαζε για δόλωμα. Βλέπεις, ο Πανάγαθος που γέμισε με σκάρους τις θάλασσές μας, φρόντισε να μας δώσει και το χόρτο για να τους ψαρεύουμε. Πήγαινα μαζί του πολλές φορές, τα κοπανούσα στα βράχια κι εκείνος τα ανακάτευε με άρμη από τυρί κι έκανε πασμό. Ολόκληρη συρτική κουβαλούσαμε. Να, κοπάδια οι σκάροι! Τους ζάλιζε το σκαρολάχανο και πέφτανε στο δόλωμα. Κι είναι τόσο χαζό και λαίμαργο ψάρι ο σκάρος. Τον ψαρεύουμε και με καβουροχάλι κι ο σκάρος ανοίγει το μικρό στόμα του να το μουντάρει με δύναμη. Είναι δικός μας, κόρη μου, αν έχουμε υπομονή να τον κουράσουμε, πριν τον δούμε να μας έρχεται, σπαρταρώντας. Έτσι μου έλεγε, να είναι καλά όπου είναι», είπε η Ανεστασούλλα.
«Φασόλες με μάραθο, το πιο εύκολο και νόστιμο φαΐ, το κάνουμε συνήθως όταν μαζεύουμε τις ελιές. Το μαγειρεύουμε στο τζάκι, συνήθως έξω από το στάβλο και καθώς πηγαινοερχόμαστε για τις δουλειές συμπάλλουμε τη φωτιά και ευχαριστιόμαστε τη μυρωδιά, καθώς σιγοβράζει. Χωρίς ντομάτα ή πελτέ, κόρη μου. Βράζεις τις μουσκεμένες φασόλες, καβουρντίζεις κρομμύδια με ελάι και τις ρίχνεις στο τσουκάλι να βράσουν και να χυλώσουν. Πας στο πηγαδούλι να φέρεις νερό, κόβεις μισή χεριά μάραθο, το χοντροκόβεις με τα δάχτυλα και το ρίχνεις στο τσουκάλι. Όταν ανακατευτούν οι γεύσεις κατεβάζεις το τσουκάλι από τη φωτιά. Τις τρώμε με πιπεράκι καψερό», πρόλαβε να πει ο Μηνάτσης.
«Τρώμε μαζί και ρέγκα τσουριστή στο τζάκι. Ο Μηνάτσης μου την σιγοψήνει, την καθαρίζει, τη βάζει σε πήλινη σάσκα και ρίχνει μπόλικο λεμόνι, ελάι και κρομμύδι ξερό ψιλοκομμένο, που τη γλυκαίνει. Ανακατεύει καλά καλά και τρίβει από πάνω ξύσμα λεμονιού. Είναι μερακλής σε όλα του και καλοφαγάς, όλα κι όλα. Μοναδικό ξαρέσκι, κόρη. Τώρα βρήκε άλλο τρόπο, πιο υγιεινό. Πέρασαν και τα χρόνια, δεν είμαστε πια νέοι. Την καθαρίζει, την κόβει σε κομμάτια, την ξαρμυρίζει και μετά την αρτύει με λαδολέμονο και την στολίζει».
«Ωωωω! Κομμάτια», πρόλαβε να πει η Παναγιώτα.
«Αν δεν βρούμε ρέγκα στον μπακάλη παίρνουμε μαζί μας τις ντόπιες καρπάθικες τσαρδέλες. Κι αυτές ταιριάζουν με τις φασόλες».
Την επόμενη φορά που θα μαζεύετε ελιές θα έρθω κι εγώ, όχι για να δουλέψω, μόνο για να φάω», χαμογέλασε η Παναγιώτα.
«Καλώς να ορίσεις, αλλά αν δεν δουλέψεις, δεν θα σου φανούν νόστιμες οι φασόλες και τα ξαρέσκια μας και μπορεί να μην τα εγκρίνεις και τότε τι θα λες;», χαμογέλασε η Ανεστασούλλα.
«Πώς; Όχι, τρελαίνομαι για όλα. Τα κουκιά ξερά γιαχνί πώς τα κάνετε;»
«Α, καλό μου. Τα κάνουμε συνήθως στον τρύγο επειδή γλυκαίνουν, νοστιμίζουν και δένουν με την ντομάτα του καλοκαιριού. Βάζουμε μπόλικα κρομμύδια κομμένα σε φέτες, σκόρδο και σχεδόν όλα του κόσμου τα μπαχαρικά, αλλά λίγα από το καθένα, θέλουμε να κυριαρχεί στο φαΐ η μυρωδιά των κουκιών, όχι τα μπαχαρικά! Μέχρι και την εποχή της μάνας μου είχαμε δικά μας κουκιά και απ’ αυτά μαγειρεύαμε. Λίγες φορές έτυχε να μην ψήνεται το φλούδι. Και ξέρεις πόσο ωραίο φαίνεται να βάλεις τα κουκιά στο πήλινο τσανάκι και να μην έχουν φκαιρώσει.[62] (αδειάσει, να είναι ολόκληρα) Πάντα τα τρώμε κι αυτά με πιπεράκι καψερό, ελιές και μανούλι. Θυμάμαι, μικρό κορούλα ήμουν, τη λαλλά μου τη Χαριστούλλα, να αποσπερίζει με γειτόνισσες και να ξεματίζουν ψιλοκούκια με τα δόντια τους και μάλιστα χωρίς να τα βάλουν στο νερό από το βράδυ! Μετά θα τα έβαζαν στο νερό, για να τα μαγειρέψουν την άλλη μέρα με λαρδί ή χόρδες[63]. (κομμάτια από έντερα ζώου τυλιγμένα και δεμένα σε μικρές δεσμίδες). Εκεί που τα ξεματίζανε πεταγόταν η λαλλά μου κι έλεγε συνέχεια ψιλοκούκια, ψιλοκούκια, ψιλοκούκια, ψιλοκούκια μέχρι που της ξέφευγε δήθεν και έλεγε ψωλοκούκια! Τότε κακαρίζανε όλες μαζί σαν κότες, ακουμπώντας τα χέρια τους στα γόνατα. Μετά από λίγο πάλι τα ίδια, πάλι χαχανητά, πάλι έσκυβαν και ακουμπούσαν στα γόνατα. Αργότερα έμαθα γιατί, αλλά δεν μου ερχόντουσαν γέλια», είπε η Ανεστασούλλα.
«Ήταν η έλλειψη διασκέδασης και η επιθυμία να γελάσουν και να κάνουν το κομμάτι τους. Από καταπίεση, νομίζω. Καλά έκαναν, ξέδιναν. Λοιπόν, και φτάσαμε στους ντολμάδες, το φαγητό της καρδιάς μου. Τι λέτε, ισχύει και για σας αυτό;» ρώτησε η Παναγιώτα.
«Μα και βέβαια! Ντορμάες, Παναγιώτα μου, τους λέμε και απράκια, που είναι τούρκικη λέξη. Το πιο αγαπημένο φαΐ της ζωγραφιάς μου, δεν λέω κι εμένα. Τους κάνουμε με αμπελόφυλλα ή με κραμπόφυλλα ή με φρύο. Στα αμπελόφυλλα ταιριάζει ο αγγελοβάλσαμος, ενώ στα άλλα βάζουμε μακρά μυρωδιά,[64] (κύμινο) καλό μου. Τα μυστικά του πάππου μου για τους ντορμάες είναι να πλύνεις καλά το ρύζι, να βάλεις μπόλικο χυμό λεμονιού στη γέμιση, πολλά ξερά κρομμύδια ή και φρέσκα ψιλοκομμένα, λίγη σάλτσα ντομάτας, τον αγγελοβάλσαμο και να τους διπλώσεις χωρίς να έχουν πολύ φύλλο απ’ έξω. Τους ταιριάζεις στο τσουκάλι, να θυμάσαι, Παναγιώτα, μέχρι δύο το πολύ τρεις στρώσεις, γιατί αλλιώς θα λασπώσουν αυτοί που είναι στον πάτο. Αφού πάρουν βράση, χαμηλώνεις τη φωτιά και τους σιγοβράζεις μέχρι να ψηθούν και να μείνουν με το ελάι τους. Στη ζωγραφιά μου αρέσει να καστανιάζουν τα φύλλα που στρώνει στον πάτο του τσουκαλιού, γιατί έτσι της φαίνονται, λέει, πιο νόστιμοι! Εγώ τρελαίνομαι για ντορμάες με κραμπόφυλλα».
«Μμ, εγώ βάζω ελάχιστο λεμόνι».
«Είναι σαν να τρως ρύζι διπλωμένο σε φύλλο. Μπορεί να έχει καμμιά ουσία; Το λεμόνι, τα κρομμύδια, το αλάτσι και το ελάι κάνουν τον ντορμά, Παναγιώτα. Σε μένα αρέσουν βέβαια και τα ξινά, ε, Μηνάτση; Θοέξινους τους κάνω πάντα τους ντορμάες».
«Τις αγκινάρες και τα χλωρά κουκιά γιαχνί πώς τα κάνετε;» συνέχιζε να είναι σκυφτή και αφοσιωμένη στις σημειώσεις της η Παναγιώτα.
«Ο πάππους μου, ο Αναγνώστης ο Καουριστής, μισόβραζε πρώτα τα κουκιά και πετούσε τα ζουμιά, μετά τα καβούρντιζε με τις αγκινάρες και τα κρομμύδια κι έριχνε πάντα σάλτσα. Σ’ αυτό το φαΐ ταιριάζουν τα φρέσκα κρομμύδια, αλλά εκείνος δεν έδινε και μεγάλη σημασία σε τέτοιες λεπτομέρειες. Θυμάμαι, σαν να είναι τώρα που έλεγε, ίδιο είναι το αποτέλεσμα στη γεύση. Μια φορά έριξε και μισοάγουρες μπουρνέλλες,[65] (μικρά άγρια δαμάσκηνα) είχε φαντασία! Πιο νόστιμο φαγητό δεν έφαγα».
Η Παναγιώτα είδε τον Αναγνώστη να σκαρφαλώνει στην μπουρνελιά, να γλιστράει από τις κόλλες που είχε στον κορμό της και να ξαπλώνει φαρδύς πλατύς στο χώμα. Σηκώθηκε σαν ελατήριο κι έτρεξε προς το τσουκάλι που έβραζαν οι αγκινάρες και τα χλωρά κουκιά με τις τσέπες του γεμάτες μπουρνέλλες.
«Ε, Αναγνώστη, πού πας, φεύγεις; Μου το έταξες το φαΐ με τις μπουρνέλλες. Έρχομαι», φώναξε.
«Πού πας Παναγιώτα;» ρώτησε η Ανεστασούλα.
«Γιατί; Πού;» έκανε αφηρημένη.
«Εγώ τις κόλλες στον κορμό τις λέω τσίχλες, δεν μοιάζουν; Γίνονται σε τραυματισμένο κορμό της μπουρνελιάς από ασθένειες ή έντομα», έκανε λαχανιασμένος.
«Άκουσα χυλόπιτες προηγουμένως. Είναι οι χυλοπίτες;»
«Ναι, ακριβώς, αλλά εμείς κάνουμε παχουλούτσικο το φύλλο και τις κόβουμε μακρούτσικες. Ρίχνουμε αβγά, λίγο γάλα και αλάτσι στο αλεύρι και ζυμώνουμε βάζοντας όσο νερό χρειάζεται, για να ανοίγει εύκολα το φύλλο. Αφού την αφήσουμε να ξεκουραστεί ανοίγουμε ένα ένα φύλλο, το απλώνουμε σε πανί να στεγνώσει και το κόβουμε σε στενές λουρίδες στο μάκρος που θέλουμε. Τις ξεραίνουμε στον ήσκιο, για να μην ταγγίσουν και πριν τις φυλάξουμε τις βάζουμε σε πολύ χαμηλό φούρνο, για να μην σκουληκιάσουν. Πώς μ’ αρέσουν βρασμένες σε γάλα!», λιγουρεύτηκε η Ανεστασούλλα.
«Εμένα μ’ αρέσουν βρασμένες σε νερό, όπως τα μακαρόνια και περιχυμένες με καβρουμά.[66] (καβουρντισμένο χοιρινό κρέας με το λίπος του). Θα με ρωτήσεις τι είναι ο καβρουμάς; Είναι καβουρντισμένο χοιρινό κρέας με το λίπος του, έτσι, για να σε προλάβω. Μόνο που πριν το καβουρντίσουμε το αφήνουμε στον αέρα μερικές ώρες», είπε ο Μηνάτσης.
«Σημειώνω τον καβρουμά».
«Αχ, δεν υπάρχει η νοστιμιά του καβρουμά με τη μυρωδιά καπνιάς. Αλλά και τα κυλιστά,[67] (καβουρντισμένο χοιρινό κρέας με το λίπος του), έτσι τα λέμε στα Κάτω Χωριά, δεν πάνε πίσω, είναι κι αυτά νόστιμα κι έχουν την ίδια μυρωδιά, επειδή τα ψήνουν στα ξύλα, βλέπεις. Το ένα φέρνει τ’ άλλο, καλό μου. Είναι συντηρημένα φαγητά, που τα χρησιμοποιούμε σε έκτακτες ανάγκες. Τρώγονται και τηγανητά με ταραχτά αβγά ή με πατάτες τηγανητές και αβγά ή πάνω από το λουκούμι[68] (τοπικό χειροποίητο ζυμαρικό από λεπτό κλώνο ζύμης, από τουρκ. locum), αφού τα ζεστάνουμε για να λιώσει το λίπος τους», είπε η Ανεστασούλλα.
«Άκου φαγητό λουκούμι! Πώς γίνεται;»
«Βάζεις αλεύρι άσπρο, αν θέλεις ρίχνεις και λίγο μαύρο, τόσο που να μη φαίνεται. Ρίχνεις αλάτσι και μια στάξη ελάι. Η ζωγραφιά μου καμιά φορά βάζει κι ένα αβγό. Προσθέτεις και το απαραίτητο νερό και κάνεις ζύμη σχετικά σφιχτή. Μετά ανοίγεις πολύ λεπτούς κλώνους, τους αλευρώνεις, ανταμώνεις πέντε έξι μαζί, αλλά προσέχεις να μην κολλήσουν μεταξύ τους, και τους κόβεις με μαχαίρι σε μικρότερα κομματάκια μήκους ενός πόντου περίπου. Τα βάζεις σε ταψί, πάσσεις αλεύρι και συνεχίζεις. Τα βράζεις σε μπόλικο αλατισμένο νερό, τα σουρώνεις και τα περιχύνεις με ζεσταμένο καβρουμά ή κυλιστά, που τα είπαμε προηγουμένως».
«Ξέρετε; Μπούχτισα από φαγητά. Να φάμε και γλυκό;» ρώτησε παιχνιδιάρικα. Τι λέτε, να συνεχίσουμε με γλυκά;»
«Γλυκά, ναι! Φτιάχνουμε αρκετά γλυκά στην Κάρπαθο. Η Μαρού η Σεβνταλού, η λαλλά μου, έφτιαχνε τον καλύτερο πακλαβά, το πασίγνωστο γλυκό της Καρπάθου και κουραπιέδες που έλιωναν στο στόμα».
«Εντυπωσιάστηκα άλλη μια φορά με τα λεγόμενά σας, φίλοι μου. Τη γιαγιά σου, Μηνάτση, πώς την λέγανε;» ξεστόμισε αυθόρμητα.
«Ω κόρη, κουράστηκες, μόλις το είπα! Η λαλλά μου, η Μαρού η Σεβνταλού, ήταν η πρώτη τεχνίτρα στα γλυκά», περηφανεύτηκε ο Μηνάτσης.
«Καλά, Μηνάτση, άλλα έλεγες, παίνευες εμένα για τον πακλαβά και τους κουραμπιέδες», παραξενεύτηκε η Ανεστασούλλα.
«Μετά από σένα, ζωγραφιά μου, γράψε λάθος Παναγιώτα!»
«Ε, σε καταλαβαίνω, να μην παινέψεις και το σόι σου; Ο πακλαβάς, λοιπόν, το εθνικό μας γλυκό, είναι είδος δίπλας, αλλά χωρίς αβγά. Ανοίγουμε μεγάλο φύλλο, το κόβουμε σε στενές λουρίδες και το τυλίγουμε γύρω από τα δάχτυλα. Του δίνουμε σχήμα ρόμβου και στη μία άκρη καρφώνουμε ένα γαρίφαλο, για να μην ανοίξει στο τηγάνισμα. Τον τηγανίζουμε σε μπόλικο ελάι και τον μελώνουμε σε σιρόπι με ζάχαρη και μέλι. Από πάνω ρίχνουμε ψιλοκομμένα αμύγδαλα ή καρύδια», είπε η Ανεστασούλλα.
«Πόσο θα ήθελα να δοκιμάσω! Και στη ζύμη τι βάζετε;»
«Α, τη ζύμη την κάνω μοσχομυριστή. Βάζω κονιάκ, μια νυχιά βανίλια, ελάι, λίγη ζάχαρη και αλάτι. Στο σιρόπι ρίχνω μοσχοκάρφια και κανέλλα και χυμό λεμονιού, για να μην ζαχαρώσει. Το μυστικό είναι, κόρη μου, να τους κλείσεις σε δοχείο, για να διατηρούνται φρέσκοι, αφράτοι και τραγανοί μέχρι τον τελευταίο», είπε η Ανεστασούλλα.
«Δεν το λέω για να την παινέψω, αλλά τον πακλαβά της Ανεστασούλλας μου θέλουν να τον γευτούν όλοι στις βίζιτες και στα πανηγύρια».
«Στα πανηγύρια κερνάνε γλυκά;»
«Βέβαια, μετά τη λειτουργία και μέχρι να κοπούν και να μοιραστούν οι άρτοι, όσοι γιορτάζουν ή και όποιοι άλλοι θέλουν, κερνούν γλυκά και φρούτα. Και είναι αλήθεια πως κάθε Κυριακή όλο και κάποιος θα κεράσει για χαρά ή λύπη».
«Πώς θα ήθελα να βρισκόμουνα σε κάποιο πανηγύρι σας. Θα μου πεις, Ανεστασούλλα για τους κουραμπιέδες;»
«Στον κουραπιέ βάζει αλεύρι, βώτυρο ψητάρη, κρόκο αβγού, ζάχαρη άχνη, μπόλικα αμύγδαλα καβουρντισμένα και χοντροκομμένα, κονιάκ και βανίλια. Τα βλέπω γιατί εγώ χτυπάω το βώτυρο μέχρι να γίνει αφρός», είπε ο Μηνάτσης.
«Το μυστικό στον κουραπιέ είναι όταν ρίχνεις το αλεύρι να ανακατεύεις με απαλές κινήσεις και να το τσιγκουνεύεσαι προς το τέλος. Η ζύμη τους, δηλαδή, πρέπει να είναι τρυφερή, για να φουσκώσουν και να γίνουν αφράτοι. Τους ψήνεις να ροδίσουν, τους ραντίζεις με ανθόνερο και τους ρίχνεις να κουλουμπήσουν σε μπόλικη άχνη που την ανακάτεψες με βανίλια. Έχω κι άλλο μυστικό, που το κρατάω κρυφό. Βάζω και μιαν ιδέα σόδα, αφού την ανακατέψω με το αλεύρι, έτσι για να είμαι σίγουρη για το φούσκωμα. Τα πιο παλιά χρόνια έριχνα λίγη αλουσία, που την έφτιαχνα με στάχτη από το τζάκι», έσκυψε και της ψιθύρισε στ’ αυτί.
«Μια φορά, Παναγιώτα, ήταν θυμάμαι στη γιορτή μου στον Άη Νικόλα στο Τρίστομο που φτιάξαμε δύο κανίσκια για να κεράσουμε τους πιστούς μετά τη λειτουργία. Ένα με τούρτες[69] (γλυκό σε σχήμα τρίγωνου γεμισμένο με σιτάκα ή μυζήθρα) κι ένα με λουκουμάες. Εγώ κρατούσα το κανίσκι με τις τούρτες και η ζωγραφιά μου τους λουκουμάες. Στη ζύμη των λουκουμάδων βάζουμε μαστίχα και μαγιά και από πάνω ρίχνουμε μέλι και μπόλικο σησάμι καβουρντισμένο και κοπανισμένο στο γδι. Ανάρπαστα έγιναν όλα! Μόνο που η Ανεστασούλλα έγινε ολόλουη[70] (πολύ λερωμένη) από τα μέλια και τα σησάμια. Για να σε προλάβω, είμαι βαφτισμένος Νίκος – Μηνάς».
«Την άλλη μέρα φεύγοντας από το Τρίστομο στήσαμε τρουλλία κοντά στο εξωκλήσι του Άη Νικόλα», πετάχτηκε ο Μηνάτσης.
«Τι είναι τα τρουλλία;[71] (έθιμο με χαρακτήρα τελετουργικό, θρησκευτικό)»
«Είναι πέτρες, φαρδιές που τις μαζέψαμε μία μία με τα χέρια και τις βάλαμε τη μια πάνω στην άλλη. Με αυτό τον τρόπο είναι σαν να παρακαλέσαμε τον Άγιο να μας έχει καλά, για να ξανάρθουμε και του χρόνου».
«Όπως και οι τρούλλοι των εκκλησιών που κοιτάνε προς τον ουρανό. Ίσως να συμβολίζει την ανάταση της ψυχής του πιστού ή να σχετίζεται με την ετυμολογία της λέξης άνθρωπος – άνω θρώσκω – και την ανάγκη του να πορευτεί προς τον Δημιουργό, όπως κι αν λέγεται αυτός», είπε η Χρυσάνθη.
«Τι είναι οι τούρτες;»
«Οι τούρτες είναι πίτες με φύλλο ανεβατό, γεμισμένες με σιτάκα ή μυτζήθρα ή μίγμα αυτών ψημένες στο φούρνο. Είναι ένα από τα γλυκά του Πάσχα. Ξεχωριστό και πολύ νόστιμο. Το αγαπημένο μας γλυκό, ε, ζωγραφιά μου;».
«Η σιτάκα τι είναι; Μα τι κατάσταση είναι αυτή να γνωρίζω τόσα λίγα απ’ όσα ακούω;» παρατήρησε απογοητευμένη η Παναγιώτα.
«Δεν καταλαβαίνεις σίγρι μίγρι, καμάρι μου, ε; Κάθε τόπος έχει τα δικά του φαγητά και γλυκά. Μπορούμε να τα ξέρουμε όλα; Η σιτάκα είναι ό,τι μένει από το ψήσιμο της δρίλλας[72] (κορυφή του γάλακτος) σε μεγάλα καζάνια στη φωτιά. Θα με ρωτήσεις τι είναι η δρίλλα; Είναι το λίπος που επιπλέει στο γάλα μετά από βράσιμο. Αφού αρχίζει και βράζει η δρίλλα, λιώνει το βώτυρο, πλέει πάνω και το μαζεύουν σε δοχείο. Αυτός είναι ο ψητάρης βώτυρος,[73] (το βούτυρο που προκύπτει μετά το βράσιμο της κορυφής του γάλακτος στη φωτιά), έτσι τον λέμε. Είναι τόσο νόστιμος και μυρωδάτος! Ό,τι μένει στον πάτο της κατσαρόλας είναι η σιτάκα, που την μαζεύουν σε γυάλινα βάζα, αφού την καλύψουν από πάνω με βώτυρο για να μην μουχλιάσει. Την χρησιμοποιούν για να κάνουν τούρτες, αλλά και σε φαγητά. Θέλει υπομονή, σιγανή φωτιά και προσεχτικό ανακάτεμα για να την κάνεις σωστά», εξήγησε ο Μηνάτσης.
«Με τη σιτάκα φτιάχνουν και φαγητά;» ρώτησε η Παναγιώτα.
«Ναι, ναι, την φτιάχνουν με μακαρούνες ή και με μακαρόνια, αλλά τώρα έχουν σειρά οι τούρτες. Θα σου πούμε, καμάρι μου. Για να κάνεις το φύλλο βάζεις αλεύρι, βώτυρο, αβγά, γάλα, λίγη ζάχαρη, μαγιά και αλάτι. Για τη γέμιση βάζεις σιτάκα, αβγό, μιαν ιδέα ζάχαρη, λίγο μέλι, κανέλλα και μοσχοκάρφια. Ανοίγεις μικρά στρογγυλά φύλλα, βάζεις στη μέση τη γέμιση και διπλώνεις τρεις φορές το φύλλο, έτσι ώστε να έχεις ένα γλυκό σε σχήμα τρίγωνου, την τούρτα. Τις αλείφεις με αβγό και τις ψήνεις στο φούρνο. Αν δεν έχεις σιτάκα μπορείς να τις κάνεις και με φρέσκια μυτζήθρα. Όπως να τις κάνεις και ό,τι να βάλεις μέσα, είναι ωραίες», είπε η Ανεστασούλλα.
«Η ζωγραφιά μου πέρυσι έκανε το φύλλο με αμμωνία αντί για μαγιά. Το πιστεύεις, Παναγιώτα, πως μας άρεσαν περισσότερο; Στις τούρτες με αμμωνία το φύλλο μένει αφράτο και μαλακό για πολλές μέρες, ίσως γι’ αυτό», συνέχισε ο Μηνάτσης.
«Ναι, αλλά τις παλιές συνταγές θα τις χάσουμε», παρατήρησε η Παναγιώτα. «Και ο παππούς σου; Πες μου κι άλλα».
«Για σταθείτε! Μια που λέμε για τη μυτζήθρα, ήθελα να σου πω για τις τηγανητές μυντζηθρόπιτες με μέλι και τσικνωμένο κρεμμύδι σε βώτυρο ψητάρη. Είναι τόσο νόστιμες!» πετάχτηκε η Ανεστασούλλα.
«Κρεμμύδι τσιγαρισμένο σε γλυκό; Βρε, τι ακούω σήμερα», παραξενεύτηκε η Παναγιώτα.
«Κι όμως, αν το δοκιμάσεις θα ξετρελαθείς, θα γλείφεσαι και δεν θα το ξεχάσεις ποτέ. Και μην νομίζεις πως είναι δύσκολο να τις φτιάξεις. Ζυμώνεις ζύμη με μαλακό αλεύρι, νερό, λάδι και λίγο αλάτι, μάλλον σφιχτή, την αφήνεις λίγη ώρα να ξεκουραστεί και την χωρίζεις σε μικρά μπαλάκια. Ανοίγεις στρογγυλό φύλλο, βάζεις τη μυτζήθρα, κλείνεις και πατάς ολόγυρα με πιρούνι. Έτοιμη στο πι και φι σε σχήμα μισοφέγγαρου!»
«Αφού τις τηγανίσεις τις βάζεις σε πιατέλα. Τσικνώνεις το κρεμμύδι με βούτυρο, ρίχνεις το μέλι, ανακατεύεις και τις περιχύνεις. Άλλες φορές, αν δεν έχω μέλι, αφού τσικνώσω στον ταβά το κρεμμύδι με βούτυρο, ρίχνω ζάχαρη και νερό και βράζω μέχρι να κάνει φουσκαλίτσες. Προσθέτω και λίγο μέλι, ανακατεύω και περιχύνω τις τούρτες. Όπως και να τις φτιάξεις, είναι λαχταριστές».
«Σε κατάλαβα, αλλά δεν μου είπες τι άλλο βάζεις στη μυζήθρα;».
«Λίγη ζάχαρη, κανέλλα και αν είναι πολύ σφιχτή, βάζω μια στάξη γάλα.
7.
Το ντοσιέ μου το γράφει, έχουμε αφήσει εκκρεμότητα από την επίσκεψή σας στα Γιάννινα. Θυμάστε; Τότε που λέγαμε για το χερόχτενο».
«Ω, ναι, θα το ξεχνούσαμε. Λοιπόν, έτσι μας είπε αδιάφορα η συπεθέρα μας για το χερόχτενο, καθώς συνέχιζε ν’ ανοίγει φύλλα για μια λαχανόπιτα. Τη νοστιμότερη που έχω φάει στη ζωή μου! Θα σου πω το μυστικό. Βάζουν διάφορα είδη χόρτων, όπως μακεδονήσι, μπολάσες, σπανάκι, σέσκουλα, πράσα, φρέσκα κρομμύδια και λίγο από το αρωματικό φυτό μοσχοσίτι[74] (τσιμένι\Trigonella foenum-greacum). Όλα τα χόρτα τα κόβουν ψιλοκομμένα, τόσο, όσο το πάχος του φύλλου που κάνουμε τις χυλόπιτες, ας πούμε. Επίσης ρίχνουν και αρκετό ντόπιο τυρί, συνήθως κατσικίσιο, ξέρεις, από τα ζώα τους».
«Κι εγώ την έχω φάει. Δεν σας είπα ότι η γιαγιά και ο παππούς μου ήταν από χωριό κοντά στα Γιάννενα και σαν παιδάκι πολλά καλοκαίρια τα πέρασα εκεί. Όταν μπήκα στο Πανεπιστήμιο, ξαναπήγα και τότε ευχαριστήθηκα πραγματικά το χωριό. Από εκείνη την περίοδο θυμάμαι αρκετά από τα φαγητά που έφτιαχνε η γιαγιά. Όταν τα λιγουρεύομαι, τα φτιάχνω».
«Ναι, ε; Θα μας τα πεις;» ρώτησε ορεξάτα η Ανεστασούλλα. Εμένα μ’ αρέσει να δοκιμάζω νέες γεύσεις, ενώ ο Μηνάτσης θέλει τα ίδια και τα ίδια, τα δικά μας φαγιά να τρώει».
«Βέβαια, φίλοι μου, ευχαρίστως, αλλά θέλω να μου πείτε κι εσείς τα δικά σας».
«Φυσικά, αυτό δεν κάνουμε τόση ώρα;» απάντησε η Ανεστασούλλα.
«Φτιάχνουν και πρόχειρη χορτόπιτα, την μπλατσαριά. Είναι πολύ εύκολη και γίνεται γρήγορα, αρκεί να έχεις ψιλοκομμένα χόρτα. Την φτιάχνουν με μπομπότα και τυρί. Κάνουν σφιχτούτσικη ζύμη καλαμποκιού με νερό και λίγο λάδι και την στρώνουν σε λαδωμένο ταψί. Απλώνουν τα χόρτα ανακατεμένα με το τυρί και από πάνω ρίχνουν αραιό χυλό που τον φτιάχνουν με μπομπότα, λάδι και νερό, ώστε να σκεπαστούν τα χόρτα με λεπτή στρώση. Έτσι γίνεται τραγανή και λαχταριστή. Την ψήνουν στην ξυλόσομπα, γίνεται τραγανή και είναι απόλαυση να την τρως με ξινόγαλο ή γιαούρτι. Ξέρεις, η γιαγιά μου, πολλά βράδια έφτιαχνε την μπλατσαριά στο πι και φι. Όταν την τρως ζεστή είναι ωραία, αλλά και κρύα που την δοκίμασα, τρώγεται ευχάριστα», είπε η Παναγιώτα.
«Ναι, την έφαγα κι εγώ στα Γιάννενα. Μάλιστα, η συμπεθέρα την έφτιαχνε στη γάστρα και την τρώγαμε σχεδόν καυτή, μόλις την κατέβαζε από την πυροστιά. Μια φορά που το λάδι δεν ήταν αρκετό στο ταψί, κόλλησε και εκεί να δεις βάσανα να την ξεκολλήσει. Κάποια γειτόνισσα, που ήρθε να μας δει, είπε ότι εκείνη αλείφει πρώτα το ταψί με λάδι και μετά ρίχνει καθάριο, άσπρο δηλαδή, αλεύρι στο ταψί. Το καθάριο αλεύρι το έχω για ψωμί, απάντησε κοφτά και αυστηρά η συπεθέρα», είπε η Ανεστασούλλα.
«Ναι, ξέρω. Είχαν πολύ καλαμπόκι και μπούχτισαν το μπομποτίσιο ψωμί, που μόλις κρύωνε, γινόταν πέτρα. Πάντως, με την εμπειρία που αποκτά καθένας μας με τα χρόνια, τώρα την κάνω με μισό άσπρο αλεύρι, μισό μπομπότα και την ψήνω σε ταψί με λαδόκολλα. Γίνεται πεντανόστιμη και το πιο σπουδαίο δεν χρειάστηκε τρίψιμο το ταψί», έκανε η Παναγιώτα.
«Σαν να έχω τη νοστιμιά της στο στόμα. Ζήλεψα», είπε η Ανεστασούλλα.
«Είναι τόσο εύκολη, κι εσείς που έχετε δικά σας λαχανικά, θα την απολαύσετε».
«Να την φτιάξεις, ζωγραφιά μου», πετάχτηκε ο Μηνάτσης.
«Ναι, αλλά εσύ δεν θα φας, θα μπεις τιμωρία αφού δεν σ’ αρέσουν τα ξενικά φαγητά!»
«Άλλο είδος πρόχειρης πίτας ήταν η μουσούντα που έφτιαχνε μια γειτόνισσα στο χωριό που μέναμε όταν ήμουν παιδί. Αλλά ξέρετε; Ανακάτευε πολύ αλεύρι με λίγα χόρτα, τυρί και αβγά και γινόταν πολύ παχιά, ας πούμε, κάτι σαν ψωμί με χόρτα. Να σας πω την αλήθεια; Εμένα σαν παιδί δεν μου άρεσε. Τώρα την φτιάχνω με σπανάκι, κρεμμυδάκια, άνηθο, φέτα, αβγά, αλεύρι, μπέικιν και αφού τα ανακατέψω καλά να αναμειχθούν, τα στρώνω σε καλά βουτυρωμένο ταψί με αλεύρι ή λαδόκολλα και την ψήνω στον φούρνο. Γίνεται νόστιμη και την τρώνε με όρεξη τα παιδιά. Επίσης, την ίδια εποχή θυμάμαι με λαχτάρα τις χορτόπιτες της μάνας και της κουμπάρας μας που έψηναν στη χόβολη πάνω στην πυροστιά. Άνοιγαν φύλλα κι έβαζαν άγρια χόρτα, τουλουμίσιο τυρί κι αβγά. Μερικές φορές μάζευα κι εγώ χόρτα μαζί με τη μάνα μου. Μ’ άρεσε η διαδικασία. Θυμάμαι, ήμουν δεν ήμουν δώδεκα χρονών κι έβλεπα την προσπάθειά τους να την γυρίσουν τα πάνω κάτω χωρίς να σπάσει. Με πόση όρεξη και λαχτάρα την περίμενα, μοσχοβολούσε το χαγιάτι. Από τότε έχω να φάω τόσο νόστιμη και ζουμερή πίτα. Νομίζω, επειδή είχα κουραστεί, για να γίνει ή ίσως επειδή παρακολουθούσα πως την έκαναν; Άλλες φορές άνοιγαν περισσότερα φύλλα και έκαναν τυλιχτή χορτόπιτα», αναπόλησε η Παναγιώτα.
«Όλα τα φαγιά της παλιάς εποχής ήταν νόστιμα ή μας φαινόντουσαν;» αναρωτήθηκε ο Μηνάτσης.
«Τι είναι η γάστρα; δεν έτυχε να τη δούμε τότε που πήγαμε στην Ήπειρο. Άραγε, να είναι εύκολο να τη μεταχειριστώ;» ρώτησε η Ανεστασούλλα.
«Όχι, όχι, ιδιαίτερα στην ηλικία σας. Επειδή, κάθε φορά που θέλεις να δεις το ταψί με το φαγητό, πρέπει να σηκώνεις το στρογγυλό μεταλλικό καπάκι, που είναι βαρύ επειδή είναι γεμάτο με στάχτη και κάρβουνα. Μερικοί έχουν κάνει ειδικό σύστημα με αλυσίδες και τροχαλία που ανεβοκατεβάζουν το καπάκι, οπότε είναι παιχνιδάκι η χρήση της. Πριν από χρόνια, τότε που είμαστε σε περίοδο αναζήτησης με τον παραδοσιακό τρόπο μαγειρέματος, αγοράσαμε μια γάστρα και την πήγαμε στο εξοχικό. Το πιστεύετε ότι την χρησιμοποιούμε όποτε πάμε; Κάνει πεντανόστιμο και μυρωδάτο φαγητό. Λουκούμι! Έψησα στο ταψί φέτες σπάλας χοιρινού με ολόκληρες πατάτες βάζοντας σκόρδο, λάδι, λεμόνι και αλατοπίπερο. Τη φορά που έκανα γεμιστά τσιγκουνεύτηκα το νερό και μόλις που τα πρόλαβα να μην πιάσουν. Επειδή όμως έμειναν με το λάδι τους, ήταν πραγματικά πολύ νόστιμα. Όταν κάνω ζυγούρι με ντομάτες και ρύζι, δεν μπορείς να σταματήσεις να τρως. Από το ζυγούρι βγάζω τα λίπη, το ξαφρίζω και το μισοβράζω στην κατσαρόλα, πριν το ρίξω στη γάστρα. Το ζουμί το σουρώνω και το ρίχνω βραστό στο ταψί πριν βάλω το ρύζι. Κάνω και ρεβίθια στη γάστρα. Αφού τα ξαφρίσω και τα βράσω μέχρι να μαλακώσουν, τα ρίχνω στο ταψί με κρεμμύδια, σκόρδα, καρώτο, λάδι, αλάτι, πιπέρι και για ξεχωριστή μυρωδιά βάζω ψιλοκομμένο σέλινο».
«Ω, εγώ βάζω φασκόμηλο. Να κάνουμε κι εμείς ρεβίθια με σέλινο, ε Μηνάτση;» ρώτησε η Ανεστασούλλα.
«Να σου πω όχι; Αφού ξέρω, όλα τα θέλεις πασαμυρωδάτα!»
«Πάντως ζυγούρι μαγειρεύουμε κι εμείς με χυλόπιτα στον φούρνο. Το ταψί για να ψήσεις στη γάστρα πού το βάζεις;»
«Πάνω στην πυροστιά, που δεν αφήνεις από κάτω πολλά κάρβουνα και το καπακώνεις με τη γάστρα, στην οποία έβαλες στάχτη και κάρβουνα από το τζάκι. Έτσι το φαγητό ψήνεται πάνω κάτω. Φανταστείτε, είναι σαν ομπρέλα. Μπορεί πάνω στην ομπρέλα να παραμείνει κάτι; Όχι. Γι αυτό έχει γύρω γύρω κάθετο μεταλλικό σήκωμα για να μην πέφτουν η στάχτη και τα κάρβουνα. Για να στέκονται τα κάρβουνα ομοιόμορφα σε όλη την επιφάνεια της γάστρας, βάζουμε δύο μεταλλικούς κυλίνδρους διαφορετικής διαμέτρου» είπε σιγανά η Παναγιώτα.
«Τώρα κατάλαβα που την παρομοίασες με ομπρέλα, καμάρι μου! Πάντως μπελαλίδικη φαίνεται».
«Συμφωνώ! Πιστεύω ότι σε μερικά χρόνια δεν θα υπάρχει νοικοκυρά που να τη χρησιμοποιεί. Άσε που, αν είναι χοντρό το κρέας, μπορεί να μην φτάσει η φωτιά, και τότε ανάβεις δίπλα άλλη για συμπλήρωμα. Το έπαθα. Κόπος και φασαρία είναι, νομίζω».
«Ναι, πράγματι», συμφώνησε ο Μηνάτσης.
«Τι θυμήθηκα! Η γιαγιά μου όταν έφτιαχνε κασιόπιτα στη γάστρα θυμάμαι που έλεγε, μια οργιά την έφτιαξα, κι ας ήταν στρογγυλή. Εύκολα γίνεται, αρκεί να έχεις γάλα, τυρί, βούτυρο, λάδι, λίγο αλεύρι και μια χούφτα τραχανά αλευρένιο. Τα ανακατεύεις όλα μαζί κάνοντας αραιό κουρκούτι και τα ρίχνεις σε ταψί με καυτό λάδι ή βούτυρο, για να μην κολλήσει. Από πάνω ρίχνουν δύο τρία αβγά χτυπημένα και την ψήνουν μέχρι να πήξει και να ροδίσει. Κι αυτή μην τη φανταστείς παχιά, λεπτή λεπτή την φτιάχνουν και γίνεται τραγανή και νόστιμη. Με τη λαδόκολλα είναι πιο βολικό, νομίζω», είπε η Παναγιώτα.
«Α, την ξέρεις. Κι εμείς την φάγαμε στα Γιάννενα και γουργούρισαν τα μέσα μας σαν τη χαϊδεμένη μας ψιψίνα, την Ψαρού».
«Όλα, κόρη μου, τα πάλευαν αγόγγυστα οι παλιές νοικοκυρές, αφού δεν είχαν άλλες λύσεις», είπε ο Μηνάτσης.
«Ναι, ναι και όταν φύγουν, θα χαθούν μαζί τους οι συνήθειες και τα παλιά εργαλεία. Εγώ είμαι υπέρ της εξέλιξης, γενικά. Υποχρεώνει κανείς τις νέες νοικοκυρές να επιλέξουν πώς θα μαγειρέψουν; Όχι, διαλέγουν τρόπους για ευκολία και άνεση και καλά κάνουν».
«Κι εγώ κάνω το ίδιο, αλλά θα ήθελα να γυρνούσα στα παλιά, όπως ζούσαμε στο σπίτι της μάνας και του πατέρα μου. Ξέρεις πόσες φορές νοιώθω νοσταλγία επειδή δεν μπορώ να κοιμούμαι σε αχυρένιο στρώμα ή να μαγειρεύω στη φωτιά; Πόσο απλά ζούσαμε τότε και πόσο ευχαριστημένοι είμαστε με το τίποτα», αναστέναξε η Ανεστασούλλα.
«Δεν τελειώσαμε με την Ήπειρο. Έλεγα, λοιπόν, ότι εκεί έφαγα την νοστιμότερη τυρόπιτα. Έχουν τα μυστικά τους. Στη γέμιση βάζουν τυρί, γάλα, τουλάχιστον πέντε έξι αβγά και όσοι έχουν ζώα βάζουν και τις ντάρτες, δηλαδή ό,τι μένει στην κατσαρόλα μετά το ψήσιμο της κορυφής του αγελαδινού γάλακτος, όταν κάνουν το βούτυρο. Είναι η σιτάκα η δική μας. Ανοίγουν τουλάχιστον εφτά λεπτά φύλλα, δύο για κάτω, τρία για τη μέση και δύο για πάνω. Τα μεσαία φύλλα τα ψήνουν στην ξυλόσομπα. Έτσι, οι πίτες τους είναι αφράτες με άρωμα ελκυστικό, ξεχωριστό. Τη νοστιμιά της δεν την ξεχνώ μετά από τόσα χρόνια», συνέχισε ο Μηνάτσης.
«Έτσι, λοιπόν, με ψημένα φύλλα», μουρμούρισε η Παναγιώτα, ενώ ο Μηνάτσης συνέχιζε να μιλά.
«Οι πίτες, κόρη μου, μας ξετρελάναν οπότε τρώγαμε μέχρι σκασμού και πιστεύαμε ότι δεν θα πεινούσαμε το βράδυ. Ευχαριστηθήκαμε και τ’ αβγά του χωριού ομελέτα με ντόπιο βώτυρο και τυρί. Κι αυτά πολύ νόστιμα. Μάλιστα τρώγαμε το μεσημεριανό με τέτοια όρεξη μέχρι που για το βράδυ νομίζαμε ότι θα είμαστε χορτάτοι. Έλα όμως που το χωνευτικό νερό της πηγής έκανε θαύματα. Και το βράδυ η συμπεθέρα μαγείρευε στο τζάκι πατάτες γιαχνί με πελτέ και σκόρδο ή αβγά ομελέτα. Όλα από δικά τους.
«Μαγείρισσα έπρεπε να γίνεις, συμπεθέρα, της είπα και παρεξηγήθηκε ο συμπέθερος.
Όχι και μαγείρισσα! Πώς το σκέφτηκες αυτό; Τι; Να μαγειρεύει η γυναίκα μου, να τρώνε οι ξένοι; Όχι, συμπέθερε, τη γυναίκα μου δεν την αφήνω να γίνει δούλα κανενός. Είναι κυρά δική μου».
Δεν μεταμίλησα, καλό μου, ούτε καλό ούτε κακό. Σαν να μην άκουσα. Και κάτι ακόμη θέλω να σου πω», είπε ο Μηνάτσης.
«Εμένα η γιαγιά στο χωριό έκανε ντομάτες με αβγά, ντοματάβγα τα έλεγε», τον διέκοψε η Παναγιώτα.
«Ω, κόρη, κι εμείς κάνουμε κάτι άλλο παρόμοιο και πολύ νόστιμο. Πατάτες τηγανητές με κρομμύδια, ντομάτες κι αβγά, το φαΐ της καρδιάς μας».
«Ενδιαφέρον ακούγεται. Πώς ακριβώς;»
«Εγώ θα πω, για να κάνεις μια τηγανέα, κόβεις τις πατάτες λεπτούτσικες, όπως τις κόβουμε για τηγανητές και τις τηγανίζεις στον ταβά. Μόλις μισοτηγανιστούν, ρίχνεις ένα δυο κρομμύδια κομμένα σε λεπτές φέτες. Ανεσκύλλεις, ανακατεύεις και περιμένεις να ροδίσει το κρομμύδι και να αποψηθούν οι πατάτες. Βγάζεις μερικές κουταλιές ελάι σ’ ένα τσανάκι, για να μη γίνει και πονόκαρδος το φαΐ. Ωστόσο, ρίχνεις στον ταβά ψιλοκομμένες ντομάτες χωρίς ζουμιά και τις αφήνεις να φιλιώσουν και να ψηθούν όλα μαζί. Σπας τέσσερα πέντε αβγά, ρίχνεις αλάτσι και πιπέρι, τα χτυπάς και τα ρίχνεις στον ταβά. Μόλις πήξουν και ροδίσουν από κάτω, ανεσκύλλεις πάλι. Κατεβάζεις από τη φωτιά, όταν ροδίσουν. Τα ρίχνεις στην πήλινη τσανάκα και τα πασπαλίζεις με αλάτσι και πιπέρι», πετάχτηκε ορεξάτα η Ανεστασούλλα.
«Ωραίο ακούγεται και εύκολο. Θα τα κάνω», κοίταξε ασυναίσθητα τους φίλους της.
«Από τα αγαπημένα μου φαγιά. Και κάθε μέρα να το τρώω, δεν το βαριούμαι. Βέβαια, κόρη μου, τώρα που μεγαλώσαμε, βάζουμε λιγότερο ελάι, ένα μικρό κρομμύδι και το πολύ δύο αβγά, αλλά και πάλι γίνεται νόστιμο», συμπλήρωσε ο Μηνάτσης.
«Εγώ κάνω στους άντρες μου πατάτες τηγανιτές στον φούρνο. Τις κόβω και τις αφήνω στο νερό για λίγο, τις στραγγίζω και ρίχνω αλάτι, πιπέρι, λάδι, ρίγανη και μερικές σταγόνες χυμό λεμονιού, για να μη μαυρίσουν. Τις ανακατεύω και τις αδειάζω σε ρηχό ταψί πάνω σε λαδόκολλα. Σε προθερμασμένο φούρνο θέλουν δεν θέλουν μισή ώρα, για να γίνουν».
«Ωραία ιδέα, αποφεύγεις και τα τηγανητά! Θέλω να πω, να, για μας που δεν αντέχουν πια τα στομάχια μας», είπε η Ανεστασούλλα.
«Με τον ίδιο τρόπο ψήνω μελιτζάνες, κολοκύθια και πατάτες όταν κάνω μουσακά», είπε η Παναγιώτα.
«Ακούς, Ανεστασούλλα, πόσο γνωστική είναι η κόρη; Από δω και πέρα, όταν θέλεις το αγαπημένο σου φαΐ, μελιτζάνες τηγανητές με ντομάτα, σκόρδο και βασιλικό θα ψήνεις τις μελιτζάνες στον φούρνο. Μόνο που θέλουν πρώτα να τις αλατίσεις και να ρίξεις μια νυχιά ζάχαρη σε κάθε μία».
«Γιατί ζάχαρη;» απόρησε η Παναγιώτα.
«Επειδή οι ντόπιες μελιτζάνες, καμάρι μου, που είναι σχεδόν άνυδρες, είναι στυφές».
«Θα ξεχνούσα το πιο σπουδαίο γλυκό των Χριστουγέννων, τα σπάργανα του Χριστού. Φτιάχνουν κουρκούτι με νερό, λάδι και αλεύρι. Βάζουν στο τζάκι την πυροστιά κι από πάνω μια επίπεδη πέτρα να κάψει. Ρίχνουν μισή κουτάλα από το κουρκούτι, το οποίο απλώνουν με πιτόβεργο, ώστε να φτιάξουν στρογγυλό λεπτό φύλλο και το ψήνουν πάνω κάτω. Αφού ετοιμάσουν δέκα δώδεκα τα βάζουν σε ταψί το ένα πάνω στο άλλο ρίχνοντας ανάμεσα τριμμένα καρύδια και κανέλλα. Κόβουν κάθετα τις τηγανίτες σε μικρότερα κομμάτια, συνήθως τρίγωνα. Κάνουν σιρόπι με ζάχαρη και ανθόμελο, τις ζεματάνε και τις σκεπάζουν για να το απορροφήσουν. Είναι ξεχωριστές, έχουν ιδιαίτερη μυρωδιά και είναι πολύ νόστιμες. Τις απόλαυσα», είπε χωρίς ανάσα η Παναγιώτα.
«Ω, καλό μου, κάνουμε κι εμείς τέτοιες πίττες, μη νομίζεις. Με το άστε ντούε[75] (με το έτσι θέλω) θα τα πω χαρτί και καλαμάρι, έτσι όπως τις φτιάχναμε με τη λαλλά μου, τη Χαριστούλλα, ξεπετάχτηκε πάλι ορεξάτη η Ανεστασούλλα».
Η Παναγιώτα δεν πρόλαβε να πάρει ανάσα.
«Έχουμε τις ξυλικόπιτες ή τηγανόπιτες, τις τηγανίτες και τα χρυσινοπίτια, ή δρυσινοπίτια, ή δροσοπίτια, ή πλακόπιτες, ή κατουμέρια[76] (πίτες με μέλι ή πετιμέζι ή ζάχαρη, από το τουρκ. katmer). Χρυσινοπίτια λέγονται από το χρώμα και δρυσινοπίττια, ίσως επειδή, όταν κρυώσουν, είναι δροσερά από το μελιτοβώτυρο», είπε η Ανεστασούλλα χωρίς ανάσα.
«Δεν τελείωσες όμως το φαγητό σου», την κοίταξε η Παναγιώτα.
«Έχεις δίκιο, αλλά λέω να τα πει γρήγορα γρήγορα και μετά να φάει. Ε, ζωγραφιά μου; Για συνέχισε», έκανε ο Μηνάτσης.
«Λοιπόν για να φτιάξεις ξυλικόπιτες, ρίχνεις στο αλεύρι ελάι, λίγη κανέλλα, δυο τρεις νυχιές ζάχαρη, αλάτσι και κάνεις ζύμη, που τη χωρίζεις σε περίπου ίσια κομμάτια. Ανοίγεις λεπτές στρογγυλές πίτες, όσο πιάνει ο πάτος του τηγανιού και τις τηγανίζεις σε μπόλικο ελάι, όχι πολύ καυτό, για να μη γίνουν βαριές. Τρώγονται με μέλι ή πετουμέζι ή ζάχαρη, ή με βώτυρο ψητάρη ή με μελιτοβώτυρο. Στον Μηνάτση αρέσουν σκέτες. Σε μένα αρέσουν ζεστές αλειμμένες με βώτυρο ψητάρη, αλλά τις τρώω και τυλιγμένες με μανούλι, ντομάτα και μοσχαθύαμο. Πού να ήσουνα να δοκίμαζες; Απόλαυση! Θα γέμιζε το στόμα σου νοστιμιά και φρεσκάδα. Το παράσπιτο μύριζε άλωνα και ψημένο αλεύρι! Αχ, να ξαναγύριζαν τα χρόνια με τα αγνά φαγιά!»
«Ξέρεις, Ανεστασούλλα, τι θέλω να δοκιμάσω; Μελιτοβώτυρο με βώτυρο ψητάρη!»
«Ο γαμπρός μας έχει μάντρα[77] (στάνη, κοπάδι αιγοπροβάτων) και δεν λείπει ο βώτυρος από το βάζο μας, ούτε η σιτάκα, ούτε το μοσχαθύαμο από τις πλαγιούλλες μας. Και τα φτιάχνει ακόμη όπως την παλιά εποχή».
«Τα χρυσινοπίττια ίσως μοιάζουν λίγο με τα σπάργανα του Χριστού, αλλά γίνονται ανεβατά. Πιάνεις από βραδύς ντζυμάρι με λίγο αλεύρι και χλιαρό νερό, κάνεις αραιή ζύμη και την αφήνεις σκεπασμένη μέχρι το πρωί ν’ ανέβει. Τώρα με τη μαγιά, καλό μου, τα ζυμαρωτά είναι παιχνίδι. Πού να έβλεπες τη λαλλά μου να περιμένει με τις ώρες να φουσκώσουν! Τι παιδεμός να κάνεις κουλούρια, κουλούρες, κουσουμάες, ντάκους, ψωμιά με ντζυμάρι! Ας είναι, πέρασαν εκείνα τα δύσκολα, έχει και τα καλά της η πρόοδος! Το πρωί ρίχνεις αλεύρι, ανακατεύεις με χλιαρό νερό να γίνει αχαμνός χυλός και τον αφήνεις να φουσκώσει ξανά. Βάζεις στη φωτιά τον σιδερένιο πλάκο να πυρώσει και τον τρίβεις με μισό κρομμύδι βουτηγμένο στο ελάι. Ρίχνεις με την κουτάλα χυλό και τον απλώνεις ώστε να γίνει πίτα στρογγυλή. Τα ταιριάζεις το ένα πάνω στο άλλο, ρίχνοντας ανάμεσα βώτυρο ψητάρη και μέλι», συνέχισε ο Μηνάτσης.
«Θα είναι πεντανόστιμα. Πόσο ήθελα να ζούσα στην παλιά εποχή, τότε που τα έφτιαχναν στη φωτιά», είπε η Παναγιώτα.
«Τον παλιό καιρό, για τα χρυσινοπίττια ο πάππους μου έφτιαχνε κουρκούτι με νερό, αλισίβα, ελάι, αβγό, λίγη ζάχαρη και αλάτι και τα έψηνε στον πλάκο. Νόστιμα ήταν κι αυτά». θυμήθηκε ο Μηνάτσης.
«Να σας πω; Κι εγώ θα τα προτιμούσα με αλισίβα, θα τα κάνω», είπε η Παναγιώτα.
«Κι έμειναν οι τηγανίτες. Είναι δυο λογιών, οι ανάβατες και οι ανεβατές. Εμείς στο σπίτι μας σχεδόν ποτέ δεν φτιάχνουμε ανεβατές τηγανίτες γιατί πίνουν ελάι στο τηγάνισμα. Μας αρέσουν οι ανάβατες. Κάνω πηχτούτσικο κουρκούτι με νερό, ελάι, λίγο ξύσμα λεμονιού, μαστίχα, εμμητάκι[78] (πολύ λίγο) ζάχαρη κι αλάτι. Τις τηγανίζω σε δυνατή έως μέτρια φωτιά και είναι λαχταριστές όσο είναι ακόμη ζεστές. Σε μερικούς, βέβαια, αρέσουν και κρύες. Τις τρώμε όπως και τις ξυλικόπιτες».
Η Παναγιώτα σημείωσε τις τελευταίες λέξεις της Ανεστασούλλας.
«Θα ήθελα να σας πω και κάτι ακόμη από τα νιάτα μου», είπε ο Μηνάτσης.
«Για πες μας, Μηνάτση», έδειξε ενδιαφέρον η Παναγιώτα.
«Ο νους μου πέταξε στα νιάτα μου στο μαγέρικο του Πειραιά, Διαλεχτές Λιχουδιές, δεν σου μίλησα γι’ αυτό. Για πολλούς μήνες ερχόταν ένας νέος κι έτρωγε σαν στερημένος από φαΐ δύο αβγά μονοκοπανιά. Τα καταβρόχθιζε σαν δράκος, σκούπιζε και το πιάτο. Όταν πρωτοήρθε τα ήθελε σφουγγάτο με φέτα τριμμένη και τηγανισμένα με βώτυρο. Κι έτσι, Παναγιώτα, τα έτρωγε για πολύ καιρό. Αργότερα τα έτρωγε και μάτια. Κάποια μέρα τον ρώτησα πώς και τρώει κάθε μέρα το ίδιο φαγητό και δεν βαριέται. Κούνησε το κεφάλι του, με κοίταξε στα μάτια κι απάντησε.
«Τα λιγουρευόμουν από τότε που κατάλαβα τον κόσμο μέχρι που φύγαμε από το σπίτι με τον μεγαλύτερο αδελφό μου. Τέτοια φτώχια δεν είδαν μάτια ανθρώπου. Μόνο ο πατέρας έτρωγε το καλύτερο. Μα τι πατέρας ήταν αυτός; Μια ματιά μόνο έριχνε στη μάνα κι αυτή ετοίμαζε στα ίσα για την πάρτη του μια τηγανιά αβγά ομελέτα με τριμμένο τυρί. Αυτά δεν μας έλειπαν ποτέ. Εγώ, ο πιο μικρός, τριβόμουν στα γόνατά του και περίμενα να μου δώσει μπουκιά, μύριζαν τα άτιμα. Κι αυτός ξέρεις τι έκανε; Έπιανε ένα κομμάτι, το ζύγωνε στο στόμα μου κι εγώ το άνοιγα λαχταρώντας, αλλά το αβγό ξαναγύριζε πίσω στο στόμα του, που το καταβρόχθιζε κοιτώντας με χαμογελαστός. Μετά έλεγε της μάνας μου να με ταΐσει ψωμί με λάδι και ζάχαρη».
«Ω, Παναγία μου, μα είναι δυνατό; Τι πατεράδες υπάρχουν! Κι εσύ κάτι θα του είπες του παιδιού, φαντάζομαι», είπε με αποδοκιμασία η Παναγιώτα.
«Να τρως, παλικάρι μου, να τρως αβγά μέχρι να τα χορτάσεις. Πάντως να ξέρεις ότι όλοι οι γονείς κάνουν λάθη. Και του είπα τις περιπέτειές μας με την Ανεστασούλλα μου. Να έχεις δύναμη να δουλεύεις και όταν παντρευτείς και κάνεις παιδιά, θα κάνεις το καλύτερο γι’ αυτά».
«Μεγάλη υπόθεση να μεγαλώνεις παιδιά και μάλιστα όταν δουλεύεις», αναστέναξε η Παναγιώτα. «Τι περιπέτειες είχατε με την Ανεστασούλλα;» συμπλήρωσε.
«Θα έρθει η ώρα να θυμηθούμε τα βάσανα της παντρειάς μας».
«Άλλα γλυκά που έφτιαχναν παλιά και τώρα δεν τα φτιάχνουν πια;» ρώτησε η Παναγιώτα.
Θα κατάλαβες, καμάρι μου ότι στον τόπο μας ανακατευόμαστε με τα αλεύρια και κάνουμε πολλά αλευρικά, όπως μακαρούνες, χυλόπιτες, λαντζάνια, τρουφτούι,[79] (πρόχειρο χυλοειδές φαγητό από μικρά σφαιρίδια ζύμης που σχηματίζονται από αλεύρι, το οποίο ραντίζεται με νερό και τρίβεται), και λουκούμι)», είπε η Ανεστασούλλα.
«Τα γράφω. Τι είναι η αλευρά[80]; (πολτώδες φαγητό με νερό, γάλα, βούτυρο, μέλι και τσίκνωση)».
«Α, η αλευρά είναι από τα πιο δύσκολα γλυκά, καμάρι μου. Την κάνουν στα Εφτά του μωρού, σε βαφτίσεις και σε γάμους. Βάζουν σε μεγάλο καζάνι το αλεύρι και ρίχνουν χοχλαστό νερό ανακατεύοντας συνέχεια με ξύλινη κουτάλα χωρίς μεγάλο βαθούλωμα, μέχρι να γίνει αραιό κουρκούτι. Μετά, ανεβάζουν το καζάνι στη φωτιά και σιγοβράζουν μέχρι να ψηθεί και να πήξει. Έτσι, δεν έχει τη μυρωδιά του άψητου αλευριού. Ανακατεύουν, και δεν σταματούν καθόλου, άντρες δυνατοί με τους ταράχτες[81] (μακριά, ίσια κλαδιά αγριελιάς). Ο πάππους του Μηνάτση, ο Ωργής ο Προξενευτής, έφτιαχνε την πιο νόστιμη αλευρά. Θέλει προσοχή στο ανακάτεμα και στη δύναμη της φωτιάς γιατί αλλιώς θα πιάσει κάτω, θα μυρίσει τσουρά και τότε δεν μπορείς να την κεράσεις. Θυμάμαι, τώρα τελευταία έφαγα σε βάφτιση αλευρά και έχασα πάσα ιδέα για τον μάγειρα και τους βοηθούς του. Μάλλον θα ανακάτεψαν ωμό αλεύρι με ζεστό νερό. Ήταν και βοσκός ο ένας πάππους, έλεος πια. Τρώγεται, κόρη μου; Τι να πω! Κάνουμε και την οξωτάρατση[82] (πιο πηχτή ‘από έξω+ταράσσω’) αλευρά που είναι πιο πηχτή από τη συνηθισμένη και λιγότερο νόστιμη, αφού έχει περισσότερο αλεύρι», είπε η Ανεστασούλλα.
«Τι είναι τα Εφτά του μωρού;»
«Είναι γιορτή που γίνεται εφτά μέρες από τη γέννησή του».
«Κάνουμε και την αλευρόαλη,[83] (σαν την αλευρά αλλά με περισσότερο γάλα), Παναγιώτα, που αντί για νερό ρίχνουμε σκέτο γάλα ή περισσότερο γάλα και λιγότερο νερό. Είναι πιο νόστιμη και θρεφτική. Όπως και να την κάνουμε την βάζουμε σε μεγάλη πήλινη τσανάκα και ανοίγουμε λάκκο στη μέση ρίχνοντας βώτυρο ψητάρη και μέλι. Μετά τσιγαρίζουμε κρομμύδια τσίκνωση με βώτυρο ψητάρη και τα ρίχνουμε στο λάκκο μαζί με μέλι ή τα βάζουμε σε πήλινη λεκανίτσα ξεχωριστά και όσοι θέλουν βουτάνε κι εκεί. Κάθονται γύρω από το σουφρά και κόβοντας κομμάτι κομμάτι με την κουτάλα το βουτάνε στο μελιτοβώτυρο ή στην τσίκνωση και τρώνε μέχρι εφτά κουταλιές. Μετά, πασαλείφουν τους παππούδες του μωρού και όταν έρθουν στο κέφι πετάνε την αλευρά ο ένας στον άλλον!» συμπλήρωσε ο Μηνάτσης.
«Φάε χόντρο να χοντρύνεις κι αλευρά να μεαλύνεις, έτσι έλεγαν οι παλιοί» είπε η Ανεστασούλλα.
«Γιατί πετάγεσαι, ζωγραφιά μου, από το ένα στο άλλο; Βιάζεσαι;»
«Τι είναι ο χόντρος;» ρώτησε η Παναγιώτα.
«Είναι το πλιγούρι που λέμε, δηλαδή χοντροαλεσμένο σιτάρι», πρόλαβε η Ανεστασούλλα.
8.
Πολλές φορές πιάνανε οι μερμήγκοι τα ψωμιά και τότε να δεις στενοχώρια η μάνα μου, η συγχωρεμένη. Άλλοτε πάλι, όταν τελείωνε το αλεύρι και ήθελε ν’ αλέσει σιτάρι ή κριθάρι κι έβρισκε μέσα πεταλουδίτσες κι αβγά από μαμούνια, τότε να έβλεπες τη σκάση της. Καταριόταν την ώρα και τη στιγμή που δεν έφριξε στην ώρα τους τα γεννήματα. Είχαμε τρεις λάκκους ένα σιταρόλακκο, ένα κριθαρόλακκο και ένα για όσπρια. Τους γεμίζαμε με ξύλα, ανάβαμε φωτιά μέχρι να καούν, βγάζαμε τα κάρβουνα, τους καθαρίζαμε προσεχτικά, ρίχναμε μέσα τα γεννήματα, σκεπάζαμε και αφήναμε να φρυγούν. Έτσι σκάγανε τα μαμούνια και τα αβγά τους», αράδιασε τις μνήμες της η Ανεστασούλλα.
«Φαντάζομαι θα έπρεπε να έχει χαμηλή θερμοκρασία ο λάκκος, για να μην καούν τα γεννήματα. Πόσα συναρπαστικά και καινούργια πράγματα ακούω», παραμίλησε ενθουσιασμένη η Παναγιώτα.
«Φυσικά, ήταν προσεχτικοί, ξέρανε τον τρόπο. Δεν εφάνη ψυχή[84] (πεταλούδα) του γεννημάτου! Έτσι έλεγε η μάνα μου και κόρδωνε, όταν δεν έβρισκε μαμούνια κι αβγά στα γεννήματα. Την θυμάμαι σαν να είναι τώρα και δεν ξεχνώ τα λόγια της. Και μόνο που την ακούγαμε, ηρεμούσαμε, γιατί θα είχαμε αλεύρι για το ψωμί και τα φαγητά. Αυτό καταλαβαίναμε σαν παιδιά».
«Και δεν σου είπαμε τίποτε ακόμη. Το μυαλό έχει πολλά καταχωνιασμένα, που δεν έτυχε να τα ξεσκαλίσουμε», είπε ο Μηνάτσης.
«Αλήθεια, ε; Είμαι γεμάτη όρεξη και περιέργεια και το χέρι μου εξασκημένο στο γράψιμο».
«Ω, τα παλιά χρόνια όταν τελείωνε το αλεύρι και για να μην αγοράζουν και πού να έβρισκαν τα μαϊδιά, η λαλλά μου, όπως και άλλες γυναίκες, θέριζαν το κριθάρι πριν ξεραθεί, για να καταλάβεις όταν ήταν ακόμη πρασινοκίτρινα τα στάχυα, άναβε το φούρνο και το έφρυγε σε χαμηλό φούρνο. Με το φρύξιμο άνοιγε, ψηνόταν και σκούραινε λιγάκι. Ύστερα, το έβαζε σε μεγάλο χοντρό σακί, το κοπανούσε με τον κόπανο μέχρι να ξεχωρίσουν τα άγανα, το απογύριζε με χοντρό κόσκινο, τον αρλό και πετούσε τα άχρηστα. Έτσι, έμενε μόνο ο καρπός. Ευχαριστημένη που τελείωσε τη δύσκολη δουλειά, κάθιζε στο σκαμνί, το καθάριζε, και το άλεθε στον χερόμυλο. Με το αλεύρι του κριθαριού έκαναν πίτες στον πλάκο, αλλά και γλυκές ή αρμυρές τροφές που τις λέγανε παχούντι[85] (το κριθάρι που ήταν ακόμη πράσινο, το οποίο έφρυγαν και άλεθαν)».
«Όταν ζούσε η λαλλά Χαριστούλλα στα Κάτω Χωριά και θέριζαν το κριθάρι για παχούντι, τραγουδούσαν με τις φιλενάδες της τη μαντινάδα».
Πρώμιο κριθάρι ήσπειρα τον κάμπο εις το Μίντι,
Δεν ξέρω αν εξεράθηκε να κάμωμε παχούντι.
«Μα τι νόστιμες που ήταν και μοσχομύριζαν τη γλύκα και τη φρεσκάδα της γης! Και με τα τσούδια,[86] (χλωρές κεφαλές σιταριού που τις έφρυγαν προηγουμένως) έκαναν παχούντι. Αλευρά σπάνια έκαναν με τα τσούδια. Δεν είχαν τόσα πολλά για να τα σπαταλήσουν.
Ειπώθηκαν πολλά. Η Παναγιώτα χαλάρωσε, νιώθοντας ξεκούραστη και καλοδιάθετη. Άλλες φορές θα προσπαθούσε να εξηγήσει τους λόγους της ευεξίας των εσώψυχών της. Το είχε συνήθειο να ψάχνεται. Αγχωτική και τελειομανής στη δουλειά επεξεργαζόταν και ψείριζε τα θέματα, ώστε να πάρει τις σωστές αποφάσεις ή να διατυπώσει κατάλληλες προτάσεις. Εκείνη τη μέρα όμως όλοι οι προβληματισμοί πήγαν περίπατο. Γιατί από τη στιγμή που συνάντησε το ζευγάρι, όλα φωτίστηκαν μέσα της και φαίνονταν εύληπτα και φυσιολογικά, παρόλο που ήταν άγνωστα και αλλοτινά! Έτσι, αφέθηκε στις διηγήσεις και στις ενδιαφέρουσες εμπειρίες τους. Συνάμα γύρισε άθελά της στα άγουρα παιδικά χρόνια και τα ξαναθυμήθηκε με νοσταλγία. Αυτό που έκανε από κάποια στιγμή και μετά, ήταν αυτονόητο. Αποτύπωνε στο χαρτί και προσπαθούσε να κατανοήσει και να αφομοιώσει τις τόσες νέες πληροφορίες που άκουγε. Χωρίς να το καταλάβει, ενσωματώθηκε στο καινούργιο της περιβάλλον και αποφάσισε να συνεχίσει την κουβέντα μαζί τους.
«Είναι σαν να ανακάλυψα θησαυρό στις Βρυξέλες και μάλιστα ανεκτίμητης αξίας!» σκέφτηκε ικανοποιημένη.
«Μου είπατε τόσα και τόσα, αλλά εγώ έχω εκκρεμότητες. Το λένε τα κιτάπια μου. Καίγομαι να μάθω πώς γνωριστήκατε. Τι έγινε στο πασάκι για το μάζεμα της ελιάς;» ρώτησε με ενδιαφέρον.
«Ω! Ερωτευτήκαμε με την πρώτη ματιά, κόρη μου. Η ζωγραφιά μου ήταν από φτωχή οικογένεια, τρούτσος, αλλά είχε και ταπεινή καταγωγή. Εγώ μοναχογιός και κανακάρης με πολλά λιόφυτα, αμπέλια, χωράφια και τρεις ανεμόμυλους».
«Έχετε ανεμόμυλους και αλέθετε τους καρπούς;» διέκοψε η Παναγιώτα.
«Βέβαια πολλούς ανεμόμυλους. Σε άλλα χωριά έχουν νερόμυλους. Ξέχασα, είχαμε και τρία ξωμονάστηρα που έχτισαν για τρεις Αγιούς οι γονείς μου. Εκεί είχαν και τρία ξωμέτοχα, όπου είχαν χτίσει στάβλους. Είχαμε και μερικά οξωήτικα χωράφια, αλλά δυστυχώς μετά τον θάνατο της μάνας μου δεν βρέθηκε κάποιος να μας τα δείξει και τα χάσαμε. Απού λες, οι γονείς μου ήταν άτυχοι με τα παιδιά τους. Τρία από τα τέσσερα παιδιά που γέννησαν, δεν είχαν ζωή, αρρώστησαν και πέθαναν. Δυστυχισμένοι γονέοι. Τα δύο πέθαναν πολύ μικρά, δεν πρόλαβαν καν να τα δουν να μεγαλώνουν. Ο τρίτος πέθανε κοντά στα δέκα. Ο τέταρτος και τυχερός ήμουν εγώ, που με βάφτισαν Νικόλαο – Μηνάτση. Μου έδωσαν το όνομα του Άη Νικόλα στο Τρίστομο, στον οποίον με έταξαν και γιορτάζω στη χάρη του. Μάλιστα η μάνα μου έκανε Κλητούρι[87] (σύναξη χωριανών για γεύμα και ενίσχυση της περιουσίας του Αγίου) όπου μαζεύτηκαν όλοι οι χωριανοί κι έβαλε τα έξοδα. Τα λεφτά που μαζεύτηκαν από τον ασπασμό της εικόνας, τα κράτησε η εκκλησιαστική επιτροπή σαν περιουσία του Αγιού. Η μάνα μου ανάστησε και τον καλλά της, τον Μηνάτση τον Αρχαιολόγο, που την προίκισε, επειδή ήταν άκληρος. Έτσι από μωρό με φώναζε Μηνάτση κι έμεινε. Ο πατέρας μου, ο Αντωνάς ο Κουμιλιάρης, όταν γεννήθηκα, ζύμωσε μόνος του, έπλασε, στόλισε και φούρνισε τη Γύρα, το ψωμί για τη μαμή που με ξεγέννησε. Επίσης έφτιαξε λουκουμάδες και ξεροτήγανα με μέλι και κερνούσε τον κόσμο. Αρκαριάτικα[88] (από αρχάριος για το παιδί που έκανε το αρχικό του ταξίδι στη ζωή), τα λέμε αυτά τα κεράσματα. Μη νομίζεις, όσο ήμουν εκεί, αυτόν θυμάμαι που μαγείρευε. Έκανε νόστιμα φαγητά και γλυκά».
«Είδες, πατέρα, πόσο τυχερός ήμουν; Έγινα κι εγώ πατέρας. Και χωρίς να την ρωτήσω, τη συχωρεμένη, κρυφά έδωσα τη Γύρα στη μαμή, αφού και στα προηγούμενα άτυχα παιδιά, δεν ήθελε να την φιλέψουμε, όπως είναι το έθιμο. Από τότε έταξα να ζυμώνω κάθε χρόνο άρτο στο πανηγύρι του Αγίου Νικολάου, αλλά και να μαγειρεύω τα γλυκά και τα φαγιά της Ανάστασης, γιατί σαν να αναστήθηκα με τη γέννησή του. Πήγαινα στον κοινόχρηστο φούρνο και περίμενα την ορδινία[89] (σειρά, θέση κατά το φούρνισμα) μου στο φούρνισμα του Μεγάλου Σαββάτου, όπως πήγαινες κι εσύ», τον άκουσα να λέει στον πάππου μου, τον Ωργή.
«Έτσι, ε; Θα μου τα πεις όλα, Μηνάτση. Αλήθεια, τι είναι το Τρίστομο;»
«Είναι βαθύ φυσικό λιμάνι και έχει τρεις εισόδους, που σχηματίζονται κατά το άνοιγμα δύο νησίδων. Βρίσκεται στα βόρεια της Ελύμπου και είναι ασφαλές για μικρά και μεγάλα πλοία».
«Λέγαμε για τα γλυκά του Πάσχα. Είναι οι κουκνούκοι, οι αυγούλες, οι τούρτες, τα γαλατένια κουλούρια, τι άλλο; Αυτά νομίζω!» είπε η Ανεστασούλλα.
«Τα γράφω».
«Γιατί δεν θέλανε να παντρευτείτε με τη ζωγραφιά σας; Επειδή είσαστε ανήλικοι;»
«Όχι, όχι, γι’ αυτό. Ο λόγος ήταν ότι η ζωγραφιά μου ήταν ξενοχωριανή και φτωχή. Αλλά εγώ την έκλεψα και την έκανα και Ελυμπίτισσα! Την βλέπεις πόσο όμορφη, λαμπερή, δροσερή και φρέσκια είναι ακόμη, παρά τα εβδομήντα της χρόνια; Ψεγάδι δεν έχει πάνω της. Να σου πω, κόρη μου, εγώ τη βλέπω ακόμη και σήμερα, όπως ήταν την πρώτη μέρα που την είδα με το φούλι στ’ αυτί και την ερωτεύτηκα. Ίδια κι απαράλλαχτη», απάντησε γουστόζικα κοιτώντας με θαυμασμό μικρού παιδιού τη γυναίκα του.
«Μηνάτση, μη λες έτσι. Ντρέπομαι», έκανε με νάζι η Ανεστασούλλα.
«Αυτή είναι η λεγόμενη ποιοτική σχέση σε ζευγάρι, που δεν την συναντά κανείς συχνά, δυστυχώς. Μα την αλήθεια, φαίνονται συναρπαστικά όλα αυτά. Όσο περιμένουμε θα μου διηγηθείς τις λεπτομέρειες;» ρώτησε η Παναγιώτα, καθώς διαισθάνθηκε πως τα γεγονότα θα ήταν ξεχωριστά.
«Εγώ, καλό μου, κεντώ και δεν σβουρώ[90] (στενοχωριέμαι μέσα από την καρδιά μου, αλλά δεν το εξωτερικεύω)», αναστέναξε ο Μηνάτσης.
«Ο Μηνάτσης είναι και καλός σ’ αυτά. Να δεις πόσα παραμύθια ξετρουλίντζει[91] (μιλά με συνεχή λόγο) στο λεφτό για τα εγγόνια και τα δισέγγονα και από φαντασία δεν τον φτάνει κανείς», πρόλαβε η Ανεστασούλλα.
«Ναι, κόρη μου, θα τα πούμε όλα. Εξάλλου πώς θα περάσουν τόσες ώρες; Μουγγοί θα καθόμαστε;» απάντησε κι αυτός.
«Ωραία», σκέφτηκε με ενθουσιασμό. «Και σ’ εμένα αρέσουν οι ιστορίες από τα παλιά. Θα σας ακούσω με ενδιαφέρον».
«Λοιπόν, τη μάνα μου, τη Βασταρκούλα του Τσελεπή την κανακαρά[92] (η πρωτοκόρη είναι κληρονόμος και ιδιοκτήτρια όλης της κτηματικής περιουσίας της μάνας) με τ’ όνομα, την είχε μοναχοκόρη και μοσχαναθρεμμένη η λαλλά μου, η Μαρού η Σεβνταλού. Καλή και νοικοκυρά, αλλά όλο φαρισιές ήταν. Πρόγονός της ήταν ο Τσελεπής, Τούρκος προύχοντας, που κρατούσε από μιλλέττι ευγενών. Όλα τα κτήματα ήταν παππογονικά της. Όταν μαθεύτηκε ο έρωτάς μας της ζήτησα να με παντρέψει με την Ανεστασούλλα, αλλά εκείνη δεν δέχτηκε. Κουβέντα δεν ήθελε ν’ ακούσει. Εγώ μπήκα σε φοβερό δίλημμα. Περίμενα ένα διάστημα μήπως και αλλάξει γνώμη, αλλά αυτή αγύριστο κεφάλι, σαν τον μονοκόντυλο άνθρωπο. Όσο περνούσε ο καιρός τα αισθήματά μου φούντωναν μέρα με τη μέρα και αποφάσισα να την κλέψω και να φύγω. Αυτή η δουλειά, κόρη μου, θέλει κότσια και σήμερα όχι εκείνη την εποχή».
Ο Μηνάτσης σταμάτησε για λίγο. Αναστέναξε. Η Παναγιώτα δεν κατάλαβε αν ήταν από συγκίνηση ή αν ήθελε να βάλει σε σειρά τα γεγονότα. Αφού ξεροκατάπιε μερικές φορές, συνέχισε πιο αποφασισμένος για όσα θα έλεγε.
«Την μάνα μου την κάκισα για τα λόγια που είπε για τη ζωγραφιά μου: Χάιτε, χούιτε[93] (στα καλά καθούμενα) να παντρευτείς. Δεν μου φταίει η ξένη κόρη, εσού φταίεις που την ξελόγιασες. Δεν τη θέλω να κυβερνά τα σπίτια μου, την ξεβράκωτη. Σ’ εμάς κανακαρά ταίριαντζε. Είναι και ξένη. Δεν μας πρέπει. Δεν έχει όχι βρακοντζώνι και βρακοθηλιά, αλλά ούτε βράκα. Που να φράξει το καταπιννάρι της, της κατσιβέλλας. Πύρι πυρίου[94] (κατά διαβόλου) θα πάεις, Μηνάτση, με το κλεφτομίλλετο[95] (γενιά κλεφτών) που έμπλεξες. Θέατρο θα γίνεις σ’ όλη την οικουμένη! Εγώ σου τα είπα φάρλα μπούκα[96] (έξω από τα δόντια) κι ησύχασα. Αφού δεν παίρνεις από φώτιση[97], (νουθεσία) καλά να πάθεις».
«Τόσο σκληρά λόγια είπε. Απίστευτο ακούγεται».
«Ναι, Παναγιώτα! Και δεν άκουσες τίποτε ακόμη… Ξέρεις πόσες ώρες συζητήσαμε προσπαθώντας να την πείσω; Αυτή; Αγύριστο κεφάλι. Δεν ήταν καθόλου καλό το φέρεσταί της. Είπε πολλά».
«Αμέττι, Μουχαμέττη[98] (άρον, άρον) να την παντρευτείς. Σκασμός και πλανταμός! Παλλαρός είσαι; Σιγά μην έχεις τα κότσια να το κλέψεις, το σούιστρο![99] (γελοία, εξευτελισμένη γυναίκα). Από ψωμοφάς θα γίνεις σκατοφάς. Τόση στραβάγρα είχες τέπελα; Σ’ άρεσαν και τα ξαρέσκια από τα χέρια μου. Πού θα τα ξαναβρείς γιε μου; Εσού δεν ήσουν φτωχαναθρεμμένος. Οξωτάρατση θα τρώεις, κακόμοιρε!
Η ψωμαθούκα θα είναι ψηλά και δεν θα την φτάνετε, αλλά τι λέω; Θα είναι πάντα αδειανή και ποτέ δεν θα χορταίνετε! Από ολομαργαρίταρος θα γίνεις κουρελής, γιε μου! Στο καλαμογκάνι θα σε βάλει, αυτή η καλαμπαουρίνα. Το ντζωικό σου θα πάει στράφι, κακόμοιρε. Τι καμάρωνα η άτυχη! Στην καρδιά μου έκανες βαθιά ξυραφέα, που δεν θα γιάνει ποτέ. Με κουτσοκεφάλισες σαν τ’ αρνί της Λαμπρής. Που να καεί και να μπυριστεί η νιότη σου. Που ν’ ανεμίσουν βρούλα στο κατώφλι σας».
«Ώ, έλα Χριστέ και Παναγία!»
«Τότεσεά πείσμωσα κι εγώ κι αποφάσισα να κλέψω τη ζωγραφιά μου. Έβαλα μια αλλαξιά ρούχα και τα σκαρπίνια μου σ’ ένα τουβραελλάκι, μερικούς κουσουμάες, δυο κομμάτια ελαϊκή, έβρασα δυο αβγά, πήρα δύο μανούλια, μια φουχτέα τραχανά και λίγα ασκάδια.[100] (ξερά σύκα). Ω, γέμισα και το αγαπημένο μου κατσαρόλι, που έπινα νερό, με σταφίδες. Πήρα μαζί μου και το σακουλάκι με το περονοκούταλο του πατέρα μου που το στήριξα στη ζώνη της βράκας μου».
«Τι είναι η ελαϊκή;[101] (μυζήθρα διαποτισμένη με βώτυρο)» διέκοψε η Παναγιώτα.
«Ω, η ελαϊκή είναι ξερή μυτζήθρα που την έκοβαν κομμάτια και την ταίριαζαν σε πήλινο πιθάρι. Σε κάθε στρώση την κάλυπταν με βώτυρο και συνέχιζαν μέχρι να γεμίσει. Από πάνω έβαζαν επίσης βώτυρο, το έκλειναν με καπάκι κι έβαζαν ολόγυρα γύψο, ώστε να μην παίρνουν αέρα. Οι μυζήθρες έμεναν εκεί αρκετούς μήνες και με τη ζύμωση γινόντουσαν πολύ νόστιμες. Βέβαια, πρέπει να σου πω ότι πολλές φορές τάγγιζαν και τις τρώγαμε πάλι, αλλά με μαύρη καρδιά. Τώρα βάζουν ελάι αντί για βώτυρο και ίσως να είναι πιο δύσκολο να ταγγίσουν. Σιγά σιγά θα είναι όλο και πιο δύσκολο να βρεις ελαϊκή, έτσι πιστεύω», είπε η Ανεστασούλλα.
«Ναι, έτσι είναι. Πριν λίγο καιρό άκουσα στο καφενείο τις μαντινάδες».
Δεν κάνουν πλιον ελαϊκή και τα τουπιά χαλάσαν,
και ρεμπελέψαν οι βοσκοί και τα σοκάκια πιάσαν.
Εφύριασε του Ταχτικού, εφύριασε κι η Σφάκα
Κι επόκαμε και του Σπανού η δρίλλα κι η σιτάκα.
«Την πρώτη την άκουσα όπως ακριβώς την έφεραν οι Κασιώτες ψαράδες. Μέχρι εδώ έφτασε, τίποτα δεν μένει στην αφάνεια».
«Όλα τα σχολιάζουν. Καλά, οι άντρες κάνουν πολλά κουτσομπολιά στα καφενεία», γέλασε η Ανεστασούλλα.
«Μεγάλη επιτυχία είχαν οι μαντινάδες. Δεν ξέρω. Ναι, λογικό φαίνεται. Προφανώς έφτιαχναν πολλές μυζήθρες και μ’ αυτό τον τρόπο τις αποθήκευαν και τις τρώγανε σαν τυρί», είπε προβληματισμένη η Παναγιώτα.
«Ναι, κόρη μου. Κάνουμε και μανούλια στο ελάι. Τα στεγνώνω μερικές μέρες στον αέρα, όχι στον ήλιο, γιατί μπορεί να ταγγίσουν. Εμείς βάζουμε τον αρλό από πάνω να μη τα μϋοχέντζουν οι μύγες, μετά τα κόβουμε κομμάτια και τα ταιριάζουμε σε μεγάλο γυάλινο βάζο. Ρίχνω ελάι μέχρι να χωστούν κι από πάνω βάζω μια ατσακόπετρα. Μου αρέσει να τα βλέπω μέσα στη γυάλα να χρυσολαμπυρίζουν και να κολυμπάνε στο ελάι. Τα παλιά χρόνια τα έβαζαν σε πιθιακό. Όπου και να τα έχεις, όταν τα τρως, είναι μυρωδάτα με λαχταριστή γεύση και τα απολαμβάνεις».
«Μηνάτση, να συνεχίσουμε με τα κατορθώματα της μάνας σου;»
«Λοιπόν, το πρωί της μέρας που θα φεύγαμε ένιωσα την ανάγκη να την αποχαιρετήσω. Ήθελα, ήμουν παλικάρι αγαθό, να μου δώσει την ευχή της. Ξέρεις τι μου απάντησε ξερά και στιφά με μάτια που έβγαζαν φλόγες μίσους και κακίας;
«Κατά π’ αστράφτε να πηγαίνετε, γιε μου! Που να σας κάμει ο Θεός καβούρι![102] Τον καταράστηκε»
«Έτσι σου είπε η κακότροπη;»
«Αρμυρό κι’ ανάλατο ροίθθι[103] (ρεβίθι) κι’ αν το νιώσεις, σκέφτηκα, Παναγιώτα, για να δείξω πόσο πικράθηκα. Δεν ξέρω αν αντιλαμβάνεσαι τη σκάση μου», η φωνή του σκόνταψε στην τελευταία λέξη λες κι ανέβαινε με δυσκολία στα χείλη.
«Καταλαβαίνεις πόσο βασανιστικό είναι για τον Μηνάτση να τα θυμάται όλα αυτά», μουρμούρισε χλομιασμένη η Ανεστασούλλα.
«Μας καταράστηκε δηλαδή. Εγώ όταν την άκουσα, έχασα τη μιλιά μου. Δεν το περίμενα να φερθεί έτσι. Ας έκλεινε τουλάχιστον το στόμα της, όταν έφευγα. Τόσα και τόσα είπε νωρίτερα, δεν ήθελα να μου πει καλό λόγο, αλλά δεν περίμενα να με καταραστεί κιόλας. Ντου λες του πιθαρίου, ντου σου λέει, κόρη μου, το λέει και η παροιμία. Με τον τρόπο που φέρθηκε, της φέρθηκα κι εγώ. Δεν το άφησα έτσι. Ήθελα να προστατέψω εμένα και την Ανεστασούλλα μου και της απάντησα από τα μέσα μου. Σκατά στο στόμα σου κι άχερα στο κεφάλι σου».
«Ω, έλα Παναγία μου, πρώτη φορά το ακούω», σταυροκοπήθηκε η Ανεστασούλλα.
«Ναι, κόρη μου, μόλις τώρα το εξομολογούμαι. Έτσι, δεν θα με έπιαναν οι κατάρες της. Το άκουσα από τον πάππου μου, τον Ωργή τον Προξενευτή. Έτσι με συμβούλεψε να λέω, όταν ακούω βρισιές ή κατάρες. Αλλά πώς θα μπορούσα να ξεφύγω ακόμη κι εγώ, ο γιος της, από το στόμα της; Ξέρεις; Για κανένα άνθρωπο, πόσο μάλλον για τα παιδιά της, δεν είπε ποτέ καλή κουβέντα. Μόνο ειρωνικές και κοροϊδευτικές λέξεις έβγαιναν από το στόμα της. Άντε, θα το πω. Ξέρεις ποιο παρατσούκλι έβγαλε για τη συγχωρεμένη κάποιος γνωστικός χωριανός; Πρικοτσιμέττα[104], (έχει πικρό χαρακτήρα, όπως η τσιμέττα, βρούβα), και της έμεινε».
«Ο Μηνάτσης φαίνεται ακόμη στενοχωρημένος μετά από τόσα χρόνια», σκέφτηκε η Παναγιώτα που πρόσεξε τα σαγόνια του να τρέμουν και λεπτές σταγόνες ιδρώτα να χαράζουν το κατακόκκινο πρόσωπό του.
«Ταίριαξε και μαντινάδα όταν έμαθε για το γάμο μας. Να τη θυμηθώ», είπε η Ανεστασούλλα.
Για μια βαμβακερή κλωστή έχασες τρεις μετάξι,
Που θα σουν μες’ στα σπίτια τους μη βρέξει και μη στάξει.
«Ναι, ακριβώς. Είχε τρεις κανακαρές στο χωριό και ήθελε να με παντρέψει. Αλλά η Ανεστασούλλα μου δεν είναι μεταξωτή, είναι κλωστή μαλαματένη, Παναγιώτα. Η κακομοίρα, ας είναι αναπαυμένη με την Παναγία. Πέθανε στον ύπνο της πολλά χρόνια μετά. Δεν μπήκα καν στο δίλλημα να την συγχωρήσω, με την καρδιά μου το έκανα. Αλλά η συγχωρεμένη δεν χάρηκε ούτε εμάς ούτε τα παιδιά μας ούτε τα εγγόνια μας! Ούτε την αξίωσε η τύχη να ζήσει την εξέλιξη της οικογένειας παίως παιογγονίως [105] (τη συνέχεια στα παιδιά και στα εγγόνια). Ξέρεις, τα λόγια της με ατσάλωσαν και με πεισμάτωσαν ή πείσμωσαν τόσο πολύ, που δεν άφησα περιθώρια να μην πετύχω στη ζωή μας με τη λατρεμένη μου ζωγραφιά. Τέλος πάντων, κόρη μου. Περασμένα ξεχασμένα. Στενοχωρήθηκα πάλι που τα θυμήθηκα».
«Ώστε έτσι, Μηνάτση! Ταλαιπωρηθήκατε πριν καλά καλά στεριώσετε το σπιτικό σας. Πότε παντρευτήκατε;» ρώτησε με ενδιαφέρον.
«Μόλις μάζεψα τα πρώτα λεφτά, τον Απρίλη του άλλου χρόνου. Αγόρασα ένα ροζ φόρεμα, φέλπα – και ευτυχώς, γιατί εκείνο το Πάσχα ήταν πρώιμο και είχε ψυχρούλα – για τη ζωγραφιά μου και ένα μπλε κουστούμι για μένα. Παντρευτήκαμε με κουμπάρα την κάλλα[106] (θεία) μου, την Ανεζούλλα την Μπιρμπιλομάτα, που ήρθε κρυφά από τη μάνα μου στον γάμο. Είχαμε αρκετό κόσμο, όλοι πατριώτες. Θυμάσαι, Ανεστασούλλα μου, πόσο ευτυχισμένοι είμαστε; Ήθελα να βγάλω και μια νυφική φωτογραφία για ενθύμιο, αλλά δεν περίσσεψαν μαϊδιά, τσίμα τσίμα τα φέραμε. Δεν κάναμε βέβαια τα έθιμα που κάνουμε στους γάμους στην Κάρπαθο, όπως το λάλημα[107], (το κουβάλημα των προικιών της νύφης), και τις παντιέρες. Επίσης δεν κάναμε ούτε τρίγαμο την τρίτη μέρα του γάμου ούτε αντίγαμο[108] (διασκέδαση σε στενό κύκλο μετά τον γάμο) και δεν μας τραγούδησαν το τραγούδι του γάμου».
Άρχοντες τρών’ και πίνουσι σε μαρμαρένη τάβλα, σε μαρμαρένη,
σε χυτή και σε μαλαματένη, κι όλοι τρώνε και πίνουσι κι όλοι χαροκοπούσι.
«Και πού παντρευτήκατε;»
«Στο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία στην Καστέλα επειδή βρισκόταν κοντά στο σπίτι μας, ήταν ψηλά και φαινόταν η θάλασσα. Μας θύμιζε την πατρίδα. Βλέπεις, και για το σπίτι που πιάσαμε και για το γάμο μας έκανα το χατίρι της ζωγραφιάς μου, γιατί το σπίτι της στο Μεσοχώρι, είχε την πρώτη θέση προς τη θάλασσα, που μας έλειπε τόσο πολύ. Ουρανία[109], (υπαίθρια), στέψη κάναμε στην αυλή της εκκλησίας, αλλά τις λαμπάδες του γάμου τις αφήσαμε να καίνε μέσα. Λέγανε πως όποιου η λαμπάδα καιγόταν πιο νωρίς, αυτός θα πεθάνει πρώτος».
«Και ποιου η λαμπάδα κάηκε πρώτη;»
«Δεν θέλαμε να μάθουμε. Είπαμε του καντηλανάφτη να τις σβήσει μόλις θα τελείωνε η στέψη. Μετά, μοιράσαμε παρθεννόκουκκα[110], (ξηροί καρποί, καραμέλες, ζαχαροστράγαλα και κομμένα σουσαμένια κουλούρια), όλα σουρδού μπουρδού[111] ,(ανάκατα), μέσα στο μεγάλο πανέρι της κάλλας Ανεζούλλας. Στα Κάτω Χωριά τα λένε γκλεούδια. Το πανέρι, μοναδικό σε ομορφιά, ήταν πλεγμένο με σχέδια από πολύχρωμες βέργες μυρτιάς. Το έφτιαξε μόνο και μόνο για το γάμο μας. Από πάνω σκέπασε τα περθεννόκουκκα με μεγάλο μπιρμπιλωτό πανί».
«Παρθεννόκουκκα, όνομα και πράμα», σχολίασε η Ανεστασούλλα με καμάρι.
«Έτσι σας θέλω! Αν είσαστε σαν όλους, δεν θα ακολουθούσατε τον δρόμο της καρδιάς σας. Σας αγαπώ», έκανε η Παναγιώτα καθώς η Ανεστασούλλα έσκυψε και την φίλησε.
«Τι το λέεις πανί, Μηνάτση; Όχι, κόρη μου! Αυτός δεν κατέχει από κεντίδια. Είναι άσπρο χασένο κεντημένο σταυροβελονιά ή ρίζα με χρωματιστές κλωστές και όμορφα σχέδια. Γύρω, γύρω έραψε φαρδύ χυτό με αγγελούδια. Το φυλάμε ακόμη μαζί με το πανέρι».
«Κάναμε και κάλεσμα για τα κουλούρια του γάμου. Είναι έθιμο κι αυτό, αφού δεν είναι δυνατό να γίνουν μεγάλες ποσότητες από δύο, τρία άτομα. Επειδή δεν είχαμε πολλούς γνωστούς, κάλεσα πελάτες από το εστιατόριο Διαλεχτές Λιχουδιές που δούλευα, που ήρθαν οικογενειακώς. Τα ζυμώσαμε με πολλή αγάπη, πλάσαμε λεπτούς κλώνους, κάναμε πολλά σχέδια και τα σησαμώσαμε», συμπλήρωσε ο Μηνάτσης.
«Ευτυχώς που είχε ένα πορδόφουρνο στη γειτονιά, δεν ήταν και της σεφελειάς[112], (ωφέλεια, χρησιμότητα) γιατί έμπαζε από δυο τρεις μεριές, αλλά τη δουλειά μας την κάναμε. Μετά το ψήσιμο, τα φρύξαμε για να γίνουν τραγανά κι ακόμη πιο νόστιμα. Τα έκοψε σε κομμάτια η κουμπάρα, τα έβαλε σε άλλο πανεροκάλαθο με καπάκι και τα μοίρασε στην αυλή της εκκλησίας. Ανάρπαστα γίνανε. Μα, ξέρεις πώς έκανε ο κόσμος; Σαν να ήταν πόλεμος, η πείνα θέριζε κι έδιναν ψωμί με δελτίο. Τριάντα νοματαίους καλέσαμε στον γάμο, αλλά ξέρεις πόσοι άγνωστοι ήρθαν και κεράστηκαν; Το μυριοψύχι. Και φαντάζεσαι πόσες ευχές δεχτήκαμε; Ατελείωτη ήταν η ουρά για να μας ασπαστούν και να ευχηθούν τα καλορίζικα. Όχι σαν της πεθεράς τις κατάρες», περηφανεύτηκε η Ανεστασούλλα.
«Το μόνο περιττό έξοδο που κάναμε αρκετό καιρό μετά το γάμο ήταν η βόλτα με κάρο και άλογο. Απού λες, καλό μου, τη μέρα που κάνουν το πανηγύρι του Άη Γιώργη στο Διόνυσο πήγαμε κι εμείς στη λειτρία, νιόπαντροι είμαστε. Ξέρεις, το εκκλησάκι χτίστηκε από τους Καρπάθιους μαστόρους και τεχνίτες της πέτρας και του μαρμάρου, στις αρχές του αιώνα. Η Ανεστασούλλα ζύμωσε κι ένα μικρό άρτο για να ζητήσει από τον Άγιο να γυρίσουμε στην πατρίδα. Μετά τη λειτρία ετοιμαζόμαστε να φύγουμε και πέσαμε πάνω σ’ ένα κάρο με άλογο. Το πήραμε μέχρι την Κηφισιά. Το ήθελε πολύ η Ανεστασούλλα. Το ευχαριστηθήκαμε. Νιώσαμε σαν βασιλιάδες που βολτάρουν στα κτήματά τους», είπε γυρίζοντας προς τη μεριά της Ανεστασούλλας.
«Το δώρο για το γάμο μας, έτσι μου είπες. Ακόμη το θυμάμαι. Μου άρεσε που κουνιόμαστε στο κάρο, όπως μικρή πάνω στον γάιδαρο», αναπόλησε η Ανεστασούλλα.
«Και να σου ομολογήσω, Παναγιώτα, ποιος με στήριξε τον πρώτο καιρό, τότε που ήμουν άψητος κι αμάθητος στη δουλειά; Η Ανεστασούλλα. Αυτή που βλέπεις, είναι η πιο γλυκιά και καλόγνωμη γυναίκα στον ντουνιά. Αλλά και δουλευταρού και πεισματάρα. Ό,τι και να περάσει από το νου της, έτσι και αποφασίσει να το κάνει, δεν θα δειλιάσει, όσες δυσκολίες και να βρει. Αυτής θα περάσει. Κράτησε το τιμόνι στο σπιτικό μας τον πρώτο καιρό. Μαθημένη, βλέπεις, απ’ το σπίτι της στην ανέχεια και στη σκληρή δουλειά, είχε την εξυπνάδα κάθε βράδυ που γυρνούσα, να ντύνει τη φτώχεια μας με πολύχρωμα μετάξια, αστραφτερά πετράδια και γλυκά λόγια αγάπης. Με το τίποτα, κόρη μου! Αυτή ήταν το απάγκιό μου. Στην αγκαλιά της ξεκουραζόμουν και ξεχνούσα τον κάματο της μέρας. Πάντως παρόλο που κάναμε τα πάντα με τα χέρια μας, δεν είχαμε τον νου μας μόνο στη δουλειά, αλλά αφιερώναμε χρόνο για τη μεγάλη μας οικογένεια, για τα γλέντια, ακόμη και για να διατηρήσουμε τα ήθη και τα έθιμά μας».
«Μήπως τα παραλές, Μηνάτση;» ξεστόμισε η Ανεστασούλλα, αλλά ούτε που την άκουσε.
«Την άλλη μέρα ξεκινούσα τον αγώνα από την αρχή. Να μη ζήσει άνθρωπος αυτά που πέρασα και την αγωνία μου μέρα έμπαινε, μέρα έβγαινε για το μεροκάματο. Κουραζόμουνα πολύ, γιατί όπως σου είπα ήμουν και μοναχογιός και καλομαθημένος, αλλά δόξα τον Ύψιστο τα κατάφερα μια χαρά. Την Ανεστασούλλα μου την είχα πάντα κυρία. Δεν την άφησα να φέρει ούτε ένα πράσινο φύλλο στο σπίτι. Κάθε βράδυ που γύριζα, αγόραζα το φαΐ για την επομένη και καμμιά φορά έπαιρνα και μια πάστα, το αγαπημένο της γλυκό. Τα υπόλοιπα μαϊδιά από το μεροκάματο της μέρας, αν περίσσευαν, τα φύλαγε η Ανεστασούλλα. Ναι, κόρη μου, ήταν ιδέα της, που ζούσαν στο σπίτι τους σχεδόν χωρίς λεφτά, αφού όσα τρόφιμα τους έλειπαν τα αντάλλασσαν με άλλα που είχαν από δικού τους. Ξέρεις με πόση λαχτάρα έπιανε στα χέρια της τα λεφτά που περίσσευαν από το μεροκάματο και τα φύλαγε; Το λέει και η παροιμία, και οι δυο πέτρες βγάλουσι το αλεύρι. Ας είναι, Παναγιώτα, περασμένα αλλά όχι και ξεχασμένα».
«Η παροιμία το λέει κι αλλιώς, ο άντρας να κουβαλάει με το φτυάρι και η γυναίκα να βγάζει με το φτερό, νικά η γυναίκα», είπε η Ανεστασούλλα.
«Πράγματι, η ζωγραφιά μου είναι και οικονόμα και καλή μαγείρισσα και νοικοκυρά και στοργική μάνα, άσε πια την αγάπη της για μένα. Μόνο που δεν θέλει να πηγαίνω στο καφενείο», είπε κλείνοντας το μάτι.
«Ναι, αυτό το παραδέχομαι. Θέλω να τον έχω κοντά μου όσο περισσότερο γίνεται, τον λαχταρώ! Ξέχασες, Μηνάτση, που με έγραψες στο Κυριακό σχολείο στον Πειραιά; Πήγαινα τις Κυριακές κι έμαθα να κάνω του κόσμου τα κεντήματα, τα πλεχτά και τα ραψίματα. Πόσες φορές μπάλωσα τα παντελόνια σου, πόσα σακοφούστανα έραψα! Να, αυτήν την ποδιά από τότε την κέντησα και βλέπεις πώς την έχω; Σαν καινούργια. Αργότερα, όταν πήρα ραπτομηχανή κέντησα τα προικιά των παιδιών».
«Μπράβο, αξιέπαινη. Πολύ καλά έκανες κι έβγαινες από το σπίτι έστω μια φορά τη βδομάδα. Εγώ δεν μπορώ να μείνω καθόλου μέσα. Σαν να φυλακίζομαι, πνίγομαι κι εκνευρίζομαι», έκανε η Παναγιώτα.
«Κι εγώ ονειρεύομαι το καφενείο», είπε και σκούντησε τη ζωγραφιά.
«Πάρε μια ανάσα, Μηνάτση και συνεχίζουμε», τον συμπόνεσε η Παναγιώτα.
«Ξέχασα να σου πω ότι λιγουρευόμουν την τούρτα, επειδή στην Κάρπαθο δεν είχαμε πάστες. Βέβαια, καλοτρώγαμε και δεν έλειπε τίποτε από το σπίτι μας. Εμένα σαν μοναχοπαίδι με πρόσεχαν και μου έδιναν και του πουλιού το γάλα, που λέει ο λόγος. Πάντως την ζήλευα την πάστα της ζωγραφιάς μου, αλλά δεν της το μαρτύρησα ποτέ. Εκείνη βέβαια ήθελε να την μοιραζόμαστε, αλλά εγώ δεν έτρωγα τις περισσότερες φορές. Να σου πω την αλήθεια; Εγώ ευχαριστιόμουν μόνο και μόνο που την έβλεπα να την ευχαριστιέται εκείνη.
«Τάν είπες, Μηνάτση; Ώστε έτσι. Την λιγουρευόσουν την τούρτα; Να μπορούσα να γυρίσω πίσω τον χρόνο, θα επέμενα να τη μοιραζόμαστε. Κι εγώ το κράτησα μυστικό επειδή ντρεπόμουν. Τώρα θα το μαρτυρήσω. Ξέρετε γιατί μου άρεσε τόσο πολύ η πάστα; Επειδή έμοιαζε με το φαγητό που τρώγαμε στο σπίτι μας και το πεθυμούσα, το τρουφτούι[113] (πρόχειρο αλευρικό φαγητό από σφαιρίδια ζύμης) ή φτουφτρούι», διέκοψε η Ανεστασούλλα κοιτώντας κατάματα τον Μηνάτση.
«Τι φαγητό είναι πάλι αυτό;» ρώτησε απορημένη η Παναγιώτα.
«Είναι της φτώχειας, καμάρι μου, με αλεύρι και νερό. Να σου πω πως γίνεται. Ρίχνεις αλεύρι στη μουρκούτα,[114] (μικρή πήλινη λεκάνη), το ραντίζεις με λίγο νερό, το τσιγκουνεύεσαι για να καταλάβεις και μετά ανακατεύεις μέχρι να κάνεις σκληρούς σβώλους. Ύστερα τους τρίβεις μέχρι να γίνουν σαν ρύζι. Βάζεις το τσουκάλι με νερό να χοχλάσει, ρίχνεις μέσα το τριμμένο ζυμάρι και ανεσκύλλεις με την ξύλινη κουτάλα να μην σβολιάσει. Καθώς βράζει, πήζει και γίνεται σαν σούπα. Εμείς το τρώγαμε με πολλούς τρόπους. Σαν γλυκό με βώτυρο ψητάρη και ζάχαρη που μας φαινόταν παντεσπάνι, ή σαν φαγητό. Η μάνα μου είχε φαντασία. Αν ήταν αρτύσιμες μέρες, για αρτυσία έβαζε βώτυρο ψητάρη ή μύλλα[115] (τσιγαρισμένο χοιρινό λίπος) από τον χοίρο ή πιο σπάνια λάδι και βέβαια έτριβε μέσα μανούλι ή φρέσκια μυτζήθρα, αν ήταν η εποχή της, ή ελαϊκή ή μανούλι του λαδιού. Δεν μας έλειπαν τα τυριά, πάντα είχαμε δυο τρεις κατσίκες. Άλλες φορές πάλι, όταν είχε το μόο[116] (ευκαιρία, τρόπος) της ή ήθελε να μας καλοπιάσει, έβραζε χωριστά ρύζι και το αντάμωνε με το τρουφτούι. Μετά, τσίκνωνε με βώτυρο δυο κρομμύδια ψιλοκομμένα και τα έριχνε από πάνω. Εμείς τα παιδιά σχεδόν πάντα ρίχναμε και ζάχαρη. Πώς να ξεχάσω τη μυρωδιά της τσίκνωσης… Αν πάλι ήταν Σαρακοστή έβαζε ταχίνι, αλλά εμένα δεν μου άρεσε. Παιδικά χρόνια που τα νοσταλγώ» είπε η Ανεστασούλλα.
«Το φτιάχνετε και τώρα;»
«Ναι, ή μάλλον όχι, όχι συχνά, μάλλον σχεδόν ποτέ, για να μην πω ψόμματα. Να σου πω όμως; Το εξελιγμένο τρουφτούι, ας το πούμε έτσι, με το αλεύρι του εμπορίου και τα αγοραστά βώτυρα δεν έχει τη νοστιμιά των χρόνων της ανέχειας και της πείνας».
9.
«Άντε να μας πεις τη συνέχεια, Μηνάτση, ή μήπως κουράστηκες;»
«Όχι, όχι καθόλου, για όνομα Θεού. Εξάλλου την ώρα που μιλούσε η ζωγραφιά μου, εγώ ξεκουραζόμουν. Να σου πω, ποιο ήταν το πρώτο φαΐ που φτιάξαμε μόλις στήσαμε το σπιτικό μας; Οι μακαρούνες! Αγοράσαμε χάσικο και σιταρένιο αλεύρι, βώτυρο Κρήτης και για μυτζήθρα βάλαμε την ελαϊκή. Ζυμώσαμε τη ζύμη, τις πλάσαμε, τις βράσαμε, τις τσικνώσαμε και τις φάγαμε λαίμαργα με τα δάχτυλα, όπως έτρωγαν η λαλλά και ο πάππους. Θρουλλί[117] (ελάχιστο κομματάκι) δεν έμεινε στην τσανάκα. Άλλη φορά που τις ξαναπλάσαμε, κάναμε πολλές για να περισσέψουν. Την άλλη μέρα τις βάλαμε στο τηγάνι με λίγο νερό και τις βράσαμε μέχρι να το πιούν. Μετά ρίξαμε βώτυρο ψητάρη, τις τηγανίσαμε και τις κάναμε καρούνια.[118] (τηγανισμένες μακαρούνες με βούτυρο) Αφού τις κινώσουμε στην τσανάκα, ρίξαμε κι άλλη ελαϊκή από πάνω. Εμάς μας αρέσουν και τα κολλημένα στον ταβά και στα νιάτα μας τσακωνόμαστε ποιος να τα πρωτοφάει. Τώρα που πέρασαν τα χρόνια αραιά και πού κάνουμε καρούνια».
«Τι φαγητό είναι αυτό, κάτι σαν μακαρόνια;»
«Α! Εννοείς τις μακαρούνες; Όχι ακριβώς. Είναι ντόπιο ζυμαρικό. Αυτό όμως θέλει μεράκι και κότσια για να γίνει. Ζυμώνουμε αλεύρι, όπως είπα, με νερό και λίγο αλάτσι. Η ζωγραφιά μου ρίχνει κι ένα κουννί ελάι. Παίρνουμε μεγάλα κομμάτια από τη ζύμη και την κάνουμε λεπτό λίγκι, όσο περίπου, για να δω το χέρι σου λεπτά δάχτυλα έχεις, το δάχτυλό σου. Μετά κόβουμε ένα κομματάκι από το λίγκι, περίπου τρία εκατοστά, το πιέζουμε με τα τρία μπροστινά δάχτυλα, τραβώντας το πάνω σε αλευρωμένη πλασταρά ή πλαστερέα»[119] (σανίδα που βάζουν τα αφούρνιστα ψωμιά).
Έτσι λοιπόν κάνουμε την πρώτη μακαρούνα. Σκέψου πόσο κόπο θέλει για να κάνεις, ας πούμε, διακόσιες για να φάνε τέσσερις πέντε νοματαίοι. Τις βράζεις σε μπόλικο νερό, τις αποχύννεις και τις απλώνεις σε πήλινη απλαϊνή τσανάκα σε πολλές στρώσεις, ρίχνοντας ανάμεσα μπόλικη μυτζήθρα. Μετά ψιλοκόβεις τρία τέσσερα κρομμύδια, τα τσικνώνεις στον ταβά με βώτυρο ψητάρη, μέχρι να ροδίσουν και να ψηθούν, και τις περιχύνεις. Τώρα ρίχνουμε μισό μισό βώτυρο και ελάι, καμάρι μου. Η ηλικία, βλέπεις. Κάθεσαι κάτω και δεν μπορείς να σταματήσεις. Θεϊκό φαΐ. Οι περισσότεροι ψήνουν τα κρομμύδια με το βώτυρο μέχρι να σκουράνει τόσο, που κοντεύει να καεί, άσε που βλέπεις πάνω στις μακαρούνες τη μαυρίλα και ψυχοπλακώνεσαι. Όχι, όχι, η καλή τσίκνωση πρέπει να σιγοκαβουρδιστεί, για να ροδοψηθεί, αλλά όχι να καεί».
«Ξανθό κρεμμύδι το λέει η Ανεστασούλλα μου», συμπλήρωσε ο Μηνάτσης.
«Λογικό το ακούω, να μην τρώμε καμένο φαγητό. Τα καρούνια τι είναι;»
«Α, Παναγιώτα, κουράστηκες! Μόλις προηγουμένως το είπαμε», την αποπήρε ο Μηνάτσης.
«Άσε την κόρη, μην την μαλώνεις. Δεν είναι μηχανή».
Η Παναγιώτα ντροπιάστηκε βάζοντας το αριστερό χέρι στο ανοιχτό της στόμα.
«Ω, Μηνάτση και Ανεστασούλλα, τι να πω; Σαν να λιγουρεύτηκα τις μακαρούνες σας, αλλά και τα ξεροτηγανισμένα καρούνια. Πόσο θα ήθελα να έτρωγα μερικές πιρουνιές ή έστω να δοκίμαζα. Είναι συναρπαστικά όσα άκουσα και πόσο ωραία τα περιγράφετε. Σας θαυμάζω, που έχετε τόσες εμπειρίες», είπε ενθουσιασμένη.
Ωστόσο η Ανεστασούλλα συνέχισε.
«Λησμόνησα να σου πως το ζουμί από τις μακαρούνες η μάνα μου δεν το πέταγε. Το τρώγανε σαν σούπα μαζί, ιδιαίτερα όσοι δεν είχαν δόντια και τις λέγαμε μακαρούνες σύχχυλες, με τον χυλό τους δηλαδή. Ήταν πολύ νόστιμες. Επίσης η μάνα μου έβραζε μέσα σ’ αυτό τους ξερούς φλώμους κόρες ή τις φέλλες (φέτες) από το ψωμί, τα αποκομμάτσουλλα και ίσως κάποιο αρτοκόμματο, που δεν φαγώθηκε και ξεράθηκε. Όλα αυτά τα φύλαγε δεμένα στο ψωμοπάνι, για να μη μουχλιάσουν και τα έκοβε κομματσούλια πριν τα ρίξει στο ζουμί από τις μακαρούνες. Ψωμοουλές λέμε αυτό το φαΐ στην Όλυμπο, ενώ όσοι κρατούν από τα Κάτω Χωριά το λένε ψωμομακαρούνες. Ξέρεις, κόρη μου, πολλοί τα βράζουν σε νερό, αλλά οι ψωμοουλές δεν έχουν ουσία. Μετά τις κίνωνε στην τσανάκα ρίχνοντας τριμμένη μυτζήθρα ή ελαϊκή. Ψιλόκοβε δυο τρία κρεμμύδια, τα τσίκνωνε στον ταβά με βώτυρο και τα έριχνε από πάνω. Καθόμαστε γύρω γύρω στο σοφρά και δεν έμενε θρουλλί. Αν περίσσευε ζουμί, το ρίχναμε στον χοίρο».
«Είχε φαντασία στο μαγείρεμα η μάνα της. Της έμοιασε η ζωγραφιά μου», περηφανεύτηκε ο Μηνάτσης.
«Άλλες φορές, όταν είχαμε καιρό να φάμε γλυκό, έκανε τις γλυκιές ψωμοουλές. Δεν έριχνε μυζήθρα, αλλά στην τσίκνωση με τα κρεμμύδια και το βώτυρο έριχνε μια φουχτέα ζάχαρη και λίγο νερό. Μόλις έπαιρναν βράση, περίχυνε τις ψωμοουλές και αρκετές φορές, ανάλογα με την όρεξή μας, έριχνε από πάνω κι άλλη ζάχαρη. Γλυκιές τις τρώγαμε με μεγαλύτερη όρεξη. Αν βάζαμε μαζί αρτοκόμματα που είχαν μυρωδιές από τα μπαχαρικά, νοστίμιζαν πολύ. Τίποτα δεν πετούσαμε εκείνη την εποχή, Παναγιώτα».
«Να σας πω; Πιστεύω πως τις γλυκές ψωμοουλές τις εφεύραν οι παλιοί, για δύο λόγους. Για τον πρακτικό λόγο να καταναλωθούν τα ξερά ψωμιά και για να ευφρανθεί η ψυχή και το σώμα τους. Το γλυκό προσφέρει πάντα χαρά και αγαλλίαση. Όλα όσα περιγράψατε για τις μακαρούνες νομίζω πως είναι ύμνος στη γαστρονομία του νησιού σας. Πόσες γευστικές μορφές σκαρφιστήκατε και με πόση ηδονή τις τρώγατε ικανοποιώντας την ανάγκη σας για επιβίωση. Να, σκέφτομαι πόση ευχαρίστηση και πόσες διαφορετικές γεύσεις πήρατε από ένα και μόνο κομμάτι ζύμη», έκανε η Παναγιώτα.
Μετά, έσπρωξε άβολα την κάτω πόρτα, ξεμανταλωμένη ήταν, και πρόβαλε το πρόσωπο. Ύστερα, μπήκε δειλά. Καμιά δεν γνώριζε. Φόρεσε μια μαύρη, σκονισμένη από αλεύρι ποδιά κι έκατσε με τα γόνατα μπροστά στον σοφρά.
«Βάλε και τσεμπέρι, θα πέσουν οι τρίχες σου στη ζύμη».
Έκανε όπως έκαναν όλες. Έπαιρνε κομμάτι ζύμης, το άνοιγε σε κορδόνι λεπτό, όσο το μικρό της δάχτυλο και το άφηνε στον σοφρά.
«Ε, τι κάνεις; Άρχισε να πλάθεις μακαρούνες. Δεν βλέπεις ότι γέμισε ο σοφράς με κλώνους; Μωρέ, βοηθός που μας έτυχε…»
Τα χέρια της δούλευαν σαν μηχανή. Με το αριστερό κρατούσε το κορδόνι και με το δεξί έκοβε κομμάτι ζύμης, που το γύριζε τραβώντας το με μαεστρία πάνω στον αλευρωμένο σοφρά. Να η πρώτη μακαρούνα με τα αποτυπώματα των δαχτύλων της.
Δεκάδες οι μακαρούνες περίμεναν στις κρησάρες έτοιμες να μπουν σε χοχλαστό νερό που έβραζε στο τζάκι. Τις σούρωσαν, τις έβαλαν σε πήλινη λεκάνη κι έριξαν ανάμεσα στις στρώσεις μπόλικη μυζήθρα.
«Έ, τι χαζεύεις, ακόμη να καθαρίσεις τα κρεμμύδια; Να τα ψιλοκόψεις», άκουσε από τις πολλές.
Πολλά κρεμμύδια μπήκαν στον ταβά με μπόλικο ντόπιο βούτυρο και μόλις χρυσολαμπύρισαν τα σκόρπισε στις μακαρούνες.
Η Παναγιώτα έβγαλε το τσεμπέρι να σκουπίσει τον ιδρώτα από το πρόσωπο και τον λαιμό.
Τότε την πρόσεξαν. Καμμιά τους δεν την γνώριζε.
Έβγαλε την ποδιά κι άρχισε να την τινάζει.
«Πω, πω αλεύρι! Σαν να δούλευα σε μύλο. Θα μ’ αρέσουν άραγε όταν τις δοκιμάσω;»
«Ε, κόρη! Τον πήρες για λίγο; Με τόση κούραση δεν άντεξες, καμάρι μου» άκουσε την Ανεστασούλλα.
Η Παναγιώτα σαν να ζούσε πια στην Όλυμπο δεκάδες χρόνια. Έτσι ένιωθε. Συμβουλεύτηκε τις σημειώσεις και τις εκκρεμότητες.
«Καλοί μου φίλοι, πού είχαμε μείνει; Στα φαγητά που μαγείρευε ο παππούς σου, ο Ωργής ο Προξενευτής. Δεν μπορώ να φανταστώ, ποιο ήταν το φαγητό του γάμου και των πανηγυριών;» ρώτησε με ενδιαφέρον.
«Κατσίκα ή προβατίνα κοκκινιστή μαγειρεμένη σε μεγάλα καζάνια στη φωτιά με μπαχαρικά και την συνοδεύουν με χόντρο. Εμείς, πότε πότε τις Κυριακές φτιάχναμε στο σπίτι μας, αλλά, ειλικρινά, δεν είναι το ίδιο. Βλέπεις, το μαγειρεύουν ακόμη και σήμερα σε μεγάλες ποσότητες, χωρίς να βγάζουν τα λίπη και τα κόκκαλα. Τα παλιά χρόνια έριχναν και βούτυρο τριαντάφυλλο, που μύριζε ωραία. Πώς να μη γίνει νόστιμο;»
«Πάντως δεν έβγαλαν τυχαία την παροιμία, για άκουσέ την, Παναγιώτα», είπε ο Μηνάτσης κι έπαιξε τσακμάκι για να τον προσέξει».
Σα θε να φάεις, νάν’ λαρδί, σαν κλέψεις, νάν’ λοάρι
«Ωωωω, αλήθεια είναι», χαμογέλασε εκείνη.
«Τι είναι αυτά που λες, Μηνάτση;» τον μάλωσε η ζωγραφιά.
«Λοιπόν, πώς το μαγείρευε ο Ωργής; Για πες».
«Έκοβε το κρέας μερίδες και το καβούρντιζε με μπόλικα ψιλοκομμένα κρεμμύδια, έριχνε τη σάλτσα να πάρει δυο τρεις γύρους και να μυρίσει μαζί με ξύλο κανέλλας, μοσχοκάρφια και δάφνη. Άσε, Παναγιώτα, εδώ και καιρό πιστεύω, άρχισαν να ρίχνουν και… Πώς τους λένε; Συμπυκνωμένους ζωμούς κρέατος και στο κρέας και στον χόντρο. Τα παλιά χρόνια που δεν υπήρχαν αυτά, τα φαγητά ήταν πιο υγιεινά και είχαν αυθεντική γεύση. Άφηνε, λοιπόν, το κρέας να σιγοβράσει και να καλοψηθεί ρίχνοντας συχνά το απαραίτητο νερό. Ο πάππους μου είχε και τα μυστικά του. Μετά το καβούρντισμα έσβηνε με λίγο κόκκινο καρπάθικο κρασί. Αφού ψηνόταν, έριχνε αλάτι και πιπέρι και το άφηνε λίγο ακόμη σε χαμηλή φωτιά. Το κρέας χύλωνε και είχε ξεχωριστή γεύση. Όλα αυτά γίνονταν σε τζάκια με ξύλα στην αυλή της εκκλησίας. Σήμερα υπάρχουν τα μέγαρα των εκκλησιών ή χώροι στην αυλή κάθε εκκλησίας ή ξωμονάστηρου. Έτσι, όλα είναι πιο εύκολα και ξεκούραστα».
«Τον χόντρο πώς τον έφτιαχνε;»
«Πάλι τα κρεμμύδια στην πρώτη θέση. Τα ψιλόκοβε, τα καβούρντιζε με βώτυρο ψητάρη μέχρι να ροδίσουν, έριχνε τον χόντρο και τον έφερνε μερικές βόλτες. Συγχρόνως έβαζε ξύλο κανέλλας και μοσχοκάρφια. Ύστερα έριχνε καυτό νερό, χαμήλωνε τη φωτιά και τον ανακάτευε προσέχοντας να μην πιάσει. Σταματούσε να βάζει ξύλα και, όταν άρχιζε να μαλακώνει, τον κατέβαζε από τη φωτιά. Έπρεπε να είναι κάπως αραιός, για να έχει περιθώριο να φουσκώσει. Το μυστικό σ’ αυτό το φαγητό είναι στο κοσκίνισμα του χόντρου, ώστε να μην έχει πολύ αλεύρι και λασπώσει».
«Μπελαλίδικο φαγητό φαίνεται. Μόνο την κάπνα να έχεις, φτάνει», παρατήρησε σκεφτική.
«Τίποτε στην καθημερινότητα δεν γίνεται άκοπα, Παναγιώτα. Πόσο μάλλον στα πανηγύρια που έχεις να ταΐσεις τόσους ανθρώπους με διαφορετικά γούστα. Στο σερβίρισμα βάζανε μια κουτάλα χόντρο από το καζάνι και από πάνω ή και δίπλα άλλη μια με κρέας. Σε κάποια πανηγύρια τηγάνιζαν και κυδωνάτες πατάτες κι έβαζαν τρία τέσσερα κομμάτια σε κάθε πιάτο. Να τρως και να γλείφεις τα δάχτυλα! Πώς να σου το πω, πώς να περιγράψω τη νοστιμιά και την ξεχωριστή γεύση. Δεν βρίσκω λόγια», μπλόκαρε η Ανεστασούλλα.
«Ίσως ο συνδυασμός της μυρωδιάς και της κάπνας του ξύλου με τη νοστιμιά του φρέσκου ντόπιου κρέατος, του χόντρου, των κρεμμυδιών και των μπαχαρικών να κάνουν αυτή την ξεχωριστή και ιδιαίτερη γεύση. Άλλες φορές πάλι αναρωτιέμαι μήπως ήταν από την ανέχεια. Τέλος πάντων, να μη σε ζαλίζω», συμπλήρωσε ο Μηνάτσης.
«Εγώ πάλι πιστεύω στη χάρη και την ευλογία του Αγίου που γιορτάζει και γι’ αυτό γίνονται τόσο νόστιμα τα φαγητά του πανηγυριού», ξεπετάχτηκε η Ανεστασούλλα.
«Είναι κι αυτό», συμφώνησε ο Μηνάτσης.
«Προηγουμένως είπατε κι άλλα φαγητά που τα βλέπω γραμμένα».
«Α ναι! Η τηγανητή σουπιά, που την έβαζε ολόκληρη στον ταβά, μαζί με τον αλό[120] (μελάνη και εντόσθια σουπιάς και χταποδιού, από αρχ. ολός που σημαίνει θολός) και λίγο νερό. Μόνο το κόκκαλο και τα εντόσθια έβγαζε. Καπάκωνε τον ταβά και, αφού μαλάκωνε και έπινε τα ζουμιά της, έριχνε ελάι, την σιγοτηγάνιζε και την έσβηνε με μπόλικο λεμόνι. Την σέρβιρε ολόκληρη και την συνόδευε με ακρίθαμο στην άρμη».
«Τι είναι ο ακρίθαμος;»
«Θα σου πούμε, θα έρθει η ώρα. Πάντως έχει περίεργη γεύση», είπε ο Μηνάτσης.
«Τι είναι ο ακρίθαμος στην άλμη, Ανεστασούλλα;» επανέλαβε.
«Ω, κόρη μου, ο ακρίθαμος είναι ντόπιο φυτό, χαμηλό με μικρά χοντρωπά φυλλαράκια, δερματώδη θα τα έλεγε ο επιστήμονας, που βγαίνει σε παραθαλάσσια μέρη. Έχει παράξενη γεύση, δεν μπορώ να την περιγράψω. Τον πλένουμε και τον ταιριάζουμε στον πιθιακό κατά στρώσεις ρίχνοντας σε κάθε στρώση λίγο αλάτσι, γιατί το φυτό έχει αρμυράδα. Αφού γεμίσουμε τον πιθιακό, ρίχνουμε νερό, ξίδι και χυμό λεμονιού ανάλογα με την όρεξή μας. Μια χρονιά έριξα μέσα στον πιθιακό ένα μόνο πιπεράκι καψερό και πήρε ξεχωριστή γεύση, χωρίς να πολυκαίει. Άλλη φορά έριξα μισό ρακοπότηρο πετουμέζι. Τότε έκανα τον πιο νόστιμο ακρίθαμο. Στο τέλος έβαλα από πάνω ατσακόπετρα, για να χώνεται και τον έκλεισα για ένα μήνα περίπου. Έγινε από τους πιο νόστιμους μεζέδες με λαχταριστή και περίεργη μυρωδιά».
«Η ζωγραφιά μου πειραματίζεται στα φαγητά, έχει φαντασία» έκανε ο Μηνάτσης.
«Ίσως χρειάζεται τη γλυκάδα του πετιμεζιού, μια που έχει ιδιαίτερη γεύση, όπως είπες», παρατήρησε η Παναγιώτα.
«Ναι, έτσι νομίζω».
«Σαν να είμαι σε σχολείο, έτσι νιώθω. Ξέρετε; Και σ’ εμένα γενικά άρεσαν οι περίεργες γεύσεις, όταν ήμουν μικρή. Τώρα που μεγάλωσα και το σκέφτομαι, βρίσκω πως είναι ασυνήθιστο για παιδιά. Λαχταρούσα να δοκιμάζω γεύσεις, ήμουν λιχουδιάρα με λίγα λόγια. Μπορεί και να είμαι ακόμη. Μάλιστα, ζήλευα τα φαγητά που έτρωγαν οι φίλοι των γονιών μου όταν πηγαίναμε σε φιλικά σπίτια και ήθελα να τα δοκιμάσω. Η μάνα μου δεν με άφηνε να τρώω σε ξένα σπίτια κι εγώ παρακαλούσα μέσα μου να επιμένουν, να της το πουν και να το ξαναπούν. Μόνο όταν έβλεπα το συγκαταβατικό της βλέμμα, έτρωγα ορεξάτα ό,τι μου πρόσφεραν».
«Δεν μας λες το φαγητό που λιγουρεύτηκες στα ξένα σπίτια;» ρώτησε με περιέργεια η Ανεστασούλλα.
«Ναι, βέβαια. Ψάρι βραστό με όλα τα λαχανικά που ρίχνουν συνήθως, αλλά με φρέσκια ντομάτα. Στη σούπα δεν έβαζαν ρύζι ούτε την αβγόκοβαν, αλλά έριχναν τραχανά ξινό. Πώς να περιγράψω το δέσιμο των γεύσεων του ψαριού και της ξινής γεύσης του τραχανά; Τώρα τις βρίσκω αταίριαστες, αλλά τα παιδικά χρόνια έκανα κρα! Εσείς, πώς κάνετε την ψαρόσουπα;»
«Εμείς το ψάρι σούπα το κάναμε συνήθως χωρίς καρότα, γιατί δεν συνηθίζαμε να τα καλλιεργούμε, αλλά ρίχνουμε όλα τ’ άλλα πατάτες, κολοκύθια, κρεμμύδια, σέλινο. Εγώ, αν είναι η εποχή της ρίχνω και ένα δυο φουσκιά,[121] (μικρές μακρόστενες ντομάτες) και βέβαια κάνω τη σούπα με λίγο ρύζι και την αβγοκόβω», απάντησε χωρίς ανάσα η Ανεστασούλλα.
«Παναγιώτα, δεν ξέρω τι έχει ο βυθός της δικής μας θάλασσας, αλλά τα ψάρια μας είναι τόσο νόστιμα και μυρωδάτα. Πρέπει να φας για να καταλάβεις. Πούετε,[122] (πουθενά) μα πούετε δεν έχω φάει πιο νόστιμα».
«Να συνεχίσουμε, τι λέτε; Να μιλήσουμε και για τα άλλα φαγητά που μαγείρευε ο Ωργής ο Προξενευτής ή να γυρίσουμε στη ζωή σας στον Πειραιά; Αυτά τα γεγονότα φαίνονται πιο συναρπαστικά», συνέχισε η Παναγιώτα.
«Όχι, όχι, δεν μπορούμε να κάνουμε μπρος πίσω, να τελειώνουμε μ’ αυτά και μετά πάμε παρακάτω», αρνήθηκε αυθόρμητα η Ανεστασούλλα.
«Όχι, ας γυρίσουμε στα κατορθώματα της ζήσης μας», διαφώνησε ο Μηνάτσης.
«Όχι, φίλε μου. Θα γίνει αυτό που πρότεινε η Ανεστασούλλα».
«Τι κρίμα κι εγώ που ήθελα να αναπολήσω τα νιάτα μας», έσφιξε τα χείλη του απογοητευμένος. Σαν μικρό παιδί.
«Εσύ δεν είπες όλα θα τα πούμε; Τα γεμιστά αντέρια του χοίρου έχουν σειρά», είπε η Παναγιώτα.
«Τα κάναμε γεμιστά τον παλιό όμορφο καιρό, τότε που σπάνιζαν όλα. Έχω πολλά χρόνια να δω στους γάμους και στα πανηγύρια να τα κερνούν. Εγώ τα κάνω και τώρα όταν μεγαλώσουμε δικό μας ζώο. Θυμάμαι την τελευταία φορά, πριν από τρία χρόνια περίπου πήραμε ένα μικρό γουρουνάκι και το είπαμε μπούρντα[123], (τσουβάλι)», μιλούσε η Ανεστασούλλα και ο Μηνάτσης την διέκοψε.
«Το όνομα δεν το πολυσκεφτήκαμε, το βγάλαμε έτσι επειδή το έφεραν σε σακί από λινάρι και ευχηθήκαμε να τρώει πολύ, να μεγαλώσει γρήγορα και να γίνει σαν μπούρντα. Βγήκε υπναρού και φαγού και δεν προλαβαίναμε να την ταΐζουμε. Όταν τη σφάξαμε τα Χριστούγεννα, πήραμε πολλά πλούσια δώρα από την μπούρντα μας. Κάναμε τα αντέρια γεμιστά, την κεφαλή ντζελαδιά[124] (πηχτή) και γεμίσαμε ένα μικρό πιδιακό με αλαρμιστό που το ήθελε η Ανεστασούλλα, για να θυμηθεί της μάνας της. Το υπόλοιπο το μοιράσαμε στα παιδιά», είπε ο Μηνάτσης.
«Πέστε μου για τα αντέρια, όπως τα λέτε. Μετά, θα σας πω κι εγώ για τον Αλέξανδρο».
«Αφού τα κόψαμε σε τέσσερα πέντε κομμάτια, τα πλύναμε, τα γυρίζουμε και τα βάζουμε σε πήλινη τσανάκα με το χυμό και τις φλούδες λεμονιού, ξίδι και αλάτι. Τα τρίβουμε, τα ξεπλένουμε και είναι έτοιμα για γέμισμα. Καβουρντίζουμε τα εντόσθια με κρεμμύδια, όλα ψιλοκομμένα, βάζουμε πελτέ, λίγο κρασί και μπαχαρικά, όπως κανέλλα, κίμινο, δάφνη, μπαχάρι, αλατοπίπερο και λίγο νερό και αφού βράσουν, ρίχνουμε τον χόντρο και κατεβάζουμε από τη φωτιά. Γεμίζουμε τα αντέρια, αλλά δεν τα παραγεμίζουμε για να μην ανοίξουν στο βράσιμο. Αφού τα δέσουμε στις δύο άκρες, τα βράζουμε σε νερό. Διατηρούνται στο ψυγείο αρκετές ημέρες. Όταν τα χρειαστούμε τα κόβουμε σε μικρότερα κομμάτια και τα τηγανίζουμε σε βώτυρο ψητάρη μέχρι να ροδοκοκκινίσουν. Εγώ δεν τα έβαλα στο ψυγείο. Τα τηγάνισα και μοσχοβόλησε το σοκάκι. Ήρθαν παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα, γείτονες και κεράστηκαν», είπε η Ανεστασούλλα.
Όση ώρα μιλούσε η Ανεστασούλλα, η Παναγιώτα αναγούλιαζε και κρατιόταν να μην κάνει εμετό.
«Τι έπαθες, καλό μου;» ρώτησε ο Μηνάτσης.
«Τίποτα, να σιχάθηκα από τα έντερα. Δεν τα έχω ξαναφάει».
Η Ανεστασούλλα στον κόσμο της συνέχιζε να μιλά.
«Ό,τι και να φάει ο άνθρωπος αντερο(γ)έμωση είναι. Έτσι την ακούσαμε την παροιμία και αλήθεια είναι. Αχ, κόρη μου, τα βάσανά μας τα παλιά χρόνια για να κάνουμε κουραστικά φαγιά. Και ποιο το όφελος παρακαλώ;», είπε με νόημα η Ανεστασούλλα.
«Α, όλα κι όλα δεν συμφωνώ», είπε η Παναγιώτα.
«Και την ευχαρίστηση από το φαγητό πού την βάζεις; Μπράβο πάντως, Ανεστασούλλα, που μας γύρισες πολλά χρόνια πίσω είπαν οι μεγάλοι που τα δοκίμασαν και περιγράφανε με παραστατικό τρόπο τις εμπειρίες τους, οι γυναίκες από το πλύσιμο και το φτιάξιμο και οι άντρες από το βράσιμο και το τηγάνισμα. Δεν έλειπαν και τα αστεία από τους μεγαλύτερους. Καταλαβαίνεις, εσύ το είπες από την καταπίεση ή την ανικανότητα», θυμήθηκε ο Μηνάτσης.
«Είναι το μόνο, από τα φαγητά που άκουσα, που δεν θέλω να δοκιμάσω. Αηδίασα με όσα είπες, Ανεστασούλλα. Όλα τα άλλα όμως θα τα έτρωγα με μεγάλη ευχαρίστηση. Ευτυχώς που δεν μπορώ, γιατί αλλιώς θα γινόμουν σαν τα μπαλόνια που φούσκωνα παιδί ή μάλλον σαν την μπούρντα σας. Το αλαρμιστό κρέας πώς το έκανες, Ανεστασούλλα;»
«Ω, Παναγιώτα, το πιο εύκολο πράγμα. Κόβουμε κομμάτια το κρέας, το αλατίζουμε καλά, το αφήσουμε μερικές ώρες να απορροφήσει το αλάτι και το ταιριάζουμε στον πιδιακό βάζοντας ένα δυο φύλλα δάφνης και μερικά σπυριά πιπέρι σε κάθε στρώση. Ρίχνουμε νερό μέχρι να χωστεί και το πετρώνουμε με ατσακόπετρες. Τα παλιά χρόνια το τρώγαμε μέχρι να ξανασφάξουμε. Σήμερα αυτά για τους νέους είναι απίστευτα και προπαντός γι’ αυτούς που ψωνίζουν κάθε μέρα μαγειρεμένο και συσκευασμένο φαγητό, που θέλει μόνο ζέσταμα».
«Στην Αμερική έτσι έκαναν, έβλεπα τα καρότσια τους γεμάτα με κουτιά και δισκάκια», είπε ο Μηνάτσης.
«Που λες, το ξαρμυρίζανε από βραδίς, το βράζανε και το μαγείρευαν ανάλογα με την όρεξή τους. Αν ήταν μικρό το έκαναν τηγανητό στον ταβά με πατάτες, κρεμμύδια, ντομάτες κι αβγά. Αν ήταν ζυγούρι ή χοιρινό το μαγείρευαν γιαχνί με μακαρόνια ή στιφάδο με χόντρο ή με χυλόπιτες ή με λουκούμι ή με αγκινάρες αβγολέμονο. Μαζί με τις αγκινάρες έβαζαν και τρυφερά κοτσάνια, αφού καθάριζαν το σκληρό φλούδι και τα ζεμάτιζαν. Αχ, ξέχασα να σου πω για τον παστρουμά, που είναι κι αυτό ιδιαίτερο φαγητό με χαρακτηριστική μυρωδιά και γεύση», είπε η Ανεστασούλλα».
«Δηλαδή; Όλο εκπλήξεις είσαι ζωγραφιά μου».
«Είναι αρνί, που το κόβουν στη μέση και το σπάνε, αλλά χωρίς να το ξεχωρίσουν σε κομμάτια».
«Κατάλαβα», την διέκοψε η Παναγιώτα.
«Το αλατίζουν πολύ με ντόπιο αλάτσι σε λεκάνη και το αφήνουν να αλατιστεί και να βγάλει υγρά. Μετά το κρεμάνε στον ήλιο για μέρες μέχρι να στεγνώσει. Το αποθηκεύουν σε σκιερό χώρο σε υφασμάτινη σακούλα, για να μην ταγγίσει. Το μαγειρεύουν το καλοκαίρι με κηπουρικά. Είναι μούρλια, έχει γεύση και μυρωδιά που δεν έχει άνθρωπος φανταστεί».
«Δηλαδή από τον παστρουμά που ξέρω, μόνο το όνομα είναι ίδιο;», σκέφτηκε η Παναγιώτα.
«Ακριβώς, καλό μου, μπήκα στη σκέψη σου», απάντησε η Ανεστασούλλα.
10.
Πριν προλάβει να τελειώσει την φράση της, ο Μηνάτσης ξαναθυμήθηκε τα χρόνια της νιότης τους.
«Απού λες, η μάνα μου, η Βασταρκούλλα του Τσελεπή, δεν ήθελε για γυναίκα μου την ζωγραφιά μου και αποφάσισα να την κλέψω. Φύγαμε σούρουπο και πέρασα από το σπίτι, να τη χαιρετήσω. Μετά, κατηφορίσαμε με προορισμό το μεγάλο λιμάνι του νησιού. Από μακριά είδαμε ένα ψαρά που αρμάτωνε το ψαροκάικο για βραδινό ψάρεμα. Και ξέρεις ποιος ήταν ο ψαράς; Ο καλλάς[125] (θείος) μου, ο Μαγκαφούτσης, αδελφός του πατέρα μου, που του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι Σκέτος, γιατί ήταν αυθόρμητος και απλός, έλεγε, δηλαδή, τα πράγματα όπως είναι, νέτα σκέτα».
«Σκέτος; Μα είναι δυνατό; Μόλις θυμήθηκα το ίδιο όνομα. Μια φορά σε βαφτιστικό τραπέζι συγγενούς, τότε που ο μεγάλος μου γιος, ο Παναγιώτης, μόλις έκλεισε τα τρία, χρησιμοποίησε το ίδιο όνομα. Απίστευτο φαίνεται. Και ξέρεις πώς; Τον παππού του τον λένε Παναγιώτη και ο γιος μου τον φώναζε παππού Παναγιώτη. Ξέρετε πώς γίνεται στα τραπέζια. Πιάνεις κουβέντα με τους απέναντι, τους δίπλα, τρως από το ίδιο πιάτο, πίνεις. Τον απέναντι μας τον έλεγαν κι αυτόν Παναγιώτη. Όταν άκουσε ο γιος μας ότι τον φωνάζαμε, Παναγιώτη, γύρισε και του είπε: Εσύ είσαι ο παππούς ο σκέτος, δεν είσαι ο παππούς μου ο Παναγιώτης», έλαμψε από περηφάνια η Παναγιώτα.
«Έλα, Παναγία μου, ένα τόσο μικρό παιδί και να σκεφτεί έτσι για κάποιον που έχει το ίδιο όνομα με τον παππού του, αλλά δεν είναι παππούς του; Πανέξυπνος πρέπει να είναι ο γιος σου, Παναγιώτα», εντυπωσιάστηκε η Ανεστασούλλα.
«Ναι, ναι», είπε η Παναγιώτα και τα μάτια της σπίθιζαν από καμάρι.
«Από πού να πάρει το παιδί, ζωγραφιά μου; Βέραμέντι,[126] (αλήθεια) κατά μάνα, κατά κύρη», συμφώνησε ο Μηνάτσης.
«Πού είχαμε μείνει, Μηνάτση; Ας συνεχίσουμε».
«Καλό είναι να μη μιλάμε μόνο εμείς, κόρη μου. Να μας λες κι εσύ. Τα λες ωραία».
«Ναι, συμφωνώ, σπάει λίγο και η μονοτονία παραδέχτηκε η Παναγιώτα, αλλά δεν τελειώσαμε, τι έγινε μετά;»
«Μπήκαμε στο καΐκι του καλλά μου, για να πάμε στο μεγάλο λιμάνι. Ξεκινήσαμε γύρω στα μεσάνυχτα. Ευτυχώς είχε μπονάτσα, σκέτη λαδιά και το καΐκι γλιστρούσε πάνω σε μπλε καθρέφτη κι εκείνος είχε μεγάλο χαβέσι με τα ψάρια που έπιανε».
«Ανεψιέ, έχω έντεκα στόματα να ταΐσω, θα κάνω και τη δουλειά μου και αξημέρωτα θα είμαστε στον προορισμό μας. Απού λες, ανεψιέ, ο πατέρας σου ήτο πολύ στενοχωρημένος, που δεν συμφώνησε η μάνα σου να παντρευτείτε», μας είπε.
«Σαν ν’ ακούω ακόμη και σήμερον τα λόγια του. Ο πατέρας σου, ο Αντωνάς ο Κουμιλιάρης, χαμηλών τόνων και καλοκάγαθος άνθρωπος, διαφώνησε με τη μάνα σου για το γάμο σας, αλλά την πήρε από αγάπη κι αυτός και δεν είχε το σθένος ν’ αντισταθεί στην άρνηση, στο πείσμα και στον δυναμισμό της».
«Και φτάσατε στον προορισμό σας. Μετά;».
«Ω κόρη μου, μην βιάζεσαι. Τα ψάρια εκείνο το βράδυ εστραβώθησαν. Μιλιούνια, που λέει ο λόγος, γέμισαν το καΐκι του καλλά μου».
«Τυχερή κι ευλογημένη γυναίκα διάλεξες ανεψιέ, δεν έχω δει στο ψαροκάικο τόσα πολλά ψάρια», έλεγε και ξανάλεγε και σταυροκοπιόταν.
«Θάλασσα χωρίς ζαρωματιά δεν έχω δει, είναι αλήθεια», έδειξε απορημένη η Παναγιώτα.
«Η ζωγραφιά μου έμεινε ξαπλωμένη όλη τη νύχτα, τη ζάλιζε το ελαφρύ πάνω κάτω του καϊκιού. Για να την κάνω να ξεχαστεί, της τραγούδησα τη μαντινάδα».
Καλιά ‘χω εσένα να θωρώ στα σκοτεινά να λάμπεις,
παρ’ άλλη μέσ’ στο μάλαμα να λαμποσκοτεινιάντζει.
«Δε ζαλιζόμουν δα και τόσο πολύ, Μηνάτση. Απλά, να σου μαρτυρήσω την αλήθεια μετά από τόσα χρόνια; Ντρεπόμουν, επειδή καθόμουν καρτσί[127] (απέναντι) στον καλλά κι έκλεισα τα μάτια, γιατί έτσι νόμιζα πως δεν θα μ’ έβλεπε. Δηλαδή, κρύφτηκα», έκανε με ντροπαλοσύνη η Ανεστασούλλα.
«Αχ! Πονηρούλα, κατεργάρα, ζωγραφιά μου», την αγκάλιασε ο Μηνάτσης.
«Όταν σταμάτησε ο καλλάς το ψάρεμα, μόλις που χάραζε. Η Ανεστασούλλα θάρρεψε, που άρχισε να ξημερώνει κ έκατσε πια καθιστή».
«Τώρα θα σας κάνω μια κακαβιά να φάτε και να μη μας λησμονήσετε. Είσαστε και νηστικοί κοντά ένα μερόνυχτο. Θέλω να σας περιποιηθώ για το ποδαρικό στο καΐκι μου».
Έξυσε και ξέπλυνε στη θάλασσα ένα ορφουλάκι, έναν σκορπιό, μια δράκαινα, δυο μεγαλούτσικους χάνους και τρεις πολύχρωμες πέρκες και τα άφησε σε εμαγιέ λεκάνη. Έκοψε ένα κρομμύδι σε φέτες και το έριξε στο αλουμινένιο κακάβι μαζί με ελάι, που δεν το λυπήθηκε. Άναψε το καμινέτο, γύρισε δυο τρεις φορές το κρομμύδι με το ξυλοκούταλο κι άδειασε μέσα τα ψάρια. Έσκυψε, μισογέμισε το κατσαρολάκι με θάλασσα και την έριξε στο τσουκάλι. Έβαλε και νερό στο τσουκάλι μέχρι που κοντοχώστηκαν τα ψάρια».
«Αφήστε τα τώρα να πουν τα βάσανά τους και μέχρι να τα ξομολογηθούν όλα, θα είναι πια συγχωρεμένα κι έτοιμα να τα φάμε. Τα πεθυμά και η νυφούλα μας, να της περάσει ο στομαχόπονος και η ζαλάδα!»
«Ναι, να είσαι καλά, καλλά!»
Καλοψήθηκαν τα ψάρια και πριν κατεβάσει το κακάβι από τη φωτιά, έβγαλε λίγο ζουμί στο τσανάκι και διέλυσε μερικά κομμάτια ξινό. Αφού ανακάτεψε κρατώντας το κακάβι από τα χέρια, δοκίμασε το ζουμί.
«Καλό είναι και στο αλάτι και στο ξινό. Ελάτε κοντά».
Έφερε τον τουβρά με το ψωμί κι άρχισαν να βουτούν το ψωμί στο ζουμί και να παίρνουν κομμάτια ψαριού με το ξυλοκούταλο.
«Δεν έφαγα ξανά στη ζήση μου πιο νόστιμη κακαβιά. Άδειασε το κακάβι, τελείωσε το ψωμί κι ακόμα πεινούσαμε», παραδέχτηκε η Ανεστασούλλα.
«Εγώ δυσκολεύτηκα με τα κόκκαλα, καλομαθημένος και μοναχογιός βλέπεις».
Μείναμε δυο μερόνυχτα στο μεγάλο λιμάνι. Από κει πήραμε ένα μικρό φορτηγό, ούτε ο Μεγαλοδύναμος δεν θα μπορούσε να το βαφτίσει βαπόρι, για τον Πειραιά. Τέτοια βρωμιά και ποντικίλα! Ζοκοπούσε σου λέω, κόρη μου! Όπου και να βρισκόσουν, έβλεπες ποντικοβέρβελλα».
«Γιατί όλες τις ακαθαρσίες των ζώων δεν τις σιχαίνομαι τόσο, όσο των πεντικών και των ανθρώπων; Δεν ξέρω, δεν ξέρω», αηδίασε η Ανεστασούλλα.
«Να σας πω. Κι εγώ σιχαίνομαι τα ποντίκια, αλλά μ’ αυτές που παθαίνω ντελίριο είναι οι κατσαρίδες. Βγαίνω κυριολεκτικά από τα ρούχα μου, ανατριχιάζω», συμπλήρωσε η Παναγιώτα.
«Θαλασσοπνιγήκαμε, τεράστια κύματα που ταξίδευαν ακόμη και τη θάλασσα, καμάρι μου. Σε δέκα μέρες περίπου φτάσαμε στον Πειραιά. Η καρδιά μας σφιγγόταν από την αγωνία και τα πόδια μας λύγιζαν, όταν αρχίσαμε να περπατάμε στους δρόμους ψάχνοντας σπίτι και δουλειά. Έλιωσαν οι σόλες των παπουτσιών από το περπάτημα. Η αγάπη όμως τα διορθώνει όλα με τον χρόνο. Ζήσαμε τα πιο φλογερά χρόνια της ζωής μας. Ζήσαμε όμως και φτώχια. Φτώχια να δουν τα μάτια σου. Στις αρχές κοιλιοπορευόμαστε όπως όπως. Με αβγά, πατάτες, μακαρόνια, ρύζι, τίποτε χόρτο που μάζευε η Ανεστασούλλα, να έτσι, φτωχικά. Όμως, ποτέ δεν ταπεινωθήκαμε».
«Φτώχια, ε; Καταλαβαίνω», τον διέκοψε η Παναγιώτα.
«Από τα πολλά τρεξίματα πια βρήκαμε ένα παλιό σπίτι στο ύψωμα της Καστέλας, που είχε μεγαλούτσικη αυλή μπροστά, που συνεχιζόταν στις τρεις πλευρές σαν στενός διάδρομος. Από θέα απεριόριστη. Καρτσί, βλέπαμε το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία. Καλωπό ήταν το σπίτι, δεν μπορούσες να τα βρεις όλα εκείνη την εποχή κι εμείς βιαζόμαστε να βάλουμε τα κεφάλια μας μέσα. Μας άρεσε, είχε και μια πανύψηλη δάφνη και στρώμα τα δαφνοκούκια πεσμένα στο χώμα. Επίσης, κοντά στην πόρτα του σπιτιού έστεκε μια μεγάλη κουκουναριά με πολλά κλαδιά και μια τεράστια κουφάλα στον κορμό. Εκεί έβαζε ο ένας τον άλλον τιμωρία, όταν τσακωνόμαστε!».
«Χα, χα! Τι εννοείς, Μηνάτση;» έκανε η Παναγιώτα.
«Μην το πάρεις στα σοβαρά, παιδιά είμαστε και παραβγαίναμε σε πολλά και διάφορα. Η ζωγραφιά μου είναι γυνατού και ναζιάρα κι έχει δυνατή προσωπικότητα. Μετά από κάθε τιμωρία όμως ο έρωτάς μας φούντωνε όλο και περισσότερο», έκανε ο Μηνάτσης.
«Να έβλεπες τι τιμωρίες βάζαμε, χα, χα», ξεράθηκε στα γέλια κι η Ανεστασούλλα.
«Ποιος μπήκε περισσότερες φορές τιμωρία;»
«Νομίζω εγώ και του έκανα υπόκλιση. Πόσες φορές αναπολούμε τις τιμωρίες και γελάμε με τα καμώματά μας», είπε η Ανεστασούλλα.
«Δεν το πολυσκεφτήκαμε. Το πιάσαμε αμέσως. Ήταν ακατοίκητο για καιρό και είχε πολλές αβαρίες. Χρειάστηκε επισκευές, όπως άσπρισμα στους τοίχους, μπογιάτισμα στις πόρτες, καθάρισμα μέσα έξω, αλλά είμαστε νέοι, είχαμε καεράττι[128] (κουράγιο) και τα ξετελέψαμε με υπομονή. Μπαίνοντας στο σπίτι είχε ένα μικρό χολ, όπου έβλεπες τρεις πόρτες κακοφτιαγμένες από κόντρα πλακέ. Οι δύο οδηγούσαν σε δύο μεγαλούτσικες κάμαρες και η τρίτη πόρτα σε μια μικρότερη, που την κάναμε κουζίνα. Κάρφωσα τρεις τάβλες σε σχήμα Π και τις κάναμε πάγκο, για να καθόμαστε. Για να βάζουμε τα πιατικά, το πήλινο τσουκάλι, ένα ταβά, ένα σουρωτήρι, τέσσερα πιρούνια και κουτάλια και άλλα τόσα εμαγιέ κατσαρολάκια, έφτιαξα με τάβλες ένα χαμηλό τραπέζι, για να καταλάβεις από πάνω κάρφωσα δίπλα δίπλα δύο φαρδιές σανίδες και για πόδια κάρφωσα άλλες, πιο στενές. Τις τάβλες, βλέπεις, τις αντέγραψα από την πατρίδα. Μάλιστα ήταν και σκευρωμένες, από κάπου τις μάζεψα και τα κατσαρόλια έγερναν, αλλά εμείς χρυσό το βλέπαμε τότε».
«Δεν καταλαβαίνω, τι τάβλες, σανίδες;» σήκωσε το βλέμμα της κοιτώντας αφηρημένη.
«Θα καταλάβεις, όταν σου πούμε για τα γλέντια μας! Ω, ξέχασες, Μηνάτση πήρες και δυο μαχαίρια, ένα μικρό και ένα μεγάλο. Χρειάζονται πάντα, είχες πει. Τα πιάτα τα έπλενα στην αυλή. Το αποχωρητήριο, μια τούρκικη λεκάνη όλη κι όλη, ήταν απ’ έξω στην πίσω μεριά του οικοπέδου, προς τον γκρεμό, και οι ακαθαρσίες πήγαιναν σ’ ένα μικρό λάκκο στην κατηφόρα. Μπάνιο κάναμε στη σκάφη με νερό που έβραζα στη φωτιά. Φτιάξαμε το τζάκι σε μια άκρη στην αυλή, αφού μελετήσαμε για μέρες από πού φυσούσε συνήθως ο αγέρας, ώστε να μην μπαίνει στο σπίτι ο καπνός. Δεν αντέχω τον καπνό. Και τι δεν φτιάξαμε σ’ εκείνο το τζάκι, από μαγειρευτά μέχρι σκαρευτά. Ως και πατάτες και μελιτζάνες έψηνα στη στάχτη», αναπόλησε η Ανεστασούλλα.
«Μέσα στην ερημιά ήταν, Παναγιώτα, αλλά μας άρεσε γιατί είχε και μέρος να φυτεύουμε. Και τι δεν βάζαμε… Την άνοιξη τα καλοκαιρινά λαχανικά και το φθινόπωρο τα χειμωνιάτικα. Τίποτε δεν μας έλειπε, χρουσοπερνούσαμε. Φτώχια, φτώχια αλλά την απενταριά, πανάθεμά την, δεν τη νιώσαμε ποτέ. Την ξέρεις την παροιμία;
Όλα τα βάσανα είναι βάσανα κι όλοι οι καημοί, καημοί είναι,
μα σαν τη σκατοπενταριά άλλος καημός δεν είναι.
Ό,τι βγάζαμε, μαθές, το πολύ το λίγο, τρώγαμε. Και αρχηγός στο κηπούλι μας ήμουν εγώ, αφού ο Μηνάτσης έλειπε στη δουλειά. Ποταμοθάλατσο τα καλά από τον κήπο. Καλοχρονιά είχαμε πάντα. Αλλά φύτεψα και λουλούδια ολόγυρα στο οικόπεδο, όπως μοσκολούλλουο,[129] (αρμπαρόριζα) για τα γλυκά και τις μαρμελάδες, γιασεμί, τριανταφυλλιές. Και ξέρεις πώς τα ρίζωνα; Μάζευα μπόλικο σάλιο στο στόμα μου κι έφτυνα στο ξεμασκαλίδι. Το έβαζα σε αφράτο χώμα, το πίεζα ελαφρά το χώμα γύρω του και πότιζα.Το έκαναν και η μάνα και η λαλλά μου. Λίγες φορές λάθεψα στο ρίζωμα».
«Άι, μωρέ κόρες, καμώματα ο καιρός! Για κοιτάξετε έξω, ξηλιοβρέχει. Να και η κυρά Ζώνη η Οξάρα! Η δύναμη του ήλιου θα διαλύσει την ομίχλη. Το πρωί ο καιρός είχε βαριά σύννεφα και μας ψυχοπλάκωσε», διέκοψε ο Μηνάτσης.
«Έχουμε ελπίδα να πετάξουμε», είπε η Παναγιώτα.
«Ας μας βοηθήσει η Παναγία», σταυροκοπήθηκε η Ανεστασούλλα.
«Κι εμείς φυτεύαμε, αλλά δεν μας έφταναν, είμαστε, βλέπεις μεγάλη οικογένεια. Ο μανάβης περνούσε τρεις φορές τη βδομάδα με το άλογο και τη σούστα γεμάτη με όλων των λογιών τα λαχανικά. Κρεμόταν και το καντάρι στα πλαϊνά κάγκελα. Μα πόσο διαφορετικά μύριζαν! Φρεσκάδα από πολλά και διαφορετικά καλούδια της γης, που δεν ξεχνώ», αναστέναξε η Παναγιώτα.
«Στην αρχή για λίγο καιρό είχα κεσάτια. Καταλαβαίνεις, μέχρι να γνωριστώ και να προσαρμοστώ δεν είχα δουλειά. Έκανα διάφορες δουλειές από βοηθός οικοδόμου, λαντζιέρης, βοηθός σερβιτόρου, βοηθός μάγειρα, αχθοφόρος, λούστρος, νερουλάς μέχρι και τον βοηθό αγγειοπλάστη έκανα ένα φεγγάρι στο Μαρούσι. Αργότερα, όταν ψήθηκα στα δύσκολα, έκανα και τον μάστορα και θυμάμαι που, για να πιάσω τη δουλειά, έλεγα την παροιμία που άκουσα από τον πάππου μου».
Και χτίστης μαϊντζέρομαι[130] (μεταχειρίζομαι με άνεση, ευχαρίστηση) και μαραγκός ηξέρω.
Άλλη φορά που πουλούσα προβιές φώναζα, προβιές κατσικερές, καλές για πάτους και φόδρες, καλές κι ακατέλυτες.
«Ώστε έτσι; Πέρασαν από τα χέρια σου τόσες και τόσες δουλειές; Σε θαυμάζω, Μηνάτση».
«Και πάντα ακούραστος και χαμογελαστός, ο Μηνάτσης μου», καυχήθηκε η Ανεστασούλλα.
«Ποιο άλλο από τα επαγγέλματα της εποχής έκανες;» ρώτησε η Παναγιώτα.
«Ω! Ένα φεγγάρι έκανα τον βοηθό του δοσατζή, που είχε ένα παλιό τρίκυκλο και γύριζε στα χωριά της Αττικής πουλώντας όλων των λογιών εμπορεύματα, ρούχα και μικροπράγματα. Απ’ ό,τι μου είπε ψιθυριστά είχε πρόβλημα στο λαιμό και δεν έπρεπε να φωνάζει. Το έκανα εγώ για να ακούσουν οι νοικοκυρές να βγουν στον δρόμο. Είχα δυνατή και καθαρή φωνή για διαφήμιση της πραμάτειας του. Ξέρεις; Έκανα και του κεφαλιού μου. Στην αρχή φώναζα πολλές φορές».
Εε, νοικοκυρές! Είστε απρόντεεε;[131] (πανέτοιμες).
«Αχνά, αχνά θυμάμαι κι εγώ που γύριζε κι ο πατέρας μου με κλειστό φορτηγό, τον αράπη, πουλώντας πράγματα, που είχαμε στο εμπορικό. Μάλιστα, έφευγε αξημέρωτα κι όταν ανοιγόκλεινε την πόρτα του αράπη την χτυπούσε με δύναμη και σχεδόν πάντα μας ξυπνούσε πριν την ώρα μας. Έλα, αράπη, πάμε για πούληση, μόνο μαζί σου κάνω ό,τι θέλω», θυμήθηκε με νοσταλγία η Παναγιώτα.
«Λοιπόν, οι νοικοκυρές βγαίνανε στις αυλές να δουν ποιος φώναζε ακαταλαβίστικα και τι έλεγε. Γινόταν μεγάλος ντόρος. Τις πρώτες μέρες κάναμε μεγάλη πούληση. Λίγο με τα χωρατά, λίγο με την κουβέντα, λίγο να τους εξηγήσω τι θα πει απρόντε οι γυναίκες ξεγελιόντουσαν και ξεσήκωναν τα πράγματα που είχαμε στο τρίκυκλο. Εγώ συνέχιζα. Κάθε φορά που έλεγα, ε, νοικοκυρές, είστε απρόντε, φώναζα και τις φράσεις.
Ο δοσατζής! Ελάτε, κυρές…
Όλο και κάτι λείπει απ’ το σπιτικό σας…
Σπίρτα, ράμματα, βελόνια…
Έχω και πυτιά σήμερα, για να πήξετε το γάλα!
Ελάτε, κυρές… Ο δοσατζής!
Τσάμπα θα ψωνίσετε σήμερα. Παίρνω και τ’ αβγά απ’ τις κοτούλες σας.
«Θα το ξεχνούσα. Και κάτι άλλο ήθελα να σου πω. Για τα δόσια της κάλλας Ανεζούλλας της Μπιρμπιλομάτας. Για μεγάλο διάστημα, είχα δεν είχα άλλη δουλειά, πουλούσα καλάθια και πανέρια που τα έφτιαχνε στην Όλυμπο και τα έστελνε στον Πειραιά με το βαπόρι. Ανεμία την έλεγαν τα παλιά χρόνια, επειδή έμενε απάνι έρι[132] (έρημος τόπος, παρέα με τους ανέμους). Ξέρεις στα μέρη μας φυσούν άνεμοι σχεδόν όλο τον χρόνο, αλλά ανέμοι όμορφοι, στρωτοί, αγαπημένοι, που σε ξανανιώνουν. Σαν θλιμμένη, μοναχική και ανεξάρτητη οπτασία έμοιαζε η κάλλα μου. Σ’ αυτήν την κάλλα, συγχωρεμένη πια, χρωστάω πολλά. Ήταν η μόνη που με κατάλαβε και με υπερασπίστηκε με τον τρόπο της και χωρίς ανταλλάγματα. Ούτε μια πεντάρα δεν ζήτησε ποτέ για τα καλάθια που μας έστελνε», είπε ο Μηνάτσης.
«Αγνή, ανιδιοτελής αγάπη», σιγομίλησε η Παναγιώτα.
«Ένας πρόγονός της, που δεν έμαθα ποτέ το όνομά του, ήταν κοινοτάρχης επί Τουρκοκρατίας. Είχε στην αυλή του, στο Φορόκλι, έναν τεράστιο πεύκο, τον Αφεντικό πεύκο, όπου μαζευόντουσαν οι δήμαρχοι του νησιού για να δεχτούν ή όχι τις αποφάσεις του τούρκου Αγά ή Ζαμπίτη. Κάτω από τον ίδιο πεύκο καθόταν σε ένα παλιό σαμάρι και μάζευε χειμώνα καλοκαίρι τους φόρους από τους κατοίκους. Όταν ήταν η μέρα που θα ερχόντουσαν να πάρουν τους φόρους έντυνε το σαμάρι με αστραφτερά και ξομπλιαστά πανιά και το ακουμπούσε σε ψηλό μακρόστενο τραπέζι. Έριχνε έναν πήδο και ανέβαινε στο σαμάρι. Εκεί καθόταν. Δεν θέλω να είμαι πιο χαμηλά τους. Δεν τους έχουμε σε υπόληψη. Δεν φτάνει που τους τα δίνουμε κάθε τόσο, να είμαστε και πιο κάτω απ’ αυτούς; Όχι, δεν το ανέχομαι», είπε ο Μηνάτσης.
«Φαντάζομαι βγάλανε έτσι τον πεύκο, επειδή η λέξη Σουλτάνος σημαίνει αφεντικό», παρατήρησε η Παναγιώτα.
«Τίαν λέεις, μαθές, ούτε που το ήξερα», είπε έκπληκτη η Ανεστασούλλα.
«Ξέρεις, Παναγιώτα; Η Ανεζούλλα παρά λίγο να γίνει νοσοκόμα, αλλά δεν το διάλεξε. Τα γεγονότα τα έμαθα από τον ίδιο τον πατέρα μου. Απού λες, μια κοπανιά,[133] (έτσι ξαφνικά) η κάλλα μου αρρώστησε βαριά. Η αδελφή της, η Ανεζούλλα, που της είχε αδυναμία, ανησύχησε.
«Μα, δεν έχει έναν χριστιανό βαφτισμένο, να πάει να φέρει γιατρό; Θέλετε να πάω εγώ; Ο άντρας της φιλοτιμήθηκε, άφησε τις δουλειές του και πήγε με το καΐκι στην Κάσο. Φεύγοντας, άφησε την κάλλα Ανεζούλλα να την προσέχει κι αυτή με τα γιατροσόφια την έκανε καλά. Το πιστεύεις; Κατάλαβε την αρρώστια της».
«Δεν την βλέπετε; Η γυναίκα δεν έχει όρεξη να φάει. Αρρώστησαν το στομάχι και τα άντερα. Εγώ έχω τα γιατρικά να την κάνω καλά. Τα μαζεύω στην ώρα τους και δεν μου λείπουν. Αφήστε τα βαριά φαγιά και τους βωτύρους που της δίνετε δήθεν για να δυναμώσει. Η αδελφή μου θέλει βραστά και ελαφριά φαγιά. Να ακούτε κι μένα. Μόνο έτσι θα γίνει γρήγορα περδίκι και θα κελαηδά. Καλού κακού, πρώτα θα κοιτάξω αν είναι ματιασμένη. Θα κρεμάσω ένα κλαδί ασπαχνού και μια σκροφακία[134] (κοχύλι που το χρησιμοποιούσαν στη βασκανία) πάνω από το προσκέφαλό της και θα σκορπίσω μερικά γιαλοκούκκια κάτω από το στρώμα στο μέρος της κοιλιάς της. Να φανταστείτε ότι τα γιαλοκούκκια είναι πιο σκληρά κι από γυαλί, αφού δεν βράζουν όσο και να τα χοχλοκοπάς. Αν έχει μάτι, θα το διώξουν. Αν δεν έχει, θα της κάνω δίαιτα».
«Είχε τελικά μάτι;» ρώτησε με ενδιαφέρον η Παναγιώτα.
«Δεν μας έδωσε λογαριασμό. Της έκανε όμως και δίαιτα. Ξέρεις τι της μαγείρεψε; Για δυο μέρες αραιό λαπά με ελάχιστο ελάι και λίγο λεμόνι και μετά για τρεις μέρες κόκορα βρασμένο καλά χωρίς πέτσες και λίπος. Στο ζουμί, αφού το αραίωσε αρκετά, έβρασε διαλυμένο σε νερό άσπρο αλεύρι. Αυτό το χυλό έτρωγε μαζί με ψιλοκομμένα κομμάτια κόκορα. Επίσης, όταν διψούσε έπινε χασόλαο[135] (ποτό από γάλα αμυγδάλου με ζάχαρη και νερό).
«Και από φάρμακα τι της έδωσε;»
«Έβρασε ρίζες άκλωστρου[136] (αγριάδα) για δέκα λεπτά και της έδινε να πίνει μία έως δύο φλυτζάνες την ημέρα. Επίσης, για μαλακτικό του στομαχιού και των αντεριών έπαιρνε ζουμί από βρασμένα φύλλα και λουλούδια μολόχας. Πόσο έπινε; Κουταλιά κουταλιά όσο άντεχε το στομάχι της. Η Ανεζούλλα ήταν από πάνω της μέρα νύχτα και την περιποιόταν. Το πιστεύεις, κόρη μου, ότι σε μια βδομάδα η κάλλα μου ζωντάνεψε και είχε πάλι όρεξη να φάει τα σίδερα; Δεν έπρεπε όμως, θα ακολουθούσε δίαιτα με ελαφρά φαγητά για άλλη μια βδομάδα. Αφού συνήλθε κι έτρωγε κανονικά πήρε για δέκα μέρες ένα κουταλάκι βληχουνόρακο, ξέρεις ποτό από άγρια μέντα, μετά το μεσημεριανό φαγητό. Της σύστησε να τρώει, όποτε βρίσκει και βουϊνό κρέας που είναι δυναμωτικό κι αυτή ξέρεις τι απάντησε;»
«Εγώ δεν τρώω βουάλια!»
«Μην τρως βουάλια, αφού δεν τα θέλεις. Όταν θα σφάξει ο Μελεήσης δαμάλι, να του πούμε να μας δώσει δυο τρεις μαεριές μόνο για σένα».
«Μη χάνεις τα λόγια σου, μα δεν το τρώω», της αποκρίθηκε εκείνη».
«Συμφωνώ. Πολλά φάρμακα γίνονται από βότανα, αλλά συνήθως αντιδρά και ο οργανισμός του ανθρώπου», έκανε η Παναγιώτα.
«Αυτό ήταν, η κάλλα πήρε την πάνω βόλτα κι αργότερα παίνευε την αδελφή της που την έκανε ολόκαλα».
«Τι έλεγα; Καλοκαίρι ήταν και ο γιατρός συνδυάζοντας δουλειά με ξεκούραση πήρε μαζί και τη γυναίκα του. Όταν γνώρισαν την κάλλα μου, έμειναν εντυπωσιασμένοι από την εξυπνάδα, τη νοικοκυροσύνη, τη σβελτάδα και τη ζωντάνια της. Της έλειπαν πολλά και παπούτσια δεν φόρεσε ποτέ. Οι πατούσες της ήταν σκληρές σαν πετσί. Ο γιατρός ήθελε βοηθό για τους αρρώστους κι η γυναίκα του, που έκοβε το μάτι της, συμφώνησε», είπε ο Μηνάτσης.
«Τύχη βουνό για την εποχή. Φαντάζομαι τη χαρά της Ανεζούλλας!»
«Μπα, άκου τη συνέχεια. Και οι δύο λοιπόν της πρότειναν, ο καθένας με τον τρόπο του να την πάρουν μαζί τους στην Κάσο για βοηθό του γιατρού.
«Έλα μαζί μας, Ανεζούλλα. Θα περάσεις σαν αρχόντισσα. Θα βοηθάς τον γιατρό και θα σου πάρουμε καινούργια παπούτσια και ρούχα», της είπε πειστικά η γυναίκα του γιατρού.
«Κι αυτή ξέρεις τι τους επηλοήθηκε;[137]» (απάντησε).
«Έμαθα ξυπόλυτη και ντρέπομαι καλικωμένη. Τα ξένα ρούχα δεν με βράζουν. Να μου λείπουν τα παπούτσια και τα ρούχα σας. Τι τα θέλω; Τα δικά μου δεν έχουν κατελυμό ποτέ! Όχι, δεν έρχομαι, δεν θέλω. Θα υποφέρω μακριά από τον τόπο μου. Θα μου λείψουν ο δροσερός αγέρας, τα απλάδια, οι πλαγιούλλες, τα φρέσκα ψάρια, ο ουρανός, οι θάλατσες κι οι πεταλίδες. Εγώ, από εξανέμου[138] (ανεμόδαρτη περιοχή, εξάνεμο=δυνατός αέρας) έρχομαι και σε εξανέμου πάω. Αν θέλω δυνατό αγέρα πάω στις Φύσες κι αν δεν θέλω, καθίζω δίπλα σε σκίνο που έχει απαλοταρέα»[139] (ήπιος άνεμος).
«Να σου πω, Παναγιώτα, όλη η παραλία της Βρουκούντας από τον Βορρά προς τον Νότο μέχρι την Όλυμπο λέγεται ξανέμου, επειδή συνήθως φυσά δυνατός βοριάς».
«Έτσι λοιπόν;»
«Ακριβώς, μα τον Ύψιστο! Όπως κι έγινε, κόρη μου. Έμεινε έρι ερινέ[140] (στον τόπο της) κι έφτιαχνε καλάθια. Ω, ξέχασα. Ξέρεις τι άλλο έκανε; Έκοβε με το δρεπάνι κλαδιά από ανθισμένο ασκιθθό[141], (το φυτό κίστος ή αλάδανος) τα έβαζε σε τρίχινα σακιά, που τα λέγαμε χαράρια και τα κοπανούσε να φύγουν τα κοτσάνια. Τα φύλλα και τα άνθη τα πουλούσε στους παπουτσήδες στην Όλυμπο ή αν δεν είχαν τράβηξη εκεί, τα πήγαινε με το γάαρο στο Φοινίκι που είχε κι εκεί παπουτσήδες. Εκεί τα μοσχοπουλούσε. Οι παπουτσήδες βάζανε τον ασκιθθό σε στάμνα μαζί με τις προβιές των αρνιών και των κατσικιών, έφευγε το μαλλί και συγχρόνως βαφόντουσαν καφέ. Τις χρησιμοποιούσαν για φόδρες και πάτους στα παπούτσια. Μέρος από τα μαϊδιά που έπαιρνε, τα ξόδευε για ξαρέσκια. Αγόραζε με την οκά καραμέλες, λουκούμια, ζαχαροστράγαλα και τα χάριζε στην στράτα της».
«Κι εμένα η λαλλά μου, η Χαριστούλλα, παρά τη φτώχια της, όταν πήγαινε στην εκκλησία, είχε στην τσέπη της καραμέλες και μοίραζε στα παιδιά. Και να έβλεπες ένα δαχτυλίδι παιδάκια γύρω της να απλώνουν χεράκια», πετάχτηκε η Ανεστασούλλα.
«Άλλη δουλειά που έκανε ήταν να βγάζει βολβούς από άγριες δακρυές.[142] (νάρκισσοι) Τους έφρυγε στον φούρνο και τους πουλούσε στους παπουτσήδες. Αυτοί, σαν ικανοί τεχνίτες, έφτιαχναν κόλλα για να κολλούν τις προβιές με το βακέτο, που ήταν από δέρμα βοδιού».
«Μα δεν κουράζεσαι, κάλλα, να σκάβεις, να βγάζεις δακρυές;» την ρώτησα.
«Κάθε εποχή κάνω κι άλλη δουλειά και περιμένω με ανυπομονησία να έρθει. Μ’ αρέσει η ποικιλία στη δουλειά. Δεν βγάζω δακρυές όλο το χρόνο, δεν θα το άντεχα».
«Σκέφτομαι πολλές φορές, θα ήταν άραγε καλύτερη η ζωή της κακομοίρας, αν είχε πάει με τον γιατρό;» αναρωτήθηκε η Ανεστασούλλα.
«Γιατί την λες κακομοίρα; Αυτή έκανε στη ζωή της όσα την ευχαριστούσαν», παραξενεύτηκε η Παναγιώτα.
«Μμ δεν ξέρω, έτσι μου ήρθε», κόμπιασε η Ανεστασούλλα.
«Χείμαρρος είστε! Να γιατί σας εκτίμησα. Γιατί είστε αυτοδημιούργητοι, τολμηροί και αγαπάτε τον τόπο σας. Είστε και αγαπημένο ζευγάρι, ίσως επειδή μπαίνατε τιμωρία στην κουφάλα και φούντωνε ο πόθος του έρωτα», χαμογέλασε η Παναγιώτα.
«Ξέχασες, Μηνάτση. Έφτιαχνε και τα θυλάκια.[143] (δερμάτινος ασκός αλειμμένος με πίσσα που έβαζαν νερό). Έβαζε ολόκληρο το δέρμα του ζώου σε μεγάλο πήλινο αγγειό με ασβέστη ή το έριχνε σε βαρέλα με φύλλα ασκιθθού. Έδενε τα πόδια και τον πισινό και από μέσα έβαζε πετίλα[144], (μικρά κομμάτια από φλούδες πεύκου που την ξέβραζε η θάλασσα και την μάζευε). Στο δέρμα του λαιμού άφηνε άνοιγμα για να πίνουν. Απ’ έξω το άλειφε με πίσσα, που την έφτιαχνε ο αδελφός της. Μοιραζόντουσαν τα μαϊδιά που μάζευαν. Το νερό μύριζε πολύ ωραία, ερέουσουν,[145] (ευχαριστιόσουν) να πίνεις. Και ξέρεις, Παναγιώτα, έμενε δροσερό, όση ζέστη και να είχε. Στερέωνε και σχοινί για να κρεμιέται στα σκαρβέλια του γαάρου. Μας χάρισε ένα ασκούλλι από μικρό ζώο και το έχουμε ακόμη, αλλά επειδή δεν το γεμίζαμε ταχτικά με νερό έχει σκληράνει το δέρμα. Ποιος να ξαναφτιάξει τώρα τέτοια πράγματα! Έφυγαν μαζί με τους ανθρώπους και δεν θα ξανάρθουν», κούνησε λυπημένη το κεφάλι της.
«Έτσι είναι, ήταν ένα είδος χωρικής κατεργασίας εκείνη την εποχή».
«Το είχα ξεχάσει, ζωγραφιά μου, το ασκούλλι μας. Να το γεμίσουμε με νερό».
«Μια φορά πριν καιρό που έβαλα, έτρεχε από τον πισινό».
«Κρίμα. Τότε να το κρατήσουμε για στόλισμα», είπε και τα μάτια του έκλεισαν από την κούραση.
«Ε, Μηνάτση! Βασίλεψες,[146] (έκλεισες τα μάτια από νύστα) ε;» τον σκούντησε η Ανεστασούλλα.
11.
Σηκώθηκε όρθια. Χωρίς να σχολιάσει την νύστα του Μηνάτση αποφάσισε να τους αφήσει λίγο να ανασάνουν, ένιωθε την ανάγκη να απομονωθεί. Πέρασαν ώρες από τότε που άρχισαν να συζητούν και ήθελε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της.
«Μεγάλοι άνθρωποι και ταλαιπωρημένοι από το ταξίδι», σκέφτηκε.
«Για πού το έβαλες κόρη;» ρώτησε η Ανεστασούλλα.
«Μήπως πρέπει να ξεκουραστείτε λιγάκι; Λέω να κάνω μια βόλτα, μούδιασα από το γράψιμο. Δεν θα αργήσω. Να σας βρω φρέσκους και ξεκούραστους».
«Ίσως έχεις δίκιο, Παναγιώτα. Να ξεκουραστούμε, όπως όπως. Νομίζω πως το χρειαζόμαστε. Θα στηριχτούμε ο καθένας στον ώμο του άλλου και τα κεφάλια μας πια, όπου πέσουν. Να ξεβουϊξει λίγο και η κεφαλή μας από το προηγούμενο ταξίδι».
«Και ο νους μας να ξεκακίσει», συμπλήρωσε η Ανεστασούλλα.
Στριμώχτηκαν ο ένας δίπλα στον άλλο ενώνοντας τα κορμιά και τα κεφάλια. Τους πήρε μερικά λεπτά μέχρι να πάρουν τη θέση που ταίριαζε στον καθένα. Η Παναγιώτα έμεινε και τους χάζευε, καθώς προσπαθούσαν να βρουν την άνεση του κρεββατιού τους στις ψυχρές πολυθρόνες του αεροδρομίου.
«Έχετε την καλοσύνη να ρίχνετε μια ματιά στα πράγματά μου;»
«Μην αργήσεις, κόρη μου, θα σε περιμένουμε», ξεροκατάπιε το σάλιο της από ανασφάλεια η Ανεστασούλλα.
«Έχουμε και τις ανάγκες μας. Επιστρέφω σε λίγο».
«Όλοι οι Αγιοί μετέ σου, κόρη μου».
Ο Μηνάτσης έκλεισε τα μάτια, χαλάρωσε και ξεκουράστηκε. Σαν να του φάνηκε ότι ξελαμπίκαρε ο νους του από την ένταση και ελάφρυνε το σώμα του από την ταλαιπωρία του ταξιδιού. Η Ανεστασούλλα τον πήρε για τα καλά, μέχρι που ροχάλιζε του καλού καιρού. Κοντά μια ώρα κοιμήθηκε στο πλευρό του Μηνάτση. Ο ύπνος της ήταν ανήσυχος με περίεργες κινήσεις στο πρόσωπο και ακαταλαβίστικες λέξεις.
Η Παναγιώτα απομακρύνθηκε αρκετά. Διάλεξε το πιο πολύβουο μέρος και στάθηκε όρθια ανάμεσα σε άγνωστους, που προσπαθούσαν να ροκανίσουν τον χρόνο της αναμονής. Νόμιζε ότι με τη βουή και την πολυκοσμία δεν θα την πρόσεχαν.
Κανείς δεν θα παρατηρούσε ούτε θα μπορούσε να ερμηνεύσει τις συσπάσεις του προσώπου της ή να ξεχωρίσει το μουντό ή λαμπερό βλέμμα της, ή να διαβάσει τις σκέψεις και τους προβληματισμούς της. Δεν κατάλαβε πόσος χρόνος πέρασε. Σκέφτηκε το θέμα απ’ όλες τις πλευρές, ζύγισε τις αδυναμίες και τις ελλείψεις και υπολόγισε τις δυσκολίες και τις ιδιαιτερότητες. Το αποφάσισε, ήρθε η ώρα να ασχοληθεί μ’ αυτό που είχε υποχρέωση. Θα στηριζόταν στις εμπειρίες της από την παιδική και εφηβική ηλικία, αλλά και στις τωρινές γευστικές δημιουργίες των ώριμων χρόνων που έφτιαχνε με φαντασία και μαεστρία. Είχε το μαγικό χέρι της μαγείρισσας, που όσο απλά και να ήταν τα φαγητά, έβγαιναν νόστιμα κι ένιωθε τρώγοντάς τα εκείνη την ιδιαίτερη ευχαρίστηση των γευστικών καλύκων του ουρανίσκου. Από ντόπια μαγειρική δεν σκάμπαζε, αλλά είχε την τύχη να βρει πρόθυμους χορηγούς. Ήταν επίμονη, δουλευταρού, πρωτοπόρα κι ήθελε να ξεχωρίζει. Έτσι, αποφάσισε να ασχοληθεί με τις ομορφιές του απόμακρου αυτού νησιού.
«Σαν να τετραγώνισα τον κύκλο σήμερα. Για την Κάρπαθο το κάνω, από το περονοκούταλο εμπνεύστηκα», σκέφτηκε ανακουφισμένη.
Θα ζητούσε από τον Μηνάτση και την Ανεστασούλλα να την ενημερώσουν για όλες τις τροφές που έτρωγαν τα παλιά χρόνια και θα τις χρησιμοποιούσε σαν πρόσθετο υλικό στο Πρόγραμμα Πολιτισμού και Λαογραφίας, που θα το ονόμαζε ΠΡΟΠΟΛΑ.
«Θα τα παίξω όλα για όλα σαν τους ερωτύλους παίχτες, τους ποτισμένους με το βότανο του πάθους για το κέρδος. Όμως, εγώ δεν έχω να κερδίσω τίποτα, παρά μόνο τη φήμη. Και σήμερα το γέννησα, κατά κάποιο τρόπο, με τη βοήθεια της Ανεστασούλλας και του Μηνάτση. Χαρά στην υπομονή και στο κουράγιο σου, Παναγιώτα», σκέφτηκε χαλαρωμένη.
Τα δουλεμένα λεφτά, τη συμβουλή του πατέρα της θυμήθηκε κι έφερε στη σκέψη της τη συγχορδία της νιότης με τον πατέρα και τ’ αδέλφια της.
«Μόνο τα δουλεμένα λεφτά έχουν αξία. Αυτά είναι τα τιμημένα λεφτά. Τα άλλα είναι κουραφέξαλα κι αυτούς που τα κρατάνε και τα ξοδεύουν δεν τους έχουμε σε υπόληψη. Να δουλέψετε με τα χέρια σας, να βγάλετε τιμημένα λεφτά, γιατί τότε μόνο θα ξέρετε να τα τιμάτε και να τα εκτιμάτε. Όταν σας έρχεται μια ιδέα, μην την απορρίπτετε αμέσως, να την επεξεργάζεστε με υπομονή και να αποφασίζετε με ηρεμία».
Αυτό το τσακ περίμενε και χάραξε με αδρές γραμμές το σχέδιο ΠΡΟΠΟΛΑ. Δεν κατάλαβε για πότε πέρασε η ώρα. Εξάλλου ένα από τα χαρακτηριστικά της ήταν να μην κοιτάει ρολόι όταν είχε δουλειά, μα ποτέ.
Με όρεξη για τις αποφάσεις της περπάτησε ανάμεσα στο πλήθος, για να γυρίσει πίσω. Αδημονούσε να συνεχίσει.
Ο Μηνάτσης και η Ανεστασούλλα ωστόσο, περίμεναν υπομονετικά. Όσο καθυστερούσε να γυρίσει, τόσο μεγάλωνε η αγωνία τους. Σαν να κάθονταν σε αναμμένα κάρβουνα. Ο Μηνάτσης, που άνοιξε πρώτος τα μάτια του, σήκωσε το μανίκι του για να δει το ρολόι. Ένιωθε την Ανεστασούλλα να βασανίζεται στον ύπνο της και την ξύπνησε χαϊδεύοντας απαλά τη μέσα μεριά του καρπού της, όπως συνήθιζε. Εκείνη, πετάχτηκε τρομαγμένη μιλώντας για την τελευταία εικόνα του ονείρου.
«Ο Άραας ήρθε πάλι και είναι πάντα νέος. Η Βουργία γέρασε κι αυτός τίποτα, μα πώς γίνεται αυτό; Μπορείς να το εξηγήσεις;»
«Όνειρο ήταν, ζωγραφιά μου, έκανες ανήσυχο ύπνο και ίδρωσες».
«Ω, τι όνειρο κι αυτό. Πολλά παράξενα πράγματα είδα. Αϊ Γιάννη μου, της Βρουκούντας, κάνε να βγουν σε καλό», σταυροκοπήθηκε.
«Έλα ξέχασέ το».
«Δε θα το ξεχάσω, θα σας το διηγηθώ, όταν έρθει η κόρη».
«Καλά, καλά».
«Άργησε, λες να ξεχάστηκε και να μην γυρίσει;»
«Μπα, θα έρθει ζωγραφιά μου».
Άλλη κουβέντα δεν αντάλλαξαν. Και οι δυο τους κλείστηκαν στο καβούκι τους απορροφημένοι από διαφορετικές σκέψεις. Η Ανεστασούλλα είχε ανασφάλεια κι ο Μηνάτσης αγωνιούσε μήπως δεν ξαναγύριζε η κόρη κι έχανε την ευκαιρία να της πει κι άλλα για το νησί τους. Με ανομολόγητη ανησυχία πέρασε αρκετή ώρα και για τους δυο.
Μόλις την είδαν να έρχεται από μακριά, ξανάλαμψε το βλέμμα τους.
«Καλώς την πέρδικα! Ανηόρεψες[147] (αναλογίστηκες, ανηορεύgω ‘αναφέρω, νοσταλγώ κάποιον’, από αρχ. αναγορεύω) πια; Πού ήσουν πουλί μας κι άργησες; Ανησυχήσαμε», είπε ενοχλημένος ο Μηνάτσης.
«Τι θα πει αυτό;»
«Είναι σαν να σου λέμε ειρωνικά, μας παράτησες αβοήθητους, μας ξέχασες, αλλά τελικά το καλοσκέφτηκες και αφού έκανες τη δουλειά σου, ξαναγύρισες», αποκρίθηκε με διάχυτη πικρία στο ύφος του.
«Γεια σας, άργησα ε; Δεν κοίταξα ρολόι», είπε αδιάφορα.
«Πέρασε πάνω από ώρα, εγώ ακόμη και παράξενο όνειρο είδα», είπε η Ανεστασούλλα.
«Ώστε έτσι, ε; Συγγνώμη, αν σας έκανα ν’ ανησυχήσετε. Τώρα δεν θα σας αφήσω μέχρι να πετάξουμε. Εξάλλου, θέλω να τελειώσουμε τη δουλειά που αρχίσαμε», αποκρίθηκε αποφασιστικά.
«Για να δούμε, κόρη μου! Λοιπόν, για πες μας… Τι θέλεις να κάνουμε για σένα; Δεν μπορούμε να φανταστούμε πώς είναι δυνατόν να βοηθήσουμε εμείς εσένα;» είπε με ερωτηματικό ύφος ο Μηνάτσης.
«Λοιπόν, ξέρετε γιατί άργησα. Σκάρωνα το ΠΡΟΠΟΛΑ, Πρόγραμμα Πολιτισμού και Λαογραφίας για τον τόπο σας. Αισθάνομαι σαν να είστε ο από μηχανής Θεός για τις εμπειρίες και τις γνώσεις σας. Ο μάγος του νησιού, φαίνεται, μ’ έσπρωξε κοντά σας σήμερα. Από τις πρώτες κουβέντες κατάλαβα την αγάπη και τις γνώσεις για τα ήθη και έθιμα του τόπου σας», είπε η Παναγιώτα.
«Στη διάθεσή σου, κόρη λατρευτή», έκανε ο Μηνάτσης και σταυροκοπήθηκε πιστεύοντας πως το πρόγραμμα, που άκουσε, ξεπερνούσε τις ανθρώπινες δυνάμεις.
«Εμείς; Πού τα ξέρουμε εμείς αυτά που λες; Εγώ ξέρω να μαγειρεύω καθαρά και νόστιμα όλα τα ντόπια φαγητά κι ο Μηνάτσης είναι καλός νοικοκύρης και κηπουρός. Δεν λείπει τίποτε από την καθημερινή μας ζωή. Είμαι καλή μάνα, λαλλά και προλαλλά και κάνω ό,τι μπορώ για να είναι όλη μας η μεγάλη οικογένεια ευχαριστημένη. Βέβαια, τώρα πέρασαν τα χρόνια και δεν μπορώ πια να τους κάνω ούτε μια μετάμπιαση,[148] (βοήθεια, μεταπιάννω ‘βοηθώ’) όπως βοηθούσα, όταν ήμουν νέα», είπε η Ανεστασούλλα.
«Ας λέει η ζωγραφιά μου. Ξέρεις τι κατεχάρισσα είναι σε όλα! Η πιο άξια νοικοκυρά του κόσμου, που μαγειρεύει με αγάπη», την παίνεψε.
«Αυτά ακριβώς θέλω να συνεχίσετε να μου λέτε. Αυτά που ξέρετε από την καθημερινή σας ζωή, όπως τα λέγαμε μέχρι τώρα. Απλά και όπως τα ξέρετε, μην αγχωθείτε. Επίσης θέλω να μου πείτε κι άλλες συνήθειες που έχετε, που ξεχωρίζουν τον τόπο σας από άλλα μέρη», ζήτησε η Παναγιώτα.
Η Ανεστασούλλα εξακολουθούσε να την κοιτάζει χωρίς να καταλαβαίνει.
«Κατάλαβα, κατάλαβα, η Κάρπαθος είναι αποτυπωμένη στο μυαλό μου σαν λύρα. Τα χωριά μας είναι σκορπισμένα προς τα νότια στο φαρδύ μέρος και μόνο ένα χωριό είναι μόνο και απομακρυσμένο από τα άλλα. Αυτό το χωριό είναι η Όλυμπος, το χωριό μας. Αν δεν κάνω λάθος πήρε το όνομά της από το βουνό Άης Ηλίας και το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, που χτίστηκε στη μια πλευρά του βουνού, αυτήν που δεν φαίνεται από το Καρπάθιο πέλαγος. Το Διαφάνι είναι το λιμάνι μας και στην Αυλώνα, μια μεγάλη κοιλάδα, έχουμε τα χωράφια και τους στάβλους. Θυμάμαι τον πάππου μου, τον Ωργή τον Προξενευτή, που στα χρόνια του, όλοι οι κάτοικοι της Ολύμπου και του Διαφανίου τα καλοκαίρια μετακόμιζαν στην Αυλώνα. Εκεί να δεις ζωή που κάνανε. Έχουμε και το νησάκι Σαρία, που είναι ξεκομμένο στην πάνω μεριά, βόρια νομίζω. Εκεί υπάρχει πορθμός πλάτους εκατό μέτρα περίπου που χρησιμεύει σαν γέφυρα επικοινωνίας με την Όλυμπο. Βορειότερα υπάρχει ο όρμος Παλάτια, όπου υπάρχουν λείψανα αρχαίων ερειπίων από τη Βυζαντινή εκκλησία της Αγίας Σοφίας, η οποία διατηρείται μέχρι σήμερα», πετάχτηκε ο Μηνάτσης.
«Γιατί η Όλυμπος χτίστηκε προς την πλευρά του βουνού που δεν έχει θέα προς το πέλαγος;»
«Μα, για να μην φαίνεται από τους πειρατές, καμάρι μου. Γι’ αυτό έφτιαχναν στα σπίτια μικρά παράθυρα, τις θυρίες, και το βράδυ σιγόκαιγαν ίσα ίσα μια μικρούτσικη λάμπα».
«Εντυπωσιάστηκα. Ξέρετε κι άλλα φαγητά που τρώγανε οι γονείς, οι παππούδες και οι προπαππούδες σας; Κι αυτά με ενδιαφέρουν», απάντησε η Παναγιώτα.
«Ω, Παναγιώτα! Όλα, όσα είπαμε μέχρι τώρα, τα έτρωγαν οι παλιοί! Είμαι από τις καλύτερες μαγείρισσες, να μ’ εμπιστευτείς».
«Μπράβο, ζωγραφιά μου! Σωστά τα λες, αλλά σε βοηθάω κι εγώ. Όπως σου είπα, δούλεψα σε πολλές δουλειές στα νιάτα μου και πολλά φεγγάρια έκανα τον βοηθό μάγειρα στον Πειραιά σε εστιατόριο. Όχι, μη νομίζεις ότι μαγειρεύουμε με τη ζωγραφιά μου ξενικά φαγητά. Όχι, δεν κληρονόμησα τα φαγητά τους, αλλά τα άφησα να τα πάρει ο αγέρας όπου θέλει, δηλαδή προσπάθησα να μεταφέρω στην ντόπια κουζίνα όσα πίστευα πως άξιζαν, χωρίς να χαθεί η παράδοση των προγόνων μας», καυχήθηκε ο Μηνάτσης.
«Ωραία! Μου αρέσει έτσι όπως σκέφτηκες. Οπότε φαντάζομαι ότι θα πρωτοτύπησες μαγειρεύοντας τις ντόπιες συνταγές με τον πειραιώτικο τρόπο της παλιάς εποχής, του παλιού μαγέρικου ας πούμε».
«Δεν θα το καταλάβεις ούτε και θα σου μαρτυρήσω ποτέ τις συνταγές και τα μυστικά που έμαθα στα νιάτα μου, γιατί απλά τα ξέχασα μετά από τόσα χρόνια. Έβλεπα τον μάγειρα, τα τύπωσα στο νου μου και τα κράτησα για το σπίτι μας. Μετά τα έσβησα από τη μνήμη μου. Από μένα θα ακούσεις με ποιο τρόπο μαγειρεύονται τα ντόπια φαγητά και είμαι σίγουρος ότι θα μείνεις ικανοποιημένη. Αλλά ξέρεις, Παναγιώτα; Δεν μου έμαθαν εκείνοι να μαγειρεύω στις Διαλεχτές Λιχουδιές. Τους έμαθα κι εγώ καρπάθικες συνταγές! Μάλιστα, πολλοί ξενιτεμένοι εργάτες και μαστόροι της πέτρας και του μαρμάρου, όταν διαδόθηκε ότι μαγειρεύαμε καρπάθικα φαγητά, περίμεναν ουρά ν’ αδειάσει τραπέζι να κάτσουν».
«Ναι, το πιστεύω. Και ποια φαγητά μαγειρεύατε για τους Καρπάθιους;» ρώτησε η Παναγιώτα και μετακινήθηκε από ενδιαφέρον στο κάθισμα.
«Τους έμαθα να μαγειρεύουν πετεινό γεμιστό με χόντρο και πατάτες στο φούρνο, κοιλιόουρα[149] (τα έντερα και ο πατσάς μικρού αρνιού ή κατσικιού) γιαχνί με πατάτες, λαχανόπιτες, φακόρυντζο. Τι άλλο; Α, ναι. Ένα φεγγάρι, που πέσανε πολλές μένουλες στα δίχτυα των ψαράδων πρότεινα στο αφεντικό μου να κάνουμε παστές τσαρδέλες. Ξέρεις, όπως τις κάνουμε στον τόπο μας. Όταν ψήθηκαν από το αλάτσι, γίνανε ανάρπαστες κι άδειασε ο τενεκές χωρίς να προλάβουμε να πάρουμε ούτε τη μυρωδιά τους».
«Και πώς κάνατε τις ντόπιες παστές σαρδέλες;»
«Τις ταιριάξαμε στον τενεκέ σε στρώσεις με μπόλικο αλάτσι. Βάλαμε βέβαια το ντόπιο αλάτσι που μαζεύουμε στα βράχια, όχι το αγοραστό. Ξέρεις ποιο είναι το μυστικό της τσαρδέλας μένουλας; Να μαζέψεις το αίμα από το πάνω μέρος του τενεκέ και να τις αφήσεις να ψηθούν σε σκιερό και δροσερό μέρος. Έτσι, γίνονται νόστιμες και μυρίζουν θαλασσινή φρεσκάδα».
«Δεν έτυχε να φάω τέτοια παστή σαρδέλα, τρώω όμως του εμπορίου και μ’ αρέσουν».
«Καμμιά σύγκριση δεν έχουν οι δικές μας με τις αγοραστές! Είναι, ας πούμε, σαν να συγκρίνεις το γάλα του βλαστού της σφάκας[150] (πικροδάφνη) με το μέλι και το άρωμα του λουλουδιού της».
«Α, Μηνάτση! Ώστε έτσι, σαρδέλα μένουλα, ε;», παραμίλησε.
12.
«Τώρα θα μιλήσω εγώ. Θα σας πω το όνειρο που είδα με την Βουργία και τον Άραα, τον αρμαστό της. Αν δεν το πω, θα το ξεχάσω κι ήταν τόσο περίεργο», πετάχτηκε η Ανεστασούλλα.
«Με ενδιαφέρον θα σε ακούσουμε», έπιασε τον ντοσιέ και το μολύβι η Παναγιώτα.
«Το σπίτι της το είχε, λέει, στην κουφάλα μιας μεγάλης συκιάς, μα τόσο τεράστιας, που χωρούσε να μπει καβαλάρης με άλογο. Τη συκιά την είχε φυτέψει, λέει, ο ίδιος ο αρμαστός της, πριν από πολλά χρόνια, δίπλα στη θάλασσα, εκεί ακριβώς που τελειώνει η άμμος. Κανείς δεν κατάλαβε για πότε μεγάλωσε η συκιά ούτε και πώς έγινε μια απλωταριά ανάμεσα στα κλαδιά της. Μια μέρα ήρθε ο Άραας κι εκεί ξαναβρέθηκαν. Έγραψε στο κορμό της με ακαταλαβίστικα γράμματα μην ανέβεις κι από τότε μόνο η Βουργία και ο Άραας ανεβοκατέβαιναν. Εκεί πέρασαν πολλές μέρες και νύχτες με πάθος κι έρωτα και ο Άραας την χάλασε».
«Τον γλυκογάλισε[151] (χαριεντίζομαι ερωτικά) η Βουργία τον αρμαστό και δεν της ξεκολλά», την κουτσομπόλευαν.
Μια νύχτα ο Άραας ήθελε να κόψει το καρβουνιασμένο φυτίλι της λάμπας, για να φέγγει, αλλά ο σουγιάς δεν έκοβε. Η Βουργία έφερε το χοχλάκι που είχε για ακόνι, για να το ακονίσει. Αυτός το πέταξε στη μούρη της. Έγινε τούρκα».
«Παράξενος άνθρωπος είσαι. Εγώ φταίω που σε μάζεψα! Να φύγεις», τον αποπήρε.
Του το πέταξε πίσω και τον βρήκε στα αχαμνά. Εκείνος την καλόπιασε.
«Εδώ θα είναι η φωλιά μας κι εγώ θα έρχομαι με το πειρατικό και θα σου φέρνω του κόσμου τα δώρα. Η ματιά σου με αιχμαλώτισε και ψεγάδι δεν έχει το κορμί σου», της είπε.
Ένα φεγγάρι και κάτι έμεινε κι άφησε το σπόρο του να βλαστήσει.
Δεν φαινόταν έγκυος ούτε είχε κοιλιά, αλλά γέννησε αγοράκι. Τον νόθο της γιο τον φώναζαν καψάλι. Ήθελε να τον αποκόψει από το γάλα. Δεν της άρεσε να βυζαίνει, ερεθιζόταν. Πήγε και τον άφησε σ’ ένα απόκρυφο μέρος».
«Για δες την καψαλού. Πού το έκρυψες, μωρή, το καψάλι;» την χλεύαζαν.
Η Ανεστασούλλα σταμάτησε, έπιασε το μέτωπό της, ίσως για να θυμηθεί τη συνέχεια κι ήπιε μια γουλιά νερό. Φαινόταν αναστατωμένη.
«Μετά από χρόνια, έναν Γενάρη κατόμηνα, (γατόμηνα) ήρθε το πειρατικό κόστα κόστα κι έβγαλαν τον Άραα σηκωτό από βαριά αρρώστια. Ο μπιστικός του κρατούσε μια τούμπλα χρυσή πεντόλιρη με αστραφτερά πετράδια ολόγυρα, μια κασέλα με χρυσά νομίσματα κι ένα τουλούμι κόκκινο γλυκό κρασί με μπόλικα μοσχοκάρφια και κανέλλα, που έκανε τη ζύμωση ξακουστός οινοποιός της νότιας Ευρώπης».
«Κράτα με να περάσω στο λαιμό της την τούμπλα κι άφησε την κασέλα και το τουλούμι στην απλωταριά της συκιάς. Για τις νύχτες μας», είπε ξέπνοα στον μπιστικό του».
Η Βουργία άνοιξε την κασέλα και θαμπώθηκε.
«Θα βάλω μέσα χριστοκούλλουρα για να τα φυλάει να μην τελειώσουν», σκέφτηκε.
Έχω κι εγώ ένα ασκούλλι γεμάτο με πιτσόνερο στην απλωταριά», είπε εκείνη θαμπωμένη από τα πετράδια καθώς χάιδευε την τούμπλα.
Η Βουργία τον περίμενε με λαχτάρα κι επειδή δεν ήθελε να τον ξαναχάσει τον φόρτωσε στο μουλάρι και τον άφησε κατάχαμα έξω από τον φούρνο. Τον άναψε κι όταν έπεσε η ζέστη, τον φούρνισε, για να φοβερίσει τα κακά δαιμόνια που είχε μέσα του. Αυτός κυλίστηκε στον φούρνο, του άρεσε η ζέστη κι αποκοιμήθηκε. Όταν ξύπνησε, ήταν μαύρος σαν κάρβουνο από την καπνιά κι εκείνη τον είπε Άραα.
«Είδες το φούρνισμα; Και τα δαιμόνια φοβέρα θέλουν».
Μετά γέμισε τη βαρέλα με θάλατσα, που την ζέστανε στο τζάκι και τον έχωσε μέχρι τον λαιμό.
«Έτσι θ’ ασπρίσεις», τον καλόπιανε με χάδια.
«Πέρασαν μέρες και νύχτες αγκαλιασμένοι πίνοντας γλυκό κρασί και ξεδιψώντας την κάψα του κορμιού τους με το πιτσόνερο. Εκείνος της διηγούταν του κόσμου τα παραμύθια και τα κατορθώματα από τα ταξίδια του. Έτρωγαν όποτε πεινούσαν κι εκείνη δεν προλάβαινε να μαγειρεύει, να φουρνίζει και να φρύγει. Ο Άραας, μετά το φαΐ δρακούνιντζε ό,τι σκληρό και τραγανό έβρισκε μπροστά του τρίζοντας τα δόντια του.
«Έφαγες το κουλούρι σου, κάτω τη μούρη σου», του έδινε μια στο σβέρκο η Βουργία.
«Εσύ δεν τρως σκληρά;» ρώτησε.
«Όχι, έπεσαν τα δόντια μου. Κρίμα και τον κόπο της μάνας μου, που όταν ήμουνα μικρή μούσκευε ρεβίθια και μου τα έδινε να τα φάω την ημέρα των Θεοφανίων για να κάνω γερά δόντια, αλλά τίποτε», ξεκαρδίστηκε στα γέλια.
«Πότε θα κάνεις τη γρα; Μα πώς την κάνεις τόσο νόστιμη και μυρωδάτη;»
«Βάζω πολλά χόρτα μυριστικά, που είναι νόστιμα, γιατί τα μαζεύω κοντά στην άμμο της θάλατσας».
«Μήπως είναι μαγεμένα και γι’ αυτό γίνεται νόστιμη; Έτσι θα γίνεις κι εσύ όταν γεράσεις, ζαρωμένη σαν την πίτα σου; Εγώ θα είμαι μαζί σου κι ας είσαι και γριά. Σ’ αγαπώ τόσο, είσαι ο ήλιος μου, ο αέρας μου, το λουλούδι μου το μοσχομυριστό».
«Ολάκερη χώρα είσαι, χιλιάκριβο, παλικάρι. Μ’ αρέσουν τα λόγια σου, αλλά πιο πολύ μ’ αρέσει η παρέα σου, μ’ αρέσει η αγάπη σου. Χολιώ που θα φύγεις. Κάτσε μαζί μου κι εγώ θα σ’ έχω μην στάξει ο Θεός και βρει σε, χιλιαγαπημένε».
«Ώσπου μια νύχτα σκοτεινή ο Άραας έφυγε καβαλαρέα κι άφησε μόνη στο στρώμα την Βουργία. Αυτή έχασε το νου της. Ταίριαζε μαντινάδες να τον υποδεχτεί, μαγείρευε και πέταγε τα φαγητά, τον έταξε στην Παναγία κι έφτιαξε στη χάρη της πρόσφορο και μεγάλη προσφορέα, αλλά τίποτε. Περίμενε, χα τη μια μέρα, χα την άλλη και οι μέρες περνούσαν. Χα τον ένα μήνα, χα τον άλλο και οι μήνες περνούσαν. Χα τον ένα χρόνο, χα τον άλλον και τα χρόνια περνούσαν».
«Να, ο Άραας, Βουργία. Να, Βουργία, ο Άραας», της φώναζαν χλευάζοντάς την.
«Αυτός ο χασονούς[152] (ολιγόμυαλος, ξεχασιάρης) περιμένεις να ξανάρθει; Ξέχασέ τον», την συμβούλευαν άλλοι.
«Να, βλέπεις τους κοράκους και τα ώπλια που πετούν από πάνω σου; Έρχεται ο Άραας», τις έβαζαν φωτιές άλλοι.
«Η Βουργία έσφαξε τον τσιτσόλαιμο κόκορα κι έκανε με το ζουμί σούπα πιπεράτη. Τηγάνισε το κρέας σε βώτυρο ψητάρη και το έβαλε σε μεγάλη πήλινη πιατέλα. Ζύμωσε μια φουρνιά σιγλίνια,[153] (στρογγυλά κουλούρια με άσπρο αλεύρι), τα κουβάλησε με το γαϊδούρι στο σπίτι της και τα φύλαξε στην πάγκα.
«Ελάτε, πάρετε σιγλίνια από τα χέρια μου, να καλωσορίσετε τον Άραα», θα έλεγε καθώς θα τους τα τράταρε.
«Άλλη μέρα σηκώθηκε σύναυγα κι έκανε ένα ταξϊοψώμι. Το έκοψε και το έφριξε, για να του το δώσει στο ταξίδι. Μετά ζύμωσε ένα τεράστιο ψωμί, το σταύρωμα. Αφού το έπλασε, έκανε κλώνο με αλεύρι, ελάι και ζάχαρη κι έφτιαξε από πάνω το σχήμα του σταυρού. Μόλις βγήκε από τον φούρνο, το σκόρπισε της στεριάς και του πελάγου, έτσι όπως έτυχε, άτσαλα κομμένο».
«Μα, το σταύρωμα το μοιράζουμε στους φτωχούς, τρελάθηκε η Βουργία και σκορπάει το ψωμί;» παραμίλαγαν άλλοι.
«Δεν βλέπεις πόσοι φτωχοί περιμένουν;» άκουσαν φωνή, αλλά δεν κατάλαβαν από πού ερχόταν».
«Ένα Σάββατο ζύμωσε κι άλλο μεγάλο ψωμί με γλυκάνισο και μακρά μυρωδιά».
«Είναι το Δευτεριάτικο ψωμί, να το στείλω τη Δευτέρα στον δάσκαλο, για να τον καλοπιάσω να προσέχει τον γιο μου. Το ζύμωσα με πολλά μυρωδικά κι απ’ έξω έβαλα σησάμι και μαυροσήσαμο. Το ήθελα μυρωδάτο κι όμορφο σαν τον γιο μου».
«Τσούκκου[154] (με συνεχή επανάληψη) πάνω, τσούκκου κάτω, έκανε όλη την ημέρα στο τζάκι. Έφτιαξε και φυσάνι τρυπώντας τους κόμβους καλαμιού, για να ανάβει τη φωτιά. Τη μια μέρα μαγείρευε μια χερέα φαΐ και την άλλη ένα καζάνι. Άλλη μέρα είδε όνειρο τον γάμο της με τον Άραα και άναψε πάλι τον φούρνο. Έκανε πουγκιά, σαν τσέπες και τα γέμισε με μυτζήθρα. Έκανε και τρίγωνες τούρτες με φρέσκια μυζήθρα. Έκανε φοινίκια που τα γέμισε με σησάμι καβουρντισμένο, ψιλοκομμένο στο γδι μαζί με μικρά κομματάκια καρύδια, κανέλλα και μοσχοκάρφια. Έκανε και ψιλοκούλουρα και σησαμόμελη[155] (μίγμα σουσαμιού και μελιού)».
«Εμείς στη σησαμόμελη στο γάμο της πρωτοκόρης μας βάλαμε αμύγδαλα ξεφλουδισμένα, καβουρντισμένα και καρύδια, όλα ψιλοκομμένα, λίγη βανίλια και κανέλλα. Μα ξέρεις πόσο νόστιμη έγινε η σησαμόμελη; Όλοι ρωτούσαν τι και πώς».
«Εκτός από αγάπη θέλει και φαντασία η μαγειρική», απαντούσε ο Μηνάτσης μου.
«Τη σησαμόμελη την κερνάμε με μικρό κουταλάκι…»
«…Από μία κουταλιά στον καθένα. Ξετρελάθηκαν όλοι», είπε ο Μηνάτσης.
«Πού μείναμε; Χάσαμε τη συνέχεια της Βουργίας με τη σησαμόμελη», έκανε η Ανεστασούλλα.
«Στη σησαμόμελη», είπε η Παναγιώτα.
«Ω, ναι. Μα, τι τα θέλεις όλα αυτά;» την ρώτησα.
«Τον περιμένω από μέρα σε μέρα. Πέρασαν πάλι οι κοράκοι και τα ώπλια κι έκαναν κρα. Έλαβα και γράμμα με πούλλι[156] (γραμματόσημο). Γι’ αυτό παράγγειλα πηλό από τον Άη Θόρο της Αρκάσας για να πασαλείψω τη μούρη και το σώμα μου να κάνω δέρμα βελούδινο. Έτσι θα με ποθεί ο Άραας. Πήγα να προσκυνήσω στην Παναγία, για να μ’ ευλογήσει πριν το γάμο. Έκατσα στο στασίδι μου να λειτουργηθώ κι όταν βγήκαμε στην αυλή στάθηκα όρθια στην πέτρα μου, σαν κανακαρά κι εγώ, όπως στεκόντουσαν όλες οι κανακαρές. Ξέρεις τι έλεγε η μάνα μου; Αν δεν πας εσύ στην εκκλησιά δεν αρχίζει το πανηγύρι ούτε το γλέντι. Να μην ζηλεύεις τις άλλες κόρες. Αυτό που έχεις εσύ δεν μπορούν να το αγοράσουν αυτές. Είσαι κανακαρά. Εγώ έχω κόρη του μεσημεριού, όχι του μεσονυχτιού και γι’ αυτό ο γάμος σου θα γίνει μεσημέρι. Πρώτη θα μπεις στον χορό, μετά οι άλλες κανακαρές, ύστερα οι νοικοκυρές και πίσω πίσω όλες οι υπόλοιπες. Θα σου κάνω δίγαμο, αλλά και τρίγαμο[157] (συνεστίαση στενού οικογενειακού κύκλου την τρίτη μέρα του γάμου). Στον τρίγαμο θα καλέσω όλο το χωριό, όχι μόνο γονείς κι αδέλφια».
«Ώσπου μια νύχτα ξημερώνοντας η μέρα της Μεταμόρφωσης, που είναι μέρα δρίμη,[158] (μέρα ακατάλληλη για εργασία. Δρίμες είναι η Μεταμόρφωση, οι τρεις πρώτες και οι τρεις τελευταίες μέρες του Αυγούστου και η μέρα του Δεκαπενταύγουστου), φάνηκε ο Άραας από το πέλαγος καβάλα στο άλογό του. Όλη τη νύχτα τον οδηγούσε άστρο καταλάμπερο. Από πίσω ακολουθούσαν αμέτρητοι άντρες, παράξενα φτιαγμένοι. Άλλοι καβαλάρηδες κι άλλοι με τα πόδια. Φαίνονταν άλλοι καννύρηες,[159] (αλλήθωροι) άλλοι κουτσοί, άλλοι σφαντάματα. Όσοι περπατούσαν, πήγαιναν τα πίσω κώλου, χωρίς να καταφέρνουν ποτέ να φτάσουν. Μερικοί είχαν κουρεμένο το κεφάλι με πρωτοφανίστικα σχέδια. Ένας ήταν μπουρνορούθουνος[160] (άνθρωπος με πλατιά ρουθούνια), άλλος με μεγάλο στόμα γεμάτο σύκα, κι ένας άλλος έβλεπε ολόγυρα. Πολλοί ήταν ντυμένοι φλάμπουρα, άλλοι ήταν παραφτώματα[161] (μικρόσωμοι, ισχνοί), άλλοι χλωμοί κι άλλοι μαύροι σαν τον Άραα. Μόλις η Βουργία είδε τον μπουρνορούθουνα, σταυροκοπήθηκε».
«Τους βλέπετε όλους αυτούς που ήρθαν για χάρη μας; Είναι καλεσμένοι στον γάμο του μεσημεριού».
Η Ανεστασούλλα έκανε πως ξέχασε τη συνέχεια και σταμάτησε.
«Άντε, ζωγραφιά μου, συνέχισε, ανυπομονούμε για τη συνέχεια».
«Ντρέπομαι να τα πω. Δεν ημπορώ. Η συνέχεια είναι ακατάλληλη. Σκύψετε να σας τα πω στ’ αφτί».
«Έρχομαι στη μέση, να ακούμε κι οι δυο», προθυμοποιήθηκε η Παναγιώτα.
«Σταμάτησαν κάτω απ’ την απλωταριά της συκιάς. Η Βουργία ήταν, λέει, γρα κατσούνα. Το κορμί της ήταν ένας σωρός κόκκαλα και το δέρμα της γεμάτο ζάρες. Καθόταν ολόγυμνη με τρουλάνοιχτα τα πόδια κι από το παυτό της έτρεχαν τσίλλουρα. Φορούσε φελλοκάλικα[162], (ελαφρύ παπούτσι με πάτο από φελλό) που σχεδόν έφεγγαν από παντού. Δίπλα της είχε ένα σωρό ρόδια και παπαδιές[163] (ένα από τα κωνικά σύνολα του ροδιού με τα σπυριά του) που τις καθάρισε για τον αρμαστό της και μια μεγάλη τσανάκα με σύκα που τα λίχνισε για να γίνουν πιο γρήγορα.
Συκία μου Χαρκήτικη τα σύκα φορτωμένη,
ήρθεν ο Μπουρνορούθουνος κι ετρόμαξες καημένη
Πρώτος μπήκε ο Άραας και πίσω του ο μπουρνορούθουνος.
«Για δες, τη γρα Βουργία, που θέλει και παιχνίδια», την ειρωνεύτηκε.
«Όσοι τον συνόδευαν, την έκαναν χάρτζι. Γελούσαν τρανταχτά, κοροϊδευτικά, παράξενα».
«Οι δαίμονες του κάτω κόσμου να σας εκδικούνται», φώναξε η Βουργία.
Όλοι εξαφανίστηκαν.
«Ξύπνησα ιδρωμένη, γεμάτη αγωνία από το χάδι του Μηνάτση».
«Ω, τι πολύπλοκο όνειρο, τι περιπέτεια», είπε η Παναγιώτα βάζοντας το χέρι στο μέτωπο.
«Ναι, Παναγιώτα, πιανόταν η αναπνοή μου από την αγωνία», σταυροκοπήθηκε η Ανεστασούλλα.
«Τι είναι το λίχνισμα;» ρώτησε ανοίγοντας τον ντοσιέ της.
«Να μην το ξεχάσουμε. Έχουμε μια Χαρκήτικη συκιά στο σπίτι μας που κάνει γλυκά και μυρωδάτα σύκα και κάθε χρόνο τα λιχνίζω, δηλαδή ακουμπάω στη μύτη τους ένα μπαμπάκι βουτηγμένο σε ελάι, για να γίνουν νωρίτερα. Δεν πρέπει να είναι εντελώς άγουρα τα σύκα, αλλιώς χαλούν. Για να το πούμε πιο απλά, το κάνουμε από μέσα Ιουλίου περίπου σε όσα σύκα έχουν φουσκώσει, για να γίνουν δέκα μέρες νωρίτερα», είπε ο Μηνάτσης.
«Κάτι είναι κι αυτό, αν δεν έχεις άλλο φρούτο να φας», σκέφτηκε η Παναγιώτα.
«Έβγαλες φωτογραφία το περονοκούταλο; Έχω και τον νου μου μήπως το χάσω!», αστειεύτηκε ο Μηνάτσης.
«Αχ! Το ξέχασα με τις κουβέντες. Τώρα, τώρα, Μηνάτση».
Έβγαλε τη φωτογραφική μηχανή και παρακάλεσε την Ανεστασούλλα να ξεζαρώσει την πλουμιστή της ποδιά, για να τα φωτογραφήσει μαζί.
«Με φόντο τα κεντήματα της ζωγραφιάς μου», καυχήθηκε ο Μηνάτσης.
«Άνοιξα και το φλας. Όταν την εκτυπώσω, θα δούμε τα χαΐρια μου. Δεν είμαι και πολύ καλή στις φωτογραφίες», είπε αφηρημένη με τη σκέψη της να ταξιδεύει αλλού.
Η Παναγιώτα απάντησε εντελώς μηχανικά στον Μηνάτση. Από την τελευταία τους στιχομυθία, αλλά και για όση ώρα ασχολήθηκε με τη φωτογραφία, ο νους της ταξίδεψε στο παρελθόν.
«Το περονοκούταλο. Ένα για όλα. Ίσως να είναι ένα από τα παλιά εργαλεία φαγητού που διασώθηκε από τον προηγούμενο αιώνα. Αυτό είναι», σκέφτηκε ξαλαφρωμένη.
«Αυτή τη στολή φοράτε κάθε μέρα, Ανεστασούλλα;» πετάχτηκε.
«Όχι, μόνο στα πανηγύρια, στις βίζιτες, στις εύκησες, στους γάμους και στα βαφτίσια, κόρη μου. Ξέρεις ότι οι παλιές γυναίκες δεν φορούν ποτέ αμάνικο σακοφούστανο; Μα ποτέ σου λέω».
«Απίστευτο», άνοιξε διάπλατα το στόμα η Παναγιώτα.
13.
«Αλήθεια, πώς είναι τα γλέντια στην Κάρπαθο;» ρώτησε με απορία η Παναγιώτα.
«Πώς τα καταφέρνεις και με κάνεις και ξεστρατίζω, κόρη μου. Θα σου πω, όμως. Για μας τα γλέντια δεν θέλουν συνήθως προετοιμασία και σχεδιασμό για να ξεκινήσουν. Μαζεύονται τρεις τέσσερις στο καφενείο, αρχίζουν τον μεζέ και το κρασί, σε λίγο έρχονται ο τσαμπουνιέρης, ο λυριστής κι ο λαουτιέρης, οι ονειροπόλοι τεχνίτες της τοπικής γλυκόλαλης μουσικής και στήνεται το γλέντι. Ξεκινάμε καθιστοί στις τάβλες, πίνοντας κρασί και σιγοτρώγοντας μεζέ και όταν έρθουν όλοι στο κέφι, αρχίζουν τον χορό. Εκεί να δεις λεβεντιές ο κάβος!»
«Εγώ ακόμη και σήμερα, όταν βλέπω στον κάβο καλό χορευτή ή καλή χορεύτρα, το πιστεύεις ότι ανατριχιάζω και συγκινούμαι σύγκορμα; Ίσως γιατί θυμάμαι τον Μηνάτση στα νιάτα του», διέκοψε η Ανεστασούλλα.
«Γιατί, εσού πήγαινες πίσω; Και οι δυο μας χορεύαμε όμορφα, κόρη μου! Να δεις τσαλίμια και φιγούρες που κάναμε, όταν χόρευα στον κάβο και την είχα δίπλα μου», περηφανεύτηκε.
«Ανατρίχιασα κι εγώ μόνο που το άκουσα», είπε η Παναγιώτα.
«Και τι θα έκανες, καλό μου, αν μας έβλεπες να χορεύουμε;» έκανε απορημένη η Ανεστασούλλα.
«Μα, θα σηκωνόμουν να με χορέψει στον κάβο ο Μηνάτσης!»
«Πόσο θα το ήθελα!»
«Αλλά, ας μην ξεχάσουμε. Λέγαμε για τα γλέντια. Δεν τελείωσες, Μηνάτση».
«Ω! Ναι, κόρη μου. Απού λέεις, στις τάβλες οι κεραστάδες κερνούν όλους με τη σειρά προχωρώντας προς τα δεξιά και όλοι πίνουν από το ίδιο ποτήρι. Αμέσως μετά, έρχονται κεραστάδες για μεζέ με το ίδιο περόνι».
«Αυτό θυμίζει τη συνήθεια των αρχαίων Ελλήνων στα συμπόσια, την αδελφοποίηση, επειδή όλοι όσοι συμμετείχαν, έπιναν με το ίδιο ποτήρι κι έτρωγαν από το ίδιο πινάκιο», έκανε η Παναγιώτα.
«Ερχόμαστε, δηλαδή, κατ’ ευθείαν από τους αρχαίους», έδειξε έκπληξη η Ανεστασούλλα.
«Θυμάσαι, ζωγραφιά μου, τότε που είμαστε νέοι και είχαμε τύχει σ’ ένα γλέντι στις Μενετές; Πρώτα κάναμε την κούπα τη Μονοβασιά, για να έρθουν όλοι στο κέφι. Όταν άρχισαν να κυλούν οι μικρές ώρες της καινούργιας μέρας, ξεκινήσαμε για καντάδα στα ανηφορικά σοκάκια του χωριού αγουροξυπνώντας τους κοιμισμένους. Ύστερα μπουκάραμε ακάλεστοι στα σπίτια τους. Κι όταν μπαίναμε σε σπίτια μερακλήδων νοικοκυραίων, εκεί να έβλεπες, Παναγιώτα, μεζέδες και ποτά. Δεν μπορείς να φανταστείς, αν ήσουν εκεί θα έτριβες τα μάτια σου».
«Πάντως εγώ θέλω να σου πω, κόρη μου, και κάτι ακόμη. Λίγο καιρό πριν φύγουμε για την Αμερική, τα παλικάρια τραγουδούσαν στα σοκάκια για πολλές νύχτες. Δεν είναι στα έθιμά μας, αλλά εγώ ευχαριστήθηκα. Δεν κράτησε πολύ. Ίσως κάποιο απ’ αυτά να ήταν ερωτευμένο. Πού να ξέρεις πια; Δεν υπάρχει ωραιότερη διασκέδαση από το να είμαι στο κρεβάτι μου, να ξυπνήσω γλυκά και να κάθομαι ξάγρυπνη ακούγοντας το ρυθμικό τραγούδι και τα χαχανητά των γλεντιστάδων. Όσες νύχτες και να τους ακούσω, δεν βαριούμαι ούτε και παραπονούμαι, κόρη μου. Αλήθεια σου το λέω. Καλύτερα από μακριά να τους ακούω, παρά να βρίσκομαι μαζί τους, όπως τότε στις Μενετές».
«Τι είναι η κούπα η Μονοβασιά;» ρώτησε με ενδιαφέρον η Παναγιώτα.
«Είναι μελωδικός σκοπός με λόγια. Θέλεις να σου τα πω;»
«Μ’ ενδιαφέρει ιδιαιτέρως. Αλλά αργά αργά, για να σε προλαβαίνω».
«Πώς λένε τον άντρα σου;»
«Παντελή, Παντελάκο, τον φωνάζω!»
«Λοιπόν, είσαι έτοιμη, κόρη; Εμείς θα σιγοτραγουδάμε κι εσύ θα γράφεις».
Τίνος είν’ η κούπα η Μονοβασιά;
Μπας κι είναι του Παντελάκου του μπέη του πασιά;
Πιες τη, γιε μου, πιες τη και ξαναγέμισέ τη και βρες το σύντροφό σου, απού ‘ναι στο πλευρό σου.
Ας την ανεβάσουμε στα επουράνια κι ας την κατεβάσουμε στα καταχτόνια…
Δως της μια να πάει κάτω, για να βρει η κορφή τον πάτο, πάτο, πάτο…
Και φιλούν την κι από κάτω.
Άδειασέ μας το ποτήρι και δεν κάνουμε χατίρι.
«Ωραία, ενθουσιάστηκα, πόσες διαφορετικές έννοιες περιγράφονται και πόσο όμορφα την τραγουδήσατε!»
«Ναι, και σ’ εμάς αρέσει. Είναι πολύ εύκολο να έρθεις στο κέφι. Στην αρχή μόλις πάρεις την κούπα, βρίσκεις τον διπλανό σου, λέγοντάς του, καλώς να σ’ εύρω, και παίρνεις την απάντηση, καλώς να ορίσεις. Αν ξεχάσεις να βρεις κάποιον ξανακάνεις την κούπα τη Μονοβασιά από την αρχή, διορθώνοντας έτσι το λάθος σου. Είναι τιμώμενο πρόσωπο, όποιος κάνει κάθε φορά την κούπα και είναι υποχρεωτικό να πιει όσο κρασί έχει στο ποτήρι, να το αναποδογυρίσει, να φιλήσει τον πάτο, να το δείξει και να το δώσει στον επόμενο για τη συνέχεια. Μάλιστα τη λέξη πάτο τη λένε διαρκώς και ρυθμικά, μέχρι να πιει το κρασί αυτός που κάνει κάθε φορά την κούπα. Αν καθυστερήσει να πιει το κρασί, πολλές φορές αυτό το κάνει εξεπίτηδες, λένε ρυθμικά την τελευταία πρόταση. Έτσι σε μερικούς γύρους όλοι έχουν φτιαχτεί… Μαζί μ’ αυτόν που κάνει την κούπα τη Μονοβασιά όλοι στο τραπέζι γεμίζουν, ανεβάζουν και πίνουν το κρασί από την κούπα τους».
«Εγώ πάντως δεν αντέχω να πιώ πάνω από τρία ποτήρια στην κούπα τη Μονοβασιά», είπε με αφέλεια η Ανεστασούλλα.
«Δεν ξέρω, δεν έχω κάνει τη Μονοβασιά. Πάντως το οινόπνευμα σε μικρή ποσότητα μου προκαλεί μόνο ενθουσιασμό. Θέλω να πω ότι γενικά δεν χάνω την αυτοκυριαρχία μου».
«Κι εγώ το ίδιο», είπε ο Μηνάτσης.
«Αυτό που έγραψα, ας την ανεβάσουμε στα επουράνια κι ας την κατεβάσουμε στα καταχθόνια, τι να σημαίνει άραγε;»
«Δεν ξέρω, κόρη μου. Απλά, αυτός που κρατά την κούπα την ανεβάζει με το χέρι του όσο πιο ψηλά μπορεί και μετά, την κατεβάζει μέχρι ν’ ακουμπήσει κάτω. Πριν ξεκινήσει να πίνει, στάζει μερικές σταγόνες κρασί στο πάτωμα».
«Πιστεύω, έτσι τιμούν αυτόν που κάνει την κούπα τη Μονοβασιά, πίνοντας στην υγειά του. Απ’ ότι θυμάμαι, ο Όμηρος αναφέρεται στη συνήθεια του σταξίματος του κρασιού στη γη, κάνοντας σπονδή προς τους Θεούς. Το έθιμο να πίνουν όλοι μαζί κρασί μ’ αυτόν που κάνει την κούπα τη Μονοβασιά εξηγείται, κατά την γνώμη μου, με την επιθυμία όλων να νιώσουν σαν αδέλφια μεταξύ τους».
«Κι εγώ που νόμιζα πως στάζουν λίγο κρασί στο πάτωμα, για να μην το πιούν όλο!», είπε έκπληκτη η Ανεστασούλλα.
«Ω, ζωγραφιά μου! Κι εγώ το ίδιο».
«Ο μπέης ο πασσιάς; Τι να εννοεί, Παναγιώτα; Εσύ, όπως φαίνεται, έχεις φαντασία και γνώσεις. Ξέρεις να τα εξηγείς».
«Κολακεύουν αυτόν που κάνει την κούπα. Προφανώς τον καλοπιάνουν, για να πιει», αποκρίθηκε. Α, για να σκεφτώ… Ο μπέης ο πασάς ίσως να προέρχεται από την εποχή της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας», συνέχισε μετά από μικρή παύση.
«Ο ουρανός και η γη, κόρη;»
«Το θείο δώρο της ύπαρξης, της γέννησης, της ζωής, της εξέλιξης και ο θάνατος, θα έλεγα. Ίσως όμως να έχει σχέση με τη δημιουργία του σύμπαντος ή τον ουρανό και τη γη», αυτοσχεδίασε η Παναγιώτα.
«Το γέμισμα και το άδειασμα του ποτηριού τι να σημαίνει άραγε;» Πήρε μέρος και η Ανεστασούλλα στην κουβέντα.
«Με την επιθυμία και την επιμονή να το γεμίσουν και την αναμονή να το αδειάσουν. Φαντάζομαι ότι αυτοί που γλεντούν έχουν την ίδια προσδοκία, δηλαδή να έρθουν όλοι ανεξαιρέτως στο κέφι».
«Το φιλί στον κάτω στον πάτο του αδειανού ποτηριού;»
«Η ευγνωμοσύνη στον Θεό Διόνυσο», είπε αυθόρμητα, χωρίς να πολυσκεφτεί.
«Το χατίρι;» ρώτησε πάλι η Ανεστασούλλα.
«Ότι όλοι πρέπει να είναι ίσοι στην παρέα, θέλω να πω, στη συμμετοχή στο γλέντι και στην επιθυμία να ζήσουν την ευδαιμονία του κρασιού. Έτσι το ερμηνεύω», απάντησε η Παναγιώτα ξεροβήχοντας γιατί πνίγηκε με το σάλιο της.
«Να μην κάνουν γαρνιές,[164] (αθέτηση όρων) και χύνουν το κρασί όταν δεν τους βλέπουν, ας πούμε», είπε ο Μηνάτσης.
«Έτσι πιστεύεις, κόρη», είπαν σχεδόν ταυτόχρονα νιώθοντας φωτισμένοι από τις εξηγήσεις της.
«Κι άμα δεν μπορούν να πιούν, όπως εγώ;» επέμενε η Ανεστασούλλα.
Δεν πήρε απάντηση.
«Ώστε, έτσι λοιπόν; Αυτή είναι η κούπα η Μονοβασιά;»
«Σύρου ξύσου[165] (σιγά σιγά) μας έκανες και σου την είπαμε», συμπλήρωσε ο Μηνάτσης.
Οι εξηγήσεις της Παναγιώτας εντυπωσίασαν και τους δύο. Δεν είχαν σκεφτεί ποτέ κάτι περισσότερο από το κέφι και το πιοτί. Μάλιστα, τον Μηνάτση τον έβαλαν στα αίματα. Ενθουσιάστηκε και ήθελε να της το ανταποδώσει με δικό του τρόπο. Γι’ αυτό δεν έμεινε εκεί. Οι μνήμες του ξεκίνησαν να καλπάζουν στο παρελθόν.
«Ανού κι ανού,[166] (οπωσδήποτε, έτσι κι αλλιώς) πρέπει να θυμηθώ και να πω στη Παναγιώτα όσα περισσότερα μπορώ. Δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον για τον τόπο μας κι αυτό με κάνει περήφανο και θέλω να την ανταμείψω. Όχι, εγώ δεν κάνω τον μπιλιμέ[167] (δεν είμαι αδιάφορος ποτέ), πόσο μάλλον όταν πρόκειται για την πατρίδα», σκέφτηκε.
Αναλογίστηκε το γλέντι στην πλατεία της Ολύμπου πριν από πολλά χρόνια.
«Τότε, μια αξέχαστη Κυριακή που ήταν καλοκαίρι και ο γιος του καλύτερου φίλου μου και σχεδόν σιομάλικου,[168] (συνομήλικος), ο Κωστής, βρέθηκε σαν φοιτητής στην Όλυμπο. Όλα ήταν μιλημένα με τον πατέρα του από καιρό, για να τον περιποιηθούμε με την παρέα του, τέσσερα πέντε άτομα, του είχε γράψει ο φίλος του. Εντελώς τυχαία συναπαντήθηκαν με τον Μηνά, τον Γιάννη, τον Μανώλη κι άλλους φοιτητές από το πανεπιστήμιο, πού να θυμάμαι πια τα ονόματά τους, κι έτσι η παρέα ξεπέρασε τους δεκαπέντε μαζί με τους ντόπιους και τους οργανοπαίχτες».
«Αυτό είναι, θα την κουζουλάνω την κόρη», συνέχισε να ξαραχνιάζει τις μνήμες του.
Ξερόβηξε μερικές φορές, πήρε βαθιά ανάσα και γλίστρησε απαλά στα παλιά.
«Που λέεις, κόρη μου, μιας και λέγαμε για την κούπα τη Μονοβασιά, θα σου πω μια ξεχωριστή μαντινάδα», ξεπετάχτηκε κι άρχισε να σιγοτραγουδά με πρωτάκουστο για τη Παναγιώτα αργόσυρτο μελωδικό σκοπό. Η φωνή του, πλούσια σε αποχρώσεις και πλημμυρισμένη από συναισθήματα, ήχησε σαν χάδι στ’ αυτιά της.
Ευχαριστώ σας ολονών, αμ’ αλλονού αξίζει,
τ’ αφέντη μου που βρίσκεται στην ξενιτιά και χτίζει.
«Μ’ άρεσε πολύ! Όμορφα την τραγούδησες και μελωδικά. Πόσες αλήθειες κρύβει! Και αυτός που την είπε πρέπει να είναι σεμνός, ευγνώμων, αλλά ταυτόχρονα και περήφανος για τον αφέντη του», παρατήρησε η Παναγιώτα.
«Α, γεια σου! Από βελιντέ[169] (από την πρώτη αρχή, από τουρκ. Valide ‘μητέρα του Σουλτάνου’) θα σου τα πω, κόρη μου. Πράγματι έχεις δίκιο, μπορώ να σου πω ότι έπεσες διάνα στην κρίση σου. Αυτούς λοιπόν, που βρέθηκαν σαν φοιτητής εκείνο το καλοκαίρι στην Όλυμπο, τον Γιάννη, τον Κωστή και τον Μηνά, λίγους ή πολλούς, κόρη μου, όλους τους σέβομαι και τους εκτιμώ. Αλλά αυτόν τον αγαπώ κιόλας, και μάλιστα σαν παιδί μου, γιατί είναι γιος του καλύτερου μου φίλου που μεγαλώσαμε μαζί. Επειδή ήμουν μοναχογιός, τον πατέρα του τον αγαπούσα σαν αδελφό. Όσο είμαστε παιδιά, λαχταρούσα να συναντηθούμε στα σοκάκια, να παίξουμε και να κάνουμε σκανταλιές. Δεν αγάπησα, ούτε δέθηκα με άνθρωπο, όπως μ’ αυτόν. Αλλά η ζωή αλλιώς έκρινε. Εγώ ερωτεύτηκα την Ανεστασούλλα και την έκλεψα κι αυτός ξενιτεύτηκε για να βρει καλύτερη τύχη. Έτσι, χωριστήκαμε, κόρη μου».
«Και γιατί είπε αυτή τη μαντινάδα;» απόρησε η Παναγιώτα.
«Θα σου πω. Μαζευτήκαμε στην αυλή της Υπαπαντής μεγάλη παρέα. Ξέρεις, Παναγιώτα, τα γλέντια στην Όλυμπο γίνονται με μεγάλη τάξη, κοσμιότητα και νοικοκυροσύνη. Υπάρχουν άγραφοι κανόνες, αλλά ιεροί κι απαράβατοι, που τους μαθαίνουν και τους κρατούν οι νεότεροι από τους μεγαλύτερους. Συνηθίζουμε στην αρχή κάθε γλεντιού να ψάλλουμε εκκλησιαστικά τροπάρια για να τιμήσουμε παππάδες, δασκάλους, προέδρους κι άλλα δημόσια πρόσωπα. Έτσι κάναμε και για τους καλεσμένους. Μετά, αρχίσαμε τη διασκέδαση με τις κοσμικές μαντινάδες και τον χορό. Στην αρχή έφερε ο καφετζής μεζέδες κι αρχίσαμε να τρώμε και να σιγοπίνουμε. Αφού ήρθαμε στο κέφι, αρχίσαμε το καθιστό γλέντι με τραγούδια σε αργόσυρτο ρυθμό, όπως αυτό που σου τραγούδησα. Μετά, οι συγγενείς άρχισαν να παινεύουν με μαντινάδες τους καλεσμένους. Τα συνηθίζουμε τα παινέματα στην Κάρπαθο, κόρη μου. Μα το Θεό που πιστεύεις, αμέτρητες μαντινάδες σου λέω. Όλες τεσσαροκάντουνες,[170] (με ομοιοκαταληξία) μία μόνο ήταν κουτσοράα![171] (αταίριαστη, χωρίς ρήμα ή μέτρο). Αυτός, σεμνός και μετρημένος νέος και εκτιμώντας την προσφορά του πατέρα του, που δεν ήταν παρών, απάντησε με τη μαντινάδα που σου είπα. Μαζί με τις μαντινάδες οι κόρες και τα παλικάρια άρχισαν τον σιγανό χορό. Να σου πω, Παναγιώτα, εγώ ενθουσιάζομαι όταν βλέπω να χορεύουν σιγανό χορό. Καλοκεφίζω, συγκινούμαι και εμπνέομαι. Έτσι, σαν να βρίσκομαι σε κατάσταση εκστασιασμού, πώς να σου το πω; Τότε ταιριάζω πιο εύκολα μαντινάδες χωρίς να πολυσκεφτώ. Εκεί να δεις πόσες αυτοσχέδιες μαντινάδες τραγούδησαν. Βλέπεις ο αυτοσχεδιασμός δεν είναι μόνο στο τραγούδι και στον χορό, αλλά παντού στην καθημερινότητά μας. Το πιστεύω και το υποστηρίζω, κόρη. Έτσι, μεταδίδεται η παράδοση από γενιά σε γενιά».
Πόσοι είπες, είσαστε στο τραπέζι;»
«Πολλοί, κόρη μου, πού να θυμάμαι πια, αλλά από τους ντόπιους είμαστε μόνο άντρες. Η ζωγραφιά μου βρισκόταν επίσης εκεί με τη γυναίκα του καφετζή, για να βοηθούν».
«Δηλαδή δεν υπήρχαν γυναίκες στο γλέντι;»
«Ω, κόρη μου, υπήρχαν οι γυναίκες όσων συμμετείχαν στο γλέντι κι άλλες, που ήρθαν για να δουν ή από περιέργεια, αλλά παρακολουθούσαν καθισμένες στις πεζούλες, στην αυλή της εκκλησίας. Βρίσκονταν εκεί και οι κόρες τους, αλλά αυτές παρακολουθούσαν σεμνά χωρίς να πολυσηκώνουν το βλέμμα τους».
«Κι αυτό στα έθιμά σας θα είναι, φαντάζομαι. Τι απέγιναν οι φοιτητές αυτοί;» ρώτησε με ενδιαφέρον.
«Απ’ ό,τι μαθαίνω, διαπρέπουν στο Πανεπιστήμιο».
«Ο πατέρας του πρόλαβε να τον καμαρώσει;»
«Φυσικά! Ξέρεις τι μου είπε ένα καλοκαίρι στην Όλυμπο;»
«Με τη λάσπη και τα τούβλα έχτισα πόντο τον πόντο, φίλε μου Μηνάτση, την πρόοδο του γιου μου και είμαι περήφανος που σπούδασε. Άξιος κι ο γιος μου, αλλά κι εγώ έκανα το καθήκον μου σαν πατέρας. Τώρα που πέρασαν τα δύσκολα χρόνια, δεν έχω καμμιά ανησυχία, απεναντίας είμαι περήφανος. Εύχομαι κι εσύ να ζήσεις τις ίδιες χαρές από τα παιδιά και τα εγγόνια σου και ν’ αποκτήσεις πολλά δισέγγονα».
«Καλές θα είναι οι χαρές στην οικογένειά μου. Είμαι σίγουρος, φίλε μου», απάντησα.
«Θα μου πείτε τους μεζέδες που φάγατε στο καφενείο;» ρώτησε με παρακλητικό μειδίαμα, γυρνώντας σελίδα στον ντοσιέ.
«Α, να σου πω πρώτα τους τσακωμούς που είχαμε για το είδος των φαγητών και την ποσότητα. Εγώ επέμενα να μαγειρέψουμε μεγάλες ποσότητες απ’ όλα τα παραδοσιακά φαγητά μας, αλλά ο Μηνάτσης επέμενε από την αρχή να μαγειρέψουμε δυο τρία φαγητά, μια σαλάτα, ένα γλυκό κι έξω από την πόρτα, που λέει ο λόγος», είπε η Ανεστασούλλα.
«Πόσο δίκαιο είχε η ζωγραφιά μου. Ρεζίλι θα γινόμαστε σε τόσο κόσμο, αν με άκουγε, Παναγιώτα μου.
«Οι πρώτοι μεζέδες, κόρη μου. Τίποτα το σπουδαίο, να ντομάτα, αγγούρι, μανούλι στο ελάι, ελές, τσαρδέλες καρπάθικες, ακρίθαμος στο ξίδι, τέτοια ξαρέσκια… Ξέχασα, είχε φτιάξει και η Ανεστασούλλα μου τρεις κρομμυόπιτες, που εξαφανίστηκαν ώστα να πεις κύμινο!»
«Κρομμυόπιτες; Το σημειώνω και τις βάζω σε εκκρεμότητα, Μηνάτση! Το μανούλι στο λάδι, το ξανάπαμε. Μετά απ’ αυτά τι φάγατε; Θα μου πείτε;»
«Και βέβαια, καμάρι μου! Γι’ αυτό είμαστε εδώ. Είχαμε κάνει μεγάλες ετοιμασίες. Η Ανεστασούλλα έφτιαξε φαβατοπίττια τηγανητά. Εμάς τους Ολυμπίτες μας λένε περιπαιχτικά φαατσοφάες. Έβρασα τη φάβα, μέχρι να γίνει παππούδια[172] (μισοβρασμένη φάβα) και την έλιωσα με τον φαολύτη. Παππούδια λέμε και το μισοβρασμένο στάρι που τρώμε τη Μεγάλη Παρασκευή. Ξέρεις, Παναγιώτα, η φάβα που τρώγαμε τότε ήταν από γλυκίδια,[173] (είδος οσπρίων που μοιάζουν με μικρά μπιζέλια κι έχουν κάπως γλυκιά γεύση), που τα καλλιεργούσαμε εμείς και γι’ αυτό ήταν τόσο νόστιμη. Όποια παλιά εργαλεία έχω, κόρη μου, τα κληρονόμησα από τη μάνα μου. Τα μοιραστήκαμε με την Μαγκαφούλλα, την αδελφή μου, αφού από τα τόσα παιδιά που είχε η συγχωρεμένη μόνο εμείς οι δύο τα θέλαμε. Η Μαγκαφούλλα ήταν φαγούδι της γης», πετάχτηκε η Ανεστασούλλα.
«Μετά, ανέλαβα εγώ. Έριξα μέσα αλεύρι, δυο τρία κρομμύδια και άλλα τόσα φελλιά σκόρδο όλα ψιλοκομμένα, αλάτσι και πιπέρι. Επίσης έκοψα δυο πιάσματα βάρσαμο, θα το ξέχναγα, τον ψιλόκοψα και τον έβαλα κι αυτόν στην τσανάκα. Ανακάτεψα καλά κι έπλασα σε μικρές πίτες. Τις τηγάνισα σε μπόλικο ελάι», συνέχισε ο Μηνάτσης.
«Δεν έγινε αραιό το μίγμα; Εγώ θα έβαζα λίγη φρυγανιά και ίσως να έστυβα λίγο τα κρομμύδια», παρατήρησε η Παναγιώτα.
«Ναι, κόρη μου, αλλά δεν τα έτριψα στην καρτακάζα, απλώς τα έκοψα ψιλά κομματάκια και δεν αλάτισα το μίγμα στην αρχή, αλλά πριν πλάσω και τηγανίσω».
«Είσαι απίθανος νοικοκύρης».
«Απού λες, τον περίμενα τον Κωστή με πολύ αγάπη κι ήθελα να τον ευχαριστήσω. Έβαλα από το προηγούμενο απόγευμα δυο πήλινα τσουκάλια στον φούρνο. Στο μεγαλύτερο έβαλα αρκετά κομμάτια ντόπιο βουϊνό κρέας με τα κόκκαλα και το λίπος, μαζί με πέντε έξι ψιλοκομμένα κρομμύδια, πελτέ, ένα ρακοπότηρο κρασί, ελάι, μια δαχτυλήθρα ζάχαρη, φύλλα δάφνης, πιπέρι και λίγο νερό».
«Στο άλλο τσουκάλι τι έβαλες, Μηνάτση;»
«Α, έκανα μαέρεμα [174] (όσπρια με ρεβίθια). Μούσκεψα ένα μερόνυχτο ροίθθια και τα έβαλα στο τσουκάλι με δυο σιρίμια[175] (λωρίδες από δέρμα χοίρου με το λίπος που ξεραίνεται και τρώγεται συνήθως με ρεβίθια από τουρ.sirim ‘λωρίδα δέρματος’) που τα έκοψα σε μικρά κομμάτια. Επίσης έριξα μαζί μπόλικο ελάι, δυο φύλλα δάφνης, μερικά φυλλαράκια κυνομαλά, δυο μεγάλα κρομμύδια κομμένα σε μεγαλούτσικα κομμάτια και αρκετά φελλιά σκόρδο κομμένα κι αυτά, πιπέρι και καθόλου αλάτσι, γιατί είχαν τα σιρίμια. Έβαλα και πολλωπύ νερό, μέχρι να χώνονται τα ροίθθια. Καπάκωσα τα τσουκάλια, έφτιαξα αρκετή ζύμη και σφράγισα προσεχτικά γύρω γύρω τα καπάκια. Έτσι δεν θα έχαναν νερό, καθώς θα σιγόβραζαν. Πριχού σκοτεινιάσει άναψα κι έκαψα τον φούρνο, έκανα στην μια άκρη τα κάρβουνα και καθάρισα τον πάτο. Έβαλα μέσα τα τσουκάλια και τα σταύρωσα. Τον έκλεισα και κοιμήθηκα ανήσυχος. Το άλλο πρωί με αγωνία έσπασα την ψημένη ζύμη χωρίς να ξέρω τι θα δω. Αλλά ευτυχώς! Σκάλισα λίγο με το περόνι, το κρέας ήταν μαλακό σαν ώριμο σύκο και στον πάτο είδα ξαπλωμένα τα κόκκαλα. Έκανα μια δοκιμή με το κουτάλι στον πάτο του τσουκαλιού και το φαΐ δεν είχε κολλήσει. Και από νερό ούτε σταγόνα. Είχε μείνει με το ελάι και το λειωμένο λίπος. Τέτοια επιτυχία. Όσο για τα κρομμύδια, είχαν γίνει αλοιφή. Τα ροίθθια είχαν παραπάνω ζουμιά και αναγκάστηκα να τα βράσω στη φωτιά μέχρι να τα πιούν. Κατά τα άλλα είχαν γίνει πολύ νόστιμα. Ξέρεις πως είπαν μόλις τα είδαν; Μύχχι, και πώς μυρίζει το μαέρεμα!»
«Τα σιρίμια και το μαέρεμα τι είναι;»
«Ω, κόρη μου, πολλά είπαμε κι έχασες τον λογαριασμό».
«Θα ευχαριστήθηκαν όλοι, πιστεύω».
«Μόνο; Με το παραπάνω! Αχ, να ήξερες την αγωνία που πέρασα όλη τη νύχτα. Τα φαγιά του φούρνου έγιναν ανάρπαστα. Μαζευτήκαμε και πολλοί. Μόλις που έφτασε να πάρει ο καθένας δυο τρεις μπουκιές από το καθένα… Είχε ζυμώσει και η Ανεστασούλλα μου ψωμιά το Σάββατο. Ξέρεις πόσες οκάδες αλεύρι ζύμωνε για να κάνει το βδομάρι η ζωγραφιά μου; Κοντά δέκα οκάδες έβαζε στην καυκάλα. Τόσο έβαλε και για το τραπέζι, πλούσια τα κάναμε όλα. Αλλά για το γλέντι…»
«Τι έγινε, σταμάτησε το γλέντι; τον διέκοψε απορημένη η Παναγιώτα.
«Όχι δα! Όταν ήρθαμε για τα καλά στο κέφι, κάναμε τέσσερεις, πέντε γύρους την κούπα τη Μονοβασιά σε καθιστό γλέντι. Βλέπεις είχαμε τους καλεσμένους από τα Κάτω Χωριά που την ξεκίνησαν. Έλα όμως που τα φαγητά είχαν τελειώσει και οι γλεντιστάδες θέλανε μεζέδες για το κρασί. Ανάλαβε πάλι ο καφετζής. Τηγάνισε ψιλοκομμένες πατάτες, έβγαλε από τον πιθιακό μπόλικα κομμάτια καβρουμά με τη μύλλα του, τα έριξε στις τηγανισμένες πατάτες και, όταν ζεστάθηκαν κι έλιωσε το λίπος, χτύπησε δέκα αβγά και τα έριξε στον ταβά. Τότε πια χόρτασαν».
«Καβρουμάς; Τι είναι πάλι αυτό; Άλλο φαΐ είναι τούτο;»
«Α, όλα κι όλα, Παναγιώτα, θα σε αφήσουμε μεταξεταστέα. Τον είπαμε νωρίτερα, ξέχασες;»
Η Παναγιώτα αφοσιωμένη στα γραφτά της ξαφνιάστηκε.
«Τι λάθος έκανα», ρώτησε.
«Ξέχασες, το είπαμε νωρίτερα».
«Έχεις δίκιο, τόσα πολλά άκουσα».
«Από σαλάτες τι είχατε;»
«Βράσαμε αμπελοφάσουλα, που τα βάλαμε με ελάι και ξίδι σε μια τσανάκα. Επίσης σταθόρια ξέρεις τα πολύχρωμα βλίτα, κολοκύθια και πατάτες, που τα ανακατέψαμε σε μια μουρκούτα όλα μαζί και ρίξαμε μπόλικο λαδολέμονο και ντόπιο αλάτσι. Η πιο νόστιμη καλοκαιρινή σαλάτα. Α, ξέχασα, είχαμε λίγο γιαλόχορτο[176] (σταμναγκάθι) στην άρμη, το λέμε και ροίκιο, το ξαρμύρισα, το έβρασα λίγο να μαλακώσει και το στράγγισα καλά. Μετά, καβούρντισα μπόλικα ψιλοκομμένα ξερά κρομμύδια, έβαλα ντομάτα κι αυτήν ψιλοκομμένη και τα σιγόβρασα μαζί μέχρι να ψηθεί η ντομάτα. Ύστερα πάντρεψα το γιαλόχορτο με τα κρομμύδια και την ντομάτα ρίχνοντάς τα μέσα στον ταβά κι ανακατεύοντας απαλά, ώστε να φιλιώσουν και να αγαπηθούν οι γεύσεις. Ω, ξέχασα, έριξα και χοντροκομμένο πιπέρι. Ίσα που πρόλαβε να γευτεί λίγο ο Κωστής», απάντησε η Ανεστασούλλα.
«Γάμος λοιπόν, ε; Ποια ήταν η νύφη και ποιος ο γαμπρός;» γέλασε η Παναγιώτα, αλλά ο Μηνάτσης το πήρε στα σοβαρά.
«Να σου πω κόρη μου, παντρειά κάνουμε συχνά στα μαεριά μας. Εδώ πάντως ο γαμπρός είναι το γιαλόχορτο και οι νύφες δύο, το κρομμύδι και η ντομάτα. Κουμπάρος είναι το ελάι και παράνυφοι το πιπέρι και το αλάτσι. Ταιριαστός γάμος!».
«Τυχερός ο γαμπρός με τις δύο νύφες!» χαμογέλασε η Παναγιώτα.
«Ξέχασα, καμάρι μου, είχαμε κι ένα μονόχερο γιαλοτσιμέττες,[177] (είδος βρούβας, που φυτρώνει κοντά στο γιαλό) και τις φύλαγα στο ψυγείο του χασάπη. Τις έβρασα σε αλατισμένο νερό, τις στράγγισα κι έριξα ελάι και λεμόνι. Ούτε που πρόσεξα ποιος τις έφαγε».
«Ποια άλλα παντρεμένα φαγητά κάνετε;» ρώτησε η Παναγιώτα.
«Ναι, κάνουμε φακόρυζο, αγκινάρες με κουκιά, αγκινάρες με ρύζι, φασουλόρυζο, λαχανόρυζο κι άλλα».
«Το φακόρυζο, τι είναι; Δεν το έχω ξανακούσει».
«Α! Βράζουμε τη φακή αλλά όχι πολύ, μέχρι να μισοψηθεί, σουρώνουμε τα πολλά ζουμιά και ρίχνουμε όσο νερό χρειάζεται για το ρύζι. Δεν βάζουμε πολύ ρύζι, ίσα ίσα να μην καλοφαίνεται, όταν βράσει. Το πλένουμε, το ρίχνουμε στην κατσαρόλα κι αφήνουμε να βράσουν μαζί και να φιλιώσουν. Δεν συμπάλλουμε τη φωτιά, πρέπει να είναι χαμηλή για να μην πιάσει κάτω και λασπώσει. Μετά, κόβουμε τσίκνωση ένα ή δύο ξερά κρομμύδια και τα καβουρντίζουμε στον ταβά. Όταν ροδίσουν και ψηθούν, τα ρίχνουμε στην κατσαρόλα και ανακατεύουμε ελαφρά. Έτοιμο, εγώ ρίχνω και μερικά φυλλαράκια δεντρολίβανου στο καβουρντισμένο κρομμύδι. Δίνει ξεχωριστή μυρωδιά», καυχήθηκε η Ανεστασούλλα.
«Στο τέλος προσφέραμε σταφύλια σε μεγάλη πήλινη πιατέλα μαζί με αρμυροτύρι, που αγαπιούνται και ταιριάζουν. Είχαμε κι ένα πανέρι πλουμιστό με ροδάκινα και σύκα και μια σάσκα με φραγκόσυκα. Όλα τα τίμησαν τα παιδιά, ε, Ανεστασούλλα;»
«Φραγκόσυκα, ε; Τροπικό φρούτο με πολλά αγκάθια. Φαντάζομαι πόσο δύσκολο είναι να τα καθαρίσεις».
«Δεν θέλουν κόπο αλλά τρόπο, κόρη μου. Όλες τις δουλειές, καλό μου, εύκολες ή δύσκολες για να τις ξετελέψεις, πρέπει να σκεφτείς πρώτα, αν δεν έχεις εμπειρία. Πάντα στην αρχή φαίνονται βουνό, αλλά σιγά σιγά κάθε νοικοκυρά βρίσκει τον καλύτερο τρόπο να τις κάνει. Τα φραγκόσυκα τα μαζεύουμε πριν βγει ο ήλιος, γιατί τότε τα αγκάθια τους είναι μαλακά και δεν κεντούν. Να σου μαρτυρήσω ότι μερικές φορές όταν είμαι στο περιβόλι και έχω πολλές δουλειές, μπορεί να ανέβει ο ήλιος και μια οργιά για να τα μαζέψω; Αυτό που παρατήρησα είναι ότι θέλουν αμέσως καθάρισμα. Αν μείνουν, μαλακώνουν. Όταν είμαστε οι δυο μας με τη ζωγραφιά μου καθαρίζω μερικά για τη μέρα μας κι όποτε θέλουμε, ξαναμαζεύω».
«Αναρωτιέμαι, θα μπορούσαμε άραγε να φτιάξουμε μαρμελάδα με φραγκόσυκα;» Ψέλλισε η Παναγιώτα.
«Να γίνεται άραγε;» αναρωτήθηκε η Ανεστασούλλα.
«Θα τα καθαρίσουμε, θα τα βράσουμε με λίγο νερό σε πολύ σιγανή φωτιά και θα τα περάσουμε από τον ψιλό μύλο, για να πετάξουμε τα σπόρια. Στη συνέχεια, θα βράσουμε τον χυμό τους μέχρι να πήξει και να γίνει μαρμελάδα. Αν ρίξουμε και λίγη ζάχαρη θα κάνουμε περισσότερη μαρμελάδα. Όπως έκανε η μάνα μου τη μαρμελάδα από βατόμουρα τα καλοκαίρια που μέναμε στο δάσος».
«Άλλο τα βατόμουρα, άλλο τα φραγκόσυκα, αφήστε τα αυτά, μαρμελάδα από φραγκόσυκα… Πού ακούστηκε;» τις αποπήρε ο Μηνάτσης.
«Μη σου πούμε να ξεφύγεις απ’ αυτά που έμαθες να κάνεις», τον ξεμπρόστιασε η Ανεστασούλλα.
«Ίσως έχεις δίκιο, Μηνάτση. Η μυρωδιά τους ίσως να μην ελκύει να τα φας μαρμελάδα», είπε η Παναγιώτα.
«Έχεις δίκιο», συμφώνησε και η Ανεστασούλλα, αφού το σκέφτηκε.
«Από μένα περιμένατε να σας το πω, κόρες;» γκρίνιαξε ο Μηνάτσης.
«Ποια γλυκά φτιάξατε για τον Κωστή και την παρέα του;»
«Φτιάξαμε μυντζητροπίτια, πακλαβά Καρπάθου και μια μεγάλη τσανάκα λουκουμάες».
«Για τα μυντζητροπίτια είχα μέλι, πετουμέζι και χαρουπόμελο».
«Χαρουπόμελο; Πώς το έφτιαξες;
«’Έφτιαχνε η μάνα μου και το φτιάχνω κι εγώ. Μάζεψα τα χαρούπια, τα έπλυνα και τα έκοψα κομματσούλια. Τα έβαλα στο τσουκάλι με νερό για δυο μέρες να μαλακώσουν και τα έβρασα στο ίδιο νερό για αρκετές ώρες μέχρι να βγάλουν τη γλύκα, το άρωμα και το χρώμα τους. Έβγαλα με τη σειροκουτάλα τα χαρούπια, σούρωσα το ζουμί και το έβρασα μέχρι να πήξει. Το χαρουπόμελο είναι αγνό και θρεπτικό, Παναγιώτα. Παλιά φτιάχναμε και χαρουπάλευρο, αλλά σε λίγα χρόνια θα το παίρνουμε έτοιμο, έτσι νομίζω».
«Έχουμε σε εκκρεμότητα τον πετεινό, θυμάστε; Αυτόν που μαγείρευες στο μαγέρικο του Πειραιά, πώς γίνεται, είναι νόστιμος;»
«Είναι ξεχωριστό φαΐ. Γίνεται με τον ίδιο τρόπο που γίνεται και το αρνί. Βυζάντι λέμε το μικρό αρνί ή ρίφι, που βυζαίνει ακόμη», πρόλαβε ο Μηνάτσης.
«Α, όλα κι όλα, εγώ θα πω και για τον πετεινό. Θυμάμαι τη μάνα μου που τον έριχνε σε ζεστό νερό και τον μαδούσε. Μετά, τον κρατούσε από τα πόδια και το κεφάλι πάνω από τη φωτιά για να καούν τα μικρά πούπουλα και τον έκανε μπάνιο με πράσινο σαπούνι στην αυλή. Τέλος έβγαζε τα εντόσθια και τον άφηνε να στραγγίσει. Εγώ φυσικά ούτε σφάζω ούτε ξεκοιλιάζω, δεν αντέχω. Πιο παλιά που είχαμε κότες αυτή τη δουλειά την έκανε ο Μηνάτσης. Τώρα, καλό μου, που αγοράζουμε κόκορα τον μουλιάζω πρώτα με ξίδι και τον ξεπλένω με νερό. Αφού τον βάλω στο ταψί, ετοιμάζω τη γέμιση. Καβουρντίζω με ελάι ένα ξερό κρομμύδι κομμένο τσίκνωση μαζί με τα εντόσθια του πετεινού ψιλοκομμένα. Δεν τα πετάω, όταν τα πουλλιά είναι του χωριού μας. Στην εγγονή μου στην Αμερική που είμαστε βρίσκαμε ολόκληρες κότες, αλλά χωρίς εντόσθια. Να σου πω, κόρη μου; Καλύτερα, γιατί θα τα πέταγα έτσι κι αλλιώς. Μετά, ρίχνω ένα ξύλο κανέλλας και δυο μοσχοκάρφια, λίγο πελτέ ντομάτας, το νερό και στο τέλος τον χόντρο. Ξέρεις, δεν θέλει και πολύ χόντρο, γιατί η κοιλιά του πετεινού είναι μικρή. Να, θα βάλεις περίπου μια κούπα του τσαγιού και πολύ σου λέω. Αφήνεις τον χόντρο να μισοκρυώσει, ποτέ δεν τον βάζεις καυτό, γεμίζεις την κοιλιά και την ράβεις. Αν καμμιά φορά με γελάσει το μάτι μου και βάλω παραπάνω χόντρο ή τον βάλω επειδή τον έχουμε πεθυμήσει, τότε ό,τι περισσέψει τον ρίχνω στον λαιμό και ράβω το δέρμα. Τον πετεινό τον αλείφω απ’ έξω με λίγη σάλτσα ντομάτας μαζί με ελάι, αλάτσι και πιπέρι. Τις πατάτες εκτός από το αλάτσι, το πιπέρι και το ελάι τις ανακατεύω κι αυτές με χυμό λεμονιού και για να τις κάνω πιο πικάντικες βάζω μισή δαχτυλήθρα πελτέ διαλυμένη σε λίγο νερό. Ανάβω τον φούρνο και τον ψήνω. Άλλες νοικοκυρές τον αλείφουν με βώτυρο, κι εγώ πολλές φορές βάζω, γίνεται πιο νόστιμη η πέτσα του».
«Μπορούμε να βάλουμε ρύζι αντί για χόντρο;» ρώτησε η Παναγιώτα, η οποία προς στιγμήν παρασύρθηκε και σκέφτηκε να κάνει το ίδιο φαγητό, αλλά δεν μπορούσε να φανταστεί πού θα έβρισκε χόντρο.
«Ναι, βέβαια γίνεται. Νομίζω έχει την ίδια νοστιμιά με τον χόντρο και είναι πιο εύκολο να το φτιάξεις. Εμείς πολλές φορές τις Κυριακές κάναμε πούλλα γεμιστή με ρύζι. Βάζω και πατάτες στο ταψί και νοστιμίζουν με το ζουμί της».
«Ξέρεις ποια φαγητά ζήτησε η εγγονή μας στην Αμερική; Μακαρούνες, πακλαβά, λαχανόπιτες και γεμιστό αρνί ή ρίφι βυζάντι[178] (το μικρό αρνί ή ρίφι που βυζαίνει ακόμη) οφτό[179] (αρνί ή ερίφι παραγεμισμένο με χόντρο ή ρύζι και ψημένο στον φούρνο, από αρχ. επίθ. απτός)».
«Ώστε έτσι, το γεμιστό αρνί το λέτε οφτό;»
«Ναι και είναι μπελαλίδικο. Είναι το παραδοσιακό φαγητό του Πάσχα. Μάλιστα, το γεμίζουμε και το βάζουμε στον φούρνο το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, σφραγίζουμε το άνοιγμα του φούρνου και το βγάζουμε την ημέρα της Ανάστασης».
«Η διαδικασία παρασκευής του είναι πολύπλοκη. Αφαιρούμε το κεφάλι και τον λαιμό και κόβαμε τη ραχοκοκαλιά εκεί περίπου που αρχίζουν τα μπούτια, αφήνοντας αρκετό δέρμα κοιλιάς, ώστε να πάρει περισσότερο χόντρο, αλλά και για να μη δυσκολευτούμε στο ράψιμο. Είμαστε και μεγάλη οικογένεια και το Πασχαλινό φαγητό έπρεπε να είναι πλούσιο για να χορτάσουν όλοι. Οικονομία δεν κάναμε την ημέρα της αγάπης», ξεκίνησε ο Μηνάτσης.
Στη συνέχεια πλένουμε τον λαιμό, το καθαρίζουμε από τρίχες και το πασπαλίζουμε με αλάτσι και πιπέρι μέσα έξω. Μετά, ράβουμε με αρμενοράφη, όσο καλύτερα μπορούμε, το άνοιγμα του λαιμού. Άλλοι βάζουν κομμάτι ψίχας ψωμιού και κλείνουν το άνοιγμα, αλλά ο Μηνάτσης δεν το συνηθίζει, επειδή θεωρεί πεταμένο το ψωμί αφού όσες φορές το έβαλε κανένας δεν ήθελε να το φάει. Ύστερα ράβουμε το μισό περίπου από το άνοιγμα της κοιλιάς. Στη συνέχεια, ετοιμάζουμε τη γέμιση. Καβουρντίζουμε δυο τρία ξερά κρομμύδια ψιλοκομμένα μαζί με τα εντόσθια που τα έχουμε κόψει μικρά κομματάκια, ρίχνουμε λίγη σάλτσα ντομάτας, ξύλα κανέλλας, μοσχοκάρφια, αλάτσι και πιπέρι, το μισό νερό απ’ όσο χρειάζεται για τον χόντρο και τέλος τον χόντρο. Αφήνουμε να μισοκρυώσει ο χόντρος. Άλλες νοικοκυρές γεμίζουν το βυζάντι με ρύζι κι αυτό το γέμισμα το λέμε πασπαρά[180] (το γέμισμα αρνιού με ρύζι). Γίνεται νόστιμος και μυρωδάτος με ρύζι, αλλά σαν τον χόντρο δεν είναι. Ο χόντρος έχει τη μυρωδιά του φρεσκοκομμένου σταριού, που σε συνδυασμό με τα μυρωδικά και τη μυρωδιά του σιγοψημένου κρέατος κάνουν τη διαφορά. Το γέμισμα της κοιλιάς το κάνουμε με κουτάλα και είναι η πιο ιερή στιγμή. Παντρεύουμε δύο γίγαντες, τον χόντρο και το βυζάντι και γεννιέται το οφτό βασιλιάς ή το παντεσπάνι της Μαρίας Αντουαννέτας ή ο μόσχος ο σιτευτός ή το μάνα εξ ουρανού ή το νερό του κατσαμπά στην ανηβροχιά ή το ταξιοψώμι για τον ταξιδιάρη. Όπως και να το πούμε το οφτό έχει γεύση θεϊκή που δεν υπάρχει όμοιά της. Το ράψιμο του υπόλοιπου δέρματος της κοιλιάς, το άλειμμα απ’ έξω με βώτυρο ψητάρη και σάλτσα και το πασπάλισμα με αλάτσι και πιπέρι είναι σαν οι τελευταίες πινελιές φημισμένου ζωγράφου», έκανε η Ανεστασούλλα.
«Πω, πω! Θέλει δουλειά για να γίνει», είπε η Παναγιώτα.
«Ναι, καμάρι μου, θέλει πάνω από μια ώρα να το ετοιμάσεις, να το γεμίσεις και να το ράψεις. Έχει κόπο, αλλά αξίζει. Η νοστιμιά του σε αποζημιώνει», είπε ο Μηνάτσης.
«Άσε τον Μηνάτση να λέει, καμάρι μου. Κοντά δύο ώρες παιδευόμαστε μέχρι να είναι έτοιμο για τον φούρνο. Συνήθως εγώ το ετοιμάζω και ο Μηνάτσης ανάβει τον φούρνο. Εγώ είμαι η μαστόρισσα του οφτού κι εκείνος ο μάστορας του φούρνου. Τα τρία πράγματα που πρέπει να προσέξεις στο οφτό είναι να βάλεις ανάλογο νερό στον χόντρο, για να γίνει σπυρωτός, να μην γεμίσεις μέχρι πάνω το κουφάρι, για να μην ανοίξει και το τελευταίο να μην το αλείψεις με πολλή σάλτσα απ’ έξω, γιατί θα μαυρίσει στο ψήσιμο», την συμβούλεψε η Ανεστασούλλα.
«Όλα αυτά, κόρη μου, τα κάναμε για το γέμισμα. Τώρα άκου, έχει και συνέχεια. Βάζουμε αρκετές κληματόβεργες σε μεγάλη πήλινη τσανάκα για να ακουμπήσει το βυζάντι και ρίχνουμε νερό ώστε να μην ακουμπά το κρέας. Μετά, βάζουμε την τσανάκα στον φούρνο, τον κλείνουμε με τούβλα και λάσπη και τον αφήνουμε όλη την νύχτα να σιγοψηθεί. Παλιά σκέπαζαν το οφτό με φύλλο ζύμης», είπε ο Μηνάτσης
«Καλά, δεν καίγεται όλη τη νύχτα σε τόση ζέστη;» ρώτησε απορημένη η Παναγιώτα.
«Δεν καίγεται. Γι’ αυτό χτίζουν το όμπα του φούρνου με τούβλα και λάσπη και κάνουν νυχτέρι όλη την νύχτα, για να μην σκάσει η λάσπη και πάρει αέρα ο φούρνος. Τότε αλλοίμονο! Θ’ ανάψουν τα κάρβουνα και τα οφτά θα γίνουν καβντούκι. Μας έτυχε κι αυτό ένα Πάσχα», ξεπετάχτηκε η Ανεστασούλλα.
«Και αυτές οι…λαχανόπιτες, που είπες προηγουμένως;» ρώτησε δειλά η Παναγιώτα.
«Α! Τα λένε και πιτιά ή κοπέλες. Να σου πω, για να περάσει και η ώρα. Το μυστικό είναι να βάλεις πολλά είδη χόρτων και ιδιαίτερα καλοκαιρινών, όπως βλίτα, μαυροκουκιά, ντομάτα, κολοκύθι, κολοκυθόμουρες, κολοκυθοπούλια, πολλά κρομμύδια, πατάτα, βάλσαμο, όλα ψιλοκομμένα και λίγο ρύζι. Μετά, κάνεις τη ζύμη για το φύλλο. Οι περισσότεροι βάζουν μαγιά, ελάι και αλάτσι. Γίνεται πιο μαλακιά η ζύμη. Εμείς τα κάνουμε χωρίς μαγιά, αλλά βάζουμε περισσότερο ελάι. Ξέρεις, ανοίγεις μικρό στρογγυλό φύλλο, βάζεις τη γέμιση στη μία μεριά και το κλείνεις, ώστε να γίνει σαν μισοφέγγαρο. Μετά πιέζεις γύρω γύρω να κολλήσει το πάνω μέρος του φύλλου με το κάτω, κάνεις την μπιρμπίλλα και τα ψήνεις στο φούρνο. Έτοιμα και λαχταριστά, αλλά και πασαμυρωδάτα!» είπε η Ανεστασούλλα.
«Τι μπιρμπίλλα είναι αυτή;»
«Μα, Παναγιώτα, εσύ θέλεις να γίνεις μονομιάς Καρπαθιά;» χαμογέλασε ο Μηνάτσης.
«Πώς να σου το εξηγήσω; Είναι σαν όμορφο δίπλωμα της άκρης των δύο φύλλων για να μην ανοίξουν στο ψήσιμο, αλλά και για να είναι όμορφα», απάντησε η Ανεστασούλλα και πιάνοντας την ποδιά της τη δίπλωσε στη μέση και της έδειξε πως γίνεται η μπιρμπίλλα. Να σου πω, κόρη, η κάθε νοικοκυρά βρίσκει τον τρόπο για την κάθε δουλειά. Την μπιρμπίλλα την λέμε και κουρουνέττι».[181] (γύρισμα των άκρων του φύλου της λαχανόπιτας προς τα πάνω).
«Από τα λίγα που άκουσα, δίνετε μεγάλη σημασία στην ομορφιά αυτών που φτιάχνετε», μονολόγησε η Παναγιώτα.
«Και πού να δεις τα κανίσκια στους γάμους και τα βαφτίσια, που έφτιαχνε στα νιάτα της η λαλλά μου, η Μαρού η Σεβνταλού», είπε ενθουσιασμένος ο Μηνάτσης.
«Πού να δεις τους άρτους μας στα πανηγύρια», καυχήθηκε η Ανεστασούλλα.
«Α, ξέχασα, Παναγιώτα, δεν σου είπα για τους άρτους που φτιάχναμε στο μαγέρικο Διαλεχτές Λιχουδιές» που δούλευα», θυμήθηκε ο Μηνάτσης.
«Τι να μάθω; Για τους άρτους ξέρω, τους φτιάχνανε και στο χωριό που έζησα στα μικράτα μου και τους μοιράζανε μετά τη λειτουργία. Μάλιστα, αν θυμάμαι καλά, φτιάχναμε πέντε αφράτους και γλυκούς άρτους, που μυρίζανε γλυκάνισο. Αυτά», προσπάθησε να θυμηθεί η Παναγιώτα.
«Ω κόρη μου, στην Κάρπαθο οι άρτοι δεν είναι όπως αλλού. Τυπωμένη[182] (μεγάλος άρτος για επίσημες εκδηλώσεις και πανηγύρια) λέμε τον μεγάλο άρτο, που φτιάχνουμε στις επίσημες εκδηλώσεις και στα πανηγύρια. Άσε το μαγέρικο, Μηνάτση, για να πούμε για τις τυπωμένες», πρότεινε η Ανεστασούλλα.
«Ωραία λοιπόν. Την Τυπωμένη πώς την φτιάχνετε;»
«Στα πανηγύρια κάνουμε άρτο, όταν έχουμε τάξει κάποιον αγαπημένο μας στον Άγιο ή αν θέλουμε να τον ευχαριστήσουμε για την ευλογία του. Ω, κόρη μου! Για να γίνει ο άρτος, χρειάζεται ολόκληρη ιεροτελεστία. Ζυμώνουμε δυόμισι έως τρία κιλά αλεύρι. Όλοι βάζουν μόνο χάσικο,[183] (λεπτό και κατάλευκο αλεύρι, από τουρκ. has αγνός καθαρός), αλλά εγώ συνηθίζω να βάζω και λίγο μαύρο. Δεν θέλω να είναι ο άρτος σκούρος από τα πολλά μπαχαρικά. Ξέχασα, βάζω και ένα κουστούϊ μαύρο ή κριθαρένιο. Οι περισσότερες νοικοκυρές κάνουμε τον άρτο μυρωδάτο με γλυκάνισο, κίμινο, κανέλλα και μοσχοκάρφια. Βάζουμε αλάτι και λίγη ζάχαρη, για να γίνει νόστιμος».
«Η ζωγραφιά μου ρίχνει εκτός από ελάι και ένα κρασοπότηρο γλυκό καρπάθικο κρασί, έτσι για να τιμούμε και τα τρία προϊόντα της μάνας γης. Αν έχουμε, ρίχνει και λίγο ποτό μαστίχα», την διέκοψε ο Μηνάτσης.
«Λοιπόν, πού είχα μείνει; Τον ζυμώνουμε, αφήνουμε τη ζύμη ν’ ανέβει και τον πλάθουμε. Έχουμε ετοιμάσει το σησάμι με τα μυρωδικά και τον τυλίγουμε απ’ έξω με πολύ σησάμι, γλυκάνισο, κίμινο και λίγο μαυροσήσαμο. Μετά, τον δένουμε γύρω γύρω με σκληρό πανί, καταλαβαίνεις κόρη μου, για να γίνει στρογγυλός. Τον σφραγίζουμε με το τυπάρι σε πέντε μεριές σε σχήμα σταυρού και τον ξομπλιάζουμε με ολόκληρα μοσχοκάρφια. Μόλις αρχίζει να φουσκώνει, βγάζουμε το πανί και τον ρίχνουμε προσεχτικά στον φούρνο», εξήγησε η Ανεστασούλλα.
«Δεν τον βάζετε σε ταψί;»
«Που να βρεθούν, Παναγιώτα, τα ταψιά στην εποχή μας και μάλιστα τόσο μεγάλα; Ίσως γι’ αυτό σκεφτήκαμε τη λύση του σκληρού πανιού. Ξέρεις πως στα πρώτα χρόνια που ζήσαμε στον Πειραιά χρησιμοποιούσα για ταψί το στρογγυλό καπάκι από το δοχείο βουτύρου; Γινόταν μικρός και παχύς ο άρτος, αλλά για τη χάρη των Αγιών μας και μόνο τον έφτιαχνα. Με τον ίδιο τρόπο έφτιαχνα και ψωμί. Τότε που είμαστε οι δυο μας ήταν ό,τι έπρεπε».
«Α! Πράγματι! Η ζωγραφιά μου είναι τρυπάνι σ’ αυτά. Το μυαλό της γεννά και ξεγεννά τις πιο πρωτότυπες ιδέες», είπε κορδωμένος για τη γυναίκα του.
«Θα γίνεται νόστιμος και μυρωδάτος ο άρτος σας, ε;» ρώτησε η Παναγιώτα.
«Όλοι οι άρτοι είναι νόστιμοι, αλλά για το δικό μου έχουν όλοι να λένε. Πάντα τον κάνω λεπτό και τον καλοψήνω, ώστε να μη μένει λασπερός. Επίσης, δεν ρίχνω και πολλά μπαχαρικά ή, μάλλον, ρίχνω τόσα, ώστε να μην πικρίζει και να μην είναι βαρύς για το στομάχι. Είναι πολύ νόστιμος με το ψημένο σησάμι και τα μυρωδικά», παινεύτηκε η Ανεστασούλλα.
«Στα μεγάλα πανηγύρια μπορεί να φέρουν οι πιστοί μέχρι και εκατό άρτους! Μετά τη λειτουργία και την αρτοκλασία τους κόβουν μεγάλα κομμάτια και τους μοιράζουν στους πιστούς. Ξέχασα να σου πω ότι μετά το ψήσιμο γράφουμε με μοσχοκάρφια πάνω στον άρτο τα αρχικά του ονόματος του αγαπημένου μας προσώπου, που έχουμε τάξει. Αυτό το κομμάτι με το όνομα το παίρνει εκείνος που πρόσφερε τον άρτο», συνέχισε ο Μηνάτσης.
«Ξέρετε πόσο συγκινούμαι όταν κάνω άρτο για κάποιον που έχει πρόβλημα με την υγεία του; Παρακαλώ να τον κάνει ο Άγιος καλά, καθώς καρφώνω τα μοσχοκάρφια και γράφω το όνομά του».
«Επίσης, ξέχασα να σου πω και κάτι ακόμη που κάναμε στις Διαλεχτές Λιχουδιές του Πειραιά. Επειδή γιορτάζουμε πολλούς Αγίους στον τόπο μας με λειτουργία, αρτοκλασία, φαγητό και γλέντι, το αφεντικό είχε δαιμόνιες ιδέες και όλα τα έκανε, για να βγάζει πολλούς παράδες. Ήταν και φεγγαριακός, πότε μας καλόπιανε, άλλες φορές τσακωνόμαστε, αλλά καλά περάσαμε. Στα μεγάλα πανηγύρια, λοιπόν, όπως του Δεκαπενταύγουστου, της Υπαπαντής, του Άι Γιάννη, του Χριστού, του Άι Γιώργη, του Αγίου Παντελεήμονα, του Σταυρού, του Άι Νικόλα, της Αγίας Σοφίας, παραγγέλναμε στον φούρναρη και ζύμωνε πολλούς άρτους. Του δίναμε τη συνταγή, για να είναι νόστιμοι και μυρωδάτοι όπως στην πατρίδα. Τους στέλναμε στην κοντινότερη εκκλησία να διαβαστούν στην υγεία των απόδημων και αφού τους κόβαμε, δίναμε σε κάθε πελάτη ένα κομματάκι μετά το φαγητό. Δεν μπορείς να φανταστείς με πόση λαχτάρα τον έτρωγαν και σταυροκοπιόντουσαν ψιθυρίζοντας απόκρυφες ευχές».
«Δε με ρώτησες και για τα κοιλιόουρα, που είναι τα αντέρια και ο πατσάς των αρνιών. Στο μαγέρικο που δούλευα βάζαμε και τα πόδια των ζώων. Τα χέρια μου ψηνόντουσαν από τα καυτά νερά για να τα καθαρίσω από τις τρίχες.
«Έχω μπλοκάρει. Τόσες πολλές πληροφορίες άκουσα, ευτυχώς που σκαμπάζω κι από μαγειρική, αλλιώς θα τ’ απόσωνα. Σ’ ακούω, Μηνάτση», είπε η Παναγιώτα και φοβήθηκε πως το στομάχι της θα δενόταν πάλι κόμπο.
Ξαφνικά, πετάχτηκε ανυπόμονη η Ανεστασούλλα.
«Λοιπόν, τα κοιλιόουρα είναι φαΐ γι’ αυτούς που ξέρουν να τρώνε. Καλοπλένεις τον πατσά του αρνιού και τον κόβεις κομματάκια. Τραβάς τα αντέρια για να φύγουν οι ακαθαρσίες, μετά τα κρατάς κάτω από τη βρύση, για να ξεπλυθούν, τα πλένεις σε αλατόνερο και τα γυρίζεις με ξυλάκι από σκληρό ξύλο. Τα τρίβεις με αλάτσι και τα ρίχνεις σε χοχλαστό νερό και, μόλις σφίξουν, τα βγάζεις και τα κόβεις σε μεγαλούτσικα κομμάτια. Για πες εσύ, Μηνάτση, για τα ποδαράκια, πού ήσουν μάστορας από παλιά;»
«Πολλά πλυσίματα άκουσα για τα άντερα. Αν είναι βυζάντι το ζώο δεν χρειάζονται ούτε γύρισμα. Υπερβολές της ζωγραφιάς μου… Όσο για τις τρίχες των ποδιών, πρέπει να είσαι μαγγιώρος και σβέλτος. Τα βουτάς σε βραστό νερό για λίγη ώρα και δοκιμάζεις γρήγορα γρήγορα να τις βγάλεις. Αν δεν είναι πολύ καυτό το νερό, δεν βγαίνουν, αλλά κι αν είναι χοχλαστό, ψήνεται το δέρμα και πάλι δεν βγαίνουν. Το μυστικό είναι να ρίχνεις στο νερό ένα, ένα, να το μαδάς και μόλις τελειώνεις, να βουτάς το επόμενο. Εγώ τα καταφέρνω σχεδόν καλά, αλλά στο τέλος τα χέρια μου πονάνε. Πάντα, όταν τελείωνα, έλεγα μέσα μου, αύριο κλαίνε, Μηνάτση».
«Μετά, αναλαμβάνω εγώ τα εύκολα! Στηρίζω ένα ένα στο περόνι και καψαλίζω όσες τρίχες έμειναν. Πού να μ’ έβλεπες τα χρόνια που έκανα αυτή τη δουλειά στη φωτιά. Τότε ήταν σκέτο βασανιστήριο. Μετά, τα πλένω, τα χαράζω στην κλείδωση και είναι έτοιμα για την κατσαρόλα», εξήγησε η Ανεστασούλλα.
«Μπελαλίδικο φαΐ!» σκέφτηκε η Παναγιώτα.
«Θα συνεχίσω εγώ», πετάχτηκε ο Μηνάτσης.
«Πιταυτικού[184] (επίτηδες) το κάνεις, για να φανείς νοικοκύρης», τον αποθάρρυνε η Ανεστασούλλα, αλλά αυτός είχε ήδη ξεκινήσει.
«Τσιγαρίζεις στη φωτιά τα πόδια, τα άντερα και τον πατσά με ελάι και ένα δυο κρομμύδια ψιλοκομμένα. Όταν αρχίζουν να ροδίζουν, ρίχνεις δύο τρεις ψιλοκομμένες ντομάτες και σιγοβράζεις μέχρι να πιούν τα ζουμιά τους. Ρίχνεις ένα μικρό ξύλο κανέλλας δυο τρία γαρύφαλλα και αρκετό νερό να σκεπαστούν. Βράζεις σε σιγανή φωτιά, έως ότου ψηθούν και μαλακώσουν και μετά ρίχνεις τις πατάτες. Αλατίζεις το φαγητό, ρίχνεις λίγο νερό, αν χρειάζεται, και βράζεις σε πολύ σιγανή φωτιά μέχρι να ψηθούν και οι πατάτες. Σ’ αυτό το στάδιο θέλει λίγη προσοχή να μην κολλήσει η σάλτσα. Το σβήνεις, κινώνεις στο πιάτο και ρίχνεις μπόλικο τριμμένο πιπέρι. Το απολαμβάνεις με ψωμί ζυμωτό βουτηγμένο στη σάλτσα και φυσικά με κόκκινο γλυκό κρασί. Αν έχεις ένα πιπεράκι κι ένα μανούλι είναι ό,τι καλύτερο. Για μένα είναι από τα πιο νόστιμα ντόπια φαγητά. Όλα τα από μέσα του αρνιού μαζί με τα ποδαράκια τα κάνουμε και βραστά αβγολέμονο με ρύζι, κρομμύδι φρέσκο ή ξερό και άνηθο. Έτσι ακριβώς κάνουμε και το φαγητό της νύχτας του Μεγάλου Σαββάτου, μόνο που δεν ρίχνουμε ρύζι ούτε το αβγοκόβουμε, αλλά βάζουμε και κρέας με κόκκαλο, για να διαπιστώσουμε αν είναι νόστιμο, ιδιαίτερα αν ήταν δικό μας. Γίνεται πεντανόστιμο. Τα άντερα με τις όγλεισες[185] (τα λίπη και οι ελιές γύρω από τα λεπτά έντερα) τα κάνουμε τηγανητά με ελάι, αφού προηγουμένως τα αλευρώσουμε. Σε μένα έτσι αρέσουν περισσότερο», συνέχισε η Ανεστασούλλα.
«Γαρδούμπες κάνετε;» ρώτησε η Παναγιώτα.
«Βέβαια, κόβουμε σε μακρόστενα κομμάτια τη συκωταριά, πιάνουμε ένα ένα κομμάτι και το τυλίγουμε με άντερα. Μετά, τις τηγανίζουμε ή τις ψήνουμε σε σχάρα στο τζάκι», απάντησε ο Μηνάτσης.
«Κάποιο Πάσχα έκανα κι εγώ, μόνο που τις έψησα στο φούρνο με λίγο λαδάκι μέχρι που απορρόφησαν τα ζουμιά. Μόλις ψήθηκαν, έριξα από πάνω θυμάρι. Ήταν νόστιμες κι έγιναν ανάρπαστες».
Της Παναγιώτας το στομάχι δεν διαμαρτυρήθηκε αυτή τη φορά. Σαν να δοκίμασε τα φαγητά που άκουσε χωρίς να αναγουλιάσει.
«Μα είναι δυνατό να μου άρεσαν;» σκέφτηκε.
14.
«Κάτι μας χρωστάς, Παναγιώτα. Ποιος ήταν ο Αλέξανδρος;»
«Το αρνάκι μας, το παιχνιδιάρικο που ήταν άσπρο σαν το χιόνι, τους κοίταξε με χαμογελαστή ματιά. Ο πατέρας μου το πήρε μόλις γεννήθηκε, για να το μεγαλώσουμε και να το θυσιάσουμε το Πάσχα. Διάλεξε το όνομα για να γίνει, λέει, μυώδες και δυνατό όπως ο Μέγας Αλέξανδρος. Από μικρό χαιρόμαστε να το ταΐζουμε με το μπιμπερό και όταν μεγάλωσε, έτρωγε μέσα απ’ τη χούφτα μας. Μεγαλώνοντας κάναμε άπειρα παιχνίδια, το κυνηγούσαμε, το καβαλάγαμε, το παίρναμε αγκαλιά, αλλά όταν έβγαλε κέρατα και παραμεγάλωσαν, το φοβόμαστε. Είχε δύναμη και την έδειχνε, έτρεχε να μας κουτουλήσει. Η μάνα μας δεν ήθελε να το σφάξουμε στο σπίτι και το πήρανε μακριά με φορτηγό, τον Αράπη. Το μόνο που έχω ακόμη από τον Αλέξανδρο είναι η προβιά του, που την άπλωσε η μάνα μου στον ήλιο με μπόλικο αλάτι για να ξεραθεί και μετά την έπλυνε και την άφησε να στεγνώσει. Πόσο μεγάλη φαινόταν τότε», είπε η Παναγιώτα με φωτεινό χαμόγελο.
«Ξέρετε; Όλα τα παιδικά χρόνια τα πέρασα ανέμελα παίζοντας ώρες ατέλειωτες με πολλά και διάφορα αυτοσχέδια παιχνίδια. Και τι δεν έκανα! Τηγάνιζα χωματένια κεφτεδάκια, ζύμωνα ψωμί, έφτιαχνα λασπένιες πατάτες. Μετά, όλα τα έψηνα στον ήλιο».
«Και ποια ήταν τα άλλα παιχνίδια σου;» ρώτησε η Ανεστασούλλα.
«Έφτιαχνα χαρταετούς με εφημερίδες, καλάμια και ζυμαρόκολλα! Μετά, προσπαθούσα να τους πετάξω. Ατέλειωτες ώρες πάνω κάτω, πέρα δώθε, για να βρω αέρα. Επέμενα και προσπαθούσα… Λίγες ήταν οι φορές που ανέβαιναν ψηλά και τότε να βλέπατε χαρές και ικανοποίηση. Έφτιαχνα ξυλοπόδαρα με ντενεκεδένια κουτιά και σύρμα! Ξέρετε, αρκετές μέρες προσπαθούσα να μαζέψω τα υλικά. Μετά, έπρεπε να τρυπήσω τα τενεκεδάκια, να κόψω το σύρμα, να το περάσω από τις τρύπες, να το δέσω… Συναντούσα διάφορες δυσκολίες, αλλά δεν το έβαζα κάτω. Εκεί πάλευα, μέχρι να τελειώσω. Στο τέλος πια έβαζα κάθε πόδι πάνω στο τενεκεδένιο κουτί και κρατιόμουν με τα χέρια από τα δύο σύρματα. Δεν μπορώ να σας περιγράψω την ικανοποίησή μου. Τα είχα δει που τα φορούσε ένας πλανόδιος κλόουν απ’ αυτούς που γύριζαν κι έδιναν παραστάσεις στα χωριά τα καλοκαίρια. Ενθουσιάστηκα και τον αντέγραψα. Χαιρόμουν τόσο με όσα έφτιαχνα με τα χέρια μου… Τότε δεν ήξερα τον λόγο, αλλά τώρα γνωρίζω πως με ότι και να καταπιαστεί ο άνθρωπος και το τελειώσει, εκτός από το καμάρι που νιώθει, του φέρνει και μεγάλη χαρά επειδή ο εγκέφαλος εκκρίνει ορμόνες χαράς και ικανοποίησης».
«Πω, πω! Τι φαντασία! Μα εσύ δεν σταματούσες καθόλου. Συνέχεια με κάτι καταπιανόσουν», φώναξε ενθουσιασμένος ο Μηνάτσης.
«Πράγματι, ησυχία δεν είχα. Όλο και κάτι σκαρφιζόταν το παιδικό μου μυαλουδάκι. Επίσης, έραβα φουστάνια, φούστες και ζιπούνια για τις κούκλες μου. Αργότερα που μεγάλωσα έμαθα να κεντάω και να ράβω. Έχω τη γνώμη πως το κέντημα βοηθά το νευρικό σύστημα και λειτουργεί σαν αγχολυτικό».
«Για αυτό κι εγώ όταν έχω νεύρα ή άγχος, πιάνω το εργόχειρο και τέρμα η ένταση. Αποδεδειγμένο», έκανε η Ανεστασούλλα.
Η Παναγιώτα γύρισε και την φίλησε.
«Κι εγώ, έτσι που σε άκουσα να μιλάς, νόμιζα ότι δεν έπαιζες κούκλες, ότι ήσουν… αρτσενικοθέλυκος», τόλμησε να ξεστομίσει ο Μηνάτσης.
«Πες το, Μηνάτση. Το κατάλαβα. Όχι, όχι, δεν ήμουν αγοροκόριτσο… Να σας πω και για τα παπούτσια μου. Εκείνη την εποχή καθημερινά παπούτσια έφτιαχνε ο Φώτης ο τσαγκάρης. Ήμουν πολύ ζωηρή και περπατούσα άτσαλα, με τρόπο που τρίβονταν και χαλούσαν οι δερμάτινες σόλες».
«Ήσουν πετσοκατελύτης δηλαδή», γέλασε η Ανεστασούλλα.
«Ο Φώτης και ο πατέρας μου είδαν κι αποείδαν. Δεν ήξεραν τι να κάνουν. Κάθε λίγο και λιγάκι ήθελα καινούργια τακούνια στα παπούτσια».
«Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο, παρά να βάλουμε πέταλα στις μύτες και στα τακούνια», πρότεινε ο τσαγκάρης.
«Έτσι κι έγινε… Έλα όμως, που γλιστρούσα σαν να είχα ρόδες κι ένιωθα σαν να φορούσα κάτι ξένο και αταίριαστο στα πόδια μου. Δεν τα βολεύτηκα και, όπως καταλαβαίνετε, τα γυρίσαμε στον τσαγκάρη κι έβγαλε τα πέταλα».
«Το ίδιο νιώθω κι εγώ με τα καινούργια δόντια! Ξένα, ξένα πράγματα μέσα στο στόμα μου. Τι περιμένεις; Δεν μπορώ να τα συνηθίσω, δεν μπορώ», παραμίλησε απογοητευμένη η Ανεστασούλλα.
«Να σας πω, αγαπητοί μου φίλοι, περισσότερο μου άρεσε να φτιάχνω παιχνίδια και γι’ αυτό δεν μου έλειψαν. Ακόμη και ντέφι έφτιαξε με το μεταλλικό στρογγυλό καπάκι από ντενεκέ», συνέχισε η Παναγιώτα.
«Εγώ έφτιαξα το καπάκι ταψί κι εσύ το έφτιαξες ντέφι», γέλασε η Ανεστασούλλα.
«Βρήκα καρφί και την κατάλληλη πέτρα και το τρύπησα γύρω γύρω σε τουλάχιστον δέκα μεριές. Παιδεύτηκα πολλές ώρες για να κάνω τις τρύπες. Μετά, έπρεπε να μαζέψω τα καπάκια από τα αναψυκτικά. Τα Σαββατοκύριακα που βγαίναμε την τσάρκα μας, όπως έλεγε ο πατέρας μου, εγώ έψαχνα κρυφά από τους γονείς μου στην αυλή του μοναδικού καφενείου του χωριού. Αφού μάζευα αρκετά καπάκια, έπρεπε να τα τρυπήσω κι αυτά και να περάσω ψιλό σύρμα, για να τα δέσω στο καπάκι». Όταν τα κρέμασα, κρατούσα έτοιμο το ντέφι στα χέρια μου με απέραντη ικανοποίηση. Καταλαβαίνετε».
«Εσύ έπρεπε να γίνεις οικοδόμος», γέλασε η Ανεστασούλλα.
«Έκανα πολλά φεγγάρια και τον οικοδόμο», σκέφτηκε η Παναγιώτα, αλλά δεν μίλησε.
«Και μετά; Τι το έκανες το ντέφι;» ρώτησε όλο περιέργεια ο Μηνάτσης.
«Φυσικά, δεν έφτανε μόνο να το φτιάξω, έπρεπε και να το χρησιμοποιήσω. Το έπαιζα παρακαλώ, ανεβασμένη πάνω στην αμυγδαλιά του κήπου, τραγουδώντας λαϊκά τραγούδια της εποχής, που με συγκινούσαν και με ευχαριστούσαν».
Μαντουβάλα, αγάπη γλυκιά μου, λαχταρώ να ‘ρθεις πάλι κοντά μου…
Σήκω χόρεψε κουκλί μου να σε δω, να σε χαρώ, τσιφτετέλι τούρκικο…
Απόψε κάνεις μπαμ, σε βλέπουν και φρενάρουνε και σταματούν τα τραμ…
Γαρίφαλο στ’ αυτί και πονηριά στο μάτι, η τσέπη πάντα αδειανή μα η καρδιά γεμάτη…
«Εμείς δεν τα έχουμε ακούσει αυτά τα τραγούδια», είπε η Ανεστασούλλα.
«Πράγματι! Πώς να τα ξέρατε; Ζούσατε στο νησί. Ήταν της μόδας στην εποχή μου γι’ αυτό τα τραγουδούσα. Μάλιστα, ο Κουτσούκης, ο τσοπάνος, που περνούσε πρωί και βράδυ με τα πρόβατα, σταμάτησε τη μάνα μου και της είπε: Αυτή είναι για ζωή, θα πάει μπροστά, την βλέπεις με πόση όρεξη παίζει ντέφι και τραγουδάει;»
«Μπράβο και πάλι μπράβο, Παναγιώτα. Εντυπωσιαστήκαμε».
«Μα εσύ δεν σταματούσες καθόλου. Συνέχεια με κάτι καταπιανόσουν».
«Είχα μεγάλη φαντασία τότε και δεν έμενα άπραγη ποτέ. Πού να τα θυμάμαι πια όλα τα καμώματά μου;»
«Κι από δουλειές τι έκανες;»
«Μάζευα ξύλα από το βουνό, τα έδενα σε δεμάτι και τα κατρακυλούσα στην κατηφόρα μέχρι το σπίτι. Ξέρετε, για ν’ ανάβει η μάνα μου το τζάκι και τον φούρνο. Μάζευα αγριόχορτα, όπως παπαρούνες, καυκαλήθρες, βυζάκια, μυρώνια, σέσκουλα για χορτόπιτα. Άλλες φορές μάζευα χόρτα για βράσιμο, όπως ραδίκια, ασιρίες, ζοχούς, βρούβες, κοκκινούλια, αγριοράδικα, αρχοντολάχανα. Έτσι, έμαθα να ξεχωρίζω τα χόρτα και δεν ξεχνώ αυτές τις εμπειρίες. Μετά, στα μάτια μου, όταν τα έκλεινα το βράδυ, έβλεπα όλων των λογιών τα χόρτα».
«Κι εγώ μικρή μάζευα ασκολόμπρους. Όταν τους έβρισκα, ήταν η καλή μου μέρα. Τρυπιόντουσαν τα χέρια μου να τους βγάλω με μαχαίρι, αλλά δεν έδινα σημασία. Η μάνα μου τους καθάριζε από τα αγκάθια, τους έβραζε και τους τρώγαμε σκορδαλιά».
Κι εγώ έτρωγα μεζεδάκια με τον πατέρα μου, ταιριάζαμε στο φαγητό. Ό,τι του άρεσε, του συγχωρεμένου, άρεσε και σε μένα. Θυμάμαι ακόμη μερικές φράσεις του».
«Έλα, χρυσάφι μου, να φάμε παρεούλα! Είσαι μεζεκλού και λιχούδα, μοιάζουμε σ’ αυτό. Ε, γυναίκα, τι μεζεδάκια ετοίμασες σήμερα; Αυτό το φαΐ θέλει και το καύσιμό του, αγόρασες και λίγη ρετσινούλα;»
«Χρυσάφι, είπες; Κι εμείς την λέμε αυτή τη λέξη, χρουσάφη, για πολυαγαπημένο μας πρόσωπο, παιδί ή εγγόνι ή δισέγγονο. Πόσο τα πεθύμησα τα χρουσάφια μου!» είπε με νοσταλγία η Ανεστασούλλα.
«Ποια φαγητά σ’ άρεσαν;» την ρώτησε ο Μηνάτσης.
«Κεφτεδάκια τηγανητά… Η μάνα μου έβαζε μέσα λιγουλάκι ψωμί και ένα αβγό από τις κότες μας. Επίσης μαϊντανό, κρεμμύδι και σκόρδο, όλα από τον κήπο. Τα τηγάνιζε σε μπόλικο λάδι και τα σέρβιρε σε μεγάλη γαβάθα όλα μαζί. Βουτούσαμε ζυμωτό ψωμί στο λάδι. Σκέτη απόλαυση ήταν!»
«Εμείς στα χρόνια της νιότης μας δεν είχαμε κιμά. Δεν είχαμε ούτε κρεοπωλεία ούτε μηχανές να τον κόβουν. Αν μεγάλωνες ζώο, είχες κρέας να φας. Αν όχι, παρακαλούσες, όποιον έσφαζε. Τώρα όμως τα απολαμβάνουμε κι εμείς τα κεφτεδάκια. Θυμάμαι τα παλιά χρόνια, τότε που ήμουν κι εγώ νέα… Αλήθεια, μπορείς να το φανταστείς, κόρη μου; Στους γάμους έφτιαχναν μεζεδάκια για τα κεράσματα με μοσχαρίσιο ή χοιρινό κρέας κονσέρβας. Είχα φάει σε πολλούς γάμους. Ευχάριστα τα έτρωγες και ήταν νόστιμα, για να σβήσεις την κάψα του κρασιού που κέρναγαν οι κεραστές. Μεζέδες της ανάγκης, σε δύσκολους καιρούς. Έτσι είμαστε εμείς, δεν κωλώνουμε στις δυσκολίες, ό,τι πρέπει να γίνει, γίνεται. Είναι το χούι μας ή πώς να το πω, έτσι σκεφτόμαστε, δεν υπάρχει τίποτε ακατόρθωτο, για όλα βρίσκουμε λύση».
«Το κατάλαβα, είστε πολυμήχανοι, αλέγροι και εξωστρεφείς, γι’ αυτό. Τι έβαζαν μέσα στους κεφτέδες;» ρώτησε η Παναγιώτα.
«Τα ίδια που έβαζε και η μαμά σου. Έτυχα μια φορά, κατακαλόκαιρο ήταν και είδα πώς τους έφτιαχναν και πώς τους τηγάνιζαν. Ο ταβάς άφριζε και φούσκωνε από τα λίπη της κονσέρβας. Άσε πια, που εκείνος ο κουφομπονέντης με την υγρασία και τη ζέστη μας έλιωνε στον ιδρώτα.
«Θα συνεχίσουμε, καμάρι μου; Πες μας ποια άλλα φαγητά σου άρεσαν;» ρώτησε με ενδιαφέρον ο Μηνάτσης.
«Άλλο φαγητό ήταν το βετούλι στιφάδο. Η μάνα μου το ξάφριζε πρώτα καλά καλά και το άφηνε να βράσει και να μαλακώσει. Τότε, έριχνε πολλά ολόκληρα κρεμμύδια, πέντε έξι ολόκληρες σκελίδες σκόρδο, πελτέ ή ντομάτες, λάδι, ξίδι, ένα δυο φύλλα δάφνης και αλατοπίπερο. Χαμήλωνε τη φωτιά στο πετρογκάζ και το άφηνε να σιγοβράσει. Ποτέ δεν το ανακάτευε. Έτσι τα κρεμμύδια έμεναν ολόκληρα πάνω από το κρέας. Προς το τέλος ψήλωνε τη φωτιά και το άφηνε να χοχλάζει, για να πιει το ζουμιά και να μείνει με τη σάλτσα και το λάδι. Μάλιστα κορόιδευε τις νοικοκυρές που το ζουμί από το στυφάδο ήταν μαύρο από τους αφρούς… Πάντοτε περηφανευόταν για τα φαγητά της. Σε άλλα όμως ήταν άβουλη και υποχωρητική. Ε, τι να κάνουμε; Δεν είμαστε όλοι τέλειοι σε όλα».
«Να και κάτι που δεν το κάνεις στο στυφάδο, ζωγραφιά μου! Από τώρα και στο εξής θα ξαφρίζεις πρώτα το κρέας και θα το μισοβράζεις», όπως είπε η Παναγιώτα.
«Ναι, ναι! Έτσι θα το κάνω. Ξέρεις, κόρη μου, όταν έχουμε μεγάλο ζώο, προβατίνα ή κατσίκα βράζω το κρέας μέχρι να μην βγάζει αφρό και χύνω το ζουμί. Μετά, το μαγειρεύω όπως το θέλουμε. Και σε μένα αρέσουν πολύ τα ξαρέσκια, όπως και σε σένα και στον πατέρα σου. Ποια άλλα σου άρεσαν;» ρώτησε η Ανεστασούλλα.
«Πού είχα μείνει; Ω, ναι. Θα σας πω μια αγαπημένη μου λιχουδιά. Έβαζα σ’ ένα πιάτο μια παχιά φέτα ψωμί, λάδι, αλάτι, πιπέρι και τυρί ή ελιές ή και τα δύο. Έβγαινα στην αυλή κι έκοβα φρέσκα φύλλα από κρεμμυδάκια και σκόρδα. Τα έτρωγα μαζί. Δεν θυμάμαι να ευχαριστήθηκα σαν παιδί πρόχειρο φαγητό σαν κι αυτό. Άλλες φορές πάλι, όταν ένιωθα την ανάγκη να φάω γλυκό, έβρεχα λίγο μια φέτα ψωμιού, έριχνα λάδι και ζάχαρη και το καταβρόχθιζα στην κυριολεξία. Ένα γειτονόπουλο έτρωγε με πολλή όρεξη φέτες ψωμιού αλειμμένες με πελτέ. Ζήλεψα και το δοκίμασα μία φορά και μοναδική, αλλά δεν μου άρεσε».
«Κάτι παρόμοιο κάνουμε κι εμείς, κόρη μου. Το καΐκι ή καράβι με ελάι. Σκάβουμε την ψίχα από γωνία ζυμωτού ψωμιού και ρίχνουμε μέσα ελάι, ντομάτα, μανούλι και θυμάρι από την πλαγιούλλα. Μετά σπάμε με την παλάμη ένα μικρό ξερό κρομμύδι και το βάζουμε από πάνω. Όλα αυτά τα πιέζουμε με την ψίχα, για να ενωθούν οι γεύσεις και το τρώμε!»
«Φαντάζομαι θα είναι δύσκολο πολύ, με τόσα που έχει μέσα να το πατήσεις», είπε η Παναγιώτα.
Όταν ήμουν μικρός, αρρώσταινα συχνά με τις αμυγδαλές μου. Ο πάππους μου, ο Ωργής ο Προξενευτής, μου έλεγε: «Έ, παλικαρά μου! Καΐκι τρως; Σου ήρθε η όρεξη… Τώρα πια είσαι μουλάρι έτοιμο να σε σαμαρώσουμε κι όχι να σ’ έχομε καβαλούσκα! Άντε, έγιαινες, όγγε μου, καβάτζαρες κι αυτή τη φουρτούνα».
«Και σ’ ένα ακόμη φαγητό δεν μπορούσα ν’ αντισταθώ, όσο κι αν ήμουν χορτασμένη. Στα γεμιστά στην κατσαρόλα και ιδιαίτερα τις αργίτικες μελιτζάνες και τις γεμιστές πατάτες».
»Η μαμά έκανε κάτι διαφορετικό γι’ αυτό το φαΐ;» ρώτησε η Ανεστασούλλα.
»Όχι, δεν νομίζω! Τώρα έχουμε φούρνο και τα ψήνουμε, αλλά τότε δεν υπήρχαν κουζίνες, μαγειρεύαμε στην γκαζιέρα. Απλά, έβαζε μπόλικο λάδι, μαϊντανό, δυόσμο, κρεμμύδι, σκόρδο, αλατοπίπερο, ντομάτα, μάλιστα τη μισή την περνούσε από το τρυπητό και την έριχνε στην κατσαρόλα. Ω, ξέχασα. Έριχνε στη γέμιση κι λίγα ψιλοκομμένα κομμάτια από τις μελιτζάνες και τις πιπεριές, αφού τα καβούρντιζε ελαφρά. Τα γέμιζε, όχι και ξέχειλα, τα ταίριαζε στην κατσαρόλα κι έβαζε από πάνω ένα ρηχό πιάτο ανάποδα, για να καλύπτονται. Πώς τα κατάφερνε; Δεν ξέρω. Έσβηνε τα γεμιστά χωρίς να έχουν νερά, αλλά συγχρόνως, έστεκε και το ρύζι. Σπάνια έπιανε στον πάτο, αλλά και αν έπιανε λίγο, ήταν πιο νόστιμο. Πώς τα πεθύμησα! Με χέρια βρώμικα από το παιχνίδι έμπαινα στην κουζίνα κι άρπαζα κάθε φορά ένα γεμιστό. Ποτέ δεν τα χόρταινα».
«Κι εμείς το ίδιο γλύσιμο[186] (άδειασμα, άντληση) κάνουμε, ακόμη και τώρα που γεράσαμε, όταν κάνουμε πουλλία γεμιστά ή ντορμάες με κληματόφυλλα! Τρώμε μέχρι που να έχει το τσουκάλι» είπε με αφέλεια ο Μηνάτσης, καθώς ανακάθισε.
«Ωραία, Παναγιώτα, εσύ πήρες την πάνω βόλτα που θυμήθηκες τον Αλέξανδρο και τα κατορθώματα της νιότης σου! Κι εμείς σου είπαμε για τη ζωή μας και καταλάβεις πόσα περάσαμε», χαμογέλασε αμήχανα ο Μηνάτσης.
»Σας άκουσα προσεχτικά. Ήμουν άραγε δίκαιος κριτής;»
»Άκουσες πολλά, αλλά ξέρεις κάτι, Παναγιώτα; Το πιστεύεις ότι είναι η πρώτη φορά που εξιστόρησα τα γεγονότα της ζωής μας με τη ζωγραφιά μου; Όχι, όχι, δεν θέλω να πω ότι ήταν δυσάρεστο που κλεφτήκαμε. Απεναντίας. Ήταν όμως πονεμένη για μένα η πρώτη περίοδος. Ήμουν άπειρος και αμάθητος. Όταν πήρα τα ηνία της κοινής ζωής με την ζωγραφιά, ένιωθα ότι είχα υποχρέωση να τα καταφέρω. Δεν υπήρξαν ποτέ για μένα δεύτερες σκέψεις να παραιτηθώ από την απόφασή μας. Είναι αλήθεια πως ζορίστηκα πολύ τον πρώτο καιρό, αλλά δεν στεκόμουν στα συμβάντα της προηγούμενης μέρας. Πάντα κοιτούσα μπροστά», είπε και σταμάτησε, καθώς έβηξε από το ανθρακικό του αναψυκτικού, ρουφώντας τις τελευταίες γουλιές.
«Εσύ δεν ήπιες ακόμη το αναψυκτικό σου. Γιατί το πιπιλοπίνεις;» κοίταξε την Ανεστασούλλα.
«Τούτα τα αναψυκτικά του εμπορίου δεν μπορώ να τα πιώ. Δεν είναι σαν τις λεμονάδες που κάνω από λόγου μου».
«Για πες μου, Ανεστασούλλα» είπε η Παναγιώτα.
«Βράζω πρώτα ζάχαρη με νερό και όταν κρυώσει εντελώς, στύβω τα λεμόνια και ανακατεύω το χυμό τους με το σιρόπι. Την φυλάω σε γυάλινα μπουκάλια στο ψυγείο και έχω το πιο υγιεινό αναψυκτικό για τα εγγόνια μου».
«Έτσι μάθανε και τα τέκνα μας να μην πίνουν τουντζού[187] (εμφιαλωμένος χυμός) λεμόνι», την διέκοψε ο Μηνάτσης.
«Εμένα πια με έχετε του χεριού σας. Όποτε σας βολεύει με σταματάτε. Πάσα παρόλα! Κάτσε στ’ αβγά σου, Μηνάτση και περίμενε».
«Κατάλαβα, δεν βράζεις τη ζάχαρη με τον χυμό λεμονιού, για να μην χαθούν οι βιταμίνες του», πρόσθεσε η Παναγιώτα.
«Ω, κόρη μου, δεν το ήξερα, τυχαία το έκανα επειδή την πρώτη φορά που τα έβρασα μαζί, παρατήρησα ότι δεν μύριζε φρεσκάδα λεμονιού».
«Μπράβο σας που τα καταφέρατε. Απ’ ό,τι κατάλαβα, η φωτιά που άναψαν στην εφηβεία τους ο Μηνάτσης με την Ανεστασούλλα δεν έσβησε ούτε και θα σβήσει, καίει ακόμη. Εξάλλου φαίνεται», τους κοίταξε κατεργάρικα.
«Ω, ναι! Αυτό είναι αλήθεια και το αισθανόμαστε και οι δυο μας. Αλλά να σου πω και κάτι ακόμη; Μετά από εκείνα τα πρώτα δύσκολα χρόνια πήρα τις αποφάσεις μου και τις ακολούθησα κατά γράμμα».
«Ποιες αποφάσεις πήρες, Μηνάτση;» ενδιαφέρθηκε να μάθει η Παναγιώτα.
«Από τότε, λοιπόν, ορκίστηκα να μη συζητάω τα δυσάρεστα γεγονότα, αλλά μόνο τα ευχάριστα και δημιουργικά και σήμερα παραβίασα τον όρκο μου».
«Εντάξει. Λυπάμαι, Μηνάτση, που ήμουν αιτία να θυμηθείς δυσάρεστα γεγονότα από τα παλιά. Εγώ πάλι εφαρμόζω το εντελώς αντίθετο. Εκμυστηρεύομαι στους φίλους μου μόνο τις άσχημες καταστάσεις της ζωής μου. Έτσι νομίζω, παίρνω κουράγιο. Τα ευχάριστα γεγονότα δεν νιώθω την ανάγκη να τα μοιραστώ με κανένα. Τα κρατάω για μένα. Από μόνα τους με γεμίζουν αισιοδοξία, ενέργεια και δύναμη».
«Καλά είναι κι έτσι, ο καθένας όπως μπορεί».
Το βλέμμα της Παναγιώτας έπεσε στην Ανεστασούλλα που πάσχιζε ακόμη να φάει το χάμπουργκερ.
«Πώς το μούϊσες[188] (σκαλίζω, ανακατεύω με το ρύγχος, λέγεται για χοίρο) έτσι, ζωγραφιά μου;» ρώτησε ο Μηνάτσης.
Σχεδόν άθιχτο και κομμένο σε κομμάτια το είχε η Ανεστασούλλα στον πλαστικό δίσκο. Έπαιρνε κομμάτι κομμάτι και προσπαθούσε με δυσκολία να το μασήσει.
«Αφού ξέρεις τα βάσανά μου με τα καινούργια δόντια. Δεν τα συνήθισα ακόμη ούτε και πρόκειται, παρόλο που έφαγα γερόντια,[189] (μουσκεμένα ρεβίθια για γερά δόντια) όταν ήμουν παιδί, όπως έκανε και η Βουργία.
«Αστείο ακούγεται».
«Ε, ζωγραφιά μου! Τι καλά που θα ήταν να κουτάλιζες λουκούμι ή χυλόπιτα με γάλα ή τραχανά με ντομάτα και κρομμύδι. Μήπως ήθελες τούρτες ή μυντζηθρόπιτες να γλυκάνει το δοντάκι σου; Ή μήπως πεθύμησες λαχανόπιτες ή καλαόρους ή μήπως ήθελες πακλαβά; Αυτά που δεν μπορείς να φας, θα θέλεις!» την κοίταξε κατεργάρικα ο Μηνάτσης.
«Την ξέρεις τη μαντινάδα;» ρώτησε η Ανεστασούλλα.
Να ‘χα μια πέρκα τσουριστή[190] (ψητή στα κάρβουνα) της καθετής του Λάλα
Κι ας μου ‘λειπε της ξενιτιάς το κρέας και το γάλα
«Που το λέει ο λόγος! Όλα μου νοστούν, αλλά περισσότερο πεθύμησα ένα μανούλι με δυο τρεις ντάκους σφεγγωμένους[191] (μουσκεμένους) σε νερό μαζί με ελάι και φουσκιά από την ντοματέα. Σαν ξαρρωστικό τα θέλω. Αυτά που δεν μπορώ να φάω. Εγώ δεν ήμουν που κοκκαλιούσα τα σίδερα;» απάντησε η Ανεστασούλλα, καθώς ρούφηξε με το ζόρι μια γουλιά από το αναψυκτικό.
«Δεν μπορώ να νιώσω πώς είναι να μην μπορείς να μασήσεις, Εγώ, ευτυχώς έχω όλα μου τα δόντια. Σε βλέπω, ώρα αγωνίζεσαι να φας».
«Ω, ναι Παναγιώτα μου, όταν έχει ο άνθρωπος τα λογικά του και είναι όρθιος, τα δόντια είναι στόλισμα και εργαλείο. Να, του λόγου μου, τίποτα δεν μου ξεφεύγει και το μυαλό μου είναι ξυράφι. Τώρα όμως που έχασα τα δόντια μου, δεν ευχαριστιέμαι το φαΐ, που είναι ό,τι πιο ευχάριστο για μένα».
«Υπερβολές! Μικρές μπουκιές να δαγκώνεις, ζωγραφιά μου… Εγώ που έχω ξένα δόντια πάνω από δέκα χρόνια, δεν είχα διαφορά ούτε άλλαξα συνήθειες από την αρχή. Εμένα, βέβαια, δεν μ’ αρέσουν τα σκληρά φαγιά, όπως εσένα. Να τα λέμε κι αυτά».
«Ναι, μα γι’ αυτό παραπονιέται η Ανεστασούλλα, γιατί δεν ευχαριστιέται όσα της αρέσουν», την υποστήριξε η Παναγιώτα.
«Εγώ πάλι, πεθύμησα να φάω πουλλία[192] (άνθη κολοκυθιάς) γεμιστά. Τα κάνουμε και τηγανητά με αλεύρι, αλλά για τα γεμιστά βγάζω το καπέλο στην Ανεστασούλλα μου. Τα κάνει πολύ νόστιμα. Νωρίς είναι ακόμη. Αν κάνει ψιμοκαλόκαιρο, που εμένα πάντα μου φαίνεται πιο μεγάλο από το καλοκαίρι, πιστεύω να προλάβουμε μερικά. Μόλις γυρίσουμε, αν δεν έχουν αποστρέψει οι κολοκυθιές, το πρώτο φαΐ που θα φτιάξουμε θα είναι τα πουλλία. Εγώ θα τα μαζέψω πρωί πρωί, πριν κλείσουν κι εσού, ζωγραφιά μου, θα τα γεμίσεις, έτσι;» είπε ο Μηνάτσης ορεξάτα.
«Με τι τα γεμίζεις;»
«Με ρύζι, κρομμύδι, βάρσαμο, ντομάτα φρέσκια, ένα τρυφερό κολοκυθάκι και μια πατατούλα, όλα ψιλοκομμένα. Ξέρεις, τα γεμίζεις λίγο πάνω από τη μέση, μετά τα γυρίζεις να κλείσουν και τα ταιριάζεις στο τσουκάλι. Αγαπούν και το μαυροπίπερο. Μερικοί βάζουν και κύμινο, αλλά σε μας δεν αρέσει και δεν ταιριάζει, νομίζω. Τα σκεπάζεις με κληματόφυλλα, ας είναι και μεστωμένα, δίνουν την ουσία και τη μυρωδιά τους στο φαΐ. Α, ξέχασα, στρώνεις και στον πάτο του τσουκαλιού μερικά. Ρίχνεις ελάχιστο νερό, γιατί θα βγάλουν τα υλικά. Μόλις αρχίζουν να χοχλάζουν, καπακώνεις την κατσαρόλα και σιγοβράζεις μέχρι να ψηθεί το ρύζι. Όσο πιο χαμηλά τη φωτιά, κόρη μου. Αυτά είναι τα μυστικά της μαγειρικής τους, αλλά τους ταιριάζει και το μπόλικο ελάι. Το πιο νόστιμο και ξεχωριστό ντόπιο φαγητό του καλοκαιριού. Εμένα μ’ αρέσουν με πιπεράκι καψερό και μανούλι, γλυκαίνονται τα σωθικά μου. Άρεσαν σε όλα μας τα παιδιά κι ακόμη τους αρέσουν, όπως και στα περισσότερα εγγόνια. Για όσα δεν αρέσουν, φτιάχνω ντορμάες ή πατάτες τηγανητές με κρομμύδια, ντομάτες κι αβγά», απάντησε χωρίς ανάσα η Ανεστασούλλα.
«Σημείωσα τα φαγητά που είπες, Ανεστασούλλα. Τα τηγανητά πουλλία πώς τα κάνετε;»
«Τίποτα το ιδιαίτερο. Ξέχασα να σου πω. Τα πουλλία που κάνουμε γεμιστά τα κοιτάμε πρώτα καλά να μην έχουν μερμήγκους και, μόνο αν έχουν χώματα, τα πλένουμε. Αντίθετα, όταν τα κάνουμε τηγανητά, λαντουράμε λίγο με νερό, για να κολλήσει το αλεύρι. Πού είχα μείνει; Α, ναι. Τα αλατίζουμε, τα αλευρώνουμε και τα τηγανίζουμε στον ταβά. Πάντα, κόρη μου, στο τηγάνισμα να έχεις το νου σου στη φωτιά. Όταν παρακάψει το ελάι, πάντα την χαμηλώνω, γιατί αλλιώς γίνεται βαρύ το φαΐ, αλλά το πιο σπουδαίο χάνει την ουσία του. Πάντα προσέχουμε κι από νέοι, όχι μόνο τώρα που πέρασαν τα χρόνια».
Η Παναγιώτα γύρισε πίσω τις σελίδες του ντοσιέ και κοίταξε προσεχτικά τις εκκρεμότητες.
«Άιντε Παναγιώτα! Πρέπει να οργανωθείς περισσότερο, να βιαστείς και να μη χαζεύεις, για να είσαι αποτελεσματική. Μακάρι να τα κατάφερνα», σκέφτηκε.
«Με ζαλίσατε, με μπερδέψατε! Μου φάνηκαν σαν αλαμπουρνέζικα τα φαγητά που πεθύμησε να φάει η Ανεστασούλλα. Να σας ρωτήσω κάτι; Το λουκούμι τρώγεται με το κουτάλι; Έτσι το είπατε, αν θυμάμαι καλά; Τι είναι οι καλαόροι; Από τα άλλα τον τραχανά τον μαγείρευε και η μάνα μου, αλλά ποτέ με ντομάτα!» είπε αφηρημένη, κοιτώντας την Ανεστασούλλα.
«Καμάρι μου, είπαμε για το λουκούμι. Οι καλαόροι είναι τα σαλιγκάρια», ξεστόμισε η Ανεστασούλλα σαν να περίμενε την ερώτηση.
«Τσίμπησες σαν τον σκάρο το καβουροχάλι,[193] (δαγκάνα καβουριού) κόρη μου! Είμαστε πολυμήχανοι, εσύ το είπες κι έχουμε φαντασία. Η κουζίνα μας περιλαμβάνει προϊόντα της γης, της θάλασσας και πολλά είδη με ζύμη, αλεύρι και προϊόντα σταριού. Θα έλεγα πως χαρακτηρίζεται κυρίως για τις καθαρές της γεύσεις, δηλαδή στα φαγητά διατηρούνται οι γεύσεις κάθε υλικού. Δεν είναι πολύπλοκη, αλλά πρωτότυπη, μυρωδάτη κι έχει στοιχεία κυρίως από Ανατολή από πολλούς κατακτητές, Πέρσες, Άραβες, κ. α. που άφησαν βαθιά τα χνάρια τους στο νησί. Πάνω απ’ όλα όμως είναι προσαρμοσμένη στις ανάγκες μας και στα ντόπια προϊόντα που παράγουμε ή μας δίνει απλόχερα η φύση. Ορισμένα από τα φαγητά μας μπορεί να φαίνονται λίγο βαριά, είναι αλήθεια, αλλά πολύ νόστιμα. Στα φαγητά μας δεν ανακατεύουμε την πίσσα με την κόλαση, καλό ε;», απάντησε ο Μηνάτσης.
«Θα μου πείτε τελικά τι είναι το λουκούμι; Έχω απορία, θέλω να μάθω».
«Α, μεγάλη του τιμή! Το είπαμε προηγουμένως, κόρη μου.
«Ναι, ε; Και τον τραχανά τον βράζετε με ντομάτα και κρεμμύδι;»
«Ναι, αλλά πρώτα τσιγαρίζουμε το κρομμύδι, μετά ρίχνουμε ψιλοκομμένες ντομάτες και αφήνουμε να στεγνώσουν από τα ζουμιά τους γιατί αλλιώς δεν έχει καμιά νοστιμιά. Ρίχνουμε το νερό και τον τραχανά και αφήνουμε να βράσει και να χυλώσει. Τον τρώμε με πυρωμένο ψωμί. Άλλοι τον βράζουν και σκέτο, είναι και πιο ελαφρύς για το στομάχι. Νόστιμος και μυρωδάτος είναι και με τους δύο τρόπους, κόρη μου. Αυτά είναι γούστα».
«Τον τραχανά πώς τον φτιάχνετε;»
«Ω, εμείς κάνουμε τραχανά μόνο από χόντρο. Η δόση που κάνω τώρα που δεν αγαντέρω πια είναι δυο κιλά πλιγούρι και τρία έως τρεισήμισι κιλά γάλα και αλάτσι. Αφήνω το γάλα δυο τρεις μέρες σε δροσερό μέρος να ξινίσει. Μετά, το βράζω, κόβει βέβαια μόλις βράσει, και ρίχνω τον χόντρο. Μόλις αρχίσει να χοχλάζει, αυτούς τους υπόκωφους χόχλους, που μόνο αν τους δεις, καταλαβαίνεις πώς είναι, τον κατεβάζω από τη φωτιά και τον αφήνω στο χαρανί να σφίξει. Κόβω μεγάλα κομμάτια και τα απλώνω σε πανί, στον αέρα, αλλά χωρίς να τον χτυπάει ο ήλιος, επειδή ταγγίζει. Όταν στεγνώσουν από τη μια μεριά τα γυρίζω από την άλλη. Σιγά σιγά και όσο στεγνώνουν, τα κόβω όλο και πιο μικρότερα κομμάτια, μέχρι να γίνει ο τραχανάς ψιλός. Τον αφήνω να στεγνώσει εντελώς και τον βάζω σε χλιαρό φούρνο να σκοτωθούν τ’ αβγά των μαμουνιών. Μια φορά, που ήταν πιο δυνατός ο φούρνος, σκούρανε, μόλις που τον πρόλαβα να μην καεί. Στον Μηνάτση, αρέσει και φρέσκος, μόλις τον βγάλουμε από το χαρανί και πριν τον απλώσουμε».
«Αντί να αφήσουμε το γάλα να ξινίσει μήπως είναι καλύτερα να βάλουμε μαζί με το γάλα γιαούρτι ή ξινόγαλο;» ρώτησε η Παναγιώτα, μετά από μικρή σκέψη.
«Καλή η ιδέα σου, Παναγιώτα, κι αν πήξουμε μόνοι μας το γιαούρτι ακόμα καλύτερα».
«Πολλά τα γυρεύεις, Ανεστασούλλα.
«Εσύ μαγειρεύεις νόστιμα;» ρώτησε ο Μηνάτσης.
«Μα και βέβαια, μαγειρεύω. Μ’ αρέσει και κάνω νόστιμα φαγητά, αλλά να σας πω την αλήθεια; Τον τελευταίο καιρό μαγειρεύω ό,τι αρέσει στα παιδιά. Δεν κάνω πολύπλοκα φαγητά, δεν έχω διαθέσιμο χρόνο, φταίει και η δουλειά. Λείπω πολλές ώρες από το σπίτι, ταξιδεύω και στο εξωτερικό. Όσα προλαβαίνω, δεν σκάω. Βέβαια, όταν ο οίστρος μου για τη μαγειρική με τσιγκλάει, καλώ τους φίλους μας και είναι αλήθεια πως ενθουσιάζονται».
«Τώρα ήρθε η ώρα να σου πούμε για τους καλαόρους. Θα μας φέρεις πίσω πολλά χρόνια, τότε που γυρίσαμε με τη ζωγραφιά μου από τον Πειραιά. Ανοίξαμε λοιπόν το σπίτι της συγχωρεμένης της μάνας μου, και το συμμαζέψαμε όπως, όπως. Ζούσε ακόμη ο πατέρας μου, ο Αντωνάς ο Κουμιλιάρης».
«Αλλά για πέστε μου ο πατέρας σου, ο Αντωνάς, δεν σας ετοίμασε τον μόσχο τον σιτευτό όταν γυρίσατε;» ρώτησε η Παναγιώτα.
«Ναι, μας ετοίμασε οφτό, αλλά έβαλε πολλά ξύλα στον φούρνο και κάηκε. Όχι τη γεύση του δεν πήραμε, αλλά ούτε τη μυρωδιά του».
«Λοιπόν, τα ξημερώματα έπιασε εκείνη η σιγανή, ποτιστική με μεγάλες σταγόνες βροχή του φθινοπώρου. Άνοιξε ο ουρανός κι έριχνε όσα μάζεψε όλο το καλοκαίρι. Με την Ανεστασούλλα μου ξυπνήσαμε από τα υπόκωφα και παρατεταμένα αστραπόβροντα και βγήκαμε στην αυλή ευχαριστημένοι, που είδαμε βροχή στον τόπο μας, μετά από τόσα χρόνια στην ξενιτιά. Τις πρωινές ώρες η μάνητα του καιρού ξέσπασε και βγήκαμε για καλαόρους. Πήραμε από ένα καλαθούλι και με πολύ όρεξη ξεκινήσαμε. Πόσα συναισθήματα ξύπνησαν στη μνήμη μου! Πήραμε τις ανηφορικές προσήλιες πλαγιούλλες πάνω από το σπίτι μας και σε λίγο ένα σύννεφο από μικρά έντομα μας περιτριγύρισαν. Δροσόφιλες, μυγάκια και άλλα μικρά πολύχρωμα έντομα, όλα άκακα. Λες και ήθελαν να κάνουν ασπίδα, για να προστατέψουν το περιβάλλον τους από τους πρωινούς επισκέπτες. Μετά τις πρώτες αχτίνες του ήλιου έβγαλα το μακρυμάνικο ποκάμισο. Τότε να δεις τα εντομάκια! Κάνανε χορό πάνω στο σώμα μου. Σιγά σιγά βλέπαμε όλο και περισσότερους καλαόρους να ανελυούν[194] (να ακολουθούν το ένα το άλλο) πάνω στα αθυμάδια, στους ασπετίλλους και στους ασπάλαθους. Είχε και μικρούς, αυτούς δεν τους μαζεύαμε. Αλλά ξέρεις, κόρη μου, τι παρατήρησα; Περισσότερους και πιο καλοθρεμμένους βρίσκαμε γύρω από τις ρίζες των ασπετίλλων κάτω από τα ξερά τους φύλλα. Αφού τελειώσαμε με τους καλαόρους μαζέψαμε κυνομαλά, για να την ξεράνουμε για τσάι, όπως και κυνόμαλα, για να κάνουμε κυνομαλόρακο. Στο δρόμο μας επάντηξε μια αξαέρφη που γύριζε από τον κήπο της και μας έδωσε μια αγκαλιά διάφορα λάχανα. Μη νομίζεις λάχανο, όχι, διάφορα λαχανικά, γι’ αυτό και τις πίττες τις λέμε λαχανόπιτες».
«Ω, καλώς ορίσατε! Πάρετε, να κάνετε πίττες. Βεντέμα είχαμε φέτος, αλλά τώρα πια είναι στα ξεξυλίσματα. Όλο και κάτι τρυφερό θα βρείτε. Όψιμα πουλλία, κοράκου βρώμα[195], (τροφή) την θυμόσαστε την παροιμία ή την ξεχάσατε που γίνατε πρωτευουσιάνοι;»
«Ευχαριστούμε αξαέρφη, γεμίσαμε με βρώματα τα καλάθια μας, εμείς με τους καλαόρους και τις κυνομαλές κι εσού με τα λάχανα».
«Ω! Είχα μαζέψει κι εγώ σαλιγκάρια με τη μάνα μου, όταν ήμουν παιδί! Αυτούς που βγαίνουν το φθινόπωρο με τα πρωτοβρόχια τους λέγαμε ‘του ρυζιού’. Είναι αδύνατοι και δυσκολεύεσαι να τους φας. Είναι άλλο είδος απ’ αυτούς που βγαίνουν την άνοιξη, που είναι ψωμωμένοι, τρώγονται με ευκολία και είναι εξαιρετικά νόστιμοι. Αυτούς τους λέγαμε ανεραντζάτους και ήταν κάπως γκρίζοι με σκουρότερες ραβδώσεις. Έχουν όμως περισσότερα σάλια και είναι, απ’ ό,τι θυμάμαι, πιο δύσκολοι στο πλύσιμο. Υπάρχουν και οι πράσινοι, που ήταν μεγαλύτεροι από τους άλλους. Αυτούς η μάνα μου δεν τους μάζευε επειδή τους σιχαινόταν», είπε η Παναγιώτα.
«Ω, κόρη μου, είχε δίκιο η μάνα σου! Τους ίδιους, έχουμε κι εμείς στην Όλυμπο και τους λέμε χοντροκαλάορους, ενώ αυτούς που βγαίνουν το φθινόπωρο τους λέμε ψιλοκαλάορους και τους άλλους, που βγαίνουν την άνοιξη και έχουν καλό φαΐ, τους λέμε μουνουχάρια.[196] (μικρό σαρκώδες σαλιγκάρι). Τέτοιους βρίσκεις πολλούς στη Σαρία. Χοντροκαλάορους μαγειρεύαμε και στις Διαλεχτές Λιχουδιές, όταν ήταν η εποχή τους, αλλά εγώ αηδίαζα, μόνο που τους έβλεπα, όχι να τους βάλω και στο στόμα μου! Το αφεντικό μου τους μοσχοπουλούσε. Όλα τα σαλιγκάρια τα τρώγω, αλλά αυτούς δεν μπόρεσα να τους συνηθίσω».
Η Ανεστασούλλα ξεπετάχτηκε και διέκοψε τη συζήτηση.
«Γιατί, Μηνάτση, δεν λες την αλήθεια; Αφού όλους τους καλάορους τους σιχαίνεσαι».
«Ναι, αλλά τους ψιλοκαλάορους τους τρώγω, άμα ρίξεις κρομμύδια και ντομάτες, τους καλοψήσεις και χυλώσει η σάλτσα τους. Θέλω να βουτάω και ψωμάκι, όπως τους μαγείρευε η λαλλά μου, η Μαρού η Σεβνταλού. Για να πω την αλήθεια, Παναγιώτα, τους καλαόρους δεν τους πολυτρώγω, επειδή με ανατριχιάζει η γεύση τους. Νομίζω ότι βάζω κάτι ζωντανό στο στόμα μου».
«Λοιπόν, αφού τελειώσαμε το μάζεμα, κόψαμε αρκετά βλαστάρια από θυμάρι, ροσμαρί και κυνομαλά και μόλις πήγαμε σπίτι, τα βάλαμε στο καλάθι μαζί με τους καλαόρους. Ξέρεις, Παναγιώτα, πριν το μαγείρεμα τους αφήνουμε μια δυο μέρες σκεπασμένους να βγάλουν τις ακαθαρσίες τους. Μετά, τους πλένουμε πολλά χέρια και αδειάζουμε το νερό μέχρι να το βλέπουμε κάντιο[197], (διαυγές). Τους ρίχνουμε σε νερό που βράζει και τους ξαφρίζουμε. Οι αφροί είναι από τα σάλια που έχουν, κάτι σαν κόλλα. Τους αφήνουμε πάνω κάτω μια ώρα, να βράσουν και να μαλακώσουν, οπότε τους αδειάζουμε σε σουρωτήρι. Και ήρθε η ώρα του τσιγαρίσματος. Ή με ρύζι ή με πατάτες ίδιο είναι το μαγείρεμά τους, κόρη μου. Κόβουμε αρκετά κρομμύδια, τα τσιγαρίζουμε σε μπόλικο ελάι κι αυτό το φαΐ αγαπάει ελάι, ρίχνουμε δύο τρεις ντομάτες ψιλοκομμένες κι αφήνουμε να βράσουν μέχρι να χάσουν τα ζουμιά. Ύστερα, προσθέτουμε τα σαλιγκάρια και σιγοβράζουμε, μέχρι να ενωθούν όλα τα αρώματα και οι γεύσεις, αφού, φυσικά ρίξουμε το ανάλογο νερό, αλάτι και πιπέρι. Εγώ πάντως προσθέτω κι άλλο πιπέρι στο πιάτο μου».
«Το ρύζι το βράζετε ξεχωριστά;»
«Όχι, και το ρύζι ή τις πατάτες τα βράζουμε στο ζουμί των σαλιγκαριών, γιατί έτσι γίνονται πιο νόστιμα. Για το ρύζι θέλει μέτρημα το νερό. Εμείς βάζουμε πάντα καρολίνα, μας αρέσει. Όσο για τις πατάτες, θέλει μαγγιώρα νοικοκυρά, να μείνουν στο τέλος με λίγο ζουμί και το ελάι τους, αλλά και να μην κολλήσουν. Ο Μηνάτσης στο τέλος πάσσει στο πιάτο φρέσκο θυμάρι. Τα συνοδεύουμε με πιπεράκι καψερό, αν είναι με πατάτες ή με ακρίθαμο, αν είναι με ρύζι».
«Ξεχάσαμε, ζωγραφιά μου, να πούμε για τους κρασάτους καλαόρους, αυτούς που μαγείρευα στο μαγέρικο του Πειραιά. Γι’ αυτόν τον μεζέ βάζουμε περισσότερα κρομμύδια κομμένα σε φέτες, που τα τσιγαρίζουμε μέχρι να ροδίσουν και τα σβήνουμε με κρασί. Ρίχνουμε ένα φύλλο δάφνης, ροσμαρί ή ό,τι άλλο ποθούμε, τους καλαόρους, νερό και αφήνουμε να βράσουν και να μείνουν με το ελάι και τα λιωμένα κρομμύδια. Πασπαλίζουμε με πιπέρι. Ξέρεις πόσο αρέσουν στη ζωγραφιά μου; Μια φορά το χρόνο τους φτιάχνω μόνο για χάρη της. Πίνει και κρασάκι και ευφραίνεται η καρδιά της».
«Η φύση δεν μας χαρίζει τίποτα, Μηνάτση και Ανεστασούλλα! Αν θέλουμε τα καλά της, πρέπει να κοπιάσουμε. Ωραίες οι εμπειρίες σας», είπε κοιτώντας και τους δυο.
Η Ανεστασούλλα ενθουσιάστηκε με τη συζήτηση και επί πλέον ευχαριστιόταν να εντυπωσιάζει την καινούργια τους φίλη. Θυμήθηκε τα φαγητά που έφτιαχνε η λαλλά της. Την ξιγγόπιτα, τα τζιμπίλια και τη μοστοκοφτή, που πιο νόστιμα και μυρωδάτα δεν έφαγε από τότε που πέθανε. Μετά, το βλέμμα της άστραψε. Θυμήθηκε τον πατέρα της, τον Αννή τον Περικαμμένο Κούτσουρα και τις παροιμίες του.
«Σου έχω κι άλλα φαγητά, Παναγιώτα, που τα έφτιαχνε ο πατέρας μου. Αλλά για πες μου πρώτα, ποια μέρα της βδομάδας γεννήθηκες;» την ρώτησε.
«Είμαι Σαββατογεννημένη», απάντησε αφηρημένη.
«Εμείς, ξέρεις, έχουμε εφτά φράσεις, μια για κάθε μέρα της βδομάδας, που φανερώνουν τον χαρακτήρα, τα χούγια και την τύχη των ανθρώπων».
«Αλήθεια, ε; Και ποιες είναι αυτές οι φράσεις;» ρώτησε η Παναγιώτα.
Τη Δευτέρα γεννιέται ο πέσε πίτα να σε φάω
Την Τρίτη ο βαριόμοιρος και ο ψιακής[198] (πολύ κακός, από αρχ. ψίαξ=δηλητήριο)
Την Τετάρτη γεννιέται ο ανδρειωμένος
Την Πέμπτη ο γλεντιστής
Την Παρασκευή γεννιέται ο ξένος
Το Σάββατο ο καλομάντης κι ο καλόβολος
Την Κυριακή ο χωρατάς
«Ξέρεις; Στα Κάτω Χωριά τις λένε διαφορετικά. Το Σάββατο και την Κυριακή γεννιέται ο λαμπροφορεμένος, αλλά εγώ έτσι τις άκουσα και δεν ξέρω ποιο είναι το σωστό», απάντησε η Ανεστασούλλα κι έβαλε το μικρό δάχτυλο στο αυτί κάνοντας γρήγορες κινήσεις πέρα δώθε.
«Εντυπωσιακές φαίνονται! Το ψιακής προέρχεται από το ψίαξ, δηλητήριο. Και από ποιον τις έμαθες;» ρώτησε έκπληκτη η Παναγιώτα.
«Από ποιον άλλον; Από τον κύρη μου κι αυτός τις έμαθε από τον κύρη του. Θα μας κάνεις και παιεμένους σαν και λόγου σου».
«Ξέρεις, Ανεστασούλλα; Αυτές οι φράσεις συνήθως ξεκινούν από κάποιον και μεταδίδονται από στόμα σε στόμα», απάντησε η Παναγιώτα, ενώ ο Μηνάτσης φαινόταν έτοιμος να μπει στην κουβέντα.
«Δεν τα είπες όλα, ζωγραφιά μου. Ανάλογα με τη μέρα που θα γεννηθείς, εξαρτάται και το είδος φαγητού που θα σ’ αρέσει!»
«Ω ενδιαφέρον», είπε η Παναγιώτα.
«Μήπως με άφησες, Μηνάτση;» αποκρίθηκε ενοχλημένη.
«Παραπονιάρα μου, ζωγραφιά. Άντε συνέχισε».
«Λοιπόν, ο πέσε πίτα να σε φάω δεν τρώει τη Δευτέρα, επειδή σαβούρωσε το Σαββατοκύριακο, αλλά του αρέσουν τα γλυκά. Ο βαριόμοιρος είναι μίζερος και τρώει μόνο ψάρια. Ο αντρειωμένος είναι κρεατσοφάς, αλλά του αρέσουν και τα φρούτα. Στον γλεντιστή και στον χωρατά δώσε τηγανιστά, ξαρέσκια και πιοτί. Ο ξένος είναι μίζερος και σιχασιάρης, δεν τρώει φαΐ μαγειρεμένο από άλλον, όμως είναι ο πρώτος μάστορας στη μοστοκοφτή. Ο καλομάντης κι ο καλόβολος τρώει κοκκαλιστά φαγιά και πεθαίνει για ξιγγόπιτα. Ο χωρατάς κι ο λαμπροφορεμένος πάνε στην εκκλησία κάθε Κυριακή και τους αρέσει ο γεμιστός κόκορας και το αλαρμιστό κρέας.
«Δεν τελειώνουν τα περίεργα φαγητά σας. Λοιπόν, να πούμε γι’ αυτά και να κάνουμε διακοπή. Κουράστηκα. Να συνεχίσουμε αργότερα, έχουμε χρόνο».
«Φυσικά! Δεν έχουμε κάποιον να μας κυνηγά. Εξάλλου κάναμε τόση δουλειά μέχρι τώρα».
«Το λες για την ξιγγόπιτα και την πάστασούττα[199] (κοφτό μακαρονάκι βρασμένο σε ζουμί κρέατος, από Ιταλ. Pasta asciutta) φαντάζομαι».
Ακριβώς. Να σου πω για την ξιγγόπιτα. Κάθε Σάββατο που φουρνίζουμε, αφήνουμε λίγη από τη ζύμη. Έχουμε κόψει προηγουμένως ψιλά κομμάτια το λίπος του αρνιού από το κνησάρι και το ζυμώνουμε με τη ζύμη. Όταν ανέβει, την ρίχνουμε στον φούρνο και καθώς ψήνεται, λειώνει το λίπος και την ποτίζει. Μύχχι και πώς μοσχομυρίζει! Την τρώμε συνήθως ζέστινη, μόλις την βγάλουμε από τον φούρνο. Την ξιγγόπιτα την κάνουν και γλυκιά με ζάχαρη και μπόλικη κανέλλα. Όπως και να την κάνεις, γλυκιά ή αρμυρή, είναι πεντανόστιμη. Θυμάμαι τη λαλλά μου, τη συγχωρεμένη, που μας τις έφτιαχνε γλυκές όταν σφάζαμε τ’ αρνιά. Εφτά εγγόνια μαζευόμαστε, πού να χορτάσουμε, τσακωνόμασταν για το τελευταίο κομμάτι».
«Το άλλο είναι η μουσταλευριά; Μάντεψα σωστά;» ρώτησε δειλά η Παναγιώτα.
«Όχι ακριβώς, κόρη μου. Είναι γλυκό με πηχτή μουσταλευριά και απ’ έξω έχει καβουρντισμένο σουσάμι. Κόβουμε τον μούστο και τον βράζουμε αρκετά, όχι όμως τόσο πολύ, όπως όταν κάνουμε πετιμέζι. Μετά βάζουμε το αλεύρι ανακατεύοντας να μη σβολιάσει και αφήνουμε να βράσει και να πήξει. Από το μούστο που κρατήσαμε αλείφουμε τον σοφρά, μετά πασπαλίζουμε με αλεύρι και στη συνέχεια ρίχνουμε αρκετό σησάμι και απλώνουμε την πηχτή μουσταλευριά. Από πάνω ρίχνουμε πάλι σησάμι και αλεύρι. Αυτό ήταν, σχεδόν τελειώσαμε. Μετά αναλαμβάνει ο ήλιος να την μισοξεράνει και τότε την κόβουμε σε μικρά κομμάτια στο σχήμα του πακλαβά και την αποστεγνώνουμε, γυρίζοντάς την συχνά. Την αποθηκεύουμε σε μικρές πήλινες στάμνες».
«Ωραία τα είπες, ζωγραφιά μου. Ξέχασες όμως την τελευταία φορά που την κάναμε που δεν έβαλα πολύ σησάμι, εγώ έφταιγα το παραδέχομαι, και δεν ξεκόλλαγε από τον σοφρά;»
«Όλα θα τα λέμε; Όλα μπορούν να συμβούν, Μηνάτση», αποκρίθηκε καλοσυνάτα η Ανεστασούλλα.
«Για να κάνουμε πάστασούττα καβουρντίζουμε το κρέας με μπόλικα κρεμμύδια, προσθέτουμε και τη σάλτσα να τσιγαριστεί, ρίχνουμε κανέλλα γαρύφαλλα, ίσως και δάφνη ή ότι άλλο μας αρέσει και αφού ψηθεί ρίχνουμε στο ζουμί με το κρέας μακαρονάκι κοφτό. Δεν μπορείς να φανταστείς τη νοστιμιά του. Μόνο που πρέπει να φαγωθεί ζεστό, γιατί όταν κρυώσει, λασπώνει».
«Και τα ζιμπίλια τι είναι; Μ’ αρέσει το όνομα, για πες για τη γεύση τους;»
«Είναι τρίγωνα πιτάκια με ανεβατό φύλλο. Τα γεμίζουμε με λιωμένες σταφίδες, αρωματικά και τσιγαρισμένο κρομμύδι. Τα κάνουμε των Φώτων».
«Ωχ, πάλι κρεμμύδια σε γλυκό;» σκέφτηκε κοιτώντας με λοξή ματιά προς τον πίνακα αναχωρήσεων.
15.
«Ωω, τάξτε μου. Θα πετάξουμε επιτέλους!» είπε η Παναγιώτα.
Πετάχτηκαν κι οι τρεις μονομιάς όρθιοι και κατευθύνθηκαν προς τα γκισέ. Έμοιαζαν ξένοι ανακατεμένοι μέσα στην ουρά που περίμεναν να δώσουν τα εισιτήρια.
«Χαρήκαμε πολύ, Παναγιώτα! Σ’ αγαπήσαμε σαν κόρη μας».
«Κι εγώ σας λάτρεψα! Είστε τα πιο όμορφα, τα πιο ευωδιαστά, τα πιο σκανταλιάρικα, αλλά και τα πιο άκακα ζιζάνια που φύτρωσαν και ρίζωσαν μέσα μου».
Να μην χαθούμε! Σε προσκαλούμε στην Κάρπαθο να γνωρίσεις από κοντά τον τόπο μας. Παραλείψαμε πολλά, θα σου πούμε κι άλλα».
«Σας ευχαριστώ για όλα, θα έρθω».
Με σφιχτές αγκαλιές χώρισαν οι δρόμοι τους.
Πέρασαν πολλά χρόνια. Η Παναγιώτα ολοκλήρωσε την καριέρα της στο υπουργείο πολιτισμού χωρίς περγαμηνές, τρόπαια κι επαίνους.
«Είναι και στον χαρακτήρα μου. Όταν σχεδιάσω όσα προγραμματίσω και τα υλοποιήσω, δεν χρειάζομαι βραβείο. Το βραβείο, που το δίνω κατά κάποιον τρόπο εγώ στον εαυτό μου, το φυλάω βαθιά στην ψυχή κι αυτό είναι η ικανοποίηση για μένα. Εξάλλου πρέπει να αμειβόμαστε για τους κόπους μας, σκέφτηκα όταν τελείωσα το ΠΡΟΠΟΛΑ», μιλούσε με τον Μηνάτση και την Ανεστασούλλα.
«Χάρηκα πολλά χρόνια τη ζωή χωρίς πρέπει και υποχρεώσεις. Ενώ ετοιμαζόμουν να βάλω σε μια σειρά κάποια προσωπικά γεγονότα, ξύπνησα ένα πρωί εντελώς διαφορετική».
«Δυστυχώς, σε μερικούς μήνες θα είστε ανάπηρη. Μια σπάνια ασθένεια, που επηρεάζει κυρίως τα νεύρα, δεν θα σας επιτρέπει να χρησιμοποιείτε τα πόδια και τα χέρια σας για πολύ ακόμη», ήταν το πόρισμα των γιατρών.
«Πόσο
«Μήπως μπορούμε να κάνουμε κι άλλες εξετάσεις, για να βρούμε το αίτιο; Μήπως υπάρχουν φάρμακα;» ψέλλισα.
«Όχι, θα μείνετε ανάπηρη, θεωρείστε το δεδομένο», απάντησαν. Μάλλον αδιάφορα.
16.
«Από το πρωί που έλαβα την πρόσκληση και την επιστολή, αναθάρρησα ή μάλλον ξανάνιωσα. Δεν κατάφερα να το εξηγήσω, αλλά μάλλον έμεινα ικανοποιημένη. Ίσως ένιωσα κι ευτυχία. Όμως, τώρα πια δεν είμαι για γιορτές. Απλά μου άρεσαν όσα δημιούργησα και το ευχαριστήθηκα. Εξάλλου, είναι αδέξια η κατάστασή μου κι ο χρόνος φαίνεται φευγάτος πια».
«Ξάπλωσα στο κρεββάτι και κοιμήθηκα σαν πουλάκι. Έτσι έλεγα όταν σηκωνόμουν πρωί πρωί να πάω στο υπουργείο, τότε που δεν πονούσα».
«Βρέθηκα στο παράσπιτο και σαν να συνάντησα κάπου, ξανάζησα, ξανάπραξα, χάρηκα και λυπήθηκα με τον Μηνάτση και την Ανεστασούλλα. Περίεργοι φαίνονταν. Τους είδα ολοζώντανους, αλλά κάπως μικροσκοπικούς. Δεν ήταν φιλικοί μαζί μου, αλλά δεν μ’ ένοιαζε. Χάρηκα εγώ που τους συνάντησα. Μένανε στο παράσπιτο μαζί με όσα είχαν αποθηκευμένα από πολλά χρόνια πριν, όπως τρόφιμα, όσπρια, τυριά, αλεύρι, λάδι, θαλασσινό αλάτι».
«Είναι αποθήκη, αλλά βλέπεις πόσο όμορφη την έχουμε; Φιλοξενούμε συγγενείς και φίλους, μαγειρεύουμε, τρώμε κι ευφραίνεται η ψυχή μας», μίλησε η Ανεστασούλλα.
«Πράγματι, ονειρική φαίνεται», άκουσαν γνωστή φωνή.
«Παναγιώτα, ήρθες; Δεν σε γνωρίσαμε», άκουσε ψιθύρισμα.
«Ξέρετε πώς το ονόμασα; Αρχοντικό παράσπιτο των αδύναμων», είπε με όση δύναμη της επέτρεπαν οι πόνοι της.
«Μα γιατί το ονόμασες έτσι;» απόρησε ο Μηνάτσης.
«Γιατί; Να σου πω. Αρχοντικό, επειδή έχει ακριβώς όσα χρειαζόμαστε, για να περνάμε ξεκούραστα κι ευχάριστα. Τίποτε περιττό και τίποτε παραπανίσιο. Παράσπιτο; Από εσάς το δανείστηκα. Των αδύναμων; Επειδή θα μείνουμε για πάντα».
«Πράγματι, τα συνδυάζει όλα. Θυμάσαι την παροιμία, αμπέλι όσο θωρείς και σπίτι όσο σε χωρεί;», μίλησε η Ανεστασούλλα.
«Το έχετε όμορφο, νοικοκυρεμένο, μαγικό. Με ξύλινα ράφια ολόγυρα στους τοίχους στολισμένα με πιάτα, ποτήρια, κανάτες, φλυτζάνια. Με φωτογραφίες των προγόνων σας».
«Έτσι, τους έχουμε μαζί μας κάθε μέρα», άκουσε.
«Θα τους γνωρίσεις κι εσύ», άκουσε τον Μηνάτση με το γνωστό παιχνιδιάρικο ύφος.
«Το παράσπιτο δεν έχει νοστιμιά πια και η ζωή μας είναι άνοστη και στεγνή», στραβομουτσούνιασε η Ανεστασούλλα.
«Δέθηκα με τους ανθρώπους του χωριού κι αγάπησα τον τόπο σας. Θυμόσαστε; Τα πρωινά χαιρόμαστε τη θάλασσα κι αργά το απόγευμα καθόμαστε έξω από το παράσπιτο στην μακριά στενή πεζούλα, τη δροσοπεζούλα. Μαζευόμαστε γυναίκες και παιδιά. Εκεί μαθαίναμε τα νέα, κάποιες θυμόντουσαν τα παλιά, άλλες καλαμπούριζαν, σ’ άλλες άρεσε να θυμούνται τους αγαπητικούς τους, κάποιες μασουλούσαν κάτι νόστιμο και τραγανό, άλλες κερνούσαν αρωματικά φραγκόσυκα, σταφύλια, ροδάκινα, σύκα, που φέρνανε από τον κήπο τους. Φορές φορές ανταλλάζαμε γνώμες κι εμπειρίες για φαγητά και γλυκά, μερικές κεντούσαν ή έπλεκαν δαντέλες για στόλισμα, άλλες καθάριζαν φάβα ή ξεμάτιζαν κουκιά. Δεν είχαμε ώρα ούτε διάρκεια συνάντησης. Η δροσοπεζούλα ζεσταινόταν κι αγαλλίαζε από ζωντάνια, ενώ άλλες φορές έμενε ψυχρή κι άχαρη».
«Πόσα θυμήθηκες; Εμείς τα ξεχάσαμε», άκουσε τον Μηνάτση.
«Τελικά ετοίμασα το πρόγραμμα, έκανα καιρό να το μελετήσω και να το γράψω. Δεν ήταν κι εύκολο. Έβαλα αναστύλωση ανεμόμυλων και νερόμυλων, δημιουργία κοινοτικών ξυλόφουρνων για παρασκευή και πώληση παραδοσιακών προϊόντων, κονσερβοποίηση πεταλίδων κι άλλα. Αφού έγιναν πολλές αλλαγές, προσθήκες, τροποποιήσεις στις δράσεις και στις δαπάνες και ξανά διορθώσεις κι αλλαγές, οριστικοποιήθηκε και κρατήθηκε σε συρτάρι στελέχους του υπουργείου. Έτσι γίνονται αυτά».
«Απόψε, πριν έρθω μ’ έβγαλε ο δρόμος στα φαντάσματα των νερόμυλων. Άκουσα το νερό να κυλάει στ’ αυλάκια, να πέφτει από ψηλά με ορμή στο βούκινο, μετά στα φτερά της ρόδας κι αυτή να γυρίζει γύρω γύρω την πάνω πέτρα του μύλου, που μούγκριζε να σπάσει το χρυσάφι. Μετά σαν να έβλεπα το αλεύρι στη σκάφη να βιάζεται, να τρέχει, για να μπει στις σακούλες. Έβαλα τη χούφτα και την γέμισα. Με μάγεψαν οι σκιές των ανθρώπων που τους έβλεπα να πηδούν ανάμεσα στα ρυάκια και να πηγαινοέρχονται στους χορταριασμένους νερόμυλους ανεβοκατεβαίνοντας τα κακοτράχαλα μονοπάτια».
«Ανεμόμυλους ή αρμενάες είδα δύο ή τρεις φορές στα όνειρά μου. Γύριζαν με κουρελιασμένα φτερά. Ανέβηκα σε δίπατο ανεμόμυλο κι αλήθεια σας λέω, ο μπονέντης κι ο μαΐστρος ξεσπούσαν μανιασμένοι πάνω μου έτοιμοι να με ξεσκίσουν. Φαντάστηκα τους ανθρώπους να περιμένουν ουρά για ν’ αλέσουν τα φαγητά της γης. Μυλωνάδες δεν είδα στο τιμόνι να ανεβοκατεβάζουν τις μυλόπετρες για χονδρό ή ψιλό αλεύρι ή να ρυθμίζουν την κίνηση ανάλογα με τη δύναμη του αγέρα. Τους άκουσα αδύναμους βαριεστημένους να γυρίζουν αργά, βασανιστικά τα φτερά κι είδα λίγο αλεύρι να πέφτει στην κουφουνία και μετά στην ποδιά μου. Μαγεύτηκα».
«Φύλαξα το αλεύρι. Να το, σας το έφερα, Μηνάτση και Ανεστασούλλα».
17.
«Ξαφνικά, έχασα τον Μηνάτση και την Ανεστασούλλα. Για πάντα».
«Μόλις που πρόλαβα να αναρωτηθώ σε ποια κατάσταση βρισκόταν το κούφιο σώμα μου και σε ποια μορφή κοσμικού υλικού μετεξελίχθηκαν οι σκέψεις μου…»
ΤΕΛΟΣ Αύγουστος 2025
ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ
Θα ήθελα να ευχαριστήσω τις κυρίες Ρούλα Χουβαρδά Παπαβασίλη, Μαριγούλα Λυριστή, Ευγενία Κωνσταντινίδη και Καλλιόπη Φράγκου για τις πληροφορίες που μου έδωσαν σχετικά με την παρασκευή πολλών φαγητών, καθώς και για πολλές παραδοσιακές συνήθειες στην μαγειρική και όχι μόνο.
Με την αείμνηστη Φωτεινή Σκαλή Τσαμπουνιεράκη περάσαμε πολλά απογεύματα μαζί ξαραχνιάζοντας τις μνήμες της και εξιστορώντας μου πολλά γεγονότα και συνήθειες της παλιάς εποχής, που ήταν χρήσιμα στην προσπάθειά μου.
Δεν μπορώ να μην εκφράσω τις ευχαριστίες μου στον Μανώλη Δημελλά, που φιλοξενεί εδώ και πολλά χρόνια τα πονήματά μου στην διαδικτυακή εφημερίδα, Τα Καρπαθιακά Νέα.
[1] Γιώργος
[2] Αυτός που κάθεται στο κούμιλο=τζάκι του
[3] εμφάνιση
[4] κέρασμα
[5] άραγε
[6] ψηλά δερμάτινα χειροποίητα υποδήματα
[7] Από όποιο μέρος
[8] μορφωμένη
[9] υφασμάτινο κεντημένο κάλυμμα κεφαλής μικρών παιδιών
[10] σκουλαρίκια
[11] έτοιμη για δουλειά
[12] επιτάχυνε τη δουλειά της (κώνωψ+κονίομαι)
[13] τσιμουδιά
[14] Γενιά γαιοκτημόνων
[15] Ο πρώτος γιος του ζευγαριού, που παίρνει όλη την κτηματική περιουσία του πατέρα του
[16] εμπρός (επίρρ.)
[17] Σταχυολόγηση
[18] Χωρίς προίκα, το τελευταίο κορίτσι της οικογένειας
[19] Που περπατούσε σαν τον κάβουρα
[20] Χρυσή αλυσίδα
[21] ξεμαλλιάστηκε
[22] Άγιος Υπάτιος, θαυματουργός ιεράρχης των Γαγγρών της Παφλαγονίας που έζησε τον 3ο μ. χ. αιώνα
[23] Φυσικά ρηχά κοιλώματα με θαλασσινό νερό που έχουν βράχια γύρω γύρω
[24] νόθα παιδιά
[25] κάνω κάποιον να ξεχάσει την κακία του, την οργή, την κούραση
[26] κουτσομπολιό, θέμα συζήτησης
[27] χτύπημα με το κοπάνι που έπλεναν τα ρούχα
[28] όπου να είναι
[29] τρέχα γύρευε
[30] όργωμα
[31] κατακόκκινο φόρεμα
[32] ψιλά ξύλα
[33] σμέρνα
[34] παξιμάδια
[35] σταμναγκάθι
[36] ψιλές ελιές
[37] εδώδιμοι καρποί του αυτοφυούς φυτού lotus edulis που μοιάζει με λοβό οσπρίου
[38] στρογγυλά παξιμάδια με πολλά κρεμμύδια
[39] παραδοσιακό ντόπιο μικρό τυρί
[40] μικρά ευκίνητα σκουλήκια του τυριού
[41] τσιμουδιά
[42] Μπράβο (ειρωνικά)
[43] Κ. Π. Καβάφης «Ιθάκη»
[44] λιτό πρόγευμα
[45] Αναδεικνύει την εμφάνιση
[46] Φαγητό που τρώγεται μαζί με το ψωμί
[47] Προσέχεις
[48] Από πού
[49] μεγάλος άρτος που φτιαχνόταν στα μνημόσυνα στην Όλυμπο τα παλαιότερα χρόνια. Από αρχαίο παννυχίς
[50] σιγά σιγά
[51] τετράγωνο μαντήλι
[52] γαϊτάνι ή κορδόνι που το πλέκουν μαζί με την πλεξούδα
[53] Προμήθεια εφοδίων
[54] ή
[55] χρυσοκάνθαρος
[56] από την αρχαιότητα (από τα αρχ. έκπαλαι)
[57] θράψαλο
[58] Ορεκτικό, επιδόρπιο
[59] Κρίθαμος, φυτό παραθαλάσσιων πετρωδών χώρων crithmum maritimum
[60] σαλιγκάρια
[61] χόρτο για το ψάρεμα του σκάρου
[62] Αδειάσει, να είναι ολόκληρα
[63] κομμάτια από έντερα ζώου τυλιγμένα και δεμένα σε μικρές δεσμίδες
[64] κύμινο
[65] Μικρά άγρια δαμάσκηνα
[66] Καβουρντισμένο χοιρινό κρέας με το λίπος του
[67] Καβουρντισμένο χοιρινό κρέας με το λίπος του
[68] τοπικό χειροποίητο ζυμαρικό από λεπτό κλώνο ζύμης (από τουρκ. locum)
[69] γλυκό σε σχήμα τρίγωνου γεμισμένο με σιτάκα ή μυζήθρα
[70] Πολύ λερωμένη
[71] Έθιμο με χαρακτήρα τελετουργικό, θρησκευτικό
[72] κορυφή του γάλακτος
[73] το βούτυρο που προκύπτει μετά το βράσιμο της κορυφής του γάλακτος στη φωτιά
[74]τσιμένι\Trigonella foenum-greacum
[75] με το έτσι θέλω
[76] πίτες με μέλι ή πετιμέζι ή ζάχαρη (από το τουρκ. katmer)
[77] Στάνη, κοπάδι αιγοπροβάτων
[78] πολύ λίγο
[79] πρόχειρο χυλοειδές φαγητό από μικρά σφαιρίδια ζύμης που σχηματίζονται από αλεύρι, το οποίο ραντίζεται με νερό και τρίβεται
[80] πολτώδες φαγητό με νερό, γάλα, βούτυρο, μέλι και τσίκνωση
[81] μακριά, ίσια κλαδιά αγριελιάς
[82] πιο πηχτή ‘από έξω+ταράσσω’
[83] σαν την αλευρά αλλά με περισσότερο γάλα
[84] πεταλούδα
[85] Το κριθάρι που ήταν ακόμη πράσινο, το οποίο έφρυγαν και άλεθαν
[86] Χλωρές κεφαλές σιταριού που τις έφρυγαν προηγουμένως
[87] Σύναξη χωριανών για γεύμα και ενίσχυση της περιουσίας του Αγίου
[88] Από αρχάριος για το παιδί που έκανε το αρχικό του ταξίδι στη ζωή.
[89] Σειρά, θέση κατά το φούρνισμα
[90] στενοχωριέμαι μέσα από την καρδιά μου, αλλά δεν το εξωτερικεύω
[91] Μιλά με συνεχή λόγο
[92] Ή πρωτοκόρη είναι κληρονόμος και ιδιοκτήτρια όλης της κτηματικής περιουσίας της μάνας
[93] Στα καλά καθούμενα
[94] Κατά διαβόλου
[95] Γενιά κλεφτών
[96] Έξω από τα δόντια
[97] νουθεσία
[98] άρον, άρον
[99] Γελοία, εξευτελισμένη γυναίκα
[100] Ξερά σύκα
[101] Μυζήθρα διαποτισμένη με βώτυρο
[102] Τον καταράστηκε
[103] ρεβίθι
[104] έχει πικρό χαρακτήρα, όπως η τσιμέττα (βρούβα)
[105] τη συνέχεια στα παιδιά και στα εγγόνια
[106] θεία
[107] το κουβάλημα των προικιών της νύφης
[108] Διασκέδαση σε στενό κύκλο μετά τον γάμο
[109] υπαίθρια στέψη
[110] ξηροί καρποί, καραμέλες, ζαχαροστράγαλα και κομμένα σουσαμένια κουλούρια
[111] ανάκατα
[112] Ωφέλεια, χρησιμότητα
[113] πρόχειρο αλευρικό φαγητό από σφαιρίδια ζύμης
[114] μικρή πήλινη λεκάνη
[115] τσιγαρισμένο χοιρινό λίπος
[116] ευκαιρία, τρόπος
[117] ελάχιστο κομματάκι
[118] τηγανισμένες μακαρούνες με βούτυρο
[119] σανίδα που βάζουν τα αφούρνιστα ψωμιά
[120] μελάνη και εντόσθια σουπιάς και χταποδιού (από αρχ. ολός που σημαίνει θολός)
[121] μικρές μακρόστενες ντομάτες
[122] πουθενά
[123] τσουβάλι
[124] πηχτή
[125] θείος
[126] αλήθεια
[127] απέναντι
[128] κουράγιο
[129] αρμπαρόριζα
[130] μεταχειρίζομαι με άνεση, ευχαρίστηση
[131] πανέτοιμες
[132] έρημος τόπος, παρέα με τους ανέμους
[133] έτσι ξαφνικά
[134] κοχύλι που το χρησιμοποιούσαν στη βασκανία
[135] ποτό από γάλα αμυγδάλου με ζάχαρη και νερό
[136] αγριάδα
[137] απάντησε
[138] Ανεμόδαρτη περιοχή (εξάνεμο=δυνατός αέρας)
[139] ήπιος άνεμος
[140] στον τόπο της
[141] το φυτό κίστος ή αλάδανος
[142] νάρκισσοι
[143] δερμάτινος ασκός αλειμμένος με πίσσα, που έβαζαν νερό
[144] μικρά κομμάτια από φλούδες πεύκου
[145] ευχαριστιόσουν
[146] έκλεισες τα μάτια από νύστα
[147]αναλογίστηκες (ανηορεύgω ‘αναφέρω, νοσταλγώ κάποιον’, από αρχ. αναγορεύω)
[148]βοήθεια (μεταπιάννω ‘βοηθώ’)
[149]τα έντερα και ο πατσάς μικρού αρνιού ή κατσικιού
[150] πικροδάφνη
[151] χαριεντίζομαι ερωτικά
[152] Ολιγόμυαλος, ξεχασιάρης
[153] στρογγυλά κουλούρια με άσπρο αλεύρι
[154] Με συνεχή επανάληψη
[155] Μίγμα σουσαμιού και μελιού
[156] γραμματόσημο
[157] συνεστίαση στενού οικογενειακού κύκλου την τρίτη μέρα του γάμου
[158] μέρα ακατάλληλη για εργασία. Δρίμες είναι η Μεταμόρφωση, οι τρεις πρώτες και οι τρεις τελευταίες μέρες του Αυγούστου και η μέρα του Δεκαπενταύγουστου
[159] αλλήθωροι
[160] Άνθρωποι με πλατιά ρουθούνια
[161] Μικρόσωμοι, ισχνοί
[162] Ελαφρύ παπούτσι με πάτο από φελλό
[163] Ένα από τα κωνικά σύνολα του ροδιού με τα σπυριά του
[164] αθέτηση όρων
[165] Σιγά σιγά
[166] οπωσδήποτε, έτσι κι αλλιώς
[167] δεν είμαι αδιάφορος
[168] συνομήλικος
[169] από την πρώτη αρχή, από τουρκ. Valide ‘μητέρα του Σουλτάνου’
[170] με ομοιοκαταληξία
[171] αταίριαστες, χωρίς ρήμα ή μέτρο
[172] μισοβρασμένη φάβα
[173] είδος οσπρίων που μοιάζουν με μικρά μπιζέλια και έχουν κάπως γλυκιά γεύση
[174] όσπρια
[175] λωρίδες από δέρμα χοίρου με το λίπος (που ξεραίνεται) και τρώγεται συνήθως με ρεβίθια (από τουρ.sirim ‘λωρίδα δέρματος’)
[176] σταμναγκάθι
[177] είδος βρούβας
[178] Το μικρό αρνί ή ρίφι που βυζαίνει ακόμη
[179] Αρνί ή ερίφι παραγεμισμένο με χόντρο ή ρύζι και ψημένο στον φούρνο (από αρχ. επίθ. απτός)
[180] το γέμισμα αρνιού με ρύζι
[181] Γύρισμα των άκρων του φύλου της λαχανόπιτας προς τα πάνω
[182] Μεγάλος άρτος για επίσημες εκδηλώσεις και πανηγύρια
[183] Λεπτό και κατάλευκο αλεύρι (από τουρκ. has ‘αγνός καθαρός’)
[184] επίτηδες
[185] Τα λίπη και οι ελιές γύρω από τα λεπτά έντερα
[186]Άδειασμα, άντληση
[187] Εμφιαλωμένος χυμός
[188] Σκαλίζω, ανακατεύω με το ρύγχος (λέγεται για χοίρο)
[189] μουσκεμένα ρεβίθια για γερά δόντια
[190] Ψητή στα κάρβουνα
[191] Μουσκεμένους
[192] άνθη κολοκυθιάς
[193] Δαγκάνα καβουριού
[194] να ακολουθούν το ένα το άλλο
[195] τροφή
[196] μικρό σαρκώδες σαλιγκάρι
[197] διαυγές
[198] πολύ κακός, από αρχ. ψίαξ=δηλητήριο
[199] Κοφτό μακαρονάκι βρασμένο σε ζουμί κρέατος (από Ιταλ. Pasta asciutta)
9.8.2025
Καρπαθιακά Νέα












