Ντίνος Φούντης: Το Πέτρινο Σχολειό της ΚΑΣΟΥ και τα Παιδιά με τα Χρυσά Κλειδιά

Ντίνος Φούντης: Το Πέτρινο Σχολειό της ΚΑΣΟΥ και τα Παιδιά με τα Χρυσά Κλειδιά

​Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα θαλασσοδαρμένο νησί, στεκόταν ένα επιβλητικό πέτρινο κτίριο. Τα παράθυρά του κοιτούσαν το πέλαγος και η αυλή του πλημμύριζε για δεκαετίες από μαθητικές αγοραστικές και κοριτσίστικες φωνές, όνειρα και γέλια.

γράφει ο Ντίνος Φούντης

​Από τις πόρτες του βγήκαν εκατοντάδες παιδιά. Μεγάλωσαν, προκόψαν, έγιναν τεχνίτες, καπεταναίοι, επιστήμονες επιχειρηματίες και άρχοντες.της δημοσυντηριτης καρεκλας. Καθένας τους, φεύγοντας, έπαιρνε μαζί του κι ένα αόρατο «χρυσό κλειδί» — τις αναμνήσεις, τις γνώσεις και τα εφόδια που του χάρισε το πέτρινο σπίτι της μάθησης.

​Τα χρόνια πέρασαν. Το κτίριο γέρασε. Η στέγη του άρχισε να μπάζει νερά, οι σοβάδες έπεσαν και τα κουφώματα έτριζαν σε κάθε βοριά.

​Τότε, οι παλιοί μαθητές, μεστοί και ώριμοι πια, μαζεύτηκαν στην πλατεία.

— «Κρίμα κι άδικο!» φώναζαν με παράπονο. «Δείτε πώς ρημάζει το σχολειό μας! Πρέπει ο Δήμαρχος να βρει χρυσάφι να το φτιάξει. Να το κάνει μουσείο, να το κάνει στολίδι!»

​Δίπλα τους στεκόταν ο φτωχός Δημοκόμος του νησιού. Το σακούλι του ήταν σχεδόν άδειο, κι από αυτό έπρεπε να ταΐσει όλο το χωριό, να φέρει νερό στις βρύσες και να φροντίσει και τους νέους κατοίκους που ήρθαν στο νησί από άλλους τόπους — ανθρώπους που δεν είχαν περάσει ποτέ το κατώφλι εκείνου του σχολειού.

​— «Γιατί ζητάτε από το άδειο πουγγί του χωριού να σώσει τις δικές σας μνήμες;» ψιθύρισε ένας σοφός γέροντας που καθόταν στη σκιά μιας ελιάς.

​Οι απόφοιτοι κοίταξαν απορημένοι.

​— «Όσοι περάσατε από αυτό το κτίριο είστε εκατοντάδες», συνέχισε ο γέροντας. «Αν ο καθένας σας προσέφερε ένα λιθαράκι, ένα μεροκάματο, μια τέχνη ή λίγη φροντίδα, το σχολειό θα στεκόταν πάλι όρθιο. Γιατί ζητάτε από τους νεόφερτους συγχωριανούς σας, που δεν χρωστούν τίποτα στην ιστορία αυτού του τοίχου, να πληρώσουν τη δική σας νοσταλγία; Η ηθική υποχρέωση δεν ζητά κονδύλια από τους άλλους· ζητά προσφορά από εσάς.»

​Οι απόφοιτοι κοίταξαν τα χέρια τους. Κανείς δεν κουνήθηκε. Προτίμησαν να συνεχίσουν να κλαίνε για τα ερείπια, περιμένοντας από ξένα χέρια να σηκώσουν το βάρος της δικής τους ιστορίας.

​Και το πέτρινο κτίριο συνέχισε να σωπαίνει, περιμένοντας όχι το δημόσιο χρήμα, αλλά την αληθινή αγάπη εκείνων που ευεργέτησε.

19.8.2026

Καρπαθιακά Νέα