Τον Ιανουάριο του 1962 ήταν μόλις δεκατεσσάρων χρόνων. Σήμερα, ύστερα από μια μακρά πορεία στα γράμματα και στην πανεπιστημιακή διδασκαλία, ο Μηνάς Αλ. Αλεξιάδης είναι ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου. Ανάμεσα στις δύο αυτές εποχές βρίσκεται μια ολόκληρη ζωή. Και κάπου στην αρχή της, στις Μενετές της Καρπάθου, υπάρχει ένα παιδί σκυμμένο πάνω από ένα χαρτί, με ένα καρμπόν στο χέρι, να γράφει τη δική του εφημερίδα: τη «Φωνή των Μενετών»!
Το πρώτο φύλλο κυκλοφόρησε στις 7 Ιανουαρίου 1962 και το τελευταίο στις 2 Μαρτίου 1963. Συνολικά εκδόθηκαν 61 φύλλα. Ήταν τετρασέλιδα, γραμμένα στο χέρι και αναπαραγμένα με καρμπόν, σε περίπου 15 έως 20 αντίτυπα κάθε φορά. Λίγα φύλλα, θα έλεγε κανείς. Για τις Μενετές όμως εκείνης της εποχής ήταν κάτι περισσότερο: ένας τρόπος να συγκεντρώνονται τα νέα του χωριού και να φτάνουν σε ανθρώπους που βρίσκονταν μακριά.
Εκείνα τα χρόνια η Κάρπαθος δεν είχε την καθημερινή πληροφόρηση που γνωρίζουμε σήμερα. Οι εφημερίδες έφταναν με το πλοίο και η είδηση μπορούσε να χρειαστεί χρόνο για να φτάσει στο νησί. Ο μικρός Μηνάς περίμενε τις εφημερίδες με ενδιαφέρον. Όταν κάποια από αυτές έφτανε στις Μενετές και κατέληγε στο καφενείο, την έπιανε στα χέρια του και την διάβαζε προσεκτικά. Δεν τον ενδιέφεραν μόνο οι ειδήσεις. Παρατηρούσε τους τίτλους, τη σειρά των θεμάτων, τον τρόπο που έγραφαν οι δημοσιογράφοι. Ίσως τότε, χωρίς ακόμη να το ξέρει, να μάθαινε τη δουλειά που αργότερα θα επιχειρούσε μόνος του.
Ένα από τα πρώτα του ερεθίσματα είχε έρθει λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1956, όταν είχε βρεθεί στην Αθήνα, στην Άνω Κυψέλη. Εκεί, στο συγγενικό του περιβάλλον, είχε τη δυνατότητα να βλέπει καθημερινά εφημερίδες και να γνωρίσει έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από εκείνον που υπήρχε στο χωριό. Η Αθήνα είχε τις εφημερίδες της. Οι Μενετές θα αποκτούσαν τη δική τους.
Η «Φωνή των Μενετών» δεν είχε συντακτική επιτροπή. Δεν υπήρχαν συνεργάτες που να παραδίδουν κείμενα, ούτε κάποιος υπεύθυνος να διορθώνει τα φύλλα. Ο Μηνάς έπρεπε να κάνει σχεδόν τα πάντα μόνος του: να μάθει τι συνέβαινε, να διαλέξει τι άξιζε να γραφτεί, να συντάξει τα κείμενα, να τα περάσει στο χαρτί, να ετοιμάσει τα αντίγραφα και ύστερα να φροντίσει να φτάσουν στους ανθρώπους που περίμεναν να τα διαβάσουν. Κι όλα αυτά ενώ ήταν μαθητής.
Αυτό ίσως είναι και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ιστορίας. Δεν επρόκειτο για μια σχολική εφημερίδα που δημιουργήθηκε στο πλαίσιο κάποιου μαθήματος. Η «Φωνή των Μενετών» ήταν μια προσωπική ιδέα που πήρε μορφή στα χέρια ενός παιδιού.
Στις σελίδες της συναντά κανείς έναν κόσμο που σήμερα έχει αλλάξει. Υπάρχουν ειδήσεις από το χωριό, αναφορές στις γεωργικές εργασίες, θέματα για το νερό, τις τιμές των τροφίμων, το σχολείο, την κοινωνική ζωή, τον αθλητισμό, την Εκκλησία και τα δημόσια θεάματα. Είναι ειδήσεις που σήμερα μπορεί να μοιάζουν απλές. Τότε όμως αφορούσαν άμεσα τη ζωή των ανθρώπων.
Και δίπλα σε όλα αυτά υπήρχαν οι ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο. Ο Μακάριος, ο Λίντον Τζόνσον και άλλα γεγονότα της εποχής έβρισκαν τον δρόμο τους από τον αθηναϊκό Τύπο μέχρι τις Μενετές. Έτσι, πάνω στο ίδιο χειρόγραφο χαρτί συναντιούνταν ο κόσμος του χωριού και ο κόσμος που βρισκόταν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.
Σήμερα, ίσως η πιο συγκινητική πλευρά της «Φωνής των Μενετών» να μην είναι μόνο το γεγονός ότι την εξέδιδε ένας δεκατετράχρονος. Είναι όσα κατάφερε να κρατήσει πάνω στο χαρτί: τα ονόματα των ανθρώπων, τις ασχολίες τους, τις ανάγκες του χωριού, τις μικρές ειδήσεις της καθημερινότητας, όσα συνέβαιναν στο σχολείο και στην εκκλησία, τις τιμές και τις δουλειές της εποχής.
Όλα εκείνα που για τους ανθρώπους του 1962 ήταν η συνηθισμένη τους ζωή και που σήμερα, ύστερα από τόσες δεκαετίες, αποκτούν άλλη αξία. Γιατί η καθημερινότητα είναι συνήθως το πρώτο πράγμα που χάνεται από τη μνήμη. Υπάρχει κάτι σχεδόν συγκινητικό και στην ίδια την τεχνική της εφημερίδας. Ένα φύλλο χαρτί, ένα καρμπόν και από πάνω μερικά ακόμη φύλλα. Η γραφή περνούσε από το ένα στο άλλο και έτσι δημιουργούνταν τα αντίτυπα. Δεν υπήρχε η ταχύτητα του σημερινού εκτυπωτή. Κάθε σελίδα απαιτούσε χρόνο και προσοχή. Και πίσω από κάθε αντίτυπο βρισκόταν το χέρι του ίδιου ανθρώπου.
Αυτό δίνει στα φύλλα της «Φωνής των Μενετών» κάτι ιδιαίτερο. Δεν είναι απρόσωπες τυπωμένες σελίδες. Είναι σελίδες που κάποιος έγραψε, διόρθωσε, ξαναέγραψε και μοίρασε στους συγχωριανούς του.
Για πολλά χρόνια η «Φωνή των Μενετών» παρέμενε μια σχετικά άγνωστη ιστορία. Τα φύλλα της, όμως, διασώθηκαν και σήμερα, μέσα από τη μελέτη και την παρουσίασή τους, μπορούμε να επιστρέψουμε στις Μενετές εκείνης της εποχής και να δούμε τη ζωή του χωριού μέσα από τη ματιά ενός παιδιού.
Το 2026 τα «Καρπαθιακά Νέα» παρουσίασαν το βιβλίο του Μιχάλη Εμμ. Αρφαρά «Μια χειρόγραφη εφημερίδα της Καρπάθου, κατά τη δεκαετία του 1960», έκδοση «Κάμειρος», αφιερωμένο στη «Φωνή των Μενετών» και στον δημιουργό της. Η μελέτη των 61 φύλλων ανοίγει έναν δρόμο προς την κοινωνική ζωή των Μενετών και της Καρπάθου εκείνων των χρόνων, όχι μέσα από μεγάλες ιστορικές περιγραφές, αλλά μέσα από τις μικρές ειδήσεις που συνθέτουν τελικά μια εποχή.
Η «Φωνή των Μενετών» ξεκίνησε από την ανάγκη ενός παιδιού να γράψει. Χωρίς τυπογραφείο, χωρίς ομάδα συνεργατών και χωρίς τα τεχνικά μέσα που θα είχε στη διάθεσή του ένας επαγγελματίας εκδότης. Είχε μόνο τις εφημερίδες που διάβαζε, τα βιβλία, τις συζητήσεις των μεγαλύτερων, όσα έβλεπε καθημερινά γύρω του και, κυρίως, την επιθυμία να τα βάλει σε μια σειρά πάνω στο χαρτί.
Εξήντα και πλέον χρόνια αργότερα, τα χειρόγραφα εκείνα φύλλα μάς επιστρέφουν έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια με την ίδια μορφή. Τις Μενετές των αρχών της δεκαετίας του ’60. Ένα χωριό με τις δουλειές του, τις χαρές του, τις δυσκολίες του, τα νέα του, τους ανθρώπους του.
Και ανάμεσά τους ένα παιδί που κάθε εβδομάδα έπιανε το χαρτί και έγραφε.
Ίσως γι’ αυτό η «Φωνή των Μενετών» έχει σήμερα μεγαλύτερη αξία από εκείνη που μπορούσαν να φανταστούν οι άνθρωποι που κρατούσαν τότε τα λίγα αντίτυπά της. Γιατί μαζί με τις ειδήσεις κράτησε και κάτι ακόμη: τον τρόπο με τον οποίο έμοιαζε η ζωή στις Μενετές όταν το νέο ερχόταν με το καράβι, η εφημερίδα γραφόταν με το χέρι και ένα παιδί πίστευε πως αξίζει να τα καταγράψει όλα.
22.8.2026
Καρπαθιακά Νέα












