Brizio Montinaro: Η Κάρπαθος του 1982 μέσα από τα μάτια ενός Ελληνοσαλεντίνου

Brizio Montinaro: Η Κάρπαθος του 1982 μέσα από τα μάτια ενός Ελληνοσαλεντίνου

Μια διαφορετική Κάρπαθο, όπως την αντίκρισε το 1982 ένας άνθρωπος που γνώριζε καλά την ελληνική παράδοση και κουβαλούσε μέσα του τη δική του ελληνική καταγωγή από το Σαλέντο της Νότιας Ιταλίας, περιγράφει ο Brizio Montinaro στο ταξιδιωτικό του κείμενο «Ritorno in Grecia – Appunti di viaggio di un greco-salentino».

φωτογραφία Μίμης Πανάρετος

Ο Montinaro δεν επισκέπτεται το νησί για να περιγράψει παραλίες, ξενοδοχεία και αξιοθέατα. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι οι άνθρωποι και ο τρόπος με τον οποίο ζουν. Γι’ αυτό και οι σημειώσεις του, περισσότερα από σαράντα χρόνια μετά, έχουν ιδιαίτερη αξία. Είναι μια ματιά σε μια Κάρπαθο που βρισκόταν ακόμη μακριά από τη σημερινή τουριστική πραγματικότητα.

Φτάνοντας στην Κάρπαθο, παρατηρεί την καθημερινότητα στα Πηγάδια, τους ανθρώπους του λιμανιού, τα καφενεία και τη ζωή που περιστρέφεται γύρω από τη θάλασσα. Στη συνέχεια ανεβαίνει στα χωριά και ιδιαίτερα στην Όλυμπο, όπου συναντά έναν κόσμο στον οποίο οι παλιές συνήθειες εξακολουθούν να αποτελούν μέρος της καθημερινής ζωής.

Αυτό που τον εντυπωσιάζει περισσότερο είναι ο τρόπος με τον οποίο οι Καρπάθιοι γιορτάζουν. Το πανηγύρι δεν είναι απλώς μια θρησκευτική γιορτή. Είναι μια συνάντηση ολόκληρης της κοινωνίας.

Ο Montinaro το περιγράφει με τρεις λέξεις: λειτουργία, φαγητό και χορός. Όλοι συμμετέχουν, όλοι έχουν έναν ρόλο και η γιορτή συνεχίζεται γύρω από το κοινό τραπέζι και τη μουσική.

Παρατηρεί τις γυναίκες με τις παραδοσιακές φορεσιές και τα χρυσά κοσμήματα, τους μουσικούς και τους χορευτές. Καταγράφει τα όργανα και τους χορούς που ακούει και βλέπει, ανάμεσά τους τη σούστα, τον πεντοζάλη και τον ζερβό, τον οποίο χαρακτηρίζει ως χαρακτηριστικό καρπάθικο χορό.

Στις Μενετές συναντά μια εικόνα που σήμερα μοιάζει σχεδόν ξεχασμένη. Παρακολουθεί ένα ομαδικό βάφτισμα τεσσάρων παιδιών, ένα από τα οποία είναι ήδη έντεκα ετών. Η καθυστέρηση δεν ήταν αποτέλεσμα αμέλειας. Η οικογένεια βρισκόταν στον Καναδά και περίμενε την επιστροφή της για να γίνει το βάφτισμα. Μέσα από αυτό το μικρό περιστατικό ο Montinaro καταγράφει κάτι πολύ μεγαλύτερο: τη ζωή μιας κοινωνίας που είχε απλωθεί σε ολόκληρο τον κόσμο, αλλά εξακολουθούσε να επιστρέφει στο χωριό και στις οικογενειακές της ρίζες.

Κάτι αντίστοιχο βλέπει και στους γάμους. Αυτό που τον εντυπωσιάζει είναι ότι ο γάμος δεν αφορά μόνο τους συγγενείς και τους στενούς φίλους. Αφορά ολόκληρο το χωριό. Όταν μάλιστα ο γαμπρός και η νύφη προέρχονται από διαφορετικά χωριά, η γιορτή μπορεί να ενώσει δύο ολόκληρες κοινότητες. Ο Montinaro αναγνωρίζει σε αυτή την εικόνα στοιχεία που θυμίζουν τις παλιότερες κοινωνίες της Νότιας Ιταλίας.

Ίσως αυτό να είναι και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ματιάς του. Δεν στέκεται απέναντι στην Κάρπαθο σαν ένας ξένος που παρατηρεί κάτι εξωτικό. Σε πολλές στιγμές φαίνεται να αναγνωρίζει στους Καρπάθιους έναν κόσμο οικείο. Έναν κόσμο που είχε γνωρίσει και στη δική του πατρίδα, μέσα από τις παραδόσεις, τη μουσική, τα οικογενειακά έθιμα και τη δύναμη της κοινότητας.

Παράλληλα, βλέπει έντονα το αποτύπωμα της μετανάστευσης. Η Κάρπαθος του 1982 έχει πολλά άδεια σπίτια και πολλούς ηλικιωμένους, ενώ τα παιδιά και οι νεότεροι βρίσκονται στην Αμερική και στον Καναδά. Το καλοκαίρι όμως επιστρέφουν. Παιδιά γεννημένα στη Νέα Υόρκη, στο Τορόντο ή αλλού ξαναβρίσκουν το νησί των γονιών και των παππούδων τους.

Και κάπως έτσι, μέσα από τις σημειώσεις ενός Ιταλού με ελληνικές ρίζες, εμφανίζεται μια Κάρπαθος που σήμερα αξίζει να θυμηθούμε. Μια Κάρπαθος όπου το πανηγύρι ήταν ακόμη υπόθεση ολόκληρου του χωριού, ο γάμος έφερνε κοντά δύο κοινότητες, το βάφτισμα μπορούσε να περιμένει μέχρι να επιστρέψουν οι ξενιτεμένοι και η παράδοση δεν παρουσιαζόταν για να τη δουν οι επισκέπτες, αλλά ζούσε μαζί με τους ανθρώπους.

Το κείμενο του Brizio Montinaro δημοσιεύτηκε το 1982 και σήμερα αποτελεί μια ιδιαίτερη μαρτυρία για την κοινωνική και λαογραφική ζωή της Καρπάθου εκείνης της εποχής. Ίσως γιατί, τελικά, αυτό που κράτησε ο ίδιος από το ταξίδι του δεν ήταν τόσο το τοπίο, όσο οι άνθρωποι που συνάντησε.

Πηγή: Brizio Montinaro, «Ritorno in Grecia – Appunti di viaggio di un greco-salentino», 1982, ψηφιοποιημένο αρχείο Banca Popolare Pugliese.

Brizio Montinaro

Ο Brizio Montinaro, γεννημένος στην Καλημέρα του Λέτσε, είναι Ιταλός ηθοποιός, συγγραφέας και ανθρωπολόγος, με ιδιαίτερη σχέση με την ελληνόφωνη παράδοση του Σαλέντο. Αποφοίτησε από το Centro Sperimentale di Cinematografia και ακολούθησε σημαντική πορεία στο θέατρο, τον κινηματογράφο, την τηλεόραση και το ραδιόφωνο, συνεργαζόμενος με γνωστούς Ιταλούς και Ευρωπαίους σκηνοθέτες.

Παράλληλα, ασχολήθηκε συστηματικά με την ανθρωπολογία, τη λαϊκή θρησκευτικότητα, τη μουσική και την προφορική παράδοση του Σαλέντο. Θεωρείται από τους σημαντικούς μελετητές της ελληνικής διαλεκτικής παράδοσης της περιοχής και ήταν από τους πρώτους που ανέδειξαν την ύπαρξη μιας ζωντανής ελληνόφωνης ποιητικής παράδοσης στη Γκρετσία Σαλεντίνα.

Έχει γράψει αρκετά βιβλία, μεταξύ των οποίων τα Salento povero, Canti di pianto e d’amore dall’antico Salento, San Paolo dei serpenti, Danzare col ragno και Il teatro della taranta. Το έργο του Canti di pianto e d’amore dall’antico Salento μεταφράστηκε και στα ελληνικά.

27.9.2026

Καρπαθιακά Νέα