Γράφει ο Κωνσταντίνος Φούντης
Ο αέρας στον Αη Ηλία έπαιρνε τις τελευταίες κάψες του καλοκαιριού, αφήνοντας πίσω του εκείνη τη γνώριμη, βαριά σιωπή του φθινοπώρου. Ο μπάρμπα-Γιώργης, ο τελευταίος παλιός βοσκός του βουνού, καθόταν πάνω σε μια ξερολιθιά, με το μπαστούνι του σφιγμένο στα ροζιασμένα χέρια. Δίπλα του, ο δεκαεπτάχρονος εγγονός του, ο Γιώργης ο νεότερος, κοιτούσε χαμηλά στο λιμάνι.
Το τελευταίο καράβι της σεζόν είχε μόλις σφυρίξει τρεις φορές, παίρνοντας μαζί του τους τελευταίους παραθεριστές, τα γέλια και την πρόσκαιρη βοή του νησιού.
«Είδες, παππού;» είπε ο μικρός με χαμηλωμένη φωνή. «Άδειασε πάλι ο τόπος. Έφυγαν όλοι. Πορτοπαράθυρα κλειστά, σοκάκια σκοτεινά. Τι μας έμεινε πάλι; Μόνο οι αναμνήσεις, τα παλιά τραγούδια και τα μοιρολόγια για την ξενιτιά. Μήπως πρέπει να φτιάξω κι εγώ τη βαλίτσα μου; Εδώ δεν υπάρχει μέλλον.»
Ο μπάρμπα-Γιώργης δεν απάντησε αμέσως. Έσκυψε, έπιασε μια φούχτα κόκκινο, σφιχτό χώμα από τα πόδια του, το έσφιξε στη φούχτα του και το άφησε να τρέξει αργά ανάμεσα στα δάχτυλά του.
«Ξέρεις τι είναι αυτό, Γιώργη;» ρώτησε ο γέροντας.
«Χώμα, παππού. Πέτρες και φτώχεια. Φτώχεια γιατί ακούς όλους γύρω σου να λένε τα ίδια και τα ίδια.»
«Λάθος κάνεις, παιδί μου», είπε ο βοσκός με φωνή σταθερή, απαλλαγμένη από κάθε ίχνος θρήνου. «Αυτό είναι πηλός. Εσύ βλέπεις φτώχεια επειδή έμαθες να κοιτάς τον τόπο μας μόνο με τα μάτια της νοσταλγίας. Σας μάθαμε —και φταίμε κι εμείς σε αυτό— να νομίζετε ότι η αγάπη για το νησί είναι τα πανηγύρια, τα έθιμα, τα ποιήματα και τα δάκρυα στον μώλο. Μα αυτά, λεβέντη μου, είναι το κερασάκι στην τούρτα. Όμορφα είναι, απαραίτητο συνοδευτικό, αλλά δεν είναι ο αυτοσκοπός και δεν χορταίνουν την πείνα. Η ίδια η τούρτα είναι η γη, η παραγωγή και η δουλειά.»
Ο μικρός κοίταξε τον παππού του παραξενεμένος. «Μα τι παραγωγή, παππού; Ποιος θα μας βοηθήσει; Δεν υπάρχουν σοβαρές πρωτοβουλίες, το κράτος είναι μακριά, κι όλοι οι άλλοι είναι βολεμένοι στη μοίρα τους. Περιμένουμε το επόμενο καλοκαίρι για να ξαναζήσουμε λίγο.»
Ο γέρος γέλασε πικρά και χτύπησε το μπαστούνι στην πέτρα.
«Αυτή είναι η μεγάλη μας απάτη, Γιώργη! Η στωική μας βολή! Κρυβόμαστε πίσω από το “δεν γίνεται τίποτα” για να μην αναλάβουμε την ευθύνη μας. Περιμένουμε πάντα έναν σωτήρα από τα ξένα, ενώ τα πάντα είναι στα χέρια μας, ειδικά τώρα, στη δική σου εποχή.
Εσύ δεν μου λες κάθε μέρα για την τεχνολογία; Εσείς οι νέοι δεν είστε όλη μέρα μ’ ένα κινητό στο χέρι, ακόμα και μέχρι την τουαλέτα; Αφού έχετε στα χέρια σας υπολογιστές, τεχνητή νοημοσύνη, εργαλεία που φτάνουν στην άκρη της γης σε ένα δευτερόλεπτο, γιατί τα έχετε μόνο για να χαζεύετε; Αντί να κλαίτε πάνω από άδειες βαλίτσες, γιατί δεν τα βάζετε να δουλέψουν για τον τόπο;
Μου μιλάνε μερικοί ακόμα για σχολές καραβομαραγκών και παλιούς ταρσανάδες… Ποιος ταρσανάς, παιδί μου; Στη σημερινή εποχή δεν χρειάζεσαι ξύλα και βαριά ναυπηγεία για να σκίσεις τη θάλασσα. Μπορείτε να φτιάξετε θαλάσσια drones, αυτόνομα σκάφη τεχνολογίας αιχμής, ρομποτικά συστήματα που θα επιτηρούν τα νερά μας, θα κάνουν έρευνες και θα δίνουν δουλειά σε μυαλά σαν τα δικά σας!
Γιατί να πουλάμε το γάλα και το κρέας μας χάρισμα και να μην κάνουμε εδώ, στο νησί, τη δική μας τυποποίηση;
Γιατί τα γυάλινα μπουκάλια που πέταξαν οι επισκέπτες να γίνονται σκουπίδια, αντί να τα θρυμματίσουμε και να φτιάξουμε ειδικά, αθάνατα κονιάματα για τα σπίτια μας;
Γιατί τα οργανικά απόβλητα να μην γίνονται κομπόστ για να ζωντανέψουν τα αμπέλια μας;
Γιατί να περιμένουμε το καράβι για μια βίδα ή ένα εξάρτημα, όταν μια μικρή τορνευτική μηχανή μπορεί να δώσει δουλειά σε τρία κοπέλια;
Και αυτός ο πηλός… στα χέρια κάποιου που ξέρει, γίνεται οικολογική δόμηση, γίνεται τέχνη, γίνεται ζωή.»
Ο μικρός Γιώργης κοίταξε τότε προς την πλατεία του χωριού. Πίσω από τα θαμπά τζάμια του καφενείου, οι φιγούρες των γερόντων κάθονταν γύρω από τα πράσινα τραπέζια. Η μπιλότα είχε ανάψει, μαζί με τις φωνές, τα χτυπήματα των φύλλων πάνω στο ξύλο και τις γνώριμες, κουρασμένες κουβέντες για το τι έφταιξε και ρήμαξε ο τόπος.
«Εκεί θα καταλήξω κι εγώ, παππού;» ψιθύρισε ο μικρός. «Να σκοτώνω την ώρα μου στην μπιλότα, περιμένοντας να περάσει ο χειμώνας, ακούγοντας όλους γύρω μου να λένε τα ίδια και τα ίδια;»
Ο μπάρμπα-Γιώργης κοίταξε προς το καφενείο και κούνησε το κεφάλι του.
«Η μπιλότα, παιδί μου, είναι η παρηγοριά των παραιτημένων. Όταν δεν έχεις να χτίσεις τίποτα για το αύριο, παίζεις την τύχη σου στα χαρτιά. Αλλά ο τόπος δεν ανασταίνεται με ατού και μπάζες στο καφενείο. Ανασταίνεται στα χωράφια, στα εργαστήρια, στις ιδέες και στην παραγωγή. Άσε τους γέροντες να μετρούν τους πόντους της χαρτοπαιξιάς. Εσύ μέτρα τις δυνατότητες που έχεις στα χέρια σου. Αυτοί διαλέγουν να σκοτώσουν τον χρόνο τους· εσύ διάλεξε να τον αξιοποιήσεις.»
«Και οι πρωτοβουλίες, παππού; Αφού δεν υπάρχουν…»
«Οι πρωτοβουλίες, γιοκα μου, δεν αγαπούν τα μεγάλα λόγια και τα πλήθη», είπε ο γέροντας, σηκώνοντας το βλέμμα του στον ορίζοντα. «Ξεκινούν πάντα από δύο ανθρώπους που θα καθίσουν σε ένα τραπέζι τώρα, το φθινόπωρο, όταν σβήσου
14.9.2026
Καρπαθιακα Νέα












