Δεν πιάνει το μυαλό πόσες μνήμες, πόσες εικόνες, πόσες ολόκληρες ζωές μπορεί να χωρέσουν πάνω στις φάτσες του βαλέ, της ντάμας και του ρήγα. Η τράπουλα που ανοίγει πάνω στο παλιό τραπέζι δεν με συγκίνησε ποτέ ιδιαίτερα. Τα πρόσωπα όμως γύρω της, ανέκαθεν, είχαν κάτι μαγικό. Γιατί, αν κοιτάξεις λίγο καλύτερα, θα δεις πως πάνω σε αυτά τα χαρτιά έχουν μείνει χαραγμένες ζωές ολόκληρες. Χέρια που τα ανακάτεψαν χιλιάδες φορές. Μάτια που είδαν νίκες και ήττες, γάμους, θανάτους, ξενιτιές και επιστροφές.
του Μανώλη Δημελλά
Κυριακή στο χωριό. Μια περασμένη Κυριακή από εκείνες που χάθηκαν μαζί με τους ανθρώπους της εποχής της.


Το καφενείο σχεδόν άδειο. Ένας καφές ετοιμάζεται μηχανικά πίσω από τον πάγκο. Η τηλεόραση παλεύει με τα παράσιτα και το ραδιόφωνο μένει ανοιχτό, περισσότερο από συνήθεια παρά από ανάγκη. Κι ύστερα χτυπά η καμπάνα. Οι κορώνες του παπα-Γιώργη ανέβαιναν πάνω από τις στέγες και ξυπνούσαν το χωριό. Οι Μενετές δεν είχαν κυριακάτικο ύπνο. Η λειτουργία ακουγόταν από τα μεγάφωνα, ενώ ο μπονέντης επέμενε να κατεβαίνει από τα βουνά και να τραβά τα σύννεφα στον ουρανό σαν παλιό σεντόνι.
Και μετά την τρίτη καμπανιά, το καφενείο άλλαζε πρόσωπο. Οι άντρες καταφθάνουν ένας-ένας. Χαιρετιούνται, κάθονται, παραγγέλνουν. Οι γυναίκες διάλεγαν το υπόστεγο της εκκλησίας. Μόνο στα μνημόσυνα οι δύο κόσμοι συναντιούνται. Εκεί ο καφές δεν είναι απλώς καφές. Είναι μνήμη.
Το καλοκαίρι όμως είναι αλλιώς. Το βαπόρι ξεφορτώνει ανθρώπους, βαλίτσες, παιδιά, φωνές. Σπίτια που έμειναν κλειστά όλο τον χειμώνα ανοίγουν ξανά. Από τα μπαούλα βγαίνουν σεντόνια που μυρίζουν κάμφορα και ναφθαλίνη. Οι πέτρες των παλιών σπιτιών χαμογελούν, ξαναβλέπουν πρόσωπα που μεγάλωσαν μακριά τους.
Και τότε το χωριό γίνεται πάλι ένα πολύβουο μελίσσι.
Άνθρωποι με διαφορετικές ζωές και διαφορετικές διαδρομές ξαναβρίσκονται γύρω από τα ίδια τραπέζια. Ένας παιδικός φίλος. Ένας παλιός γείτονας. Ένα πρόσωπο που νόμιζες πως είχες ξεχάσει. Και ξαφνικά θυμάσαι.


Στο καφενείο δεν κρύβεσαι εύκολα. Οι πρώτες κουβέντες είναι απλές. Ο χειμώνας, η βροχή που δεν ήρθε, η ζέστη, το καράβι. Ύστερα έρχονται τα παιδιά που μεγάλωσαν και έγιναν άντρες και γυναίκες. Τα εγγόνια. Οι ξενιτεμένοι. Αυτοί που έφυγαν και αυτοί που έμειναν.
Και όσο μιλούν, ο χρόνος κάθεται μαζί τους.
Ώσπου κάποιος κοιτάζει την τράπουλα. Εκεί τελειώνουν οι πολλές κουβέντες. Τέσσερις καρέκλες πλησιάζουν. Ένα τραπέζι αδειάζει. Τα χαρτιά ανακατεύονται. Ψάχνουν το μπαρί, το ταίρι τους. Η τετράδα σχηματίζεται σχεδόν τελετουργικά.
Και αρχίζει η μπιλότα.
Για τον περαστικό είναι ένα παιχνίδι με χαρτιά. Για εκείνον που ξέρει όμως, είναι κάτι πολύ περισσότερο. Είναι μια μικρή επιστροφή. Στην παιδική ηλικία. Στην παρέα. Στην κόντρα. Στη μπλόφα. Στο πείραγμα. Στη γκρίνια. Σε εκείνη την παράξενη δικαιοσύνη που, όταν παίζεις, γίνεται ξαφνικά προσωπική υπόθεση.
Τα χαρτιά χτυπούν πάνω στο τραπέζι. Οι πόντοι γράφονται στο μπακαλοτέφτερο. Κάποιος κάνει πως δεν αγχώνεται. Κάποιος άλλος καίει το τσιγάρο μέχρι το φίλτρο. Οι απέξω πλησιάζουν. Κανείς δεν θέλει να χάσει το τελευταίο χέρι.


Και τότε όλα σοβαρεύουν. Όχι για τα λεφτά.
Ούτε για το πιάτο με τις μακαρούνες ή την κατσίκα με τις αγκινάρες που θα κεράσει ο χαμένος. Σοβαρεύουν γιατί, για λίγη ώρα, αυτοί οι άνθρωποι ξαναγίνονται παιδιά.
Ίσως γι’ αυτό άντεξε τόσο η μπιλότα. Γιατί δεν κρατά μόνο τράπουλες. Κρατά ανθρώπους μαζί αφού πάνω στα φύλλα της γράφτηκαν πολλές φιλίες. Στα χαρτιά των πόντων έμειναν ονόματα, ημερομηνίες, μικρές ανείπωτες ιστορίες. Εκεί φανερώθηκαν χαρακτήρες και έλαμψαν χούγια. Εκεί κάποιος κατάλαβε πως ο φίλος του μπλοφάρει καλύτερα απ’ όσο νόμιζε. Εκεί ένας πατέρας έπαιξε με τον γιο του, ένας παππούς με τον εγγονό του κι ένας ξενιτεμένος ξαναβρήκε, έστω για λίγες ώρες, το χωριό που κουβαλούσε μέσα του.


Και ίσως αυτό να είναι τελικά η μπιλότα στις Μενετές. Όχι οι πόντοι. Όχι η νίκη.
Αλλά εκείνη η μικρή, σχεδόν ασήμαντη στιγμή, που τέσσερις άνθρωποι σκύβουν πάνω από ένα τραπέζι, ενώ γύρω τους οι άλλοι γελούν, σχολιάζουν και περιμένουν.
Έξω μπορεί να περνά ο χρόνος. Μέσα στο καφενείο όμως, όσο κρατά μια παρτίδα, ο χρόνος κάνει μια στάση.
Κάθεται σε μια ξύλινη καρέκλα. Παίρνει ένα χαρτί στα χέρια.
Και περιμένει τη σειρά του.



















