Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη: Ειρήνη Χιώτη, Η επιστροφή του κενού, Εκδόσεις 24γράμματα

Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη: Ειρήνη Χιώτη, Η επιστροφή του κενού, Εκδόσεις 24γράμματα

 

Υπάρχουν βιβλία που δεν αφηγούνται απλά μια ιστορία αλλά ανοίγουν έναν διάλογο με τον χρόνο. Βιβλία που αναζητούν τη φωνή εκείνων που έμειναν σιωπηλοί, εκείνων που στερήθηκαν τη θέση τους, το σπίτι τους, την ολοκλήρωσή τους. Στο μυθιστόρημα της Ειρήνης Χιώτη «Η επιστροφή του κενού», η φωνή αυτή ανήκει σε μια Καρυάτιδα.

Ένα άγαλμα, ένα κομμάτι μαρμάρου που θα μπορούσε να παραμείνει βουβό αντικείμενο θαυμασμού, αποκτά συνείδηση, μνήμη και ψυχή. Η πέτρα μεταμορφώνεται σε σώμα που θυμάται. Κουβαλά τα χέρια του δημιουργού της, το βλέμμα των ανθρώπων που την αντίκρισαν, αλλά και το τραύμα της απομάκρυνσης.

Η Καρυάτιδα γίνεται μάρτυρας όχι μόνο της ιστορίας της τέχνης, αλλά και της ανθρώπινης εμπειρίας: της απώλειας, της εξορίας, της μοναξιάς και της αέναης προσμονής της επιστροφής. Το βιβλίο κινείται ανάμεσα στην ιστορική γνώση και την ποιητική φαντασία. Η συγγραφέας δεν αντιμετωπίζει την αρχαιότητα ως ένα ακίνητο παρελθόν, αλλά ως μια ζωντανή παρουσία που συνομιλεί με το σήμερα. Η ιστορία περνά μέσα από ένα προσωπικό «εγώ» και αποκτά ανθρώπινη θερμοκρασία.

«Η επιστροφή του κενού» της Ειρήνης Χιώτη είναι ένα βιβλίο για τη μνήμη και την απώλεια, αλλά κυρίως για τη δύναμη όσων αρνούνται να χαθούν. Η Καρυάτιδα δεν είναι ένα άγαλμα παγιδευμένο στη σιωπή· είναι μια φωνή που διασχίζει τους αιώνες για να μας θυμίσει πως κάθε δημιουργία κουβαλά τον τόπο της, τους ανθρώπους της και την ιστορία της. Η γραφή της συνομιλεί με την κλασική κληρονομιά, όχι ως μια στατική αναφορά στο παρελθόν, αλλά ως μια ζωντανή παρουσία που εξακολουθεί να θέτει ερωτήματα στο σήμερα.

Η Ειρήνη Χιώτη δημιουργεί κόσμους όπου η ιστορία δεν παραμένει καταγεγραμμένη σε βιβλία ή μνημεία, αλλά συνεχίζει να αναπνέει μέσα από τις φωνές εκείνων που την κουβαλούν.

Ο τίτλος «Η επιστροφή του κενού» είναι ιδιαίτερα δυνατός, γιατί μετατρέπει το «κενό» από απουσία σε παρουσία. Δεν είναι απλώς αυτό που λείπει· είναι το ίχνος αυτού που κάποτε υπήρξε. Το κενό ανάμεσα στις Καρυάτιδες, το κενό που αφήνει η αρπαγή ενός πολιτιστικού θησαυρού, αλλά και το προσωπικό κενό της μνήμης και της αποξένωσης.
Ιδιαίτερη θέση στο βιβλίο κατέχει η αναφορά στη Μελίνα Μερκούρη και στον αγώνα της για την επιστροφή των Μαρμάρων του Παρθενώνα. Η συγγραφέας προβάλλει τη Μελίνα ως σύμβολο διεκδίκησης και ιστορικής δικαιοσύνης, υπενθυμίζοντας ότι τα γλυπτά αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς.

Η φράση «Δεν υπάρχουν Ελγίνεια. Υπάρχουν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα» συνοψίζει τη θέση ότι η ταυτότητα ενός έργου συνδέεται με τον τόπο και την ιστορία της δημιουργίας του.

Το εξώφυλλο του βιβλίου «Η επιστροφή του κενού» της Ειρήνης Χιώτη αποτελεί μια βαθιά συμβολική σύνθεση, η οποία συνομιλεί ουσιαστικά με τον πυρήνα του έργου και προϊδεάζει τον αναγνώστη για το ταξίδι μνήμης, απώλειας και προσδοκίας που ακολουθεί. Στο κέντρο της εικόνας δεσπόζει η Καρυάτιδα, όχι ως ένα άψυχο κατάλοιπο ενός μακρινού παρελθόντος, αλλά ως μια παρουσία ζωντανή, σχεδόν ανθρώπινη.

Το πρόσωπό της φέρει το βάρος του χρόνου· το βλέμμα της μοιάζει να κρατά μέσα του αιώνες σιωπής, αποχωρισμού και αναμονής. Η θλίψη που αποτυπώνεται στα χαρακτηριστικά της δεν είναι μόνο η θλίψη ενός αγάλματος που απομακρύνθηκε από τον τόπο του, αλλά η βαθύτερη οδύνη κάθε ύπαρξης που στερήθηκε τη ρίζα και την ταυτότητά της. Μέσα από τη λογοτεχνική ματιά, η πέτρα αποκτά ψυχή και η Καρυάτιδα μεταμορφώνεται σε μάρτυρα της ιστορίας, σε μια φωνή που έρχεται από τη σιωπή των αιώνων.

Στο βάθος υψώνεται ο Παρθενώνας, το αρχέγονο σημείο αναφοράς της Καρυάτιδας, ο τόπος όπου ανήκει και όπου επιστρέφει νοερά η μνήμη της. Δεν αποτελεί απλώς ένα μνημείο του παρελθόντος, αλλά έναν ζωντανό τόπο καταγωγής, μια πατρίδα που παραμένει χαραγμένη στη μνήμη ακόμη κι όταν η απόσταση μοιάζει αξεπέραστη. Είναι το χαμένο «σπίτι» μιας ύπαρξης που περιμένει την επανένωσή της με τις ρίζες της.Ξεχωριστή θέση στη σύνθεση κατέχει το πουλί, που το ονόμασε Παρηγοριά μια μικρή αλλά δυνατή συμβολική παρουσία.

Σε αντίθεση με την ακινησία του μαρμάρου, φέρνει μαζί του την έννοια της ελευθερίας, της κίνησης και του ταξιδιού. Γίνεται το αντίβαρο στην αιώνια ακινησία της Καρυάτιδας και υπενθυμίζει πως, ακόμη κι όταν το σώμα παραμένει φυλακισμένο στην πέτρα, η μνήμη και η ψυχή μπορούν να ταξιδεύουν. Η Καρυάτιδα μπορεί να μην κινείται στον χώρο, όμως μέσα από την αφήγηση θυμάται, αισθάνεται και περιμένει.

Η ανάγνωση του έργου προσφέρει περισσότερα από μια απλή γνωριμία με ένα ιστορικό γεγονός. Καλλιεργεί τη φαντασία, ενισχύει την ιστορική και πολιτισμική συνείδηση και βοηθά τον αναγνώστη και την αναγνώστρια να δουν την ιστορία όχι ως κάτι μακρινό και ακίνητο, αλλά ως μια ζωντανή εμπειρία που συνεχίζει να επηρεάζει το παρόν. Μέσα από την προσωποποίηση της Καρυάτιδας, μαθαίνουν να ακούν τις «σιωπηλές φωνές» του παρελθόντος και να αντιλαμβάνονται πως πίσω από κάθε μνημείο κρύβονται ανθρώπινες αξίες, συναισθήματα και ιστορίες.

Παράλληλα, αναδεικνύεται η έννοια της επιστροφής όχι μόνο ως γεωγραφική μετακίνηση, αλλά ως εσωτερική αναζήτηση για σύνδεση, μνήμη και αποκατάσταση.

Έτσι, «Η επιστροφή του κενού» γίνεται ένα έργο που μπορεί να ενώσει διαφορετικές γενιές αναγνωστών. Τους νεότερους μέσα από τη δύναμη της αφήγησης και της φαντασίας, ενώ τους μεγαλύτερους μέσα από τον στοχασμό πάνω στην ιστορία, την απώλεια και την ανθρώπινη ανάγκη για ρίζες. Χρησιμοποιεί κατανοητή αλλά λογοτεχνική γλώσσα, παρουσιάζει ιστορικά γεγονότα (τα Γλυπτά του Παρθενώνα και τον Λόρδο Έλγιν) μέσα από προσωποποίηση και αφήγηση, θέτει ηθικά και πολιτιστικά ζητήματα (πολιτιστική κληρονομιά, δικαιοσύνη, ταυτότητα) με τρόπο που μπορεί να προβληματίσει έναν έφηβο.

Μπορεί να διαβαστεί από παιδιά των τελευταίων τάξεων του Δημοτικού με καθοδήγηση από γονέα ή εκπαιδευτικό, επειδή περιλαμβάνει ιστορικές και συμβολικές έννοιες μέχρι και ενήλικες που μπορούν να το εκτιμήσουν, ιδιαίτερα όσοι ενδιαφέρονται για την ιστορία και την τύχη των Γλυπτών του Παρθενώνα.

Η συγγραφέας οδηγεί την αφήγηση μέχρι το 2030, σε ένα μέλλον όπου το όνειρο της επιστροφής γίνεται πραγματικότητα. Η Καρυάτιδα επιστρέφει στις αδελφές της, στον τόπο όπου γεννήθηκε, στο αττικό φως που για αιώνες κουβαλούσε μέσα στη μνήμη της.

Η επιστροφή αυτή δεν αποτελεί μόνο τη μετακίνηση ενός αγάλματος από έναν χώρο σε έναν άλλο. Είναι μια βαθύτερη πράξη αποκατάστασης. Είναι η αποκατάσταση μιας σχέσης ανάμεσα στο δημιούργημα και τον τόπο του, ανάμεσα στη μνήμη και την ιστορία, ανάμεσα σε αυτό που χάθηκε και σε αυτό που περιμένει να ξαναβρεί τη θέση του. Το ταξίδι της Καρυάτιδας συμβολίζει κάθε ανθρώπινη αναζήτηση για επιστροφή. Όπως ένας άνθρωπος που απομακρύνθηκε από τις ρίζες του επιθυμεί να ξανασυνδεθεί με την αρχή του, έτσι και η Καρυάτιδα αναζητά το σπίτι της.

Η επιστροφή της γίνεται μια πράξη λύτρωσης, όχι μόνο για την ίδια, αλλά και για όλους εκείνους που πιστεύουν στη δύναμη της μνήμης και της δικαιοσύνης. Το αττικό φως στο οποίο επιστρέφει λειτουργεί ως σύμβολο αναγέννησης. Μετά από αιώνες σιωπής, η Καρυάτιδα δεν επιστρέφει απλώς σε έναν χώρο· επιστρέφει στην ταυτότητά της.
Τελικά ποιος έχει το δικαίωμα να απομακρύνει ένα δημιούργημα από τον τόπο όπου γεννήθηκε; Μπορεί ένα πολιτιστικό αγαθό να γίνει αντικείμενο ιδιοκτησίας;

Πώς διατηρείται η ταυτότητα ενός λαού όταν ένα κομμάτι της ιστορίας του βρίσκεται μακριά από την πατρίδα του; Κρίσιμα ερωτήματα για προβληματισμό και συζήτηση αφού ο πολιτισμός και η ιστορία μας δοκιμάζεται ακόμη στις ημέρες μας. Στις ημέρες μας που ο πολιτισμός και η ιστορία δοκιμάζονται, σήμερα που η ακίνητη και κινητή περιουσία του υπουργείου Πολιτισμού περνούν στα χέρια ιδιωτικής εταιρείας (είσοδοι στα μουσεία, πωλητήρια κλπ), ως αναπτυξιακή δυναμική, αυτό το βιβλίο είναι επίκαιρο όσο ποτέ. Καλοτάξιδο να είναι!

Γράφει στη σελίδα 77: “Ώσπου ήρθε η ημέρα που με πούλησαν. Όχι η ημέρα που με έκλεψαν, εκείνη είχε χαραχτεί ήδη στη ρωγμή μου. Όχι. Η μέρα της πώλησης ήταν τελείως διαφορετικό. Ήταν η στιγμή που κατάλαβα πως για τους ανθρώπους ακόμη και η ιερότητα μπορούσε να αποκτήσει τιμή. Ήταν το έτος 1816 όταν ο Λόρδος Έλγιν, ο άνθρωπος που με ξερίζωσε από τον Ιερό βράχο της Αθήνας, στάθηκε ενώπιον του Βρετανικού Κοινοβουλίου και με αντάλλαξε με τριάντα πέντε χιλιάδες λίρες. Τόσο αποτίμησαν την ύπαρξη μου”.

Στη σελίδα 79: «Η αίθουσα που με τοποθέτησαν είχε το όνομα Elgin room. Το όνομα του ανθρώπου που με άρπαξε από την πατρίδα μου. Σαν να μπορεί κάποιος να οικειοποιηθεί την Ιστορία και να την κάνει δική του. Συχνά είχα αναρωτηθεί τι τους έλεγαν. Ότι ήμουν Τέχνη; Ότι ήμουν θησαυρός; Ή μήπως ότι οι μεγάλες αυτοκρατορίες έχουν το δικαίωμα να παίρνουν ό,τι θεωρούν σπουδαίο;»

Στη σελίδα 98: «Και ήρθε το 1982 όταν η υπουργός πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη στο Μεξικό, στη σύνοδο της Ουνέσκο με φωνή που απαιτούσε να επιστρέψουν τα μάρμαρα του Παρθενώνα και όχι τα Ελγίνεια στην πατρίδα που τα γέννησε, που δεν ικέτευε, δεν οπισθοχωρούσε, Μελίνα Μερκούρη ως σύμβολο του αγώνα για την αποκατάσταση μιας ιστορικής αδικίας. Με τη στάση και τα λόγια της υπερασπίστηκε την άποψη ότι τα Γλυπτά του Παρθενώνα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς και πρέπει να επιστρέψουν στον τόπο όπου δημιουργήθηκαν. Δεν υπάρχουν Ελγίνεια! Τι θα πει Ελγίνεια; Υπάρχουν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα.»

Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη
Βιογραφικό
Η Δρ. Ειρήνη Χιώτη είναι συγγραφέας και ακαδημαϊκός, με καταγωγή από το Απέρι Καρπάθου. Έχει δραστηριοποιηθεί στον χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης, διδάσκοντας σε πανεπιστημιακά ιδρύματα της Αμερικής, της Ευρώπης, της Ασίας και της Μέσης Ανατολής. Σήμερα υπηρετεί ως Επίκουρη Καθηγήτρια Αγγλικής στο Alfaisal University στο Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας. Με βαθιά γνώση της ελληνικής και της αγγλικής γλώσσας και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την κλασική παράδοση, η Ειρήνη Χιώτη κινείται δημιουργικά ανάμεσα στην ιστορία, τη μυθοπλασία και τον στοχασμό. Στη λογοτεχνική της γραφή αξιοποιεί σύμβολα του ελληνικού πολιτισμού, αναζητώντας τη σύνδεση του παρελθόντος με το παρόν και φωτίζοντας ζητήματα όπως η μνήμη, η ταυτότητα, η απώλεια και η ανθρώπινη ανάγκη για επιστροφή.
πηγή periou.gr
4.8.2026
Καρπαθιακά Νέα