Ο Κασιώτης που έζησε από κοντά τις δεκατρείς μέρες που πάγωσαν τον κόσμο

Ο Κασιώτης που έζησε από κοντά τις δεκατρείς μέρες που πάγωσαν τον κόσμο

Ήταν μόλις 15 ετών όταν άφησε την Κάσο και μπάρκαρε στο κασιώτικο Λίμπερτυ «ΜΑΡΟΥΚΛΑ». Ένα μικροκαμωμένο παιδί που ανέβηκε στο πλοίο με τα λιγοστά μπογαλάκια του και βρέθηκε ξαφνικά να ταξιδεύει στις θάλασσες του κόσμου, χωρίς να φαντάζεται πως λίγους μήνες αργότερα θα ζούσε από κοντά μία από τις πιο επικίνδυνες στιγμές του 20ού αιώνα.

γράφει ο Μανώλης Δημελλάς

Ο Γιώργος Κίκης, γιος της Κασιώτισσας Άννας Παππακανάκη και του Ιταλού Καίσαρα Κίκη, μεγάλωσε σε ένα νησί όπου η θάλασσα ήταν μοίρα και δρόμος ζωής. Παρότι, όπως ο ίδιος παραδέχεται, αγαπούσε περισσότερο το γλέντι και τη στεριά παρά τα καράβια, ακολούθησε το μονοπάτι σχεδόν όλων των νέων της γενιάς του και βγήκε στα πέλαγα αναζητώντας το μέλλον.

Το φθινόπωρο του 1962 το ΜΑΡΟΥΚΛΑ, πλοίο του Κασιώτη εφοπλιστή Μανώλη Βιντιάδη, φόρτωσε εμπορεύματα στη Ρήγα της Σοβιετικής Ένωσης με προορισμό την Αβάνα της Κούβας. Την ίδια περίοδο, όμως, ο κόσμος κρατούσε την ανάσα του. Η Κρίση των Πυραύλων είχε φέρει Ηνωμένες Πολιτείες και Σοβιετική Ένωση ένα βήμα πριν από την πυρηνική σύγκρουση.

Στις 26 Οκτωβρίου 1962, ανοιχτά της Φλόριντα, αμερικανικά πολεμικά πλοία ανέκοψαν την πορεία του κασιώτικου Λίμπερτυ. Αξιωματικοί ανέβηκαν στο πλοίο και άρχισαν εξονυχιστικό έλεγχο στα αμπάρια, αναζητώντας ενδεχόμενο πυρηνικό φορτίο.

Ο νεαρός τότε Γιώργος Κίκης θυμάται ακόμη τη στιγμή:

«Ήρθαν πάνω με ανεμόσκαλες, άνοιξαν τα αμπάρια και άρχισαν να ψάχνουν όλο το πλοίο».

Τελικά δεν βρέθηκε τίποτα ύποπτο. Το «ΜΑΡΟΥΚΛΑ» ήταν το πρώτο πλοίο που οι Αμερικανοί επέτρεψαν να συνεχίσει το ταξίδι του και να δέσει στην Αβάνα. Εκεί το πλήρωμα γνώρισε μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Οι Κουβανοί κατέβηκαν στο λιμάνι για να υποδεχθούν τους Έλληνες ναυτικούς με ενθουσιασμό, φωνάζοντας:

«Cuba Si, Yankee No!»

Η παραμονή στην Κούβα κράτησε σχεδόν ενάμιση μήνα και χαράχτηκε βαθιά στη μνήμη του Κασιώτη ναυτόπαιδα, που βρέθηκε άθελά του στο κέντρο μιας παγκόσμιας κρίσης.

Τα επόμενα χρόνια συνέχισε να ταξιδεύει σε πλοία ελληνικών συμφερόντων, βρέθηκε στην Αμερική και την Αυστραλία, γνώρισε ανθρώπους και τόπους σε κάθε γωνιά του κόσμου. Ωστόσο, η θάλασσα δεν ήταν το μεγάλο του πεπρωμένο. Άφησε τα καράβια νωρίς και ακολούθησε τον δρόμο της εστίασης, δημιουργώντας τη δική του πορεία στην Κάσο και στο εξωτερικό.

Στην ψαροταβέρνα του, δίπλα στο κύμα, εκεί όπου οι θαλασσινοί μεζέδες πρωταγωνιστούν και οι ιστορίες ταξιδεύουν από τραπέζι σε τραπέζι, ο Γιώργος Κίκης εξακολουθεί να κουβαλά μέσα του τις εικόνες ενός κόσμου που γύρισε σχεδόν ολόκληρο.

Κι όταν η κουβέντα φτάνει στα παλιά, στα καράβια και στις θάλασσες που όργωσε, αρκείται σε μια φράση που συμπυκνώνει μια ολόκληρη ζωή:

«Μα τι μπορεί να θέλεις άμα γυρίσεις όλο τον κόσμο;»

8.6.2026

πρώτη δημοσίευση www.verena.gr