Άννα Σακελλαρίδη: Το τάμα του Καπετάν Γιάννη Ρωμνάκη στην Κυρά Παναγιά

Άννα Σακελλαρίδη: Το τάμα του Καπετάν Γιάννη Ρωμνάκη στην Κυρά Παναγιά

Ξεκούκιζε το κομπολόι με τις κοκκάλινες χάντρες ο Καπετάν Γιάννης ο Ρωμνάκης, με την προσοχή του στραμμένη στο φως που τον οδηγούσε στο ασφαλές αραξοβόλι της Κυράς Παναγιάς. Το φως ξέφευγε από το μικρό φεγγίτη της μικρής εκκλησιάς της Παναγίας και αγρυπνούσε κάθε νύχτα, ήρεμο μάτι και ανάσα ζωής για τους θαλασσοδαρμένους ναυτικούς.

Το εκκλησάκι δεν ήταν κανένα μεγαλοπρεπές βυζαντινό κτίσμα. Μικρό, ασπροχτισμένο από θεοσεβούμενους μαστόρους, κοίταζε με έγνοια τα κύματα να ξεδιπλώνονται το ένα μετά το άλλο. Χτισμένο πάνω σε ριζωμένο βράχο με στυλωμένα τα πέτρινα πόδια του στα ανήλια βάθη της θάλασσας. Θεόρατος ο όγκος του βράχου, έμοιαζε με θεριό τις νύχτες, να στέκει σα φύλακας που ξαγρυπνούσε πάνω από τον μικρό οικισμό με τα καλυβόσπιτα της Κυράς Παναγιάς.

Με το μικρό σκαρί τους άφησαν την Κρήτη τα αδέρφια Γιάννης και Γιώργης Ρωμνάκης, ήρθαν στην Κάρπαθο, ρίζωσαν εκεί, δημιούργησαν οικογένειες και με το καράβι τους αλώνιζαν τις θάλασσες από τα γαλήνια παράλια της Κρήτης έως τα επικίνδυνα νερά του Πόντου. Κούρσευαν τούρκικα καράβια και τούρκικα παράλια, πιστεύοντας έτσι πως βοηθούσαν με τον τρόπο τους τον δύσκολο αγώνα για την ελευθερία της παρτίδας. Αφιέρωναν τα λάφυρα τους στην Παναγιά με τάμα να κτίσουν μεγαλύτερη και ομορφότερη καινούργια εκκλησιά. Η Παναγία τους βοηθούσε και τους προστάτευε από επικίνδυνες καταστάσεις. Σύντομα πραγματοποίησαν το τάξιμο και η νέα εκκλησιά στήθηκε περήφανη στον ίδιο βράχο. Χτύπησε γιορτινά η μικρή καμπάνα, δεμένη με σιγουριά στο μεγάλο θαλασσόδεντρο της αυλής, κυμάτισε χαρωπά στον αέρα η σημαία κάτασπρη με τον γαλανό σταυρό και φώτισε τα εικονίσματα η μεγάλη ασημένια καντήλα που δώρισαν ο Γιάννης και ο Γιώργης Ρωμνάκης.

Συντροφιά στα δύο αδέρφια τις λίγες ώρες της ηρεμίας και της ξεκούρασης στη στεριά ήταν ο μοναχός Αθηναγόρας. Ήρθε εκεί κάποια ημέρα δίχως να μάθει ποτέ κανείς από που και πως. Ήρεμος, γαλήνιος, σιωπηλός και μυστηριώδης με κάτασπρα γένια έως κάτω στο στήθος του και με σπινθηροβόλο βλέμμα, προκαλούσε τον σεβασμό και την αγάπη. Φρόντιζε την καθαριότητα της εκκλησίας και των περιβολιών της και με το καθάριο νερό από το διπλανό παραούι πότιζε τα μυρωδικά και τα ποτιστικά του. Πήγαινε κάπου κάπου στο διπλανό χωριό και τις νύχτες κοίταζε με τις ώρες τα άστρα. Δεν μίλησε ποτέ για τη ζωή του. Όλοι σεβάστηκαν τη σιωπή του. Ποιος μπορεί να ξέρει πόσων ειδών είναι το σαράκι που τρώει την ανθρώπινη καρδιά!

Έφυγε ένα πρωί δίχως να τον δει μάτι. Η σκιά του από στόμα σε στόμα έμεινε ως τα σήμερα σαν μια ιστορία μαγική και ανεξιχνίαστη.

Συνέχισε τα ταξίδια του ο Γιάννης ο Στειακός. Στον τρικυμισμένο Πόντο ναυάγησε. Τον κατάπιαν τα μαύρα σκοτεινά νερά. Θα αρμένιζε πια σε μεγάλες θάλασσες που τις λαχταρούσε η καρδιά του και που ποτέ πια δεν θα χαιρόταν.

“Γιάννης Ρωμνάκης 1824” αναφέρει η εντοιχισμένη επιγραφή στο τοίχο της καινούργιας εκκλησιάς της Κυράς Παναγιάς.

ανάρτηση της κας Άννας Σακελλαρίδη

Ζωγραφικός πίνακας φιλοτεχνημένος από Γιουγκοσλάβο ζωγράφο Pavle Paja Jovanovik.

22.8.2026

Καρπαθιακά Νέα