Του Μανώλη Δημελλα
Έφυγε τέτοιες μέρες το 2015 (γεννημένος το 1922), μα όποιος τον άκουσε να σκαρώνει μαντινάδες, τον κουβαλά ακόμα μέσα του. Κοπανούσε τα νεκρά ψάρια, ετοίμαζε το πάστωμα της μένουλας, μονολογούσε. Έσπαγε τη μύτη το θαλασσινό αλάτι και οι λέξεις που ξεπηδούσαν, ακατάλυπτες, στοιχημένες, έμοιαζαν με περιδιάβασμα στο ξεχειλωμένο παρόν μας. Όλα ζυγισμένα μέσα στη ρίμα του.
Ο Αριστείδης Παπουτσάκης μπορούσε να τυλίξει τον κόσμο με δυο στροφές. Έπαιζε με τις λέξεις σαν παιδί, έφτιαχνε δίστιχα που έκαναν τις καρδιές να χτυπούν πιο γρήγορα, τα μυαλά να σκιρτούν. Και σε ξεσήκωνε – ήθελες κι εσύ να τραγουδήσεις δυνατά, να πάρεις μέρος στη γιορτή της ψυχής.
Γέννημα-θρέμμα Δωδεκανήσιος, Καρπάθιος, Μενετιάτης. Μεγάλωσε μέσα στην αντάρα, τον φόβο, τη φτώχεια· σε χρόνια που οι σημερινοί κάνουμε πως ξεχάσαμε, σαν να τα ζήσαν άλλοι. Εργάτης και αγρότης με χέρια σαν κουπιά, να σέρνει το καράβι της ζωής του σε φουρτουνιασμένα νερά. Το σχολειό του ήταν το ψευτομεροκάματο της επίταξης από τους Ιταλούς, που έμοιαζαν πιο πολύ με κλόουν παρά με στρατιώτες – και όμως, ήταν κατακτητές.
Μιλούσε με πόνο για εκείνα τα χρόνια. Θυμόταν τον Μιχάλη Φρέσκο – τον φίλο του που τον εκτέλεσε Γερμανός για ένα μουλάρι και μια διαφωνία. Ο Αριστείδης τα κρατούσε όλα στη μνήμη του, σαν να τα ’βλεπε μπροστά του. Ήταν κι εκείνος 22 χρονών, όταν στις 5 Οκτωβρίου του ’44, ζωσμένος με όπλα, συμμετείχε στον ξεσηκωμό για τη λευτεριά.
Ύστερα ήρθαν τα δύσκολα. Η Αθήνα τού γέμισε τα μάτια και την ψυχή, μα ήταν κι αυτή σκληρή και ξένη. Πάλεψε εκεί – χτίστης, λατόμος, εργάτης. Όλα τα έκανε. Μα η καρδιά του πάντα τραγουδούσε. Έλεγε μαντινάδες που έλιωναν τον πάγο, που ξυπνούσαν μνήμες κάτω από τραπεζομάντηλα και πίσω από φτηνά γυάλινα μπουκάλια. Οι λέξεις του χτύπαγαν σαν σπίθα, γεννούσαν γέλια και, πιο συχνά, δάκρυα.
Και ήρθε κι ο έρωτας. Μια φωτογραφία έγινε η αρχή. Δεν του την έδιναν εύκολα – φτωχός γαρ. Μα τούμπαρε και τον πεθερό με τα στιχάκια του. Έντυσε τη γυναίκα του νύφη και έχτισαν μαζί μια οικογένεια μέσα στη φτώχεια. Δυο παιδιά – και εκείνος, με μια καρδιά που δεν λογάριαζε το λίγο, τα έδινε όλα, μοίραζε το τίποτα σαν να ήταν πολύτιμο.
Στα ύστερα χρόνια, τον έβρισκες στο μικρό μουσείο του χωριού. Καθόταν, κάπνιζε στα κρυφά, και ξεναγούσε τους περαστικούς στην ιστορία του τόπου του. Έμοιαζε με γεροντάκι στην αρχή, μα μόλις έπαιρνε τον λόγο, πετούσες μαζί του προς τα πίσω στον χρόνο. Μιλούσε τα ιταλικά φαρσί, περιέγραφε τα καμώματα των κατακτητών, όχι με κακία αλλά με ακρίβεια και αξιοπρέπεια. Κι αν τύχαινε να έχει μπροστά του Γερμανούς τουρίστες, τους έκανε να ντρέπονται ευγενικά, σχεδόν να ζητούν συγγνώμη – όλα με χαμόγελο, όλα σχεδόν τραγουδιστά.
Αυτός ήταν ο Αριστείδης Παπουτσάκης. Μπορούσε να φωτίσει ακόμα και το πιο σκοτεινό παρελθόν. Κι όσο κι αν έχει φύγει, ακόμα ψιθυρίζει στις μνήμες όσων τον γνώρισαν.
Σαν μια μαντινάδα, που δε λέει να σβήσει:
«Ο άντρας που ’χει την καρδιά και το μυαλό στο στόμα,
όλο τον κόσμο ρίμαξε και φώτισε το χώμα.»
Παντού υπάρχει ένας Αριστείδης. Φτάνει να σταθούμε, να τον ακούσουμε, να ταξιδέψουμε τίμια προς τα πίσω. Γιατί μόνο έτσι το παρελθόν γίνεται αληθινό, και το μέλλον βρίσκει δρόμο.
19.6.2025











