Ο Γεωργούλας: Ο λήσταρχος που αναστάτωσε Κάρπαθο και Ρόδο

Ο Γεωργούλας: Ο λήσταρχος που αναστάτωσε Κάρπαθο και Ρόδο

Στην ιστορία κάθε τόπου υπάρχουν πρόσωπα που κινούνται ανάμεσα στην πραγματικότητα και τον θρύλο. Στην Κάρπαθο των αρχών του 20ού αιώνα, ένα από αυτά τα πρόσωπα ήταν ο Γεωργούλας, ο διαβόητος αρχηγός ληστοσυμμορίας που έμελλε να απασχολήσει τις ιταλικές αρχές, να τρομοκρατήσει εύπορες οικογένειες της Ρόδου και να αφήσει πίσω του μια από τις πιο συναρπαστικές αφηγήσεις της νεότερης δωδεκανησιακής ιστορίας.

γράφει ο Μανώλης Δημελλάς

Η ιστορία του καταγράφηκε από τον δάσκαλο Αντώνιο Ασλανίδη, ο οποίος βασίστηκε σε αφηγήσεις ανθρώπων που είχαν ζήσει τα γεγονότα ή τα είχαν ακούσει από πρωταγωνιστές της εποχής. Ανάμεσά τους και ένας πρώην υπηρέτης της οικογένειας Γανωτάκη της Λίνδου, που γνώριζε από πρώτο χέρι όσα συνέβησαν.

Όλα ξεκίνησαν όταν ο Γεωργούλας, επικεφαλής πολυάριθμης συμμορίας, αποφάσισε να χτυπήσει έναν από τους πλουσιότερους στόχους της εποχής. Μαζί με περίπου είκοσι ενόπλους επιβιβάστηκε σε λαθρεμπορικό καΐκι και κατευθύνθηκε προς τη Λίνδο της Ρόδου.

Στόχος τους ήταν το αρχοντικό του Παναγιώτη Γανωτάκη, μιας από τις επιφανέστερες οικογένειες της περιοχής. Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε με ταχύτητα και αποφασιστικότητα. Οι ληστές εισέβαλαν στο σπίτι, ακινητοποίησαν τους ενοίκους και άρπαξαν πολύτιμα αντικείμενα, χρήματα και οικογενειακά κειμήλια. Σύμφωνα με την αφήγηση της εποχής, πίστευαν πως μέσα στο αρχοντικό υπήρχαν κρυμμένοι θησαυροί και σημαντικά χρηματικά ποσά.

Η ληστεία προκάλεσε πανικό στη Λίνδο. Όταν οι ληστές αποχώρησαν, ο Ανέστης Γανωτάκης, θείος του ιδιοκτήτη, κατάφερε να λυθεί από τα δεσμά του και να ειδοποιήσει αμέσως τις ιταλικές αρχές της Ρόδου. Η αντίδραση ήταν άμεση.

Οι Ιταλοί δεν αντιμετώπισαν το γεγονός ως μια συνηθισμένη ληστεία. Θεώρησαν ότι επρόκειτο για σοβαρή πρόκληση απέναντι στην εξουσία τους και κινητοποίησαν σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις.

Την επιχείρηση ανέλαβε ο στρατηγός Μιρλάλης, ο οποίος διέταξε καταδιωκτικό σκάφος να ακολουθήσει τα ίχνη των φυγάδων. Οι πληροφορίες ανέφεραν ότι οι ληστές είχαν εγκαταλείψει τη Λίνδο με κατεύθυνση προς τα νότια.

Ωστόσο, οι καιρικές συνθήκες άλλαξαν τα σχέδιά τους. Ένας ισχυρός βορειοδυτικός άνεμος δυσκόλεψε την πορεία του καϊκιού και ανάγκασε τη συμμορία να κινηθεί προς τις ακτές της Καρπάθου. Τελικά οι άνδρες του Γεωργούλα αποβιβάστηκαν στην περιοχή των Πηγαδίων, εγκαταλείποντας το σκάφος τους.

Από εκεί ξεκίνησε μια καταδίωξη που θα κρατούσε ημέρες και θα απλωνόταν σε ολόκληρο το νησί.

Η άφιξη των ληστών στην Κάρπαθο προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση. Οι ιταλικές αρχές κινητοποίησαν στρατό, καραμπινιέρους και αστυνομικούς. Διατάχθηκαν έρευνες σε όλα τα χωριά, ενώ οι κάτοικοι παρακολουθούσαν με αγωνία τις εξελίξεις.

Σύμφωνα με την περιγραφή του Ασλανίδη, στρατιωτικά αποσπάσματα κινήθηκαν από το Απέρι, που τότε αποτελούσε την πρωτεύουσα του νησιού, προς κάθε κατεύθυνση. Τα ορεινά περάσματα, οι χαράδρες και οι δυσπρόσιτες περιοχές ερευνήθηκαν εξονυχιστικά.

Οι ληστές γνώριζαν ότι η παραμονή τους στην Κάρπαθο γινόταν όλο και πιο επικίνδυνη. Για τον λόγο αυτό κρύβονταν σε απομονωμένα σημεία και μετακινούνταν κυρίως κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Σημαντική εξέλιξη στην υπόθεση αποτέλεσε ο εντοπισμός του καϊκιού που είχαν χρησιμοποιήσει οι ληστές.

Οι Ιταλοί βρήκαν το εγκαταλελειμμένο σκάφος σε ερημική περιοχή κοντά στις ακτές της Καρπάθου. Το εύρημα επιβεβαίωνε ότι η συμμορία βρισκόταν ακόμη στο νησί και περιόριζε σημαντικά τις δυνατότητες διαφυγής της.

Οι έρευνες εντάθηκαν. Στρατιωτικά τμήματα σάρωναν τις ορεινές περιοχές, ενώ οι αρχές αναζητούσαν πληροφοριοδότες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στα ίχνη των καταζητούμενων.

Όπως συμβαίνει συχνά στις ιστορίες των ληστών, η τελική πτώση δεν ήρθε από κάποια ένοπλη σύγκρουση αλλά από μια προδοσία.

Ένας από τους συνεργούς του Γεωργούλα συνελήφθη από τις αρχές. Υποβαλλόμενος σε σκληρές ανακρίσεις, αποκάλυψε τις κρυψώνες της συμμορίας και τις κινήσεις των συντρόφων του.

Οι πληροφορίες αυτές αποδείχθηκαν καθοριστικές. Οι Ιταλοί απέκτησαν πλέον σαφή εικόνα για τις διαδρομές των ληστών και τα σημεία όπου μπορούσαν να τους εντοπίσουν.

Οι επιχειρήσεις κορυφώθηκαν όταν στρατιωτικές δυνάμεις περικύκλωσαν τις περιοχές όπου κρύβονταν οι φυγάδες.

Τέσσερις ληστές συνελήφθησαν αρχικά, ενώ ακολούθησαν και άλλες συλλήψεις. Ο ίδιος ο Γεωργούλας κατάφερε για κάποιο διάστημα να αποφύγει τη σύλληψη, όμως τελικά εντοπίστηκε και συνελήφθη.

Οι συλληφθέντες μεταφέρθηκαν υπό ισχυρή φρούρηση στην Κάρπαθο και στη συνέχεια στη Ρόδο, όπου ανακρίθηκαν από τις ιταλικές αρχές. Η υπόθεση είχε ήδη λάβει μεγάλες διαστάσεις και αποτελούσε θέμα συζήτησης σε όλα τα Δωδεκάνησα.

Παρότι ο Γεωργούλας υπήρξε αναμφίβολα ληστής, η λαϊκή μνήμη δεν τον θυμήθηκε μόνο ως εγκληματία. Όπως συνέβη και με άλλες μορφές της ελληνικής υπαίθρου, η αφήγησή του ντύθηκε με στοιχεία θρύλου.

Οι τολμηρές επιδρομές, οι θαλάσσιες διαδρομές μέσα στο Αιγαίο, η καταδίωξη από ολόκληρο στρατιωτικό μηχανισμό και η πολυήμερη απόκρυψη στα βουνά της Καρπάθου δημιούργησαν ένα αφήγημα που πέρασε από γενιά σε γενιά.

Για τους παλαιότερους Καρπάθιους, το όνομα του Γεωργούλα έγινε συνώνυμο μιας εποχής δύσκολης, όταν τα Δωδεκάνησα ζούσαν υπό ξένη κυριαρχία, η φτώχεια μάστιζε τα νησιά και πολλοί άνθρωποι αναζητούσαν τη μοίρα τους στα όρια της νομιμότητας.

Η υπόθεση του Γεωργούλα είναι ένα παράθυρο στην κοινωνική πραγματικότητα των Δωδεκανήσων κατά την ιταλική περίοδο. Φωτίζει τις σχέσεις εξουσίας, τον τρόπο λειτουργίας των αρχών, τις δυσκολίες των νησιωτικών κοινωνιών και την ανάγκη των ανθρώπων να μετατρέπουν τα πραγματικά γεγονότα σε ιστορίες που αντέχουν στον χρόνο.

Περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, ο Γεωργούλας εξακολουθεί να αποτελεί μια από τις πιο μυστηριώδεις και γοητευτικές μορφές της προφορικής παράδοσης της Καρπάθου, ένα πρόσωπο που

13.6.2026

Καρπαθιακά Νέα