Γιάννης Κόκκινος: Η μέρα που ένας καρχαρίας τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τη βουτιά

Γιάννης Κόκκινος: Η μέρα που ένας καρχαρίας τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τη βουτιά

Υπάρχουν ιστορίες της θάλασσας που μοιάζουν βγαλμένες από μυθιστόρημα. Ιστορίες που οι παλιοί αφηγούνται χαμηλόφωνα, με το βλέμμα να χάνεται στο πέλαγος, σαν να ξαναβλέπουν μπροστά τους εικόνες που δεν έσβησαν ποτέ από τη μνήμη τους. Μία από αυτές τις ιστορίες κουβαλά ο παλιός σφουγγαράς Γιάννης Κόκκινος. Ένας άνθρωπος που πέρασε τη ζωή του στα βαθιά νερά του Αιγαίου, βουτώντας για σφουγγάρια από τα χρόνια της μεγάλης ακμής της σπογγαλιείας. Ένας άνθρωπος που γνώρισε τη θάλασσα όσο λίγοι.

Κι όμως, ανάμεσα σε αμέτρητες βουτιές, καταιγίδες, ατυχήματα και δύσκολες στιγμές, εκείνο που θυμάται πιο έντονα είναι μια συνάντηση με ένα πλάσμα που εξακολουθεί να προκαλεί δέος και φόβο: τον καρχαρία.

Ο Γιάννης βρισκόταν σε βουτιά, περίπου είκοσι οργιές κάτω από την επιφάνεια, σε μια απόκρημνη περιοχή της Καρπάθου. Ξαφνικά άκουσε έναν παράξενο θόρυβο μέσα στο νερό. Έναν ήχο που δεν έμοιαζε με τίποτα από όσα είχε συνηθίσει να ακούει στον βυθό.

Ένιωσε ένα ρίγος. Άφησε τη δουλειά και ανέβηκε βιαστικά στο καΐκι. Λίγα λεπτά αργότερα, ένα τεράστιο σκυλόψαρο πλησίασε το σκάφος.

«Είχε δύο μεγάλα πτερύγια», θυμάται ακόμη σήμερα, χωρίς να θέλει να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες. Τα μάτια του σκοτεινιάζουν κάθε φορά που μιλούσε για το περιστατικό.

Για τους παλιούς σφουγγαράδες, οι καρχαρίες δεν ήταν μύθος. Ήταν κομμάτι της καθημερινότητάς τους. Δεν τους συναντούσαν συχνά, αλλά γνώριζαν καλά πως στα μεγάλα βάθη δεν ήταν οι μόνοι κυνηγοί.

Οι ιστορίες αφθονούν σε όλη τη Δωδεκάνησο. Από την Κάλυμνο μέχρι την Κάρπαθο, οι δύτες μιλούσαν για γαλέους, σκυλόψαρα και μεγάλα ψάρια που εμφανίζονταν ξαφνικά μέσα από το σκοτάδι του βυθού. Άλλοτε αδιάφορα, άλλοτε περίεργα, σπανιότερα επιθετικά.

Ο ίδιος ο Γιάννης θυμάται και μια άλλη ιστορία, όταν ένας μεγάλος καρχαρίας όρμησε προς τον θείο του, Νίκο Κουτσουράη. Ο έμπειρος δύτης πρόλαβε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή να πηδήξει στη βάρκα. Το ψάρι δάγκωσε με δύναμη τα πέδιλά του και τα έκανε κομμάτια.

Οι αφηγήσεις αυτές μπορεί σήμερα να ακούγονται υπερβολικές σε μια εποχή όπου οι περισσότεροι γνωρίζουν τη θάλασσα μέσα από οθόνες και ντοκιμαντέρ. Όμως για τους ανθρώπους της σπογγαλιείας ήταν πραγματικές εμπειρίες. Ήταν η καθημερινότητα ενός επαγγέλματος που απαιτούσε να κατεβαίνεις εκεί όπου τελειώνει το φως και αρχίζει το άγνωστο.

Παρά τον φόβο που προκαλούν, οι καρχαρίες δεν υπήρξαν ποτέ οι μεγάλοι εχθροί των σφουγγαράδων. Ο πραγματικός κίνδυνος ήταν άλλος: η νόσος των δυτών. Οι φυσαλίδες αζώτου που παγιδεύονταν στο σώμα κατά την ανάδυση στοίχισαν τη ζωή ή την υγεία σε εκατοντάδες ανθρώπους του Αιγαίου. Πολλοί σφουγγαράδες έμειναν παράλυτοι, άλλοι δεν γύρισαν ποτέ στα σπίτια τους.

Οι καρχαρίες, αντίθετα, έμειναν κυρίως ως μορφές θρύλου. Ως σκιές που περνούσαν αθόρυβα από τα βάθη, υπενθυμίζοντας στον άνθρωπο ότι στη θάλασσα δεν ήταν ποτέ ο απόλυτος κυρίαρχος.

Ίσως γι’ αυτό οι παλιοί δύτες τους αντιμετώπιζαν με σεβασμό και όχι με μίσος. Ήξεραν πως το πέλαγος είχε τους δικούς του κανόνες. Και πως όποιος κατέβαινε στις σαράντα οργιές για να βγάλει το μεροκάματο, όφειλε πρώτα απ’ όλα να σέβεται τα πλάσματα που ζούσαν εκεί πολύ πριν από τον ίδιο.

Σήμερα οι καρχαρίες της Μεσογείου έχουν γίνει σπάνιοι. Οι περισσότερες συναντήσεις καταγράφονται ως εξαιρετικά ασυνήθιστα περιστατικά. Όμως στις αφηγήσεις των παλιών σφουγγαράδων εξακολουθούν να κολυμπούν ζωντανοί, μαζί με τις σκανταλόπετρες, τα σκάφανδρα και τις ιστορίες μιας εποχής που χάθηκε στα βάθη του χρόνου, όπως ακριβώς χάνονταν κάποτε οι δύτες στα σκοτεινά νερά του Αιγαίου.

Μανώλης Δημελλάς

7.6.2026

Καρπαθιακά Νέα