Η Κοινωνία Που Έφυγε
Επικρατεί τοιαύτη νέκρα στο Νησί μας, διά πολλούς λόγους αλλά και διότι επήλθε διαφορετική ροπή στο μυαλό της κοινωνίας μας, διότι έχει διαφορετικήν αντίληψιν της ζωής. Είπομεν, άλλοτε ότι είχαμε γλέντια, χορούς, πανηγύρια. Τώρα πως να διασκεδάσουν οι νέοι μας, αφού μόλις πατήσουν το ποδάρι των στο Νησί, θα ευρεθούν αμέσως πρόθυμοι οι γονείς, αι αδελφαί του, οι συγγενείς του, να του συστήσουν «να περνά φρόνιμα», «να κρατή σοβαρότητα» για να τον ειπούν φρόνιμο, να τον ειπούν «μυαλωμένο». Νομίζουν οι αγαθοί άνθρωποι, ότι το απάνθισμα της σοβαρότητος, της φρονιμάδος έγκειται εις το να κατεβάση κανείς δέκα πήχεις μούτρα, ν’ απέχη από χορούς και γλέντια, διά να εκτιμηθή.
Γνωρίζομεν, ότι ένας από τους νέους μας από τους πιο μυαλωμένους, ηναγκάσθη να φύγη όσο το δυνατόν πιο γλήγορα από το Νησί μας, διότι του επέβαλλον να φορέση την ψεύτικην μάσκαν της σοβαρότητος, ενώ εις τας φλέβας του έρρεεν ο χυμός της Ζωής εύρωστος και η βλάστησις των πιο ωραίων ιδεών.
Τι αυτό πρέπει οι νέοι εις όσους ανθίζουν αι νέαι ιδέαι και διαφορετικαί εσωτερικαί τάσεις να πολεμήσουν, να επαναστατήσουν κατά των μουχλιασμένων και οξειδωμένων αυτών ιδεών, που διέπουν την Καρπαθιακήν κοινωνίαν, την υλιστικήν αυτήν ζωήν πρέπει να την καταπνίξη, το διαυγές και κρυστάλλινο ρυάκι της πνευματικής ζωής.
Άλλοτε σε περασμένες εποχές εγένοντο συνοικέσια και αι οικογένειαι είχαν υπ’ όψιν των «άνθρωπον από γενεά και σκύλλον από μάνδραν» και εδιάλεγαν να βάλουν στο σπίτι των άνθρωπον τίμιον, φρόνιμον.
Σήμερον αρκεί να έχη ο υποψήφιος εις το σεντούκι του να επιδείξη μερικές εκατοντάδες λίρες, διά να του ανοίξουν διάπλατα τα σπίτια των και να προσπαθήσουν «μέσω παντός τρόπου» να τον αρπάξουν. Έχει δε και το θράσος ο υψίπλουτος να αποκρούη κορίτσια καθώς πρέπει οικογενειών, εν ταυτώ δε και την αναίδειαν να ζητά νύμφην, την οποίαν εάν δεν υπήρχον αι λίραι, ούτε να την καλημερίση, καν θα ετόλμα πριν· τώρα όμως ενώ πριν δεν ετόλμα να την καλημερίση, ούτε καταδέχεται να γυρίση να την ιδή.
Το παν σήμερον είναι το χρήμα εν Καρπάθω. Τίποτε άλλο δεν ρωτούν παρά αν υπάρχει χρήμα, αν έχη χρήματα ο υποψήφιος, αν είναι από οικογένειαν, αν είναι φρόνιμος, αν είναι τίμιος, αυτά είναι δευτερεύοντα ζητήματα χωρίς σημασίαν, χωρίς ενδιαφέρον.
Δεν θα είμεθα όμως ειλικρινείς, εάν δεν εσημειώναμεν ότι υπάρχουν και εξαιρέσεις. Εσχάτως μάλιστα προκειμένου να στελιωθή κάποιο συνοικέσιο εις έναν από τους μεγάλους δήμους και ενώ εθεωρήθη πλέον ως βεβαία η εκτέλεσίς του, καθ’ ότι όλοι έμειναν σύμφωνοι και από το δύο μέρη πλην της κυρίως ενδιαφερομένης, εξαφνα χωρίς να το περιμένη κανείς, διότι δεν ελάμβανον υπ’ όψιν των, ότι ηδύνατο να έχη γνώμην, εξαφνα λέγομεν, ωρθώθη απειλητική η φωνή της κόρης λέγουσα «Δεν είμαι κρέας για πούλημα, πρώτα να μ’ ερωτήσετε και μένα αν θέλω, κ’ έπειτα ν’ αποφασίζετε· αν έχη λίρες να της κάμη τουρσί, θέλω να πάρω άνθρωπο κι όχι λίρες».
Μεθ’ όλας τας απειλάς, τας φωνάς και το ξύλο, η κόρη δεν μετεπείσθη και το συνοικέσιον δεν έγινε ευτυχώς, χωρίς όμως να γίνη δυστυχώς, διότι έχομεν την γνώμην, ότι αν γίνοντο γνωσταί αι λεπτομέρειαι του στηλιασμένου αυτού συνοικεσίου, αύται θα ήσαν διδακτικώταται, ένα καλό μάθημα εις μερικούς γονείς που ΠΩΛΟΥΝΕ κυριολεκτικώς τις κόρες των, ένα ξύπνημα δε εξ άλλου γενναίον της κοιμωμένης συνειδήσεως πολλών κοριτσιών μας.
Τα κορίτσια θα μάθαιναν, θα έπαιρναν παράδειγμα και θα υπεστήριζαν τα δικαιώματά των και σε παρομοίας περιστάσεις δεν θα επέτρεπον εις τους γονείς των να τας μεταχειρίζωνται ως όντα άψυχα, άλαλα, άγνωμα, ασυνείδητα, αλλά θα τους εδίδασκαν διά της αρνήσεώς των εκτός πολλών άλλων και ότι η ευτυχία ενός ανθρώπου δεν εγκλείεται στο χρήμα, στις λίρες, αλλά εις την συνένωσιν δύο χαρακτήρων με τας αυτάς σκέψεις, με τα αυτά αρμονικά αισθήματα, ώστε το ΝΑΙ του ενός να είναι ΝΑΙ του άλλου.
(Αναδημοσιεύεται από την «Αυγή της Καρπάθου», Φ.53/22 Ιαν. 1914.)
Πρώτη αναδημοσίευση περιοδικό karpathos 1996
12.7.2026
Καρπαθιακα Νέα












