Μανώλης Κασσώτης: Πίσω στην Κάρπαθο, πριν από ένα αιώνα (Also in English)

Μανώλης Κασσώτης: Πίσω στην Κάρπαθο, πριν από ένα αιώνα (Also in English)
γράφει ο Μανώλης Κασσώτης
Η γεωργική περιοχή του Αφιάρτη. The agricultural region of Afiarti.

Αγαπητή Μαρία, διάβασα το άρθρο σου «Ιστορίες της Λάστου» και με πήρε ένα αιώνα πίσω.

Τότε που η Λάστος μαζί με το Ποσί, τον Αφιάρτη, τον Λευκό, την Αυλώνα, την Σαρία και τις άλλες γεωργικές περιοχές της Καρπάθου συντηρούσαν και έδιναν ζωή στο νησί. Τότε που ο κόσμος τον πιο πολύ καιρό περνούσε έξω από το χωριό, στα μετόχια μέσα στους στάβλους του, εκεί που ’χε τα χωράφια και τα ζώα του, κι αν ήταν και βοσκός στον μαντρόσπιτο του.

Ο σημερινός επισκέπτης είναι δύσκολα να φανταστεί, τους ανθρώπους και τις συνθήκες ζωής που έζησαν οι παππούδες μας, που με τόση γλαφυρότητα τις περιγράφεις. Αυτές τις συνθήκες εμείς τις γνωρίσαμε από τις αφηγήσεις των μεγάλων και τις κρατάμε φυλακτό.

Είναι οι ρίζες μας, που τις αναπολούμε και μας κρατούν προσηλωμένους στις αξίες μας που δεν τις διαπραγματευόμαστε. Τώρα με την σειρά μας προσπαθούμε να τις μεταφέρουμε σ’ αυτούς που θα μας ακολουθήσουν. Θα έχουν όμως την υπομονή να μας ακούσουν;

Η γεωργική περιοχή του Λευκού. The agricultural region of Lefkos.

Βέβαια οι άνθρωποι αυτοί δεν ήταν τέλειοι, είχαν και αυτοί τα ελαττώματα τους, αλλά δεν τρέχαν στους δικαστές για να λύσουν τις διαφορές τους, άλλωστε σήμερα ποιος τους έχει εμπιστοσύνη, μια μαντινάδα έφτανε για να λύσει τις διαφορές τους.

Εκείνοι οι άνθρωποι γνώριζαν την θέση τους, όχι μόνο μεταξύ των συνανθρώπων τους, αλλά και με την φύση, τη γη και τα ζώα τους, ξέραν πως να τα φροντίσουν και να τα μεταχειριστούν, άλλωστε ένα «κοντοτοίχι» τους χώριζε απ’ αυτά. Τα χωράφια, οι πηγές και τα ζώα ζούσαν όλα γύρω μέσα σ’ ένα κύκλο, και στη μέση ο άνθρωπος να τα διαφεντεύει, αλλά και να τα προσέχει.

Όταν για δεύτερη φορά διάβαζα το άρθρο σου, σταματούσα, κάθε λίγο και λιγάκι, γιατί ξυπνούσαν μέσα μου ξεχασμένες εικόνες. Φανταζόμουνα τον μητροπολίτη Γερμανό με τα ράσα του καβάλα στο «κοτσινωπό» μουλάρι και τον Πελτνιχρόνη να το τραβά από το καπίστρι για να τον πάρει στην Λάστο να λειτουργήσει τον «Αξεστράτηκο» (Αρχάγγελος Μιχαήλ). Συχνά το μουλάρι σκαμπανέβαζε και ανέμιζαν τα ράσα του Δεσπότη.

Το Ποσί με τους ελαιώνες του. Posi with its olive groves.

Είχε κι ο Χαζαλέξης, ο θείος της μάνας μου, ένα «κοτσινωπό» μουλάρι, Λενιό το λέγανε, αλλά δεν φαντάζομε να το καβαλίκεψε Δεσπότης, ούτε και παπάς γιατί ήτο «τσινιάρικο». Ποτέ μου δεν το πλησίαζα από μπροστά ή από πίσω, αλλά από τα πλάγια, γιατί εκτός που κλοτσούσε δάγκωνε κιόλας.

Η εμμονή του «κοτσινωπού» μουλαριού να μπαίνει και να βοσκά μέσα στις ξένες νομές μου θύμισε μια Ολυμπήτικη αγελάδα. Κάποτε ένας Αρκασιώτης αγόρασε μια αγελάδα από την Όλυμπο και την νύχτα την άφηνε αμολητή μέσα στο χωράφι του. Το άλλο πρωί εύρισκε τη νομή του διπλανού χωραφιού φαγωμένη, αλλά η αγελάδα ήταν μέσα στο χωράφι του. Αυτό κράτησε αρκετές μέρες, ούτε αυτός, ούτε ο ιδιοκτήτης του διπλανού χωραφιού μπορούσαν να λύσουν το μυστήριο γιατί ένα ψηλός τοίχος χώριζε τα χωράφια τους.

Αποφάσισαν να «παρακαήσουν» την νύχτα για να πιάσουν τον κλέφτη. Τα χωράφια ήταν παραλιακά και προς την μεριά της θάλασσας ξέφραγα. Την νύχτα κολυμπούσε η αγελάδα και από την μεριά της θάλασσας έμπαινε στο διπλανό χωράφι και το πρωί, προτού ακόμη ξημερώσει γύριζε πίσω. Όμως ούτε η Ολυμπήτικη αγελάδα, ούτε το «τσινιάρικο» μουλάρι, δεν είχαν την τύχη να αποθανατιστούν με μαντινάδα.

Στην Λάστο, στο πιο υψηλό βουνό της Καρπάθου, βρίσκεται το εκκλησάκι του Αξεστράτηκου. In Lastos, on the highest mountain of Karpathos, is the chapel of Archangel Michael.

Εγώ τις «Αναράες» (Ξωτικά, ψηλές και λιγνές γυναίκες, άσπρες σαν το γάλα, με μεγάλα και κόκκινα μάτια)  δεν τις φοβόμουνα, γιατί ήμουν Σαββατογενημένος. Στις Ζετές, δυο χιλιόμετρα από τα Πηγάδια είχαμε ένα χωράφι, στην πλαγιά ενός λόφου. Κάθε λίγο και λιγάκι πηγαίναμε με τα παιδιά της γειτονιάς να μαζέψουμε ξύλα για την φωτιά. Αν και ήμουν ο πιο μικρός της παρέας δεν ξεκινούσαν χωρίς εμένα, όχι για τα ξύλα που θα μάζευα αλλά σαν ασφάλεια από τις Αναράες.

Μια απ’ αυτές τις εξορμήσεις, φτάσαμε καταμεσήμερα στο χωράφι, την ώρα που βγαίνουν οι Αναράες. Κάποιος είπε κάτι σχετικό και αμέσως ένα άλλο παιδί είχε δει τρείς Αναράες ασπροντυμένες και με καπέλα σαν κνισάρες στην κεφαλή τους να κατεβαίνουν από την απέναντι πλαγιά.

Σε λίγο ένα-ένα και τ’ άλλα παιδιά βλέπαν τις Αναράες, εκτός από μένα τον Σαββατογεννημένο, και για περισσότερη ασφάλεια μαζευτήκαν ένα γύρω μου. Γυρίσαμε τα μπρος πίσω χωρίς ξύλα. Η γειτονιά έδειξε πιο πολύ ενδιαφέρον για τις Αναράες που συναντήσαμε παρά τα ξύλα που δεν φέραμε.

Αυλώνα, ο σιτοβολώνας της Καρπάθου. Avlona, the granary of Karpathos.

Η διαδρομή μας περνούσε μέσα από ένα ξεροπόταμο, και μια απ’ αυτές τις εξόδους βρήκα μια κοκκινωπή πέτρα και την έδειξα στην παρέα, που αμέσως αποφάνθηκε ότι ήταν από χρυσό. Επειδή η πέτρα ζύγιζε μέχρι ένα κιλό, την αφήσαμε στην άκρη του δρόμου για να την πάρομε στην επιστροφή, δεν την ξαναβρήκαμε. Κάθε φορά που η ιστορία επαναλαμβανόταν, η πέτρα γινόταν πιο κόκκινη και πιο αστραφτερή. Μετά από χρόνια όταν διηγούμουν την ιστορία σε μια θεία μου, μου είπε: «Αν έπαιρνες την πέτρα μαζί σου και δεν την άφηνες, τώρα θα είμαστε πλούσιοι».

Εκτός από το μουλάρι, ο κάθε καλονοικοκύρης έπρεπε να’χει και δυο βόδια «τσερασσάτα» για να «καλουργίζει» τα χωράφια του. Την εποχή της σπορά, οι πιτσιρίκοι καθόμαστε πάνω στο τοίχο του χωραφιού βλέποντας τα «τσερασσάτα» να τραβούν τ’ αλέτρι και ο γεωργός, πάνω στο αλέτρι μ’ όλο του το βάρος να πιέζει το υνί για να μπει πιο βαθιά στο χώμα.

Όσοι δεν είχα δυο βόδια, προσπαθούσαν να κάμουν ζευγάρι μ’ ένα βόδι κι ένα μουλάρι. Αλλά ήταν δύσκολο να συντονιστούν γιατί το βόδι ήταν πιο δυνατό αλλά πιο κοντό, ενώ το μουλάρι ήταν πιο ψηλό και πιο αδύνατο. Υπήρχαν και οι ταλαίπωροι, που δεν είχαν ούτε μουλάρι και προσπαθούσαν να κάμουν ζευγάρι μ’ ένα βόδι κι ένα γάρο, που πήγαινε σαν κωλοκομένος.

Το τέλος των «τσερασσάτων» ήταν άδοξο και τραγικό. Όταν γερνούσαν και δεν στοιχούσαν να οργώσουν τα χωράφια, ούτε και ν’ αλωνέψουν τα στάχια, δεν βγαίναν στην σύνταξη. Γινόντουσαν θυσία στο γάμο κάποιας μεγαλοκανακαράς, πως αλλιώς να ταΐσουν το συγγενολόι της νύφης και του γαμπρού, και όλο το χωριό.

Τα παιδιά της γειτονιάς μαζευόντουσαν για να δουν το σφάξιμο του «τσερασσάτου». Πιο παλιά καμιά δεκαριά άνδρες «πούκλωνα» τα πόδια του βοδιού για να το ρίξουν κάτω και μετά να το σφάξουν, ενώ αυτό κλωτσούσε με όλη την δύναμη που του απόμεινε.

Μετά την Μικρασιατική καταστροφή, ήλθε πρόσφυγα από την Σμύρνη, ένας μικροκαμωμένος χασάπης, ο Γιάννης ο Σμυρνιός, και έμαθε τους Καρπάθιους να σφάζουν τα βόδια. Στην ρίζα μιας ελιάς ή άλλου γερού δέντρου έβαζε λίγο «αΰλαμο» μέσα σένα κουβά και όπως έτρωγε το βόδι, του έδεναν από τα κέρατα την κεφαλή του στον κορμό του δέντρου. Όπως το βόδι ήταν ακινητοποιημένο, μένα μικρό μαχαιράκι, του έκοβε τα νεύρα που επικοινωνούσαν με τον εγκέφαλο, μεταξύ δυο σπονδύλων από τον αυχένα. Το βόδι έπεφτε κάτω παράλυτο και εκεί το αποτελείωναν.

Το περίεργο, τώρα που το σκέπτομαι, είναι ότι αν και παιδιά, το θέαμα το θεωρούσαμε φυσικό και καθόλου δεν μας ενοχλούσε.

Back to Karpathos, a century ago

By Manolis Cassotis

Dear Maria, I read your article “Stories of Lastos” and it took me back a century.

At a time when Lastos, along with Possi, Afiartis, Lefkos, Avlona, ​​Saria and the other agricultural areas of Karpathos, sustained and gave life to the island. At a time when people spent most of their time outside the village, in the suburbs, in their stables, where they had their fields and animals, and if they were shepherds in their shepherd stable.

It is difficult for today’s visitor to imagine the people and the living conditions that our grandparents lived through, which you describe with such vividness. We learned about these conditions from the stories of our elders, and we keep them as a talisman. They are our roots, which we remember and which keep us committed to our values ​​that we do not negotiate. Now, in turn, we are trying to convey them to those who will follow us. But will they have the patience to listen to us?

Of course, these people were not perfect, they had their flaws too, but they didn’t run to the judges to resolve their differences, after all, who trusts them today, a “mantinada” (verse) was enough to resolve their differences.

Those people knew their place, not only among their fellow humans, but also with nature, the land and their animals, they knew how to take care of them and treat them, after all a short wall separated them. The fields, the springs and the animals all lived around in a circle, and in the middle the man to rule over them, but also to take care of them.

When I read your article for the second time, I stopped, every now and then, because forgotten images were awakening in me. I imagined Metropolitan Germanos in his robes riding the mule and Peltnichronis pulling it by the halter to take him to Lastos to perform the liturgy at “Axestratikos” (Archangel Michael). Often the mule would jump up and down and the Metropolitan’s robes would flutter.

Hatzalexis, my mother’s uncle, also had a “stubborn” mule, they called it Lenio, but we don’t imagine a Despot or even a priest ever riding it, because it was “tsiniariko” (unruly). I never approached it from the front or from behind, but from the sides, apart from kicking, it also bit.

The obsession of the “stubborn” mule to enter and graze in foreign prefectures reminded me of an Olympian cow. Once, a man from Arkasa bought a cow from Olympus and at night left it unattended in his field. The next morning, he found the wheat of the neighboring field eaten, but the cow was in his field. This lasted for several days, neither he nor the owner of the neighboring field could solve the mystery because a high wall separated their fields.

They decided to set up a watch at night to catch the thief. The fields were coastal and open to the sea. At night, the cow would swim and from the seaside would enter the neighboring field and, in the morning, before dawn, would return. However, neither the Olympian cow nor the “stubborn” mule were lucky enough to be immortalized with a mantinada (verse).

I was not afraid of the “Anaraes” (exotix and fascinating, tall and slender women, white as milk, with large and red eyes), because I was “Sabbatogenimenos” (born on Saturday). In Zetes, two kilometers from Pigadia, we had a field, on the slope of a hill. Every now and then we would go with the neighborhood children to collect wood for the fire. Although I was the youngest in the group, they would not start without me, not for the wood I would collect but as security from the “Anaraes”.

On one of these excursions, we arrived at noon in the field, at the time when the “Anaraes” came out. Someone said something about it and immediately another child saw three “Anaraes” dressed in white and with hats like sieves on their heads coming down from the opposite slope. In a while, one by one, the other children also saw the “Anaraes”, except for me, the Saturday-born, and for greater safety, they gathered around me. We returned without any wood. The neighborhood showed more interest in the “Anaraes” we encountered than in the wood we did not bring.

Our route passed through a dry riverbed, and on one of these outings I found a reddish stone and showed it to the group, who immediately decided that it was made of gold. Because the stone weighed up to a kilogram, we left it on the side of the road to pick it up on the way back, but we never found it again. Each time the story repeated itself, the stone became more red and more glittering. Years later, when I was telling the story to an aunt of mine, she said to me: “If you had taken the stone with you and not left it, now we would be rich.”

In addition to the mule, every good farmer had to have two “tserassata” (horned oxen) to cultivate his fields. During the sowing season, the children would sit on the wall of the field watching the oxen pulling the plow, and the farmer on the plow, pressing with all his weight, for the plowshare to go deeper into the soil.

Those who didn’t have two oxen tried to pair an ox and a mule. But it was difficult to coordinate them because the ox was stronger but shorter, while the mule was taller and thinner. There were also the poor people who didn’t even have a mule and tried to pair up an ox with a donkey, which was going like a lame man.

The end of the horned oxen was inglorious and tragic. When they grew old and were no longer fit to plow the fields or thresh the ears of wheat, they did not retire. They were sacrificed at the wedding of some wealthy man; how else, could they feed the relatives of the bride and groom and the whole village.

The neighborhood children would gather to watch the slaughter of the horned oxen. In the past, about a dozen men would tie the ox’s legs to throw it down and then slaughter it, while it kicked with all its remaining strength.

After the Asia Minor disaster, a short butcher, John the Smyrnian, who came as a refugee from Smyrna, taught the Karpathians to slaughter oxen. At the root of an olive tree or other old tree, he would put a little rye seeds in a bucket and as the ox ate, they would tie its head to the tree trunk with its horns. As the ox was immobilized, with a small knife, he would cut the nerves connected with the brain, between two vertebrae in the neck. The ox would fall paralyzed and he would finish it off there.

The strange thing, now that I think about it, is that although we were children, we considered the spectacle natural and it did not bother us at all.

www.anamniseis.net
22.8.2026
Καρπαθιακά Νέα